Πέμπτη 19 Μαρτίου 2026

π. Νικόλαος Λουδοβίκος: Ο χρόνος και ο κόσμος της φθοράς 1

 


Την Κυριακή 4 Iανουαρίου 2026 ο καθηγητής Θρησκειολογίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων π.Νικόλαος Λουδοβίκος συζητά με τον π. Απόστολο Ραυτόπουλο και όλους εσάς για τη φύση του χρόνου και την πορεία του κόσμου μέσα σ' αυτόν με αφορμή κείμενο του Φώτη Κόντογλου.π. Νικόλαος Λουδοβίκος: Ο χρόνος και ο κόσμος της φθοράς 1

π. Νικόλαος Λουδοβίκος: Ο χρόνος και ο κόσμος της φθοράς

https://www.youtube.com/watch?v=45xHDJnjWMw


ΕΝ ἀρχῇ ἐποίησεν ὁ Θεὸς τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν. 2 ἡ δὲ γῆ ἦν ἀόρατος καὶ ἀκατασκεύαστος, καὶ σκότος ἐπάνω τῆς ἀβύσσου, καὶ πνεῦμα Θεοῦ ἐπεφέρετο ἐπάνω τοῦ ὕδατος. 3 καὶ εἶπεν ὁ Θεός· γενηθήτω φῶς· καὶ ἐγένετο φῶς. 4 καὶ εἶδεν ὁ Θεὸς τὸ φῶς, ὅτι καλόν· καὶ διεχώρισεν ὁ Θεὸς τὸ φῶς, ὅτι καλόν· καὶ διεχώρισεν ὁ Θεὸς ἀνὰ μέσον τοῦ φωτὸς καὶ ἀνὰ μέσον τοῦ σκότους. 5 καὶ ἐκάλεσεν ὁ Θεὸς τὸ φῶς ἡμέραν καὶ τὸ σκότος ἐκάλεσε νύκτα. καὶ ἐγένετο ἑσπέρα καὶ ἐγένετο πρωΐ, ἡμέρα μία.

14 Καὶ εἶπεν ὁ Θεός· γενηθήτωσαν φωστῆρες ἐν τῷ στερεώματι τοῦ οὐρανοῦ εἰς φαῦσιν ἐπὶ τῆς γῆς, τοῦ διαχωρίζειν ἀνὰ μέσον τῆς ἡμέρας καὶ ἀνὰ μέσον τῆς νυκτός· καὶ ἔστωσαν εἰς σημεῖα καὶ εἰς καιροὺς καὶ εἰς ἡμέρας καὶ εἰς ἐνιαυτούς· 15 καὶ ἔστωσαν εἰς φαῦσιν ἐν τῷ στερεώματι τοῦ οὐρανοῦ, ὥστε φαίνειν ἐπὶ τῆς γῆς. καὶ ἐγένετο οὕτως. 16 καὶ ἐποίησεν ὁ Θεὸς τοὺς δύο φωστῆρας τοὺς μεγάλους, τὸν φωστῆρα τὸν μέγαν εἰς ἀρχὰς τῆς ἡμέρας καὶ τὸν φωστῆρα τὸν ἐλάσσω εἰς ἀρχὰς τῆς νυκτός, καὶ τοὺς ἀστέρας. 17 καὶ ἔθετο αὐτοὺς ὁ Θεὸς ἐν τῷ στερεώματι τοῦ οὐρανοῦ, ὥστε φαίνειν ἐπὶ τῆς γῆς 18 καὶ ἄρχειν τῆς ἡμέρας καὶ τῆς νυκτὸς καὶ διαχωρίζειν ἀνὰ μέσον τοῦ φωτὸς καὶ ἀνὰ μέσον τοῦ σκότους. καὶ εἶδεν ὁ Θεός, ὅτι καλόν. 19 καὶ ἐγένετο ἑσπέρα καὶ ἐγένετο πρωΐ, ἡμέρα τετάρτη.

26 καὶ εἶπεν ὁ Θεός· ποιήσωμεν ἄνθρωπον κατ᾿ εἰκόνα ἡμετέραν καὶ καθ᾿ ὁμοίωσιν, καὶ ἀρχέτωσαν τῶν ἰχθύων τῆς θαλάσσης καὶ τῶν πετεινῶν τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῶν κτηνῶν καὶ πάσης τῆς γῆς καὶ πάντων τῶν ἑρπετῶν τῶν ἑρπόντων ἐπὶ γῆς γῆς. 27 καὶ ἐποίησεν ὁ Θεὸς τὸν ἄνθρωπον, κατ᾿ εἰκόνα Θεοῦ ἐποίησεν αὐτόν, ἄρσεν καὶ θῆλυ ἐποίησεν αὐτούς. 28 καὶ εὐλόγησεν αὐτοὺς ὁ Θεός, λέγων· αὐξάνεσθε καὶ πληθύνεσθε καὶ πληρώσατε τὴν γῆν καὶ κατακυριεύσατε αὐτῆς καὶ ἄρχετε τῶν ἰχθύων τῆς θαλάσσης καὶ τῶν πετεινῶν τοῦ οὐρανοῦ καὶ πάντων τῶν κτηνῶν καὶ πάσης τῆς γῆς καὶ πάντων τῶν ἑρπετῶν τῶν ἑρπόντων ἐπὶ τῆς γῆς. 29 καὶ εἶπεν ὁ Θεός· ἰδοὺ δέδωκα ὑμῖν πάντα χόρτον σπόριμον σπεῖρον σπέρμα, ὅ ἐστιν ἐπάνω πάσης τῆς γῆς, καὶ πᾶν ξύλον, ὃ ἔχει ἐν ἑαυτῷ καρπὸν σπέρματος σπορίμου, ὑμῖν ἔσται εἰς βρῶσιν· 30 καὶ πᾶσι τοῖς θηρίοις τῆς γῆς καὶ πᾶσι τοῖς πετεινοῖς τοῦ οὐρανοῦ καὶ παντὶ ἑρπετῷ ἕρποντι ἐπὶ τῆς γῆς, ὃ ἔχει ἐν ἑαυτῷ ψυχὴν ζωῆς, καὶ πάντα χόρτον χλωρὸν εἰς βρῶσιν. καὶ ἐγένετο οὕτως. 31 καὶ εἶδεν ὁ Θεὸς τὰ πάντα, ὅσα ἐποίησε, καὶ ἰδοὺ καλὰ λίαν. καὶ ἐγένετο ἑσπέρα καὶ ἐγένετο πρωΐ, ἡμέρα ἕκτη.

7 καὶ ἔπλασεν ὁ Θεὸς τὸν ἄνθρωπον, χοῦν ἀπὸ τῆς γῆς, καὶ ἐνεφύσησεν εἰς τὸ πρόσωπον αὐτοῦ πνοὴν ζωῆς, καὶ ἐγένετο ὁ ἄνθρωπος εἰς ψυχὴν ζῶσαν.
 
Ο ΧΡΟΝΟΣ ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ ΑΦΑΙΡΕΣΗ ΤΗΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑΣ Η ΟΠΟΙΑ ΟΝΟΜΑΖΕΤΑΙ ΦΘΟΡΑ ΚΑΙ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΟ ΤΗΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑΣ ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΑΠΟΚΤΑ ΨΥΧΗΝ ΖΩΣΑΝ ΣΤΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟ Ο ΟΠΟΙΟΣ ΕΙΝΑΙ, ΚΑΘΙΣΤΑΤΑΙ, ΤΟ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΟ ΤΗΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑΣ ΩΣΤΕ ΝΑ ΑΡΧΕΙ ΑΥΤΗΣ ΑΛΛΑ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ Ο ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΣ ΤΟΥ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟΥ ΤΗΣ ΖΩΗΣ.

Αυτό το υποκείμενο με την μοντέρνα σημασία του ανυψούται, ήδη απο τον Bacone και τον Καρτέσιο, σε Κύριο και κυρίαρχο της φύσεως, σε αντίθεση με την γραμματική σημασία της λέξεως η οποία δείχνει περισσότερο τον υφιστάμενο, τον υπήκοο. Και είναι αυτό το ίδιο το υποκείμενο το οποίο, όπως φανέρωσε αξιοθαύμαστα ο Hegel στην "Φαινομενολογία του πνεύματος" με τις διάσημες σελίδες τις αφιερωμένες στην διαλεκτική τού Αφέντη και του δούλου, για να κυριαρχήση στην φύση, πρέπει να κυριαρχήση πρώτα απο όλα τον άνθρωπο. Δηλ. να γίνει αφέντης σκλάβων όπως στην αρχαιότητα ή, όπως θα πει ο Μάρξ, ο αφέντης εργατών, όπως στην μοντέρνα βιομηχανική εποχή. Όλη η προβληματική την οποία ξεκίνησε ο Νίτσε και συνέχισε ο Χάϊντεκγερ και οι μετα-νεωτερικοί εναντίον του υποκειμένου, δεν αναφέρεται λοιπόν στο υποκείμενο με την αρχαία σημασία, ούτε κάν δε στην κλασσική Χριστιανική έννοια του προσώπου, όπως ισχυρίζονται μερικοί, αλλά μόνον στο υποκείμενο με την μοντέρνα έννοια του Αφέντη, του Δεσπότου, κυρίαρχου της φύσεως και του ανθρώπου, και μάλιστα θεμελιωτού ολοκλήρου της πραγματικότητος.
Στον Αριστοτέλη το υποκείμενο, με την αρχαία σημασία του υποστρώματος, είναι και ο άνθρωπος, πάνω απ’όλα δε ο άνθρωπος εννοημένος σαν υπόστρωμα, είναι το αληθινό υποκείμενο των κινήσεων, και των φυσικών και των ψυχικών, που αποδίδονται από τον Πλάτωνα και τους μαθητές του στην ψυχή. Στο Ι βιβλίο του «Περί ψυχής» ο Αριστοτέλης διαφωνεί με τον Πλάτωνα και τους Πλατωνικούς δηλώνοντας πως «ίσως να μην είναι μόνον λανθασμένο ότι το ουσιώδες της ψυχής είναι αυτό που ισχυρίζονται αυτοί πού μάς βεβαιώνουν, πως η ψυχή είναι αυτό που κινεί ή είναι ικανό να κινήσει τον εαυτό του, αλλά μάλλον είναι και αδύνατον αυτή να είναι προικισμένη με κίνηση» (Αριστ. Περι ψυχής Ι 3, 405 b 31-406a 2).

..........Και πάλι, από την άλλη μεριά, ο ίδιος φτιάχνει κάθε … και πλάσμα, κάθε κορμί, κάθε τι που υπάρχει σε τούτο τον κόσμο. Όπως λοιπόν όλα τα πάντα, έτσι κι εμείς οι άνθρωποι είμαστε παιχνίδια στα χέρια αυτού του ακαταμάχητου γίγαντα, που είναι μαζί ευεργέτης μας και τύραννός μας. Και δεχόμαστε το ποτήρι που κερνά με το ένα χέρι του και που είναι γεμάτο γλυκό κρασί και πίνουμε, και τ’ άλλο το ποτήρι που κρατά στο άλλο χέρι του, που έχει μέσα το πικρό φαρμάκι.
Τι είναι λοιπόν αυτό το σκληρό παιχνίδι που παίζει με εμάς αυτό το τέρας, που δεν έχει μήτε μορφή, μήτε φωνή, μήτε τίποτε από ό,τι έχουν όσα πλάσματα γεννά και σκοτώνει, και που το παίζει δίχως μήτε να γελά, μήτε να κλαίει, αδιάφορος και ανέκφραστος, κρύος σαν φάντασμα, αυτός ο ίδιος που ανάβει τη φλόγα της ζωής; Αλλοίμονο, αυτή την άσπλαχνη μυλόπετρα που τα λιώνει όλα μέσα στον κόσμο, τη γιορτάζουμε κάθε Πρωτοχρονιά και την ευχαριστούμε για όλα όσα μας έκανε πριν και για όσα θα μας κάνει ύστερα, για τα πολλά κακά που θα πάθουμε από αυτή, κοντά στα λίγα καλά που θα μας φέρει και που θα μας τα πάρει βιαστικά. Εμείς είμαστε σαν τους δυστυχισμένους κατάδικους που καλοπιάνουν τον δήμιό τους, σαν τους μονομάχους της Ρώμης που χαιρετούν τον Καίσαρα πριν σφάξει ο ένας τον άλλον, κράζοντάς του: «Χαίρε, Καίσαρ, οι μελλοθάνατοι σε χαιρετούν».
Έτσι κι εμείς χαιρετάμε τον καινούργιο χρόνο που θα μας πάει πιο κοντά στο στόμα του για να μας φάγει, και χοροπηδάμε και τραγουδάμε, οι δυστυχείς, σαν τα σαλιγκάρια του Αισώπου την ώρα που ψηνόταν. Τούτος ο υλικός κόσμος είναι το βασίλειο του χρόνου, που τον κάνει να ανθίζει και να μαραίνεται αδιάκοπα. Η φθορά είναι ο σκληρός νόμος που έβαλε επάνω του τούτος ο τύραννος.
Με αυτή την άσπλαχνη αλυσίδα βαστά τον άνθρωπο σκλάβο, ανήμπορο κάτω απ’ τα πόδια του. Μόνο μια ελπίδα υπάρχει για αυτόν να γλιτώσει απ’ τη φθορά: ο Χριστός, ο Λυτρωτής, ο Καθαιρέτης της φθοράς.
Εκείνος που πάτησε τον θάνατο και είπε: «Ο πιστεύων εις εμέ, καν αποθάνει, ζήσεται. Εγώ είμαι ο άρτος ο ζων, ο εκ του ουρανού καταβάς· εάν τις φάγει εκ τούτου του άρτου, ζήσεται εις τον αιώνα».
Ο Απόστολος Παύλος, ο κλειδοκράτορας του μυστικού κόσμου, λέγει: «Η κτίση υποτάχθηκε στη ματαιότητα άθελά της, με την ελπίδα πως και αυτή η κτίση θα ελευθερωθεί από τη σκλαβιά της φθοράς στην ελευθερία της δόξας των τέκνων του Θεού. Γιατί γνωρίζουμε πως όλη η κτίση αναστενάζει και πονά μαζί μας ως τώρα. Και όχι μονάχα η κτίση, αλλά κι εμείς οι ίδιοι που έχουμε το Άγιο Πνεύμα μέσα μας, αναστενάζουμε περιμένοντας την υιοθεσία, δηλαδή να γίνουμε τέκνα Θεού, ήγουν να λυτρωθεί το σώμα μας από τη φθορά».
Και αλλού λέγει: «Αν κατοικεί μέσα σας το Πνεύμα εκείνου που ανάστησε τον Ιησού, αυτός που ανάστησε τον Χριστό από τους νεκρούς θα ζωοποιήσει τα θνητά σώματά σας με το Άγιο Πνεύμα που κατοικεί μέσα σας. Ναι, μονάχα ο Χριστός, που είναι ο Λόγος του Πατρός και που πήρε από Αυτόν κάθε εξουσία, θα δώσει την αφθαρσία στους αγαπημένους Του, καταργώντας και τον χρόνο και τον τόπο της ύλης από τον κόσμο της φθοράς».
Να τι λέγει ο Άγιος Πέτρος για αυτή την αλλαγή:
«Ήξει δε ημέρα Κυρίου ως κλέπτης εν νυκτί, εν η οι ουρανοί ροιζηδόν παρελεύσονται, στοιχεία δε καυσούμενα λυθήσονται, και γη και τα εν αυτή έργα κατακαήσεται».
Και στην Αποκάλυψη είναι γραμμένα τα παρακάτω λόγια για τον καινούργιο κόσμο της Παλινγενεσίας:
«Και νυξ ουκ έσται εκεί, και χρείαν ουκ έχουσι λύχνου και φωτός ηλίου, ότι Κύριος ο Θεός φωτίζει αυτούς και βασιλεύσουσιν εις τους αιώνας των αιώνων».
Έτσι λοιπόν μιλάω για τον χρόνο και τώρα δίνουμε τον λόγο στον πατέρα Νικόλαο. Καλησπέρα και από μένα και καλή χρονιά. Να πω κι εγώ… Το ξέρω. Λοιπόν, καταρχήν, αν βγάλω τις δύο τελευταίες παραγράφους του κειμένου του Κόντογλου, το κείμενο αυτό θα μπορούσε να το έχει γράψει ο Πλάτων. Ο Πλάτων. Ή ένας συνδρομητής του «Φωτός». Ή ο Βούδας.
Το τέλος έχει μια διαφορά, αλλά δεν ξέρω αν έγινε αισθητή· θέλει άλλη ανάπτυξη της έννοιας του χρόνου για να την καταλάβουμε. Εδώ η προσέγγιση του χρόνου είναι μια προσέγγιση σχεδόν εχθρική. Ο χρόνος θα μας δώσει ελάχιστα καλά, θα μας πάρει τα πολλά, θα μας κάνει πιο γέρους, θα μας κάνει πιο άρρωστους, θα μας κάνει πιο φθαρμένους, θα μας κάνει πιο ταλαιπωρημένους.
Αυτό λέει το κείμενο. Είναι η φυσική εμπειρία του χρόνου αυτή, η οποία έχει περάσει και βρίσκεται σε όλη την αρχαία ελληνική φιλοσοφία. Και βρίσκεται και στον ινδουισμό και στον πολιτισμό.

Έτσι είναι. Είναι η έννοια του χρόνου ως ανακύκλωσης, ως σαμσάρα. Ο μεγάλος κύκλος είναι αυτός.

Στον Εμπεδοκλή κρατάει δέκα χιλιάδες χρόνια, σε άλλους κρατάει τριάντα χιλιάδες χρόνια, σε άλλους κρατάει πάλι δέκα χιλιάδες χρόνια. Δηλαδή, όλη η ιστορία είναι ένας τεράστιος κύκλος, ο οποίος επαναλαμβάνεται μέχρι να γίνει η μεγάλη εκπύρωση, να διαλυθεί μέσα στη φωτιά το σύμπαν και να ξαναγίνει απ’ την αρχή, πάλι επαναλαμβανόμενα τα ίδια γεγονότα, στην ίδια κυκλικότητα, με την ίδια ματαιότητα. Δηλαδή, μετά από δέκα χιλιάδες χρόνια ή είκοσι χιλιάδες χρόνια ή τριάντα χιλιάδες χρόνια, θα κάθομαι εγώ στον καναπέ και θα ακούμε τον Κόντογλου και θα σας λέω πάλι την ίδια ιστορία εδώ.
Γι’ αυτό, σε ένα μεγάλο μέρος της ελληνικής φιλοσοφίας, που περιλαμβάνει και τους προσωκρατικούς σχεδόν όλους, και τον Πλάτωνα, τίθεται θέμα εξόδου από τον χρόνο, να τελειώσουν αυτοί οι κύκλοι και να φύγω. Να φύγω, να δραπετεύσω προς τον «υπερουράνιο τόπο», λέει ο Πλάτων, αφού περάσουν μερικές μετενσαρκώσεις. Και η πρώτη μετενσάρκωση είναι, παρακαλώ πολύ, αν αποτύχω ως άνθρωπος και δεν είμαι αρκετά φιλόσοφος, να ενσαρκωθώ σε γυναίκα, κατά τον Πλάτωνα, στη δεύτερη φάση. Λυπάμαι που το λέει αυτό, αλλά έτσι λέει.
Και μετά να ενσαρκωθώ σε κάτι ακόμη χειρότερο μπορεί να γίνω, μέχρι, όπως έλεγε ο Εμπεδοκλής, ψάρι και πουλί και θάμνος. Μέχρι να βάλω μυαλό και να καταλάβω τι; Ότι όλο αυτό είναι ο κύκλος της φθοράς. Και να αρχίσω να τείνω προς το Έν και να επιδιώκω την έξοδο των σωμάτων.

Καταρχήν, ξέρετε, όλοι οι αρχαίοι άνθρωποι είναι υπερασκητικοί. Υπερασκητικοί. Χθες ξαναδιάβαζα τον Αριστοτέλη — τέλος πάντων, ας το αφήσουμε αυτό.

Μόλις ακούς σεξουαλικότητα, ο αρχαίος σχεδόν «αρρωσταίνει». Πάρ’ τον Πλάτωνα, πάρ’ τον Αριστοτέλη, πάρε τον Επίκτητο, πάρε τον Επίκουρο. Έτσι. Φοβούνται υπερβολικά τη σεξουαλικότητα. Γιατί; Γιατί τους κλείνει μέσα στη φθορά, στην αγάπη του σώματος. Βλέπετε, δεν είναι;
Στο «Συμπόσιο» ο Πλάτων αυτά λέει: από το ένα σώμα να πάμε στα πολλά, μετά να πάμε στα ωραία χαρακτηριστικά της ψυχής, μετά να στραφούμε στα ωραία μαθήματα, στις επιστήμες, και μετά προς το Έν. Ο έρως του ενός. Ο φιλοσοφικός έρως. Βλέπετε; Απαλλασσόμενοι από τον κόσμο αυτής της ανακύκλωσης και της φθοράς.
Δεν έχει μέλλον αυτός ο κόσμος. Παρά το ότι, στη γενετική του αφήγηση στον «Τίμαιο», βρίσκει και μια χάρη σε αυτόν τον κόσμο — τον έκανε ο Θεός, που ο Πλάτων αποδέχεται.

Λοιπόν, σας τα λέω αυτά γιατί είναι πολύ σημαντικά να τα αντιδιαστείλουμε με άλλα πράγματα.

Στον ινδουισμό, περιοριστικά, υπάρχει το ίδιο σχήμα ακριβώς. Είναι ο κύκλος της φθοράς και του θανάτου, από τον οποίο, με μερικές μετενσαρκώσεις, πρέπει να μάθεις να βγαίνεις, να φτάσεις στη μόκσα, τη λύτρωση, την έξοδο, και στην ανακάλυψη μέσα στην ψυχή, στο άτομο, του ίχνους του Πραγματικού ή του Ενός.
Επομένως, να αφομοιωθώ, να βγω από την ατομική μου πτυχή — όπως και στον Πλάτωνα: βγαίνεις από την ατομικότητα εντελώς και αφομοιώνεσαι στο όλον — και δεν μένει τίποτα από εσένα, από όλα αυτά τα οποία είναι και θα είναι πάντοτε φθορά. Προσέξτε: είναι και θα είναι πάντοτε φθορά.
Το ίδιο συμβαίνει και με τον βουδισμό, ακόμη πιο άμεσα. Ο βουδιστής δεν ελευθερώνεται περιμένοντας, ούτε αναρωτιέται αν υπάρχει το Ένα. Τον ελευθερώνει η Νιρβάνα, δηλαδή ο φωτισμός εδώ και τώρα ότι το παν αυτό είναι μια αυταπάτη.
Η γενική απόσυρση της θέλησης, η μη επένδυση — με ψυχολογικούς όρους — στον κόσμο· δεν επενδύουν πια στον κόσμο. Και αυτή η κατάσταση λέγεται Νιρβάνα.
Υπερασκητικός και ο Βούδας: απαγορεύονται οι τροφές, το σεξ, τα πάντα — όπως και στους Ινδουιστές, όπως και στον Πλάτωνα, γενικά σε όλη την αρχαιότητα. Παρά το ότι όσοι δεν ξέρουν και δεν έχουν διαβάσει ποτέ τα κείμενα αυτά νομίζουν το αντίθετο.
Η πρώτη στιγμή όπου η σεξουαλικότητα έγινε δεκτή ως μέρος της πνευματικότητας είναι ο χριστιανισμός. Γιατί; Γιατί υπάρχει η σάρκωση. Το καινούριο στοιχείο, το συγκλονιστικό στοιχείο — που θρησκειολογικά δεν θα το βρείτε πουθενά αλλού — είναι η σάρκωση: ο Λόγος, το Έν, το Πραγματικό, μπαίνει μέσα στα ανθρώπινα πράγματα.

Η έννοια του χρόνου, λοιπόν, είναι πράγματι, σε αυτές τις περιπτώσεις, μια εχθρική έννοια. Είναι μια πραγματικότητα την οποία φοβούμαστε, γιατί μας εγκλωβίζει σε μια αδιέξοδη φθορά.

Δεν είναι ότι είναι απλώς φθορά, είναι ότι είναι αδιέξοδη φθορά. Αδιέξοδη φθορά, δηλαδή δεν οδηγεί πουθενά. Δεν οδηγεί — εκτός αν είναι ένας ηρωικός θάνατος, όπως τον φαντάζεται ο Αριστοτέλης, ας πούμε. Λέμε τώρα: είναι ένα αδιέξοδο. Αλλά δεν είναι.
Τι γίνεται τώρα; Με την ενανθρώπηση του Λόγου, ξαφνικά ο χώρος και ο χρόνος αποκτούν σημασία. Και η ύλη αποκτά σημασία.
Διότι πλέον η ύλη προσλαμβάνεται από τον Δημιουργό της, ο οποίος είναι δημιουργός και της ύλης. Δεν είναι μόνο δημιουργός ψυχών, έτσι δεν είναι; Γιατί, για τον πλατωνισμό, για όλη την πλατωνική παράσταση — για χίλια χρόνια μετά τον Πλάτωνα — ο τωρινός χρόνος είναι μια ανορθογραφία.
Κάποτε ήμασταν ψυχές σε έναν υπερουράνιο τόπο· κάπου μπερδευτήκαμε, κάπου λατρέψαμε τον εαυτό μας και πέσαμε στα σώματα για τιμωρία. Είναι η πυθαγόρεια παράδοση παράλληλα. Το σώμα είναι σήμα, είναι πάθος της ψυχής.
Πολλά από αυτά τα πιστεύετε κι εσείς σήμερα, γιατί νομίζετε ότι είναι από τον χριστιανισμό, αλλά είναι άσχετα από τον χριστιανισμό. Τελείως άσχετα.
Ξαφνικά, λοιπόν, η υλικότητα αποκτά σημασία. Γιατί; Διότι προσλαμβάνεται εξολοκλήρου και απολύτως από τον Δημιουργό της, ο οποίος είναι και δημιουργός της — δεν είναι μόνο δημιουργός ψυχών.

Αυτή η τεράστια κατάφαση — η φράση προέρχεται από την πατερική θεολογία — κατάφαση στις φύσεις των όντων. Είναι το πρώτο χαρακτηριστικό της ενανθρώπησης: κατάφαση. Κατάφαση στις φύσεις και στα φυσικά τους.
Μάξιμος.
Αν καταφάσκονται όμως οι φύσεις, καταφάσκεται και ο χρόνος και ο χώρος και όλη αυτή η διαδικασία. Γιατί γίνεται διαδικασία συνάντησης με τον Θεό.
Πάτε στην εκκλησία την Κυριακή, πάτε σε κάθε θεία λειτουργία κάθε μέρα, και τι λέμε; Κοινωνούμε. Τι κοινωνούμε; Σώμα και αίμα.
Δεν λέμε «ἀπέλθετε ἀπ’ ἐμοῦ τὸ σῶμα» και «ἀπέλθετε ἀπ’ ἐμοῦ τὸ αἷμα», όπως θα έλεγε ο πλατωνικός. Δεν κάνουμε μια κίνηση προς τα έξω, προς το άπειρο, έξω από τη δημιουργία.
Το κατά Θωμάν Ευαγγέλιο, το οποίο είναι απόκρυφο και γνωστικό, — ο γνωστικισμός είναι μια παραλλαγή βιβλικού πλατωνισμού — είναι ακριβώς το αντίθετο από τα άλλα Ευαγγέλια.
Εκεί ο Χριστός εμφανίζεται ως κάποιος ο οποίος κατάλαβε τη ματαιότητα του κόσμου και θέλει να φύγει από τον κόσμο. Και τον βοηθάει ο Ιούδας. Γι’ αυτό και με τον Ιούδα έχει «υπέροχες» σχέσεις. Και του λέει: μόνο εσύ κατάλαβες τι θέλω — άντε πρόδωσέ με να πεθάνω, να φύγω. Γιατί ο σκοπός είναι να μας καθοδηγήσει σε μια τεράστια έξοδο.


Σήμερα έχουν τόσο διαστραφεί τα πράγματα στα μυαλά των πολλών. Υπάρχει αντεστραμμένη όλη αυτή η αλήθεια: ότι ο αρχαίος κόσμος είχε αγάπη για την υλική πραγματικότητα και ο χριστιανισμός ήταν, λέει, καταπίεση.
Αυτό προέρχεται από το γεγονός ότι αυτοί που διαμορφώνουν τις γνώμες — οι δημοσιογράφοι — είναι παντελώς αγράμματοι. Όσο ξέρει αυτό το ποτήρι, άλλο τόσο ξέρουν κι αυτοί. Έχω αγανακτήσει, δηλαδή. Αν είναι δυνατόν.
Κάντε τον κόπο να ασχοληθείτε. Λέμε λοιπόν ότι αυτή η καινούρια προοπτική δίνει αξία στον χρόνο και δίνει αξία στην υλικότητα. Για πρώτη φορά στην ιστορία.
Όσοι προσπάθησαν να το κάνουν προηγουμένως, όπως ο Αριστοτέλης, σκόνταψαν πάνω στο γεγονός ότι η υλικότητα φθείρεται και, συνεπώς, και η ψυχή — η οποία υποτίθεται ότι εμψυχώνει αυτό το σώμα — δεν έχει λόγο ύπαρξης μετά τον θάνατο του σώματος. Φθίνει· αυτό λέγεται ψυχισμός.

Στο «Περί ψυχής» μονάχα λέει μήπως υπάρχει ένα κομμάτι της ψυχής που επιβιώνει μετά τον θάνατο, και λοιπά.

Δεν σας κάνω τώρα μάθημα αρχαίας φιλοσοφίας ούτε θρησκειολογίας. Αλλά δεν μπορώ να μην σας τα πω αυτά, γιατί το ερώτημα είναι πάρα πολύ σοβαρό. Γίνεται λοιπόν ο χρόνος εδώ γραμμικός. Παύει να είναι κυκλικός. Είναι καινούργια αυτά που φέρνει ο χριστιανισμός. Δεν είναι απλώς ο κύκλος της ανόητης φθοράς. Υπάρχει προοπτική.
Γιατί υπάρχει προοπτική; Γιατί σε κάθε βήμα, σε κάθε καινούργιο βήμα, μπορώ να συναντηθώ με το απόλυτο — και να συναντηθώ εν σαρκί με το απόλυτο. Εν σαρκί. Όλα στον άνθρωπο, να ξέρετε, από αυτή την προοπτική είναι πνευματικά. Πνευματικό γεγονός είναι και η τροφή. Γι’ αυτό και έχουμε μαγειρική. Βλέπετε — «καλογερική μαγειρική», σου λέει ο άλλος. Αν το δει ο βουδιστής μοναχός, θα πει: «Μα τι κάνουν; Αντί να τα πετάξουν όλα, κάθονται και μαγειρεύουν». Όχι. Ο άνθρωπος είναι ελεύθερος από τη φύση στον χριστιανισμό. Αλλά αυτή τη φύση τη χρησιμοποιεί με όμορφους τρόπους, με σοφία.
Καταλάβατε;
Το ίδιο σημαίνει και για τη σεξουαλικότητα. Στην εκκλησιαστική παράδοση πολλοί είναι έγγαμοι. Πολλοί μαθητές του Χριστού ήταν πριν έγγαμοι. Ο γάμος δεν καταδικάζεται πουθενά. Ίσα-ίσα, τον αγιάζει ο Απόστολος Παύλος σε τεράστιο βαθμό.
Και μάλιστα η μονογαμία εμφανίζεται για πρώτη φορά ως πνευματική αξία. Η μονογαμία είναι ξένη προς τον αρχαίο κόσμο. Και στην αρχαία φιλοσοφική σκέψη υπάρχει παλλακεία, υπάρχει ελευθεριότητα. Στον ανατολικό κόσμο, επίσης, συχνά υποτιμάται ο γάμος ως κατώτερος πνευματικά.
Η μονογαμία σημαίνει ότι υπάρχει μια απόλυτη αξία στον ανθρώπινο έρωτα, η οποία δεν εξαντλείται στη χρήση του άλλου προσώπου. Την παιδοποιητική χρήση, ας πούμε. Ο βασιλιάς — πώς το λένε αυτό στις αρχαίες αραβικές κοινωνίες — έχει 40 παιδιά από 30 γυναίκες. Αυτό τι σημαίνει για τη γυναίκα; Ότι επιτρέπεται να χρησιμοποιείται για έναν τέτοιο σκοπό. Εδώ, στον χριστιανικό κόσμο, αυτό είναι αδιανόητο. Αδιανόητο. Αξιώνεται, λοιπόν, η ίδια η ιστορία.

Να ο χρόνος. Η καινούργια μορφή του χρόνου λέγεται ιστορία. Στην αρχαία φιλοσοφία δεν υπάρχει φιλοσοφία της ιστορίας. Τι φιλοσοφία της ιστορίας να υπάρχει; Να πω πού κατευθύνεται η ιστορία, αφού ο σκοπός είναι να την εγκαταλείψουμε; Καταλαβαίνετε τι λέω. Αν ο σκοπός μου είναι να φύγω από τον κύκλο της φθοράς — η σαμσάρα, η μόκσα στον ινδουισμό, η νιρβάνα — το ίδιο πράγμα παραλλαγμένο.
Η νιρβάνα είναι ο φωτισμός που λαμβάνεις όταν καταλάβεις ότι το παν είναι ανύπαρκτο. Δεν υπάρχει τίποτα. Διότι αποτελούμαστε όλοι από σκάνδα (skandhas), δηλαδή στιγμές. Δεν υπάρχει ατομικότητα. Δεν υπάρχει ατομικότητα. Σε βιβλίο μου έχω αναλύσει τις αντιφάσεις που έχουν αυτές οι θρησκείες, αλλά δεν έχει νόημα εδώ να σας φέρω τα βιβλία μου.
Λέω, όμως, ότι — μιλώντας με αναγκαία περιληπτικότητα — εδώ ο χρόνος γίνεται θετικό γεγονός. Γίνεται η ιστορία ενός πραγματικού υποκειμένου, του οποίου ο εαυτός εμφανίζεται για πρώτη φορά.

Γιατί στον πλατωνισμό δεν υπάρχει εαυτός. Στον βουδισμό απαγορεύεται ο εαυτός. Στον ινδουισμό απαγορεύεται ο εαυτός. Πρέπει να τελειώσει. Είναι ένα όνειρο. Είναι μια μάγια, μια ψευδαίσθηση. Ο εαυτός εμφανίζεται ως ένα ον το οποίο, στην υλικότητά του, έχει παρελθόν, παρόν και μέλλον. Έτσι δεν λέμε; «Προσδοκώ ανάσταση νεκρών». Αν το πείτε αυτό και το διαβάσει ένας πλατωνικός φιλόσοφος — ο Κέλσος το διάβασε — έγραψε ότι οι χριστιανοί είναι «φιλοσώματοι». Είστε φιλοσώματοι, έλεγε. Είστε υλιστές.
Οι χριστιανοί κατηγορήθηκαν ως υλιστές. Υλιστές. Η κατηγορία στην αρχαιότητα κατά των χριστιανών είναι ότι πρόκειται για υλισμό. «Είστε χονδροειδείς υλιστές», τους έλεγαν. Και πράγματι, ο χριστιανισμός είναι ένας ιερός υλισμός.
Πώς φτάσαμε σήμερα να θεωρείται το αντίθετο, ούτε μπορώ να καταλάβω — ούτε μπορώ τόσα χρόνια που ασχολούμαι να καταλάβω πώς κομμάτι-κομμάτι έγινε αυτό.

Δεν μπορώ να το καταλάβω. Ενώ σε κάθε τι φωνάζει, με κάθε τρόπο, σε όλα τα κείμενα, ότι η δημιουργία είναι πραγματική, ότι το σώμα είναι η απόλυτη πραγματικότητα του ανθρώπου. Απόλυτη πραγματικότητα.

Σωματοψυχή — απόλυτη πραγματικότητα. Ότι η ψυχή ακόμη είναι υλική και όχι άυλη. Στον Πλάτωνα η ψυχή είναι άυλη. Είναι κομμάτι του Θεού. Εδώ είναι υλική. Είναι λεπτοτάτη ύλη, λεπτό σώμα, πνεύμα. Δεν έχουμε τίποτα άυλο πάνω μας. Και αυτό το εντελώς υλικό που είμαστε το προσλαμβάνει ο Θεός και του δίνει την αφθαρσία για την οποία μιλάει ο Κόντογλου. Αλλά είναι ένα γεγονός αυτό εξαίρετο, αναπάντεχο, καινούργιο.

Έρχομαι, λοιπόν, και λέω ότι ο χρόνος εδώ παύει να είναι απλώς ένας εχθρός. Γίνεται ιστορία. Ιστορία σημαίνει ότι είναι γραμμικός. Ότι υπάρχουν αναπάντεχα βήματα, ανακαλύψεις καινούργιες σε κάθε στιγμή. Κάθε στιγμή είναι πιθανότητα νέας συνάντησης με το απόλυτο. Ψυχοσωματικής συνάντησης. Γιατί, όπως το έχω πει και ξαναπεί πολλές φορές — και το έχω γράψει εδώ και 25 χρόνια — ο Γρηγόριος Παλαμάς λέει κάτι συγκλονιστικό: Το σώμα έχει «ενσημειωμένες πνευματικές διαθέσεις». Η πιο τολμηρή κουβέντα που ειπώθηκε ποτέ για το σώμα.
Δηλαδή δεν πίνει απλώς τσάι, αλλά κοινωνεί με εσάς όλους. Το σώμα δεν κάνει απλώς σεξ, αλλά εισέρχεται στο μυστήριο του άλλου προσώπου. Και γίνεται αυτό. Και έχει νόημα να γίνεται. Και μπορεί να γίνεται. Δεν είναι εκτόνωση πλέον, όπως είναι στην αρχαία σκέψη η σεξουαλικότητα. Ούτε κάτι που οπωσδήποτε θα εγκαταλείψεις, όπως λέει στον «Φαίδρο» ο Πλάτων. Και του λέει: «Κοίταξε, ωραία περνάς, αλλά άστα τώρα αυτά — τελείωσαν».

Όλη η αρχαία φιλοσοφία έχει, όπως σας είπα, μεγάλο πρόβλημα με τον έρωτα. Τον ανέχεται κοινωνικά, γιατί δεν γίνεται αλλιώς. Αλλά οι φιλόσοφοι έχουν μεγάλο πρόβλημα. Γιατί; Γιατί τους προσδένει — το ξαναλέω — στη φθορά. Τους στερεί την ανεξαρτησία του νου, υποδουλώνοντάς τους στην άμεση εμπλοκή των σωμάτων και των πραγμάτων. Ενώ στη χριστιανική προοπτική αυτά δεν τα εγκαταλείπει κανείς. Αν δεν τα εγκαταλείπει ο άνθρωπος, δεν τα εγκαταλείπει ούτε ο Θεός. Αλλά υπάρχει προοπτική αγιασμού τους, γιατί συναντάς τον Θεό ταυτόχρονα μέσα στην υλικότητα, αν το θέλεις.

Γυρίζω, λοιπόν, και λέω αυτό: ότι ο χρόνος εδώ γίνεται ιστορία. Και ιστορία σημαίνει τα εξής. Πριν έρθω εδώ, για δύο–πέντε λεπτά πριν έρθω, σημείωσα δύο πραγματάκια για να μη σας πελαγώσω.
Ιστορικότητα σημαίνει, πρώτον, έλευση στον εαυτό. Έρχομαι στον εαυτό. Έτσι δεν είναι; Να έχω μια ιστορία — έτσι δεν είναι; Σημαίνει ότι έρχομαι σε έναν εαυτό, τώρα, σήμερα. Ναι ή όχι; Πώς ερχόμαστε στον εαυτό; Επειδή έχουμε μια ιστορία. Υπάρχει κανένας που να μην έχει ιστορία και να έχει εαυτό; Όχι.
Δεύτερον, είναι η αναγνώριση του εαυτού. Δηλαδή, αναγνωρίζω τον εαυτό εντός εαυτού ως ίδιον, μέσα σε μια σειρά από περιστατικά και γεγονότα, τα οποία είναι πολύ διαφορετικά μεταξύ τους, και τα οποία εγώ τα ενοποιώ.
Και ενοποιώντας τα, κατασκευάζω μια συνέχεια. Μια συνέχεια κριτηρίων, με την οποία διαβάζω τη ζωή μου. Ότι είναι η δική μου ζωή.
«Α, εγώ είμαι». Τι συνέβη πριν από δέκα χρόνια; Τι συνέβη πριν από είκοσι χρόνια; Πριν από τριάντα χρόνια; Όλα αυτά τα ερμηνεύω. Είναι ερμηνεία η ιστορία. Με κριτήρια τα οποία έχω υιοθετήσει σιγά-σιγά μέσα στη δική μου ιστορία, αλλά και μέσα από παράλληλες ιστορίες.
Και με τον τρόπο αυτό αναγνωρίζω έναν εαυτό ο οποίος έχει νόημα. Δεν έχει νόημα αυτός για σένα; Δεν λες καμιά φορά: «κοίταξε πού έφτασα»; Ιδίως εμείς που μεγαλώνουμε, λέμε: «έχω μια ιστορία που με έφτασε ως εδώ σήμερα και κατάλαβα τα εξής». Και μεταδίδουμε και αυτή τη γνώση. Έλευση στον εαυτό, λοιπόν. Βλέπετε ότι είναι θετικό γεγονός η ιστορία.
Δεν είναι, όπως θα λέγαμε στην πλατωνική σκέψη ή στον βουδισμό: «Θεέ μου, γιατί να είμαι μέσα σε αυτήν; Απάτη, απάτη, απάτη — δεκαετίες νόμιζα ότι όλα έχουν αξία, και τελικά τίποτα δεν έχει αξία».
Όχι. Όλα τα γεγονότα έχουν αξία. Γιατί είναι όλα γεγονότα συνάντησης με την αλήθεια. Ελλιπούς συνάντησης, μερικής συνάντησης — αλλά πραγματικής συνάντησης.
Και όταν αποτύγχανα και όταν πετύχαινα κάτι: μια συνάντηση με την αλήθεια. Την αλήθεια των πραγμάτων, την αλήθεια του Θεού και τη δική μου αλήθεια. Αυτό λέω. Έλευση στον εαυτό. Αναγνώριση του εαυτού. Και τρίτον: απόβλεψη. Αποβλέπω σε κάτι. Έχω ένα επόμενο βήμα. Δεν τελειώνει η ζωή μου. Τελειώνει; Κανένας στη ζωή δεν τελειώνει. Πάντα έχουμε ένα επόμενο βήμα. Ακόμα κι αν πούμε ότι έρχεται ο θάνατος — και έρχεται — και σήμερα πάλι έχω μια απόβλεψη. Πιστεύω και ελπίζω.
Μια φορά, στους φοιτητές μου, έκανα το εξής — κάνω συχνά τέτοια, έχουν και πλάκα. Είχα καμιά 150–180 άτομα σε ένα αμφιθέατρο και τους λέω:

«Θέλω να σηκώσετε το χέρι όσοι πιστεύετε ότι με τον θάνατο τελειώνουν όλα και δεν υπάρχει τίποτα μετά». Δεν σήκωσε κανείς το χέρι. Μετά αλλάζω την ερώτηση και λέω: «Θέλω να μου πείτε πόσοι πιστεύετε ότι υπάρχει κάτι μετά τον θάνατο». Σηκώθηκαν όλα τα χέρια. Αυτό εγώ το περίμενα. Γιατί, ξέρετε, στην ανθρωπολογία δεν έχουμε ούτε έναν ανθρώπινο πολιτισμό — ούτε έναν — που να θεωρεί ότι δεν υπάρχει μεταθανάτια ζωή. Δεν υπάρχει.
Είτε πάτε στα βάθη της Αυστραλίας, είτε της Ασίας, είτε της Αφρικής, και μελετήσετε όσες «πρωτόγονες» θρησκείες θέλετε — και είναι πάρα πολλές — δεν θα βρείτε ούτε μία που να λέει ότι με τον θάνατο τελειώνουν όλα. Ούτε μία. Αυτό μου είχε κάνει εντύπωση από τότε που ήμουν άθεος ακόμη και δεν είχα καμία σχέση με την Εκκλησία. Και έλεγα: «Πώς γίνεται αυτό;» Κοίταζα και μέσα μου. Όταν ασχολήθηκα με τη θεολογία, το κατάλαβα γιατί. Γιατί δεν έχουμε φέρει εμείς τον εαυτό μας από το μηδέν στην ύπαρξη. Δεν ξέρουμε τον δρόμο προς τα πίσω.
Αν είχες περπατήσει αυτόν τον δρόμο μόνος σου, θα ήξερες πώς είναι. Δεν τον ξέρεις όμως, γιατί είσαι δοσμένος στον εαυτό σου και είσαι ένα γεγονός της ζωής αυτής εξ αρχής.
Μπορείς τη ζωή σου να την καταστρέψεις, αλλά όχι να την αναιρέσεις. Μπορείς να τη διαλύσεις, λόγω των παθών και λόγω της ελευθερίας σου.
Κοίταζα κάτι παιδιά σήμερα σε μια άλλη πόλη και μου έλεγαν: «ελευθερία». Λέω: είμαι παθιασμένος με την ελευθερία. Αλλά η ελευθερία πρέπει να συνοδεύεται από σοφία. Η ελευθερία σου δόθηκε για να βρεις τη σοφία. Αν δεν βρεις τη σοφία, θα τρως κάθε μέρα λιπαρά και τούρτες — «ελευθερία» — και θα πεθάνεις στα 35 σου από δέκα αρρώστιες μαζί.
Αυτό δεν είναι ελευθερία. Το ίδιο συμβαίνει και με όλα τα πράγματα: στις σχέσεις, στον έρωτα, παντού. Όλα μπλέκονται. Η ελευθερία, λοιπόν, συνοδεύεται από σοφία. Και έχουμε την ελευθερία για να βρούμε τη σοφία.
Δεν είναι έτσι. Ναι μεν ο άνθρωπος είναι ελεύθερος από τη φύση — στον χριστιανισμό. Προσέξτε: μόνο στον χριστιανισμό είναι ελεύθερος από τη φύση. Γιατί; Λόγω της εικόνας του Θεού. Και ο Θεός είναι ελεύθερος από τη φύση Του, και γενικά από κάθε αναγκαιότητα.
Άρα, εγώ μπορώ να κάνω άσκηση, μπορώ να αποκτήσω πνευματική δύναμη, μπορώ να περπατήσω πάνω στο νερό, να αναστηθώ από τους νεκρούς ή να αναστήσω άλλους από τους νεκρούς. Μπορώ να κάνω αυτά. Αλλά αυτή η ελευθερία πρέπει να χρησιμοποιηθεί με τον τρόπο της σοφίας του Θεού.
Το «manual», που λέω καμιά φορά. Αυτός που φτιάχνει μια κατασκευή εκδίδει κι ένα εγχειρίδιο χρήσης και σου λέει πώς λειτουργεί. Ο έμπορος, όπως γίνεται σήμερα, μπορεί να σου πει ότι το αυτοκίνητο που παίρνεις πηδάει γκρεμούς, μπαίνει στη θάλασσα, κάνει τα πάντα, για να σου το πουλήσει. Ο κατασκευαστής όμως θα σου πει: αν το τρέξεις έτσι, αν το πιέσεις υπερβολικά, θα το καταστρέψεις. Και θα σου δώσει και απαγορεύσεις — όχι για να σε περιορίσει, αλλά για να διατηρηθεί το πράγμα στην αυθεντική του λειτουργία.
Έτσι είναι και ο οργανισμός μας, η ύπαρξή μας, η ψυχή μας, το σώμα μας, η σεξουαλικότητά μας, η τροφή μας — τα πάντα. Είναι φτιαγμένα με βάση έναν κανόνα που προάγει τη φύση, δεν την αναιρεί.
Αν, για παράδειγμα, μοιράζαμε ναρκωτικά σε όλο τον κόσμο για «άμεσες εμπειρίες», για να «την βρίσκουν» και να δραπετεύουν, μετά από λίγο θα κατέληγαν όπως τα παιδιά που βλέπουμε έξω από τα νοσοκομεία — κατεστραμμένα ψυχικά και σωματικά. Ο χρόνος, λοιπόν, γίνεται ιστορία, που σημαίνει έλευση στον εαυτό, αναγνώριση του εαυτού και απόβλεψη.
Το δεύτερο μεγάλο στοιχείο είναι η επέκταση. Ο άνθρωπος επεκτείνεται μέσα στην ιστορία και γνωρίζει πράγματα που ξεπερνούν τα όρια της φύσης, χωρίς όμως να την αναιρεί. Κάνει πράγματα, όπως οι άγιοι που γνωρίσαμε και μαρτυρούνται: με ένα άγγιγμα θεραπεύουν ασθένειες, γνωρίζουν γεγονότα του παρελθόντος ή του μέλλοντος σαν να είναι παρόντα. Αυτό σημαίνει ότι η ενανθρώπηση έφερε νέες δυνατότητες στην ανθρώπινη φύση. Δεν την αναιρεί — την επεκτείνει.
Η λέξη είναι του Γρηγορίου Νύσσης: επέκταση. Και, όπως θα έλεγε ο Μάξιμος, αυτό γίνεται με μια «διαλογική αμοιβαιότητα». Δηλαδή, ο άνθρωπος αποκτά εαυτό και, ταυτόχρονα, βρίσκει τους άλλους. Διαλέγεται με τους προαπελθόντες μέσα από τα έργα τους, με τους παρόντες μέσα από τη ζωντανή παρουσία τους και με τους μελλοντικούς, που περιμένουν κι αυτοί κάτι από εμάς.
Μέσα σε αυτή την αμοιβαιότητα — μεταξύ ανθρώπων και Θεού — ο χρόνος παύει να είναι βάσανο. Γίνεται χρόνος αποκάλυψης, χρόνος γνωριμίας, χρόνος νέων εμπειριών και πληρότητας. Δεν είναι πια απλώς χρόνος — είναι ιστορία.
Επέκταση σημαίνει ότι προσλαμβάνω καινούργια πράγματα, καινούργιους ανθρώπους, καινούργιες ιδέες. Ωστόσο, η λέξη «εμπειρία» χρειάζεται προσοχή. Οι εμπειρίες, αν δεν υπάρχει κρίση, μπορούν να καταστρέψουν τον άνθρωπο.
Το διαδίκτυο, για παράδειγμα, προκαλεί μεγάλη σύγχυση. Συσσωρεύει πληροφορίες χωρίς συνοχή. Ο ανθρώπινος εγκέφαλος είναι φτιαγμένος να ερμηνεύει και να συνδέει. Αν όμως τον κατακλύσουμε με άσχετες πληροφορίες, χωρίς νόημα και δομή, τότε αποδιοργανώνεται.
Το βλέπουμε αυτό σε πλατφόρμες όπως το YouTube. Εναλλάσσονται εικόνες: σεξουαλικότητα, βία, ψευδοπνευματικότητα, μουσική — όλα μαζί. Δεν είναι τυχαίο. Είναι σχεδιασμένο. Μπαίνεις για λίγα λεπτά και μένεις ώρες. Και όσο μένεις, τόσο περισσότερο σε «μαθαίνει» το σύστημα και σε κρατά.
Στο τέλος, αυτή η πορεία οδηγεί στην αποπροσωποποίηση. Ο άνθρωπος παύει να βιώνει τον έρωτα ως σχέση και τον ζει ως κατανάλωση. Τα πρόσωπα γίνονται εναλλάξιμα. Χάνεται η μοναδικότητα.
Και αυτό ονομάζεται σήμερα «ελευθερία». Ενώ στην πραγματικότητα πρόκειται για έναν λεπτό, αόρατο καταναγκασμό — αυτό που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε «βελούδινο ολοκληρωτισμό».
Οι παλιοί ολοκληρωτισμοί απέτυχαν.
Γιατί οι παλιοί ολοκληρωτισμοί είχαν απαγορεύσεις. Αυτός εδώ ο ολοκληρωτισμός θα πετύχει, γιατί προσφέρει μόνο παροχές. Και σου λέει: «ελευθερία — μπορείς να τα έχεις όλα».
Μα ακριβώς αυτό είναι το μεγάλο πρόβλημα. Ότι έχοντας τα όλα, μπορώ να πάψω να έχω αυτό που λέμε αυθεντικό εαυτό. Μπορώ να πάψω να υπάρχω. Μπορώ να χαθώ μέσα σε έναν όγκο εμπειριών.
Ξεκίνησα λέγοντας ότι φοβάμαι τη λέξη «εμπειρία». Γιατί, αν απλώς προσθέτω εμπειρίες, γίνομαι κάθε μέρα όλο και πιο τραυματισμένος. Αυτό δεν συμβαίνει σήμερα; Οι άνθρωποι είναι τραυματισμένοι, γιατί έχουν εμπειρίες.
Αν όμως αυτές οι εμπειρίες περνούσαν μέσα σε μια προσωπική ιστορία, με κριτήρια και με αύξηση της αυτογνωσίας — του εαυτού και της πραγματικότητας — τότε το δυναμικό της ψυχής θα άνοιγε πραγματικά. Ο άνθρωπος θα εμπνεόταν από τις σχέσεις και θα έβαζε αυτή την έμπνευση μέσα στις σχέσεις. Τότε τα πράγματα θα ήταν πολύ διαφορετικά.
Λέω, λοιπόν, ότι η διαλογική αμοιβαιότητα είναι κεντρική. Και το μέγιστο γεγονός της διαλογικής αμοιβαιότητας, για εμάς, είναι το γεγονός του Χριστού.

Τι είναι ο Χριστός; Είναι όλη η πρόθεση του ανθρώπου για πληρότητα, αλήθεια, αθανασία και αιωνιότητα — και ταυτόχρονα όλη η πρόθεση του Θεού να του τα δώσει αυτά.
Ο Χριστός δεν υπάρχει για τον εαυτό Του. Δεν έχει ανάγκη να «είναι» για τον εαυτό Του. Είναι καθαρή κένωση, άδειασμα. Είναι μια ύπαρξη που δεν κρατά τίποτα για τον εαυτό της, γιατί δεν το χρειάζεται.
Εμείς, αντίθετα, Τον χρειαζόμαστε απόλυτα. Εκείνος μας δίνει την πραγματικότητα της θείας ζωής Του. Εμείς, στην καλύτερη περίπτωση, Του δίνουμε λίγο φιλότιμο — προσπαθούμε να γίνουμε λίγο καλύτεροι, να μη βλάπτουμε τους άλλους.
Αλλά η προσφορά του Χριστού στον άνθρωπο είναι τεράστια. Δεν του προσφέρει απλώς μια γνώση ή μια «συνταγή ευτυχίας». Του προσφέρει τον ίδιο τον τρόπο της θείας ύπαρξης.
Και του λέει: αυτή είναι η σοφία — αν τη ζήσεις, θα γίνεις πραγματικά ζωντανός.

Μου πήρε πολλά χρόνια να καταλάβω — γιατί είμαι άνθρωπος που δουλεύει πολύ με το μυαλό — ότι η πιο συγκλονιστική διατύπωση για την αγάπη είναι η φράση του Χριστού: «ἀγαπᾶτε τοὺς ἐχθροὺς ὑμῶν».

Γιατί; Γιατί όλοι, αργά ή γρήγορα, θα γίνουν «εχθροί» μας. Το πιο αγαπημένο σου πρόσωπο σήμερα, που σε κοιτά με θαυμασμό, αύριο μπορεί να σε πληγώσει βαθιά. Ο προϊστάμενος που σε εκτιμά, αύριο μπορεί να σε απορρίψει. Ο φίλος που σε στηρίζει, αύριο μπορεί να σε αγνοήσει.

Δηλαδή, όλοι οι άνθρωποι, σε κάποια στιγμή, γίνονται ναρκισσιστικά «εχθροί» μας.

Σαν να λέει ο Χριστός: στην πραγματικότητα δεν αγαπάτε κανέναν — αγαπάτε μόνο όσους σας ευχαριστούν. Αν θέλετε να μάθετε να αγαπάτε αληθινά, πρέπει να αγαπάτε όπως αγαπώ εγώ — ακόμη κι εκείνους που σας πληγώνουν.
Και Αυτός αγαπά ακόμη κι εκείνους που Τον χρησιμοποιούν, που θέλουν να Τον κάνουν ό,τι θέλουν. Τον ήθελαν θαυματοποιό, πολιτικό ηγέτη, επαναστάτη, τιμωρό — τα πάντα.
Και δεν άντεχαν να συγχωρεί τις πόρνες, τους τελώνες, τις μοιχαλίδες. Αυτό ήταν αδιανόητο. Γιατί δεν είναι ηθικολογία — είναι κάτι εντελώς άλλο.

Είναι μια καινούργια πραγματικότητα, που δεν χωρά στις συνηθισμένες κατηγορίες.

Έλεγα σήμερα σε κάποιον: αν ερχόταν εδώ μια γνωστή πόρνη και μου έδειχνε τέτοια αγάπη — να πέσει στα πόδια μου, να τα πλύνει, να τα σκουπίσει με τα μαλλιά της — τι θα έκανα εγώ;
Θα της έλεγα: «πού τα βρήκες αυτά τα χρήματα; ποια είσαι εσύ; ξέρεις ποιος είμαι εγώ;» Θα την έδιωχνα.
Τι κάνει ο Χριστός;
Λέει: «ἀφέωνταί σοι αἱ ἁμαρτίαι, ὅτι ἠγάπησας πολύ».
Τον σταυρώνεις ή δεν τον σταυρώνεις μετά;

Συνεχίζεται

ΜΙΑ ΓΡΗΓΟΡΗ ΕΙΣΑΓΩΓΗ, ΜΕ ΤΗΝ ΠΡΟΘΕΣΗ ΤΗΣ ΚΑΤΗΧΗΣΗΣ, ΣΤΟΝ ΧΕΓΚΕΛ.


Το οντολογικό πρόβλημα στην πατερική παράδοση

Γεωργίου Δ. Μαρτζέλου


5. Ὀντολογία τοῦ ἀνθρώπου

α. Ὀντολογικὴ σύσταση τοῦ ἀνθρώπου

Ἀνατρέχοντας κανεὶς στὴν πατερικὴ παράδοση, διαπιστώνει ἐκ πρώτης ὄψεως ὅτι ὑπάρχουν δύο τάσεις σχετικὰ μὲ τὴν ὀντολογικὴ σύσταση τοῦ ἀνθρώπου: τὴν πρώτη ἐκπροσωπεῖ ἡ συντριπτικὴ πλειοψηφία τῶν Πατέρων, οἱ ὁποῖοι δέχονται τὸ δισύνθετο τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ ὑλικὸ σῶμα καὶ νοερὴ ψυχή1, ἐνῶ τὴ δεύτερη ἐκπροσωπεῖ μία ἰσχνὴ μειοψηφία ποὺ δέχεται τὸ τρισύνθετο τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ σῶμα, ψυχὴ καὶ πνεῦμα2. Στὴν οὐσία ὅμως πρέπει νὰ ἔχουμε ὑπ’ ὄψιν μας ὅτι δὲν ὑπάρχει μεταξύ τους καμμία διαφορά, γιατὶ τὸ πνεῦμα, γιὰ τὸ ὁποῖο κάνουν λόγο ὅσοι δέχονται τὸ τρισύνθετο τοῦ ἀνθρώπου, δὲν ἀποτελεῖ ξεχωριστὸ στοιχεῖο, ἀλλὰ τὴ νοερὴ δύναμη τῆς ψυχῆς, μὲ τὴν ὁποία εἶναι προικισμένος ὁ ἄνθρωπος ἤδη ἀπ’ ἀρχῆς τῆς δημιουργίας του. Γι’ αὐτὸ ἀκριβῶς καὶ ὁ Γρηγόριος Νύσσης, ποὺ δέχεται σαφῶς τὸ δισύνθετο τοῦ ἀνθρώπου, δὲν διστάζει στηριζόμενος στὸν ἀπόστολο Παῦλο3 νὰ κάνει λόγο γιὰ τριμερῆ σύσταση τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ σῶμα, ψυχὴ καὶ πνεῦμα, ὑπογραμμίζοντας ὅμως ταυτόχρονα ὅτι ἡ διάκριση σὲ ψυχὴ καὶ πνεῦμα δὲν σημαίνει τὴ διαίρεση τῆς ψυχῆς σὲ δύο συστατικὰ στοιχεῖα, γιατὶ ἡ ψυχὴ εἶναι μία ὡς πρὸς τὴ φύση της, κοσμημένη τόσο μὲ τὴν αἰσθητικὴ ὅσο καὶ μὲ τὴ νοερὴ ζωτικὴ ἱκανότητα4. Ἀπὸ τὴν ἄποψη αὐτὴ λοιπὸν ὑπάρχει ὁμοφωνία στὴν ὀρθόδοξη παράδοση σχετικὰ μὲ τὴν ὀντολογικὴ σύσταση τοῦ ἀνθρώπου.

Μια διάλεξη που δόθηκε στην Αθήνα το 1972
 
Το τρίτο σημείο που θα ήθελα να συζητήσω αφορά «το θέμα του Είναι», το θέμα της Οντολογίας. Ή θάπρεπε να πούμε αντιθέτως με τον Χάιντεγκερ: το ξεχασμένο θέμα της οντολογίας ή το θέμα που λησμόνησε η οντολογία. Όπως και να έχουν τα πράγματα, το γεγονός πως σε κάθε σχέση με τον κόσμο βρίσκεται στο θεμέλιό της μια κατανόηση του Είναι, πρέπει να είναι πέραν κάθε συζητήσεως – και ότι αυτή η κατανόηση του Είναι υψώθηκε μέσω της φιλοσοφίας σε μια σαφέστατη συνειδητοποίηση, πρέπει και αυτό να είναι πλέον ένας εναρμονισμένος τρόπος για να βλέπουμε τα πράγματα. Έτσι στην επιστήμη της μοντέρνας εποχής μας, η οποία χαρακτηρίζει σχεδόν ολοκληρωτικώς την σχέση μας με τον κόσμο, αντιστοιχεί μια έννοια του «Είναι» δια της οποίας όλο το υπαρκτό, αυτό που είναι, υπόκειται σ’ ένα πρόγραμμα υπολογισμού – με την σημασία της μοντέρνας επιστήμης της φύσεως – υπολογισμό, μέσω της απομονώσεως και της μετρήσεως των καθοριστικών παραγόντων των φυσικών φαινομένων, ο οποίος υπολογισμός υπήρξε η οδός διά της οποίας ο Γαλιλαίος είχε αναπτύξει την κλασσική μηχανική. Και η παραίτηση από κάθε γνώση «ουσιών» απεδείχθη μια νέα οδός γνώσεως του κόσμου ο οποίος υποσχόταν καινούργια και ακριβέστατα αποτελέσματα!
Τα φαινόμενα είχαν σωθεί από έναν δρόμο εντελώς διαφορετικό, σε σύγκριση με τον τρόπο με τον οποίο απαιτούσε ο Πλάτων, όταν ακολουθώντας την επιστήμη του καιρού του, προϋπέθετε με αξιωματικό τρόπο πως η κυκλική κίνηση ήταν η κίνηση των ουρανίων σωμάτων. Τα φαινόμενα αποδείχθηκαν ελέγξιμα μέσω της «κατασκευής» τους, βάσει νέων συνθηκών που ετίθεντο πλέον μόνον στην βάση της δικής μας θελήσεως.


ΑΠΟ ΤΟ ΜΕΤΡΟΝ ΑΡΙΣΤΟΝ ΣΤΟ ΜΕΤΡΗΜΑ ΑΡΙΣΤΟΝ. Η ΠΡΟΟΔΟΣ.

Δεν υπάρχουν σχόλια: