Συνέχεια από Σάββατο 10. Ιανουαρίου 2026
SCHELLING: ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΟΥΣΙΑΣ ΤΗΣ ΑΝΘΡΩΠΙΝΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ (1809) 19Του Martin Heidegger
ΠΡΩΤΟ ΜΕΡΟΣ
ΓΙΑ ΤΗ ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΑ ΕΝΟΣ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ.
Η ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΤΗΣ ΜΕΛΕΤΗΣ ΤΟΥ ΣΕΛΛΙΝΓΚ
(Τόμος I, Τμήμα VII, σελ. 336–357)
ΔΕΥΤΕΡΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ
Το ζήτημα του πανθεϊσμού ως ερώτημα περί της αρχής της συγκρότησης του συστήματος.
Κύριο μέρος της Εισαγωγής (338–357)
Το ζήτημα του πανθεϊσμού ως ερώτημα περί της αρχής της συγκρότησης του συστήματος.
Κύριο μέρος της Εισαγωγής (338–357)
§ 8. Κατεύθυνση και αξίωση της ερμηνείας.
Το αλληλοπαίγνιο της θεολογικής και της οντολογικής προβληματικής
και το πιο πρωταρχικό ερώτημα περί της ουσίας και της αλήθειας του Είναι (Seyn)
Είδαμε στα προηγούμενα:
Η φαινομενική ασυμβατότητα ελευθερίας και συστήματος δεν μπορεί να αποσαφηνιστεί μέσω ιστορικών αναδρομών· πρέπει να κριθεί από το ίδιο το πράγμα.
Αυτή η αντίθεση μεταξύ ελευθερίας ως αρχής που δεν έχει ανάγκη θεμελίωσης και συστήματος ως κλειστής συνάφειας θεμελίωσης είναι, ορθά κατανοημένη, η εσώτατη ώθηση και ο νόμος κίνησης της ίδιας της φιλοσοφίας. Όχι μόνο αντικείμενο, αλλά και κατάσταση της φιλοσοφίας.
Η απόφαση σχετικά με αυτή την αντίθεση δεν επιτρέπεται ούτε να καταφύγει στο ανορθολογικό ούτε να σκληρύνει σε έναν απεριόριστο ορθολογισμό.
Το ίδιο το πράγμα πρέπει να υπαγορεύει τον τρόπο της πραγματείας του. Το πράγμα! Γι’ αυτό απαιτείται μια οξύτερη υπόδειξη, μια νέα διατύπωση της αντίθεσης.
Σημαντικό παραμένει να προσεχθεί: η μέχρι τώρα διατύπωση του ερωτήματος: >>> Σύστημα και ελευθερία <<« διατυπώνεται τώρα ως: »Αναγκαιότητα και ελευθερία<<. Αυτή προβάλλεται ως η πρωταρχικότερη και ανώτερη διατύπωση του ερωτήματος περί ελευθερίας.
Στον πρόλογο του Schelling στην πραγματεία περί ελευθερίας επισημαίνεται η ανεπάρκεια της, από τον Descartes και εξής, παραδεδομένης αντιθετικής διατύπωσης >> Φύση και πνεύμα << (res extensa, res cogitans· μηχανισμός, Ich denke), η οποία δεν ξεπεράστηκε ούτε από τον Kant.
Ο Schelling υποδεικνύει την ταυτότητα φύσης και πνεύματος. Η ελευθερία δεν μπορεί συνεπώς πλέον να κατανοείται ως ανεξαρτησία από τη φύση, αλλά πρέπει να νοηθεί ως ανεξαρτησία έναντι του Θεού. Η αντίθεση >> Αναγκαιότητα και ελευθερία << είναι μια ανώτερη αντίθεση, μέσω της οποίας το ερώτημα περί του συστήματος της ελευθερίας αποκτά νέο έδαφος και διαμορφώνεται μια νέα προβληματική, που πρέπει να προσδιοριστεί ακριβέστερα.[ΜΟΝΟ Ο ΠΗΛΟΣ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ ΤΟΥ. ΣΥΝΕΠΩΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΘΕΟ, ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΝΟΗ ΖΩΗΣ. ΓΙΑ ΝΑ ΕΞΑΣΦΑΛΙΣΕΙ ΤΗΝ ΔΥΝΑΜΗ ΚΑΙ ΝΑ ΙΚΑΝΟΠΟΙΗΣΕΙ ΤΗΝ ΒΟΥΛΗΣΗ ΓΙΑ ΔΥΝΑΜΗ.ΟΠΩΣ ΤΟ ΠΑΡΗΓΓΕΙΛΕ Ο ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΣ:AΣ ΕΞΟΥΣΙΑΖΕΙ ΣΤΗΣ ΘΑΛΑΣΣΑΣ ΤΑ ΨΑΡΙΑ,ΣΤΟΥ ΟΥΡΑΝΟΥ ΤΑ ΠΤΗΝΑ ΣΤΑ ΖΩΑ ΚΑΙ ΓΕΝΙΚΑ Σ'ΟΛΗ ΤΗ ΓΗ ΚΑΙ ΣΤΑ ΕΡΠΕΤΑ ΠΟΥ ΣΕΡΝΟΝΤΑΙ ΠΑΝΩ Σ ΆΥΤΗ. ΣΤΑ ΕΡΠΕΤΑ ΑΠΕΤΥΧΕ ΚΑΙ ΚΑΤΕΣΤΗΣΕ Ο ΑΝΥΠΑΡΚΤΟΣ ΤΗ ΓΗ, ΤΟ URGRUND, AΙΤΙΩΔΗ ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑΣ, ΑΠΟΦΕΥΓΟΝΤΑΣ ΤΑ ΠΛΑΣΜΑΤΑ ΤΟΥ ΟΥΡΑΝΟΥ ΠΟΥ ΤΟΥ ΘΥΜΙΖΑΝ ΤΟΝ ΟΥΡΑΝΙΟ ΔΗΜΙΟΥΡΓΟ ΤΟΥ. ΚΑΙ ΤΗΝ ΟΥΣΙΑ ΤΟΥ ΣΑΝ ΑΝΩ ΘΡΩΣΚΟΝΤΑ]
Η κυρίως εισαγωγή αρχίζει:
«Πιο συγκεκριμένα εκφράστηκε η ίδια άποψη στην πρόταση: το μόνο δυνατό σύστημα του Λόγου είναι ο Πανθεϊσμός, αυτός όμως είναι αναπόφευκτα Φαταλισμός.» << (338)
Η δυσκολία σχετικά με τη δυνατότητα του συστήματος της ελευθερίας τίθεται τώρα σε καθορισμένη μορφή. Η προκείμενη κατευθυντήρια θέση περιέχει δύο προτάσεις:
Το σύστημα είναι καθεαυτό, ως σύστημα, Πανθεϊσμός.
Ο Πανθεϊσμός είναι Φαταλισμός, άρνηση της ελευθερίας.
Σε σαφέστερη διατύπωση, οι δύο προτάσεις μπορούν να αποδοθούν και ως εξής:
Το αλληλοπαίγνιο της θεολογικής και της οντολογικής προβληματικής
και το πιο πρωταρχικό ερώτημα περί της ουσίας και της αλήθειας του Είναι (Seyn)
Είδαμε στα προηγούμενα:
Η φαινομενική ασυμβατότητα ελευθερίας και συστήματος δεν μπορεί να αποσαφηνιστεί μέσω ιστορικών αναδρομών· πρέπει να κριθεί από το ίδιο το πράγμα.
Αυτή η αντίθεση μεταξύ ελευθερίας ως αρχής που δεν έχει ανάγκη θεμελίωσης και συστήματος ως κλειστής συνάφειας θεμελίωσης είναι, ορθά κατανοημένη, η εσώτατη ώθηση και ο νόμος κίνησης της ίδιας της φιλοσοφίας. Όχι μόνο αντικείμενο, αλλά και κατάσταση της φιλοσοφίας.
Η απόφαση σχετικά με αυτή την αντίθεση δεν επιτρέπεται ούτε να καταφύγει στο ανορθολογικό ούτε να σκληρύνει σε έναν απεριόριστο ορθολογισμό.
Το ίδιο το πράγμα πρέπει να υπαγορεύει τον τρόπο της πραγματείας του. Το πράγμα! Γι’ αυτό απαιτείται μια οξύτερη υπόδειξη, μια νέα διατύπωση της αντίθεσης.
Σημαντικό παραμένει να προσεχθεί: η μέχρι τώρα διατύπωση του ερωτήματος: >>> Σύστημα και ελευθερία <<« διατυπώνεται τώρα ως: »Αναγκαιότητα και ελευθερία<<. Αυτή προβάλλεται ως η πρωταρχικότερη και ανώτερη διατύπωση του ερωτήματος περί ελευθερίας.
Στον πρόλογο του Schelling στην πραγματεία περί ελευθερίας επισημαίνεται η ανεπάρκεια της, από τον Descartes και εξής, παραδεδομένης αντιθετικής διατύπωσης >> Φύση και πνεύμα << (res extensa, res cogitans· μηχανισμός, Ich denke), η οποία δεν ξεπεράστηκε ούτε από τον Kant.
Ο Schelling υποδεικνύει την ταυτότητα φύσης και πνεύματος. Η ελευθερία δεν μπορεί συνεπώς πλέον να κατανοείται ως ανεξαρτησία από τη φύση, αλλά πρέπει να νοηθεί ως ανεξαρτησία έναντι του Θεού. Η αντίθεση >> Αναγκαιότητα και ελευθερία << είναι μια ανώτερη αντίθεση, μέσω της οποίας το ερώτημα περί του συστήματος της ελευθερίας αποκτά νέο έδαφος και διαμορφώνεται μια νέα προβληματική, που πρέπει να προσδιοριστεί ακριβέστερα.[ΜΟΝΟ Ο ΠΗΛΟΣ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ ΤΟΥ. ΣΥΝΕΠΩΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΘΕΟ, ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΝΟΗ ΖΩΗΣ. ΓΙΑ ΝΑ ΕΞΑΣΦΑΛΙΣΕΙ ΤΗΝ ΔΥΝΑΜΗ ΚΑΙ ΝΑ ΙΚΑΝΟΠΟΙΗΣΕΙ ΤΗΝ ΒΟΥΛΗΣΗ ΓΙΑ ΔΥΝΑΜΗ.ΟΠΩΣ ΤΟ ΠΑΡΗΓΓΕΙΛΕ Ο ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΣ:AΣ ΕΞΟΥΣΙΑΖΕΙ ΣΤΗΣ ΘΑΛΑΣΣΑΣ ΤΑ ΨΑΡΙΑ,ΣΤΟΥ ΟΥΡΑΝΟΥ ΤΑ ΠΤΗΝΑ ΣΤΑ ΖΩΑ ΚΑΙ ΓΕΝΙΚΑ Σ'ΟΛΗ ΤΗ ΓΗ ΚΑΙ ΣΤΑ ΕΡΠΕΤΑ ΠΟΥ ΣΕΡΝΟΝΤΑΙ ΠΑΝΩ Σ ΆΥΤΗ. ΣΤΑ ΕΡΠΕΤΑ ΑΠΕΤΥΧΕ ΚΑΙ ΚΑΤΕΣΤΗΣΕ Ο ΑΝΥΠΑΡΚΤΟΣ ΤΗ ΓΗ, ΤΟ URGRUND, AΙΤΙΩΔΗ ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑΣ, ΑΠΟΦΕΥΓΟΝΤΑΣ ΤΑ ΠΛΑΣΜΑΤΑ ΤΟΥ ΟΥΡΑΝΟΥ ΠΟΥ ΤΟΥ ΘΥΜΙΖΑΝ ΤΟΝ ΟΥΡΑΝΙΟ ΔΗΜΙΟΥΡΓΟ ΤΟΥ. ΚΑΙ ΤΗΝ ΟΥΣΙΑ ΤΟΥ ΣΑΝ ΑΝΩ ΘΡΩΣΚΟΝΤΑ]
Η κυρίως εισαγωγή αρχίζει:
«Πιο συγκεκριμένα εκφράστηκε η ίδια άποψη στην πρόταση: το μόνο δυνατό σύστημα του Λόγου είναι ο Πανθεϊσμός, αυτός όμως είναι αναπόφευκτα Φαταλισμός.» << (338)
Η δυσκολία σχετικά με τη δυνατότητα του συστήματος της ελευθερίας τίθεται τώρα σε καθορισμένη μορφή. Η προκείμενη κατευθυντήρια θέση περιέχει δύο προτάσεις:
Το σύστημα είναι καθεαυτό, ως σύστημα, Πανθεϊσμός.
Ο Πανθεϊσμός είναι Φαταλισμός, άρνηση της ελευθερίας.
Σε σαφέστερη διατύπωση, οι δύο προτάσεις μπορούν να αποδοθούν και ως εξής:
1.Η αρχή της συγκρότησης συστήματος εν γένει είναι μια ορισμένη σύλληψη του θεός, του θεμελίου του όντος, ένας Θεϊσμός υπό την έννοια του Πανθεϊσμού.
2.Αυτή ακριβώς η αρχή της συγκρότησης συστήματος εν γένει, ο Πανθεϊσμός, απαιτεί, δυνάμει της καθολικά δεσπόζουσας απολυτότητας του θεμελίου, το αναπότρεπτο κάθε συμβάντος.
Αν το ερώτημα της ελευθερίας αναπτυχθεί ως ερώτημα της ελευθερίας του ανθρώπου έναντι του κοσμικού θεμελίου, τότε ένα σύστημα της ελευθερίας καθίσταται απολύτως αδύνατο. Διότι:
1.Το σύστημα, ως σύστημα, είναι Πανθεϊσμός.
2.Ο Πανθεϊσμός είναι Φαταλισμός.
Ο άξονας γύρω από τον οποίο πλέον περιστρέφονται τα πάντα είναι ο >> Πανθεϊσμός <<. Οι δύο ισχυρισμοί — ότι το σύστημα ως τέτοιο είναι Πανθεϊσμός και ότι ο Πανθεϊσμός είναι Φαταλισμός — μπορούν να κριθούν ως προς την αλήθεια τους μόνο εφόσον προηγουμένως αποσαφηνιστεί τι σημαίνει Πανθεϊσμός.
Αυτή η αποσαφήνιση αποτελεί πράγματι, και ως προς την εξωτερική μορφή, το θέμα της ακόλουθης εισαγωγής (έως σ. 357). Δεν πρέπει όμως να παγιδευτούμε σε αυτή την εξωτερική μορφή της εισαγωγής, αλλά να ρωτήσουμε: Τι βρίσκεται πίσω από αυτή τη συζήτηση περί Πανθεϊσμού; Απάντηση: το θεμελιώδες ερώτημα περί της αρχής, του καθοριστικού και θεμελίου της δυνατότητας του συστήματος ως τέτοιου. Το ερώτημα αυτό αναλύεται σε μια σειρά επιμέρους ερωτημάτων, τα οποία μπορούμε να αναδείξουμε με την ακόλουθη διάταξη:
Είναι άραγε ο Πανθεϊσμός πράγματι η αρχή του συστήματος; Και αν ναι, με ποιον τρόπο; Τι είναι εκείνο στον Πανθεϊσμό που αποτελεί το κατεξοχήν θεμέλιο, το οποίο φέρει και καθορίζει το σύστημα; Είναι ο Πανθεϊσμός, ως Πανθεϊσμός, αναγκαστικά και Φαταλισμός; Ή μήπως μόνο μια συγκεκριμένη εκδοχή του Πανθεϊσμού αποκλείει την ελευθερία; Και, τελικά, είναι άραγε εκείνο που στον Πανθεϊσμό συνιστά την αυθεντικά συστηματοπαραγωγό αρχή ταυτόχρονα και εκείνο που όχι μόνο δεν αποκλείει την ελευθερία από το σύστημα, αλλά αντιθέτως την απαιτεί;
Για την κατανόηση της εισαγωγής — και συνεπώς ολόκληρης της πραγματείας στον πυρηνικό της νοηματικό πυρήνα — είναι ωστόσο αποφασιστικής σημασίας να διαπεράσουμε, μέσω αυτής της απαρίθμησης ερωτημάτων, το ίδιο το ερώτημα περί Πανθεϊσμού. Αλλά προς τα πού να διαπεράσουμε; Για να το αποσαφηνίσουμε, ας ρωτήσουμε άμεσα: Τι σημαίνει ακριβώς ότι ο Schelling αναζητεί, με οδηγό το ερώτημα περί Πανθεϊσμού, την αρχή της συγκρότησης του συστήματος; Για να φτάσουμε σε επαρκή απάντηση, πρέπει να κάνουμε ένα ευρύτερο βήμα πίσω. Αυτό εξυπηρετεί συγχρόνως την πρόθεση να καταστεί σαφής η κατεύθυνση και η αξίωση της δικής μας ερμηνείας της schellingiana πραγματείας και να ενταχθεί στο σημερινό καθήκον της φιλοσοφίας.
Σύστημα είναι η διάρθρωση του όντος στο σύνολό του, μια διάρθρωση που γνωρίζει τον εαυτό της μέσα στην απόλυτη γνώση. Αυτή η γνώση ανήκει η ίδια στο σύστημα. Η γνώση συγκροτεί την εσωτερική συνοχή του όντος. Η γνώση δεν είναι, όπως νομίζει κανείς από την οπτική του καθημερινού, απλώς μια περίσταση που ενίοτε προστίθεται στο ον. Το Seyn ως ανεπτυγμένη διάρθρωση και διαρθρωμένος αρμός, και η γνώση του Seyns — είναι το ίδιο, ανήκουν μαζί.
Από τι όμως καθορίζεται η διάρθρωση του Seyns; Ποιος είναι ο νόμος και ποιος ο θεμελιώδης τρόπος της άρθρωσης του Seyns; Τι είναι η >> αρχή << του συστήματος; Τι άλλο παρά το ίδιο το Seyn; Το ερώτημα περί της αρχής της συγκρότησης του συστήματος είναι συνεπώς το ερώτημα περί του πού συνίσταται η ουσία του Seyns, πού το Seyn έχει την αλήθεια του. Και αυτό είναι το ερώτημα περί του σε ποια περιοχή μπορεί να φανερωθεί κάτι τέτοιο όπως το Seyn εν γένει και πώς διατηρεί αυτή τη φανέρωσή του και τον εαυτό του μέσα σε αυτήν.
Την αλήθεια του Seyns — εκείνο που καθιστά το Seyn στην ουσία του εν γένει φανερό και, ως εκ τούτου, κατανοήσιμο — την ονομάζουμε >> νόημα << του Seyns. Και το ερώτημα περί αυτού είναι το θεμελιώδες ερώτημα της φιλοσοφίας εν γένει, εφόσον η φιλοσοφία είναι πράγματι το ερώτημα περί του τι είναι το ον. (Το θεμελιώδες ερώτημα πάνω στο έδαφος όπου στεκόμαστε σήμερα.)
Το ερώτημα περί της αλήθειας του Seyns είναι ουσιωδώς πρωταρχικότερο από το ερώτημα του Aristoteles και των μεταγενεστέρων. Ο Aristoteles ήταν εκείνος που κατέστησε ρητό το ανέκαθεν ερωτώμενο ερώτημα της φιλοσοφίας και το εξανάγκασε στη διατύπωση: τι είναι το ον ως ον. Εκεί εμπεριέχεται το ερώτημα περί του τι είναι εκείνο στο ον που συγκροτεί εν γένει το Seyn. Εκείνον τον απασχολούσε μόνο το ερώτημα περί του Seyn του όντος. Και έκτοτε πάντοτε με αυτή την έννοια ερωτάται το Seyn του όντος — και μόνο έτσι. Αυτό είναι φανερό σε κάθε έναν που μπορεί να δει. Αλλά εξίσου φανερό είναι, για όποιον θέλει να δει, ότι ένα ακόμη πρωταρχικότερο ερώτημα έχει καταστεί αναγκαιότητα. Εμείς ερωτούμε ακόμη πιο πίσω, περί της αλήθειας του Seyns.
Όχι για να συνεχίζεται απλώς η ερώτηση πάση θυσία, αλλά γιά τή διορατικότητα και την εμπειρία ότι το ερώτημα περί του Seyn του όντος δεν μπορεί ποτέ να καταλήξει στη δέουσα απάντηση, αν προηγουμένως δεν έχει βεβαιωθεί για την αλήθεια που, ως προς το Seyn εν γένει, παραμένει δυνατή.
Επειδή όμως αυτό το ερώτημα είναι ξένο και ανοίκειο, δεν μπορεί απλώς να τεθεί ως προτασιακή ερώτηση, αλλά απαιτεί συγχρόνως και εκ των προτέρων μια πλήρη μεταστροφή της στάσης του ερωτάν και της κατεύθυνσης του βλέμματος. Και γι’ αυτό το >> Sein und Zeit << είναι ένας δρόμος και όχι ένα οικοδόμημα, και όποιος δεν μπορεί να βαδίσει, δεν πρέπει να αναπαύεται μέσα σε αυτό. Και μάλιστα ένας δρόμος, όχι >> ο << δρόμος, που στη φιλοσοφία δεν υπάρχει ποτέ.
Βεβαίως, μέχρι τώρα δεν έχει αναληφθεί το ερώτημα περί της αλήθειας του Seyns, ούτε έχει καθόλου κατανοηθεί. (Δεν χρειάζεται να διατυπωθεί παράπονο γι’ αυτό. Αλλά πρέπει να αναγνωριστεί η κατάσταση των πραγμάτων, ώστε να γνωρίζουμε πάντοτε τι πρέπει να γίνει και, κυρίως, τι πρέπει να αποφευχθεί.) Το παράδοξο σε μια τέτοια κατάσταση είναι μόνο το εξής: ποτέ άλλοτε δεν έγινε τόσος λόγος για >> Οντολογία << όσο σήμερα. Ανάμεσα σε αυτές τις ελάχιστα γόνιμες συζητήσεις, μόνο δύο τοποθετήσεις είναι αξιοσημείωτες.
Η μία είναι εκείνη του Nicolai Hartmann: αναζητεί το έργο και τη δυνατότητα της οντολογίας σε μια διόρθωση των σφαλμάτων της έως τώρα. Πάνω σε ποιο έδαφος όμως στηρίζεται η έως τώρα μεταφυσική με τις ορθότητές της μαζί και με τα >> σφάλματά << της, δεν το βλέπει ούτε το ερωτά.
Η άλλη τοποθέτηση είναι εκείνη του Karl Jaspers: απορρίπτει εξ ολοκλήρου τη δυνατότητα οντολογίας, επειδή με τον όρο οντολογία κατανοεί επίσης μόνο εκείνο που έως τώρα θεωρούνταν ως τέτοιο και που παρέμεινε ένα συνονθύλευμα απολιθωμένων εννοιών.
Αυτή η απλή ανανέωση και εκείνη η απλή απόρριψη της έως τώρα οντολογίας έχουν το ίδιο θεμέλιο: παραγνωρίζουν την αναγκαιότητα και τη φύση του θεμελιώδους ερωτήματος περί της αλήθειας του Seyns. Και ο λόγος αυτής της παραγνώρισης έγκειται στο ότι η κυρίαρχη έννοια της αλήθειας δεν έχει πουθενά υπερβεί την έννοια εκείνης της αλήθειας που, αν και μπορεί να ισχύει εντός ορισμένων ορίων για τη γνώση του όντος, δεν μπορεί ποτέ να καταστεί επαρκές θεμέλιο για τη γνώση του Seyns.
Υπό τέτοιες συνθήκες δεν είναι διόλου παράδοξο ότι η ιστορική αντιπαράθεση με τους μεγάλους στοχαστές και τα συστήματα σταματά ακριβώς μπροστά στο κατεξοχήν ερώτημα και, ως εκ τούτου, δεν γίνεται ποτέ πραγματική αντιπαράθεση, αλλά εκφυλίζεται είτε σε απλή διόρθωση και απονομή «βαθμών» είτε παρεκτρέπεται σε μια ψυχολογική ερμηνεία της φιλοσοφίας από την προσωπικότητα του φιλοσόφου. Από τη μια πλευρά, η φιλοσοφία γίνεται ένα είδος ειδικής επιστήμης· από την άλλη, μια ασύνδετη περιπλάνηση μέσα σε έννοιες ως απλά σημεία· κάθε φορά αποφεύγεται η ίδια και μοναδική αλήθεια της φιλοσοφίας. Δεν είναι λοιπόν παράξενο που η φιλοσοφία έχει αποδυναμωθεί, όταν η ίδια πιστεύει ότι μπορεί να ζει από την αυτοκτονία της.
Το κατεξοχήν ερώτημα περί του όντος, το πρωταρχικό οντολογικό ερώτημα, είναι το ερώτημα περί της ουσίας του Seyns και περί της αλήθειας αυτής της ουσίας. Και τώρα αναγνωρίζουμε: η αναζήτηση της αρχής της συγκρότησης του συστήματος σημαίνει να ρωτούμε κατά πόσον στο Seyn θεμελιώνεται μια διάρθρωση και κατά πόσον ένας νόμος άρθρωσης ανήκει σε αυτό· και αυτό σημαίνει: να στοχαζόμαστε πάνω στην ουσία του Seyns. Η αναζήτηση της αρχής της συγκρότησης του συστήματος δεν σημαίνει τίποτε άλλο παρά τη διατύπωση του κατεξοχήν οντολογικού ερωτήματος, ή τουλάχιστον την κατεύθυνση προς αυτό.
Τώρα φάνηκε: ο Schelling αναζητεί την αρχή της συγκρότησης του συστήματος με οδηγό το ερώτημα περί Πανθεϊσμού· αυτό όμως είναι το ερώτημα περί του θεμελίου του όντος στο σύνολό του — γενικότερα προσδιορισμένο: το θεολογικό ερώτημα. Συνεπώς είναι σαφές: ο Schelling ωθείται από το θεολογικό ερώτημα, μέσω αυτού του ίδιου, πίσω στο οντολογικό. Το να διαπεράσουμε τις συζητήσεις περί Πανθεϊσμού σημαίνει να εισχωρήσουμε στο πεδίο του ερωτήματος της θεμελιώδους ερώτησης της φιλοσοφίας, στο ερώτημα περί της αλήθειας του Seyns.
Αλλά και αυτό το ερώτημα δεν μπορεί να παραμείνει αυτοτελές· αντιστρέφεται στο ερώτημα περί του Seyns της αλήθειας και του θεμελίου — και αυτό είναι εκ νέου το θεολογικό ερώτημα. Χρησιμοποιούμε αυτούς τους παλαιούς προσδιορισμούς, επειδή εξακολουθούν να υποδεικνύουν με τον πιο εύστοχο τρόπο το πρωταρχικότερο πεδίο ερωτήσεων της φιλοσοφίας και να καθιστούν κάθε φορά παρούσα την παράδοση.
Οντο-θεο-λογία είναι ένας δυνατός, αλλά πάντοτε μόνο αναδρομικός, χαρακτηρισμός του θεμελιώδους ερωτήματος της φιλοσοφίας.
Απορρίπτουμε όμως τη χρήση αυτών των τίτλων, όταν με αυτούς εννοείται — είτε καταφατικά είτε αποφατικά — μια δέσμευση στην έως τώρα συνήθη >> Οντολογία << και στη φιλοσοφική θεολογία. Για εμάς, >> Οντολογία << δεν σημαίνει ποτέ ένα σύστημα, ούτε ένα διδακτικό οικοδόμημα, ούτε μια επιμέρους επιστημονική πειθαρχία, αλλά μόνο το ερώτημα περί της αλήθειας και του θεμελίου του Seyns· και >> Θεολογία << σημαίνει για εμάς το ερώτημα περί του Seyns του θεμελίου. Το ουσιώδες είναι η εσωτερική συναλληλία των δύο ερωτημάτων. Καλύτερο είναι, μάλιστα, να αποφεύγονται εντελώς τέτοιοι τίτλοι. Τόσο περισσότερο θα είμαστε υποχρεωμένοι να συλλάβουμε εκείνο που απαιτεί το ίδιο το πράγμα· αυτό πρόκειται να καταδειχθεί με τη βοήθεια της πραγματείας του Schelling. Εφόσον, ως προς την προέλευσή της, ανήκει σε μια παρελθούσα εποχή, μπορούμε για λόγους σύντομης συνεννόησης να χρησιμοποιήσουμε και παλαιότερους προσδιορισμούς, όπως εκείνους της Οντολογίας και της Θεολογίας.
Λέμε, λοιπόν: η εσωτερική κίνηση του ερωτάν, που αρχίζει ήδη με την εισαγωγή, είναι μια διαρκής αλληλοπαλινδρόμηση μεταξύ του θεολογικού ερωτήματος περί του θεμελίου του όντος στο σύνολό του και του οντολογικού ερωτήματος περί της ουσίας του όντος ως τέτοιου — το εντός-εαυτού-περιστρέφεσθαι μιας οντο-θεο-λογίας. Μια τέτοια — αν και διαφορετικού τύπου — είναι και η >> Phänomenologie des Geistes << του Hegel· μια τέτοια οντο-θεο-λογία, πάλι άλλου τύπου, είναι και το σχέδιο του Nietzsche για το κύριο έργο του, τον >> Wille zur Macht <<.
Μόνο αν εντάξουμε το κείμενο της πραγματείας στην κίνηση αυτού του ερωτήματος μιας οντο-θεο-λογίας, υπάρχει δικαίωμα και αναγκαιότητα να πραγματευθούμε γι’ αυτήν. Έτσι υποδεικνύεται προς τα πού πρέπει να αποβλέπει ήδη η ερμηνεία της εισαγωγής.
§ 9. Διαφορετικές αντιλήψεις περί Πανθεϊσμού. Πανθεϊσμός και το ερώτημα της ελευθερίας
α) Η διαμάχη περί Πανθεϊσμού (Jacobi).
Απόρριψη του Πανθεϊσμού ως Αθεϊσμού και Φαταλισμού.
2.Αυτή ακριβώς η αρχή της συγκρότησης συστήματος εν γένει, ο Πανθεϊσμός, απαιτεί, δυνάμει της καθολικά δεσπόζουσας απολυτότητας του θεμελίου, το αναπότρεπτο κάθε συμβάντος.
Αν το ερώτημα της ελευθερίας αναπτυχθεί ως ερώτημα της ελευθερίας του ανθρώπου έναντι του κοσμικού θεμελίου, τότε ένα σύστημα της ελευθερίας καθίσταται απολύτως αδύνατο. Διότι:
1.Το σύστημα, ως σύστημα, είναι Πανθεϊσμός.
2.Ο Πανθεϊσμός είναι Φαταλισμός.
Ο άξονας γύρω από τον οποίο πλέον περιστρέφονται τα πάντα είναι ο >> Πανθεϊσμός <<. Οι δύο ισχυρισμοί — ότι το σύστημα ως τέτοιο είναι Πανθεϊσμός και ότι ο Πανθεϊσμός είναι Φαταλισμός — μπορούν να κριθούν ως προς την αλήθεια τους μόνο εφόσον προηγουμένως αποσαφηνιστεί τι σημαίνει Πανθεϊσμός.
Αυτή η αποσαφήνιση αποτελεί πράγματι, και ως προς την εξωτερική μορφή, το θέμα της ακόλουθης εισαγωγής (έως σ. 357). Δεν πρέπει όμως να παγιδευτούμε σε αυτή την εξωτερική μορφή της εισαγωγής, αλλά να ρωτήσουμε: Τι βρίσκεται πίσω από αυτή τη συζήτηση περί Πανθεϊσμού; Απάντηση: το θεμελιώδες ερώτημα περί της αρχής, του καθοριστικού και θεμελίου της δυνατότητας του συστήματος ως τέτοιου. Το ερώτημα αυτό αναλύεται σε μια σειρά επιμέρους ερωτημάτων, τα οποία μπορούμε να αναδείξουμε με την ακόλουθη διάταξη:
Είναι άραγε ο Πανθεϊσμός πράγματι η αρχή του συστήματος; Και αν ναι, με ποιον τρόπο; Τι είναι εκείνο στον Πανθεϊσμό που αποτελεί το κατεξοχήν θεμέλιο, το οποίο φέρει και καθορίζει το σύστημα; Είναι ο Πανθεϊσμός, ως Πανθεϊσμός, αναγκαστικά και Φαταλισμός; Ή μήπως μόνο μια συγκεκριμένη εκδοχή του Πανθεϊσμού αποκλείει την ελευθερία; Και, τελικά, είναι άραγε εκείνο που στον Πανθεϊσμό συνιστά την αυθεντικά συστηματοπαραγωγό αρχή ταυτόχρονα και εκείνο που όχι μόνο δεν αποκλείει την ελευθερία από το σύστημα, αλλά αντιθέτως την απαιτεί;
Για την κατανόηση της εισαγωγής — και συνεπώς ολόκληρης της πραγματείας στον πυρηνικό της νοηματικό πυρήνα — είναι ωστόσο αποφασιστικής σημασίας να διαπεράσουμε, μέσω αυτής της απαρίθμησης ερωτημάτων, το ίδιο το ερώτημα περί Πανθεϊσμού. Αλλά προς τα πού να διαπεράσουμε; Για να το αποσαφηνίσουμε, ας ρωτήσουμε άμεσα: Τι σημαίνει ακριβώς ότι ο Schelling αναζητεί, με οδηγό το ερώτημα περί Πανθεϊσμού, την αρχή της συγκρότησης του συστήματος; Για να φτάσουμε σε επαρκή απάντηση, πρέπει να κάνουμε ένα ευρύτερο βήμα πίσω. Αυτό εξυπηρετεί συγχρόνως την πρόθεση να καταστεί σαφής η κατεύθυνση και η αξίωση της δικής μας ερμηνείας της schellingiana πραγματείας και να ενταχθεί στο σημερινό καθήκον της φιλοσοφίας.
Σύστημα είναι η διάρθρωση του όντος στο σύνολό του, μια διάρθρωση που γνωρίζει τον εαυτό της μέσα στην απόλυτη γνώση. Αυτή η γνώση ανήκει η ίδια στο σύστημα. Η γνώση συγκροτεί την εσωτερική συνοχή του όντος. Η γνώση δεν είναι, όπως νομίζει κανείς από την οπτική του καθημερινού, απλώς μια περίσταση που ενίοτε προστίθεται στο ον. Το Seyn ως ανεπτυγμένη διάρθρωση και διαρθρωμένος αρμός, και η γνώση του Seyns — είναι το ίδιο, ανήκουν μαζί.
Από τι όμως καθορίζεται η διάρθρωση του Seyns; Ποιος είναι ο νόμος και ποιος ο θεμελιώδης τρόπος της άρθρωσης του Seyns; Τι είναι η >> αρχή << του συστήματος; Τι άλλο παρά το ίδιο το Seyn; Το ερώτημα περί της αρχής της συγκρότησης του συστήματος είναι συνεπώς το ερώτημα περί του πού συνίσταται η ουσία του Seyns, πού το Seyn έχει την αλήθεια του. Και αυτό είναι το ερώτημα περί του σε ποια περιοχή μπορεί να φανερωθεί κάτι τέτοιο όπως το Seyn εν γένει και πώς διατηρεί αυτή τη φανέρωσή του και τον εαυτό του μέσα σε αυτήν.
Την αλήθεια του Seyns — εκείνο που καθιστά το Seyn στην ουσία του εν γένει φανερό και, ως εκ τούτου, κατανοήσιμο — την ονομάζουμε >> νόημα << του Seyns. Και το ερώτημα περί αυτού είναι το θεμελιώδες ερώτημα της φιλοσοφίας εν γένει, εφόσον η φιλοσοφία είναι πράγματι το ερώτημα περί του τι είναι το ον. (Το θεμελιώδες ερώτημα πάνω στο έδαφος όπου στεκόμαστε σήμερα.)
Το ερώτημα περί της αλήθειας του Seyns είναι ουσιωδώς πρωταρχικότερο από το ερώτημα του Aristoteles και των μεταγενεστέρων. Ο Aristoteles ήταν εκείνος που κατέστησε ρητό το ανέκαθεν ερωτώμενο ερώτημα της φιλοσοφίας και το εξανάγκασε στη διατύπωση: τι είναι το ον ως ον. Εκεί εμπεριέχεται το ερώτημα περί του τι είναι εκείνο στο ον που συγκροτεί εν γένει το Seyn. Εκείνον τον απασχολούσε μόνο το ερώτημα περί του Seyn του όντος. Και έκτοτε πάντοτε με αυτή την έννοια ερωτάται το Seyn του όντος — και μόνο έτσι. Αυτό είναι φανερό σε κάθε έναν που μπορεί να δει. Αλλά εξίσου φανερό είναι, για όποιον θέλει να δει, ότι ένα ακόμη πρωταρχικότερο ερώτημα έχει καταστεί αναγκαιότητα. Εμείς ερωτούμε ακόμη πιο πίσω, περί της αλήθειας του Seyns.
Όχι για να συνεχίζεται απλώς η ερώτηση πάση θυσία, αλλά γιά τή διορατικότητα και την εμπειρία ότι το ερώτημα περί του Seyn του όντος δεν μπορεί ποτέ να καταλήξει στη δέουσα απάντηση, αν προηγουμένως δεν έχει βεβαιωθεί για την αλήθεια που, ως προς το Seyn εν γένει, παραμένει δυνατή.
Επειδή όμως αυτό το ερώτημα είναι ξένο και ανοίκειο, δεν μπορεί απλώς να τεθεί ως προτασιακή ερώτηση, αλλά απαιτεί συγχρόνως και εκ των προτέρων μια πλήρη μεταστροφή της στάσης του ερωτάν και της κατεύθυνσης του βλέμματος. Και γι’ αυτό το >> Sein und Zeit << είναι ένας δρόμος και όχι ένα οικοδόμημα, και όποιος δεν μπορεί να βαδίσει, δεν πρέπει να αναπαύεται μέσα σε αυτό. Και μάλιστα ένας δρόμος, όχι >> ο << δρόμος, που στη φιλοσοφία δεν υπάρχει ποτέ.
Βεβαίως, μέχρι τώρα δεν έχει αναληφθεί το ερώτημα περί της αλήθειας του Seyns, ούτε έχει καθόλου κατανοηθεί. (Δεν χρειάζεται να διατυπωθεί παράπονο γι’ αυτό. Αλλά πρέπει να αναγνωριστεί η κατάσταση των πραγμάτων, ώστε να γνωρίζουμε πάντοτε τι πρέπει να γίνει και, κυρίως, τι πρέπει να αποφευχθεί.) Το παράδοξο σε μια τέτοια κατάσταση είναι μόνο το εξής: ποτέ άλλοτε δεν έγινε τόσος λόγος για >> Οντολογία << όσο σήμερα. Ανάμεσα σε αυτές τις ελάχιστα γόνιμες συζητήσεις, μόνο δύο τοποθετήσεις είναι αξιοσημείωτες.
Η μία είναι εκείνη του Nicolai Hartmann: αναζητεί το έργο και τη δυνατότητα της οντολογίας σε μια διόρθωση των σφαλμάτων της έως τώρα. Πάνω σε ποιο έδαφος όμως στηρίζεται η έως τώρα μεταφυσική με τις ορθότητές της μαζί και με τα >> σφάλματά << της, δεν το βλέπει ούτε το ερωτά.
Η άλλη τοποθέτηση είναι εκείνη του Karl Jaspers: απορρίπτει εξ ολοκλήρου τη δυνατότητα οντολογίας, επειδή με τον όρο οντολογία κατανοεί επίσης μόνο εκείνο που έως τώρα θεωρούνταν ως τέτοιο και που παρέμεινε ένα συνονθύλευμα απολιθωμένων εννοιών.
Αυτή η απλή ανανέωση και εκείνη η απλή απόρριψη της έως τώρα οντολογίας έχουν το ίδιο θεμέλιο: παραγνωρίζουν την αναγκαιότητα και τη φύση του θεμελιώδους ερωτήματος περί της αλήθειας του Seyns. Και ο λόγος αυτής της παραγνώρισης έγκειται στο ότι η κυρίαρχη έννοια της αλήθειας δεν έχει πουθενά υπερβεί την έννοια εκείνης της αλήθειας που, αν και μπορεί να ισχύει εντός ορισμένων ορίων για τη γνώση του όντος, δεν μπορεί ποτέ να καταστεί επαρκές θεμέλιο για τη γνώση του Seyns.
Υπό τέτοιες συνθήκες δεν είναι διόλου παράδοξο ότι η ιστορική αντιπαράθεση με τους μεγάλους στοχαστές και τα συστήματα σταματά ακριβώς μπροστά στο κατεξοχήν ερώτημα και, ως εκ τούτου, δεν γίνεται ποτέ πραγματική αντιπαράθεση, αλλά εκφυλίζεται είτε σε απλή διόρθωση και απονομή «βαθμών» είτε παρεκτρέπεται σε μια ψυχολογική ερμηνεία της φιλοσοφίας από την προσωπικότητα του φιλοσόφου. Από τη μια πλευρά, η φιλοσοφία γίνεται ένα είδος ειδικής επιστήμης· από την άλλη, μια ασύνδετη περιπλάνηση μέσα σε έννοιες ως απλά σημεία· κάθε φορά αποφεύγεται η ίδια και μοναδική αλήθεια της φιλοσοφίας. Δεν είναι λοιπόν παράξενο που η φιλοσοφία έχει αποδυναμωθεί, όταν η ίδια πιστεύει ότι μπορεί να ζει από την αυτοκτονία της.
Το κατεξοχήν ερώτημα περί του όντος, το πρωταρχικό οντολογικό ερώτημα, είναι το ερώτημα περί της ουσίας του Seyns και περί της αλήθειας αυτής της ουσίας. Και τώρα αναγνωρίζουμε: η αναζήτηση της αρχής της συγκρότησης του συστήματος σημαίνει να ρωτούμε κατά πόσον στο Seyn θεμελιώνεται μια διάρθρωση και κατά πόσον ένας νόμος άρθρωσης ανήκει σε αυτό· και αυτό σημαίνει: να στοχαζόμαστε πάνω στην ουσία του Seyns. Η αναζήτηση της αρχής της συγκρότησης του συστήματος δεν σημαίνει τίποτε άλλο παρά τη διατύπωση του κατεξοχήν οντολογικού ερωτήματος, ή τουλάχιστον την κατεύθυνση προς αυτό.
Τώρα φάνηκε: ο Schelling αναζητεί την αρχή της συγκρότησης του συστήματος με οδηγό το ερώτημα περί Πανθεϊσμού· αυτό όμως είναι το ερώτημα περί του θεμελίου του όντος στο σύνολό του — γενικότερα προσδιορισμένο: το θεολογικό ερώτημα. Συνεπώς είναι σαφές: ο Schelling ωθείται από το θεολογικό ερώτημα, μέσω αυτού του ίδιου, πίσω στο οντολογικό. Το να διαπεράσουμε τις συζητήσεις περί Πανθεϊσμού σημαίνει να εισχωρήσουμε στο πεδίο του ερωτήματος της θεμελιώδους ερώτησης της φιλοσοφίας, στο ερώτημα περί της αλήθειας του Seyns.
Αλλά και αυτό το ερώτημα δεν μπορεί να παραμείνει αυτοτελές· αντιστρέφεται στο ερώτημα περί του Seyns της αλήθειας και του θεμελίου — και αυτό είναι εκ νέου το θεολογικό ερώτημα. Χρησιμοποιούμε αυτούς τους παλαιούς προσδιορισμούς, επειδή εξακολουθούν να υποδεικνύουν με τον πιο εύστοχο τρόπο το πρωταρχικότερο πεδίο ερωτήσεων της φιλοσοφίας και να καθιστούν κάθε φορά παρούσα την παράδοση.
Οντο-θεο-λογία είναι ένας δυνατός, αλλά πάντοτε μόνο αναδρομικός, χαρακτηρισμός του θεμελιώδους ερωτήματος της φιλοσοφίας.
Απορρίπτουμε όμως τη χρήση αυτών των τίτλων, όταν με αυτούς εννοείται — είτε καταφατικά είτε αποφατικά — μια δέσμευση στην έως τώρα συνήθη >> Οντολογία << και στη φιλοσοφική θεολογία. Για εμάς, >> Οντολογία << δεν σημαίνει ποτέ ένα σύστημα, ούτε ένα διδακτικό οικοδόμημα, ούτε μια επιμέρους επιστημονική πειθαρχία, αλλά μόνο το ερώτημα περί της αλήθειας και του θεμελίου του Seyns· και >> Θεολογία << σημαίνει για εμάς το ερώτημα περί του Seyns του θεμελίου. Το ουσιώδες είναι η εσωτερική συναλληλία των δύο ερωτημάτων. Καλύτερο είναι, μάλιστα, να αποφεύγονται εντελώς τέτοιοι τίτλοι. Τόσο περισσότερο θα είμαστε υποχρεωμένοι να συλλάβουμε εκείνο που απαιτεί το ίδιο το πράγμα· αυτό πρόκειται να καταδειχθεί με τη βοήθεια της πραγματείας του Schelling. Εφόσον, ως προς την προέλευσή της, ανήκει σε μια παρελθούσα εποχή, μπορούμε για λόγους σύντομης συνεννόησης να χρησιμοποιήσουμε και παλαιότερους προσδιορισμούς, όπως εκείνους της Οντολογίας και της Θεολογίας.
Λέμε, λοιπόν: η εσωτερική κίνηση του ερωτάν, που αρχίζει ήδη με την εισαγωγή, είναι μια διαρκής αλληλοπαλινδρόμηση μεταξύ του θεολογικού ερωτήματος περί του θεμελίου του όντος στο σύνολό του και του οντολογικού ερωτήματος περί της ουσίας του όντος ως τέτοιου — το εντός-εαυτού-περιστρέφεσθαι μιας οντο-θεο-λογίας. Μια τέτοια — αν και διαφορετικού τύπου — είναι και η >> Phänomenologie des Geistes << του Hegel· μια τέτοια οντο-θεο-λογία, πάλι άλλου τύπου, είναι και το σχέδιο του Nietzsche για το κύριο έργο του, τον >> Wille zur Macht <<.
Μόνο αν εντάξουμε το κείμενο της πραγματείας στην κίνηση αυτού του ερωτήματος μιας οντο-θεο-λογίας, υπάρχει δικαίωμα και αναγκαιότητα να πραγματευθούμε γι’ αυτήν. Έτσι υποδεικνύεται προς τα πού πρέπει να αποβλέπει ήδη η ερμηνεία της εισαγωγής.
§ 9. Διαφορετικές αντιλήψεις περί Πανθεϊσμού. Πανθεϊσμός και το ερώτημα της ελευθερίας
α) Η διαμάχη περί Πανθεϊσμού (Jacobi).
Απόρριψη του Πανθεϊσμού ως Αθεϊσμού και Φαταλισμού.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου