
«Τὸ σημερινόν ἔθνος δὲν ἐπῆγε, δυστυχῶς, τόσον ἐμπρός…Τὸ ἔθνος τὸ Ἑλληνικόν… εἶναι ἀκόμη πολύ ὀπίσω…δὲν δύναται νὰ τρέξῃ ἀρκετά ἐμπρός, χωρίς τὸ ὅλον νὰ διασπαραχθῇ ὡς διασπαράσσεται φεῦ! ἤδη…Ἄγγλος ἤ Γερμανός ἤ Γάλλος δύναται νὰ εἶναι κοσμοπολίτης ἤ ἀναρχικός ἤ ἄθεος ἤ ὅ,τι δήποτε. Ἔκαμε τὸ πατριωτικόν χρέος του, ἔκτισε μεγάλην πατρίδα. Τώρα εἶναι ἐλεύθερος νὰ ἐπαγγέλλεται χάριν πολυτελείας τὴν ἀπιστίαν καὶ τὴν ἀπαισιοδοξίαν. Ἀλλά Γραικύλος τῆς σήμερον, ὅστις θέλει νὰ κάμῃ δημοσίᾳ τὸν ἄθεον ἤ τὸν κοσμοπολίτην, ὁμοιάζει μὲ νάνον ἀνορθούμενον ἐπ’ ἄκρων ὀνύχων καὶ τανυόμενον νὰ φθάσῃ εἰς ὕψος καὶ φανῇ καὶ αὐτός γίγας».
Ξεκαθαρίζει ἔτσι τὴ θέα του, τὴν ὀπτική του γωνία.
«Τὸ ἐπ’ ἐμοί, ἐν ὅσῳ ζῶ καὶ ἀναπνέω καὶ σωφρωνῶ, δὲν θὰ παύσω πάντοτε…νὰ ὑμνῶ
μὲ μιὰ λιγώτερο πιεστικά δοθεῖσα, τοῦ πολιτογραφημένου Ἄγγλου, σημαντικοῦ ποιητοῦ καὶ δοκιμιογράφου T. S. Eliot ·
« Ἡ ὀπτική γωνία μὲ τὴν ὁποία βλέπω ἐν γένει τὰ πράγματα εἶναι: εἶμαι κλασικιστής στὴ λογοτεχνία, μοναρχικός στὶς πολιτικές πεποιθήσεις καὶ ἀγγλοκαθολικός στὴ θρησκείa»Γιὰ τὸν Ἄγγλο ποιητή, γράφηκε ὅτι εἶχε μεταμεληθῆ γιὰ τὴν ἔμφαση ποὺ δινόταν στὴν πιὸ πάνω διατύπωση, κρινόμενη καὶ ὡς πολύ σαφής δογματική μορφή, μὲ δέσμευση σὲ ἐξωτερικήν αὐθεντία.
λατρεία, ἔρως, στοργή. Στὸν καιρό τῆς μεγάλης δοκιμασίας ποὺ περνᾶμε, μὲ τὰ στοιχεῖα τῆς συλλογικῆς μας ταυτότητας νὰ ἀφήνονται χωρίς πόνο καὶ τύψη νὰ ξεθωριάζουν, ἤ ἀκόμη χειρότερα, νὰ εὐτελίζονται, τὸ ἔργο τοῦ Παπαδιαμάντη προσφέρεται καὶ γιὰ τὴν ἀναγνώριση τῆς δημιουργικότητας τοῦ λαοῦ, ὑπό προϋποθέσεις τὴ φρόνηση καὶ τὸ γοῦστο – καλαισθησία, ἀλλά καὶ γιὰ ἐπανασύνδεσή μας μὲ τὴν παράδοση ριζικῆς κριτικῆς, γεγονός ἱκανό νὰ μᾶς ἐπαναφέρει στὴν μεγάλη παράδοση τῆς εὐθύνης ὅλων μας κι ἰδιαίτερα τῶν στοχαστῶν, στὴ σχέση μας μὲ τὴν κοινότητα.
Οἱ ἀναφορές μας εἶναι, 1) στὸ διήγημα Ἀλεξάνδρου Παπαδιαμάντη «Λαμπριάτικος Ψάλτης»,
Ἅπαντα, Κριτική ἔκδ. Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλος, ἐκδ. Δόμος, τ. 2ος, σσ. 513 επ.
2) στό T. S. Eliot, Πρόλογος στὸ δοκ. « Γιὰ τὸν Lancelot Andrewes » (1928), σὲ Frank Kermode,
Εἰσαγωγή στὸ κριτικό ἔργο τοῦ T. S. Eliot.
---------------------------------------------
Γιὰ τὸν Παπαδιαμάντη, τὰ τρία στοιχεῖα, ἀλληλένδετα κι ἀδιάσπαστα, τῆς δικῆς του ταυτότητας εἶναι ὁ Χριστιανισμός του, ἡ ἑλληνική φύση καὶ ὁ αὐθεντικός ἑλληνικός χαρακτήρας. Δὲν μπορεῖ νὰ μὴν ἐπισημανθεῖ κι ὁ τρόπος τῆς προσωπικῆς ἰσόβιας σύνδεσής του μαζί τους:
μετά λατρείας τὸν Χριστόν μου, νὰ περιγράφω μετ’ ἔρωτος τὴν φύσιν, καὶ νὰ ζωγραφῶ μετά στοργῆς τὰ γνήσια Ἑλληνικά ἔθη» ( 1893),
Οἱ εἰκόνες ποὺ διαμορφώνουν ὡς ταυτότητες οἱ διάφορες ὁμάδες, ὑπακούοντας στὴν ἀνάγκη ἀναγνώρισης τοῦ ἑαυτοῦ, ἀτομικά καὶ συλλογικά, συνιστοῦν ἱστορικές καὶ πολιτιστικές κατασκευές ποὺ προκύπτουν ἀπό τὸν συμφυρμό πραγματικῶν δεδομένων μὲ ἰδεολογικές διατυπώσεις. Ἡ συμβολή τῶν πνευματικῶν ἀνθρώπων σὲ τοῦτο δὲν εἶναι ἁπλά δεδομένη, ἀλλά ἐξόχως σημαντική. Ἀξίζει πραγματικά νὰ ἀντιπαραβληθοῦν: ἐκείνη τοῦ Παπαδιαμάντη·
Δημήτριος Παλούκης
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου