Συνέχεια από Tετάρτη 04. Μαρτίου 2026
Η Ζωή του Πνεύματος-Η Κρίση 3Hannah Arendt
Το Judging («Το Κρίνειν-Η Κρίση») είναι το ανολοκλήρωτο τρίτο μέρος του έργου της The Life of the Mind της Hannah Arendt. Προοριζόταν να ολοκληρώσει την τριλογία που περιλαμβάνει τα:
Thinking (Το Σκέπτεσθαι)
Willing (Το Θέλειν)
Judging (Το Κρίνειν, ανολοκλήρωτο)
Η Arendt πέθανε το 1975 πριν προλάβει να το συγγράψει· έτσι το Judging ανασυντέθηκε μεταθανάτια από διαλέξεις, σημειώσεις και σεμινάρια (ιδίως πάνω στον Kant).
Τρίτη ώρα
Θα περίμενε κανείς ότι το πρόβλημα του Kant στα τελευταία χρόνια της ζωής του — όταν η American Revolution και ακόμη περισσότερο η French Revolution τον ξύπνησαν, τρόπον τινά, από τον πολιτικό του λήθαργο (όπως στη νεότητά του τον είχε αφυπνίσει ο David Hume από τον δογματικό ύπνο και στα ώριμα χρόνια του ο Jean-Jacques Rousseau από τον ηθικό) — θα ήταν πώς να συμφιλιώσει το ζήτημα της οργάνωσης του κράτους με τη φιλοσοφία της ηθικής του, δηλαδή με την επιταγή της πρακτικής λογικής.
Αυτό όμως δεν ισχύει. Και το αξιοσημείωτο γεγονός είναι ότι ο Immanuel Kant γνώριζε ότι η ηθική του φιλοσοφία δεν μπορούσε εδώ να βοηθήσει. Γι’ αυτό και απέφυγε κάθε ηθικολογία και αναγνώρισε ότι το πρόβλημα ήταν πώς μπορεί να εξαναγκαστεί ο άνθρωπος «να είναι καλός πολίτης», ακόμη κι αν δεν είναι «ηθικά καλός άνθρωπος», και ότι δεν πρέπει να αναμένουμε «την καλή πολιτειακή οργάνωση από την ηθικότητα, αλλά αντιστρόφως, πρώτα από την καλή πολιτειακή οργάνωση να αναμένουμε την καλή ηθική διαμόρφωση ενός λαού».[32]
Αυτό μπορεί να σας θυμίσει την παρατήρηση του Aristotle ότι ένας καλός άνθρωπος μπορεί να είναι καλός πολίτης μόνο μέσα σε ένα καλό κράτος — αν και πρέπει να σημειωθεί ότι ο Kant (και αυτό είναι το εντυπωσιακό, καθώς προχωρεί πολύ πέρα από τον Αριστοτέλη στον διαχωρισμό ηθικότητας και καλής πολιτειότητας) καταλήγει στο εξής συμπέρασμα:
«Το πρόβλημα της συγκρότησης του κράτους είναι, όσο σκληρό κι αν ακούγεται, επιλύσιμο ακόμη και για έναν λαό διαβόλων (αρκεί να έχουν λογική), και διατυπώνεται ως εξής: “Μια ομάδα λογικών όντων;;;, που συνολικά απαιτούν γενικούς νόμους για τη διατήρησή τους, αλλά το καθένα είναι κρυφά διατεθειμένο να εξαιρεί τον εαυτό του από αυτούς, να οργανωθεί και να θεσπίσει το πολίτευμά της κατά τέτοιον τρόπο, ώστε, μολονότι στις ιδιωτικές τους διαθέσεις αντιτίθενται μεταξύ τους, αυτές να αλληλοεξουδετερώνονται έτσι ώστε στη δημόσια συμπεριφορά τους το αποτέλεσμα να είναι το ίδιο σαν να μην είχαν τέτοιες κακές διαθέσεις.”»[33]
Αυτές οι προτάσεις είναι καθοριστικές. Εκείνο που λέει ο Immanuel Kant είναι — σε παραλλαγή της αριστοτελικής διατύπωσης — ότι ένας κακός άνθρωπος μπορεί, μέσα σε ένα καλό κράτος, να είναι καλός πολίτης. Ο ορισμός του «κακού» εδώ αντιστοιχεί σε εκείνον της ηθικής του φιλοσοφίας.
Η κατηγορική προσταγή λέει: να ενεργείς πάντοτε έτσι ώστε η αρχή της πράξης σου να μπορεί να γίνει καθολικός νόμος· δηλαδή: «… δεν πρέπει ποτέ να ενεργώ αλλιώς παρά μόνο έτσι ώστε να μπορώ να θέλω η αρχή μου να γίνει καθολικός νόμος»[34].
Ο βασικός πυρήνας αυτής της ιδέας είναι πολύ απλός. Με τα λόγια του ίδιου του Kant: μπορώ να θέλω ένα συγκεκριμένο ψέμα, αλλά δεν μπορώ σε καμία περίπτωση να θέλω «έναν γενικό νόμο του ψεύδους»· γιατί τότε «δεν θα υπήρχε πια καμία υπόσχεση»[35]. Ή: μπορώ να επιθυμώ να κλέψω, αλλά δεν μπορώ να θέλω η κλοπή να γίνει καθολικός νόμος· γιατί τότε δεν θα υπήρχε ιδιοκτησία.
Ο κακός άνθρωπος, κατά τον Kant, είναι εκείνος που κάνει εξαίρεση για τον εαυτό του, όχι εκείνος που θέλει το κακό· γιατί αυτό, σύμφωνα με τον Kant, είναι αδύνατο. Έτσι, ο «λαός των διαβόλων» εδώ δεν αποτελείται από διαβόλους με τη συνήθη έννοια, αλλά από όντα που «μυστικά» είναι «διατεθειμένα να εξαιρούν τον εαυτό τους». Το κρίσιμο σημείο βρίσκεται στη λέξη «μυστικά»: δεν μπορούν να το κάνουν δημόσια, γιατί τότε θα στρέφονταν εμφανώς ενάντια στο γενικό συμφέρον, θα ήταν εχθροί του λαού — ακόμη κι αν αυτός ο λαός ήταν «λαός διαβόλων». Και σε αντίθεση με την ηθική, στην πολιτική όλα εξαρτώνται από τη «δημόσια συμπεριφορά». [ΚΥΡΙΑΡΧΕΙ ΤΟ ΡΩΜΑΙΚΟ ΦΑΙΝΕΣΘΑΙ. ΚΑΘΟΤΙ ΕΧΕΙ ΗΔΗ ΚΥΡΙΑΡΧΗΣΕΙ ΤΟ ΘΕΛΩ, Η ΒΟΥΛΗΣΗ]
Θα μπορούσε να φαίνεται ότι αυτό το απόσπασμα θα μπορούσε να έχει γραφεί μόνο μετά την Κριτική του πρακτικού λόγου. Αλλά αυτό είναι λάθος. Διότι πρόκειται επίσης για μια ιδέα που προέρχεται από την προκριτική περίοδο· απλώς τώρα διατυπώνεται στο πλαίσιο της καντιανής ηθικής φιλοσοφίας.
Στις Παρατηρήσεις περί του αισθήματος του ωραίου και του υψηλού διαβάζουμε:
«Από εκείνους τους ανθρώπους που ενεργούν σύμφωνα με αρχές είναι πολύ λίγοι, πράγμα που είναι και πολύ καλό, διότι είναι πολύ εύκολο να σφάλλει κανείς σε αυτές τις αρχές… Από εκείνους που ενεργούν από καλοπροαίρετες ορμές είναι πολύ περισσότεροι, πράγμα εξαιρετικά καλό, αν και δεν μπορεί να αποδοθεί ως ιδιαίτερη αρετή στο πρόσωπο· διότι αυτά τα ενστικτώδη αγαθά κίνητρα μερικές φορές λείπουν, αλλά κατά μέσο όρο εξυπηρετούν εξίσου τον μεγάλο σκοπό της φύσης, όπως και τα άλλα ένστικτα που κινούν με τόση κανονικότητα τον ζωικό κόσμο. Εκείνοι που έχουν το ίδιο τους το εγώ ως το μοναδικό σημείο αναφοράς των προσπαθειών τους και προσπαθούν να περιστρέψουν τα πάντα γύρω από το ιδιοτελές συμφέρον τους είναι οι περισσότεροι· πράγμα που δεν είναι καθόλου μειονέκτημα· διότι αυτοί είναι οι πιο επιμελείς, τακτικοί και προσεκτικοί· δίνουν στο σύνολο συνοχή και σταθερότητα, επειδή γίνονται, χωρίς να το θέλουν, χρήσιμοι στο κοινό.»[36]
Εδώ μάλιστα φαίνεται σαν να είναι αναγκαίος ένας «λαός διαβόλων», για να «παραχθούν οι αναγκαίες ανάγκες και να τεθούν τα θεμέλια πάνω στα οποία λεπτότερες ψυχές μπορούν να διαδώσουν την ομορφιά και την αρμονία»[37].
Έχουμε εδώ την καντιανή εκδοχή της θεωρίας του φωτισμένου ιδιοσυμφέροντος. Η θεωρία αυτή έχει σοβαρές αδυναμίες. Παρ’ όλα αυτά, πρέπει να συγκρατήσουμε τα εξής βασικά σημεία της καντιανής θέσης όσον αφορά την πολιτική φιλοσοφία:
Πρώτον, είναι σαφές ότι αυτό το «σχήμα» μπορεί να λειτουργήσει μόνο αν υποθέσουμε ότι πίσω από τις πράξεις των ανθρώπων δρα «ένας μεγάλος σκοπός της φύσης». Διαφορετικά, ο «λαός των διαβόλων» θα αυτοκαταστρεφόταν (στον Kant, το κακό είναι γενικά αυτοκαταστροφικό). Η φύση επιδιώκει τη διατήρηση των ειδών, και το μόνο που απαιτεί από τα παιδιά της είναι να διατηρούν τον εαυτό τους και να έχουν λογική.
Δεύτερον, υπάρχει η πεποίθηση ότι δεν απαιτείται καμία ηθική μεταστροφή του ανθρώπου, καμία επανάσταση στον τρόπο σκέψης του, για να προκύψει πολιτική πρόοδος προς το καλύτερο.
Και τρίτον, υπάρχει η έμφαση αφενός στα συντάγματα και αφετέρου στη δημοσιότητα. Η «δημοσιότητα» είναι μία από τις βασικές έννοιες της πολιτικής σκέψης του Kant· στο πλαίσιο μας υποδηλώνει ότι οι κακές προθέσεις είναι εξ ορισμού μυστικές. Έτσι διαβάζουμε σε ένα από τα ύστερα έργα του, Η διαμάχη των σχολών:
«Γιατί δεν τόλμησε ποτέ κανένας ηγεμόνας να δηλώσει ανοιχτά ότι δεν αναγνωρίζει κανένα δικαίωμα του λαού απέναντί του…; – Η αιτία είναι ότι μια τέτοια δημόσια δήλωση θα ξεσήκωνε όλους τους υπηκόους εναντίον του· παρόλο που αυτοί, σαν υπάκουα πρόβατα, καθοδηγούμενα από έναν καλό και συνετό άρχοντα, καλά τρεφόμενα και ισχυρά προστατευμένα, δεν θα είχαν τίποτε να παραπονεθούν όσον αφορά την ευημερία τους.»[38]
Παρά όλα όσα έχω παρουσιάσει για να δικαιολογήσω την επιλογή ενός καντιανού θέματος που, κατά λέξη, δεν υπάρχει (δηλαδή της Πολιτικής Φιλοσοφίας του, που ποτέ δεν γράφτηκε), υπάρχει ωστόσο μια ένσταση την οποία δεν μπορούμε ποτέ να αναιρέσουμε πλήρως. Ο Immanuel Kant έχει επανειλημμένα εκθέσει ποιες θεωρεί τις κύριες ερωτήσεις που οδηγούν τον άνθρωπο στη φιλοσοφία και στις οποίες η δική του φιλοσοφία επιχείρησε να δώσει απάντηση, και καμία από αυτές δεν αφορά τον άνθρωπο ως ζῷον πολιτικόν, ως πολιτικό ον.
Δύο από τις τρεις ερωτήσεις — Τι μπορώ να γνωρίσω; Τι οφείλω να πράξω; Τι μου επιτρέπεται να ελπίζω; — εκτείνονται σε παραδοσιακά θέματα της μεταφυσικής, δηλαδή στον Θεό και στην αθανασία. Θα ήταν σοβαρό σφάλμα να πιστέψουμε ότι μπορούμε, στην παρούσα έρευνα, να στηριχθούμε με οποιονδήποτε τρόπο στη δεύτερη ερώτηση — Τι οφείλω να πράξω; — και στο συσχετιζόμενο με αυτήν ιδεώδες της ελευθερίας. (Αντιθέτως: θα δούμε ότι αυτή η ερώτηση, όπως τη διατύπωσε και την απάντησε ο Kant, μας εμποδίζει — και ίσως εμπόδισε και τον ίδιο τον Kant όταν προσπαθούσε να συμφιλιώσει τις πολιτικές του ιδέες με την ηθική του φιλοσοφία — μόλις επιχειρήσουμε να φανταστούμε πώς θα ήταν η Πολιτική Φιλοσοφία του, αν είχε τον χρόνο και τη δύναμη να της δώσει την κατάλληλη μορφή.)
Η δεύτερη καντιανή ερώτηση δεν έχει απολύτως καμία σχέση με την πράξη, και ο Kant δεν λαμβάνει πουθενά υπόψη την πράξη. Αντιλήφθηκε βέβαια τη θεμελιώδη «κοινωνικότητα» του ανθρώπου και όρισε ως στοιχεία της: την επικοινωνησιμότητα, δηλαδή την ανάγκη του ανθρώπου να εκφράζεται, και τη δημοσιότητα, δηλαδή την δημόσια ελευθερία όχι μόνο να σκέφτεται αλλά και να δημοσιεύει — την «ελευθερία της πένας». Ωστόσο, δεν γνωρίζει ούτε μια δύναμη ούτε μια ανάγκη για δράση.
Έτσι, η ερώτηση «Τι οφείλω να πράξω;» αναφέρεται στον Kant στη συμπεριφορά του εαυτού μέσα στην ανεξαρτησία του από τους άλλους· στον ίδιο εκείνον εαυτό που θέλει να γνωρίζει τι είναι δυνατό να γνωρίσουν τα ανθρώπινα όντα και τι παραμένει άγνωστο αλλά νοητό· στον ίδιο εαυτό που θέλει να γνωρίζει τι μπορεί λογικά να ελπίζει σε σχέση με την αθανασία.
Οι τρεις ερωτήσεις συνδέονται μεταξύ τους με έναν τρόπο ουσιαστικά απλό, σχεδόν πρωτόγονο. Η απάντηση στην πρώτη ερώτηση, που δίνεται στην Κριτική του καθαρού λόγου, μου λέει τι μπορώ να γνωρίσω και — ακόμη σημαντικότερο — τι δεν μπορώ να γνωρίσω. Τα μεταφυσικά ερωτήματα αφορούν ακριβώς αυτό που δεν μπορώ να γνωρίσω. Παρ’ όλα αυτά, δεν μπορώ να αποφύγω να σκέφτομαι αυτό που δεν μπορώ να γνωρίσω, γιατί αφορά εκείνα που με ενδιαφέρουν περισσότερο: την ύπαρξη του Θεού, την ελευθερία — χωρίς την οποία η ζωή θα ήταν απάνθρωπη, «ζωώδης» — και την αθανασία της ψυχής.
Στη γλώσσα του Kant, αυτά είναι πρακτικά ερωτήματα, και η πρακτική λογική μου λέει πώς να τα σκέφτομαι. Ακόμη και η θρησκεία υπάρχει για τον άνθρωπο ως λογικό ον «μόνο μέσα στα όρια της λογικής». Το κύριο ενδιαφέρον μου — εκείνο στο οποίο θέλω να στρέψω την ελπίδα μου — είναι η ευτυχία σε μια μελλοντική ζωή· και μπορώ να την ελπίζω, εφόσον είμαι άξιος αυτής, δηλαδή εφόσον συμπεριφέρομαι σωστά.
Σε μία από τις διαλέξεις του και επίσης στις σημειώσεις του, ο Kant προσθέτει στις τρεις ερωτήσεις και μία τέταρτη: Τι είναι ο άνθρωπος; Ωστόσο, αυτή η τελευταία ερώτηση δεν εμφανίζεται στις Κριτικές του.
Καθώς επίσης λείπει η ερώτηση «Πώς κρίνω;» — δηλαδή η ερώτηση της τρίτης Κριτικής — καμία από τις θεμελιώδεις φιλοσοφικές ερωτήσεις δεν είναι διαμορφωμένη έτσι ώστε να λάβει υπόψη την ανθρώπινη πολλαπλότητα· ούτε καν να την αναφέρει, εκτός ίσως ως προϋπόθεση, πράγμα που υπονοείται στη δεύτερη ερώτηση: ότι χωρίς άλλους ανθρώπους θα είχε μικρό νόημα να συμπεριφέρομαι.
Ωστόσο, η επιμονή του Kant στα καθήκοντα προς τον εαυτό, στο ότι τα ηθικά καθήκοντα πρέπει να είναι απαλλαγμένα από κάθε κλίση, και στο ότι ο ηθικός νόμος δεν ισχύει μόνο για τους ανθρώπους αυτού του πλανήτη αλλά για όλα τα «νοητά» όντα του σύμπαντος, περιορίζει αυτήν την προϋπόθεση της πολλαπλότητας στο ελάχιστο.
Η βασική ιδέα που διατρέχει και τις τρεις ερωτήσεις είναι το ίδιον συμφέρον, όχι το ενδιαφέρον για τον κόσμο. Και παρόλο που ο Kant συμφωνούσε πλήρως με το παλαιό ρωμαϊκό ρητό «omnes homines beati esse volunt» (όλοι οι άνθρωποι θέλουν να είναι ευτυχισμένοι), θεωρούσε ότι δεν θα μπορούσε να αντέξει την ευτυχία, αν δεν ήταν ταυτόχρονα πεπεισμένος ότι είναι άξιος αυτής.
Με άλλα λόγια — και αυτά είναι λόγια που ο Kant επαναλαμβάνει πολλές φορές, έστω και παρεμπιπτόντως — το μεγαλύτερο κακό που μπορεί να συμβεί σε έναν άνθρωπο είναι η αυτοπεριφρόνηση. Έτσι γράφει σε επιστολή του προς τον Mendelssohn (8 Απριλίου 1766) ότι η απώλεια της αυτοεκτίμησης «θα ήταν το μεγαλύτερο κακό που θα μπορούσε να μου συμβεί»· όχι δηλαδή η απώλεια της εκτίμησης που απολαμβάνει από τους άλλους.
(Ας θυμηθούμε εδώ τον Σωκράτη, που είπε: είναι προτιμότερο για μένα να διαφωνώ με τους πολλούς, παρά εγώ, ως ένας, να μη συμφωνώ με τον εαυτό μου.)
Ο ύψιστος στόχος του ατόμου σε αυτή τη ζωή είναι, λοιπόν, να καταστεί άξιο μιας ευτυχίας που είναι ανέφικτη σε αυτή τη γη. Σε σύγκριση με αυτή τη θεμελιώδη επιδίωξη, όλοι οι άλλοι στόχοι και σκοποί που μπορεί να έχουν οι άνθρωποι στη ζωή είναι δευτερεύοντες (συμπεριλαμβανομένης, φυσικά, της αμφισβητήσιμης προόδου του είδους, την οποία η φύση προωθεί πίσω από την πλάτη μας).
Σε αυτό το σημείο δεν μπορούμε παρά να αναφερθούμε — έστω και συνοπτικά — στο τόσο παράξενα δύσκολο πρόβλημα της σχέσης ανάμεσα στην πολιτική και τη φιλοσοφία, ή καλύτερα στη στάση που τείνουν να υιοθετούν οι φιλόσοφοι απέναντι σε ολόκληρη τη σφαίρα του πολιτικού.
Βεβαίως, άλλοι φιλόσοφοι έκαναν αυτό που ο Immanuel Kant δεν έκανε: έγραψαν Πολιτικές Φιλοσοφίες. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι είχαν καλύτερη γνώμη για την πολιτική ή ότι τα πολιτικά προβλήματα βρίσκονταν περισσότερο στο κέντρο της σκέψης τους. Τα παραδείγματα είναι πάρα πολλά για να απαριθμηθούν· ας αναφέρουμε όμως τον Πλάτωνα. Έγραψε την Πολιτεία (Politeia) για να δικαιολογήσει την ιδέα ότι οι φιλόσοφοι πρέπει να γίνουν βασιλείς — όχι επειδή αγαπούσαν την πολιτική, αλλά επειδή έτσι, πρώτον, θα απέφευγαν να κυβερνώνται από ανθρώπους κατώτερους από τους ίδιους, και δεύτερον, θα μπορούσε να εγκαθιδρυθεί στην πόλη η απόλυτη, ήρεμη ειρήνη, που αποτελεί την καλύτερη δυνατή συνθήκη ζωής για τον φιλόσοφο.
Ο Αριστοτέλης δεν ακολούθησε τον Πλάτωνα· ωστόσο και ο ίδιος υποστήριξε ότι ο βίος πολιτικός (bios politikos) υπάρχει τελικά για χάρη του βίου θεωρητικού (bios theōrētikos). Όσον αφορά τον ίδιο τον φιλόσοφο, δήλωσε ρητά — ακόμη και στο έργο του Πολιτικά — ότι μόνο η φιλοσοφία επιτρέπει «δι’ αὑτῶν χαίρειν», να χαίρεται κανείς από μόνος του, ανεξάρτητα, χωρίς τη βοήθεια ή την παρουσία άλλων [39]. Ήταν αυτονόητο ότι μια τέτοια ανεξαρτησία, ή μάλλον αυτάρκεια, συγκαταλεγόταν στα ύψιστα αγαθά. (Ασφαλώς, κατά τον Αριστοτέλη, μόνο μια ενεργητική ζωή μπορεί να εξασφαλίσει την ευτυχία· αλλά αυτή η «ενεργητικότητα» δεν απαιτεί από τον ενεργούντα να ασχολείται με άλλους, όταν συνίσταται σε σκέψη και θεωρία, που είναι αυτάρκεις και ολοκληρωμένες καθαυτές [40].)
Ο Baruch Spinoza δήλωνε ήδη στον τίτλο ενός από τα πολιτικά του έργα ότι ο τελικός του σκοπός δεν ήταν πολιτικός, αλλά η libertas philosophandi — η ελευθερία του φιλοσοφείν. Ακόμη και ο Thomas Hobbes, στον οποίο το πολιτικό στοιχείο ήταν ίσως πιο οικείο από ό,τι σε οποιονδήποτε άλλο συγγραφέα πολιτικής φιλοσοφίας (ενώ αξίζει να σημειωθεί ότι ούτε για τον Niccolò Machiavelli ούτε για τον Jean Bodin ούτε για τον Montesquieu μπορεί να ειπωθεί ότι ασχολήθηκαν με φιλοσοφία με την αυστηρή έννοια), έγραψε τον Λεβιάθαν για να αποτρέψει τους κινδύνους της πολιτικής και να εξασφαλίσει όσο το δυνατόν περισσότερη ειρήνη και ηρεμία.
Όλοι αυτοί — με πιθανή εξαίρεση τον Hobbes — θα συμφωνούσαν με τον Πλάτωνα: μην παίρνεις πολύ στα σοβαρά αυτή τη σφαίρα των ανθρώπινων πραγμάτων. Και τα λόγια του Blaise Pascal πάνω σε αυτό το θέμα, γραμμένα στο ύφος των Γάλλων ηθικολόγων — δηλαδή με ασέβεια, θράσος, φρεσκάδα και σαρκασμό — μπορεί να είναι κάπως υπερβολικά, αλλά δεν αστοχούν στο ουσιώδες σημείο:
«Φανταζόμαστε τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη μόνο με τη σοβαρή στολή του δασκάλου. Ήταν έντιμοι άνθρωποι που γελούσαν με τους φίλους τους όπως όλοι οι άλλοι· και όταν, για να διασκεδάσουν, έγραφαν τους νόμους και την πολιτική τους, αυτό ήταν για αυτούς παιχνίδι· ήταν το λιγότερο φιλοσοφικό και το λιγότερο σοβαρό μέρος της ζωής τους· το πιο φιλοσοφικό ήταν να ζουν απλά και ήρεμα. Αν έγραφαν για την πολιτική, το έκαναν σαν να τακτοποιούν ένα τρελοκομείο· και αν μιλούσαν γι’ αυτήν σαν να ήταν κάτι σπουδαίο, το έκαναν μόνο επειδή ήξεραν ότι οι τρελοί στους οποίους απευθύνονταν νόμιζαν ότι είναι βασιλείς και αυτοκράτορες. Υιοθετούσαν τις αρχές τους για να κάνουν την τρέλα τους όσο το δυνατόν πιο ακίνδυνη.» [41]
Θα περίμενε κανείς ότι το πρόβλημα του Kant στα τελευταία χρόνια της ζωής του — όταν η American Revolution και ακόμη περισσότερο η French Revolution τον ξύπνησαν, τρόπον τινά, από τον πολιτικό του λήθαργο (όπως στη νεότητά του τον είχε αφυπνίσει ο David Hume από τον δογματικό ύπνο και στα ώριμα χρόνια του ο Jean-Jacques Rousseau από τον ηθικό) — θα ήταν πώς να συμφιλιώσει το ζήτημα της οργάνωσης του κράτους με τη φιλοσοφία της ηθικής του, δηλαδή με την επιταγή της πρακτικής λογικής.
Αυτό όμως δεν ισχύει. Και το αξιοσημείωτο γεγονός είναι ότι ο Immanuel Kant γνώριζε ότι η ηθική του φιλοσοφία δεν μπορούσε εδώ να βοηθήσει. Γι’ αυτό και απέφυγε κάθε ηθικολογία και αναγνώρισε ότι το πρόβλημα ήταν πώς μπορεί να εξαναγκαστεί ο άνθρωπος «να είναι καλός πολίτης», ακόμη κι αν δεν είναι «ηθικά καλός άνθρωπος», και ότι δεν πρέπει να αναμένουμε «την καλή πολιτειακή οργάνωση από την ηθικότητα, αλλά αντιστρόφως, πρώτα από την καλή πολιτειακή οργάνωση να αναμένουμε την καλή ηθική διαμόρφωση ενός λαού».[32]
Αυτό μπορεί να σας θυμίσει την παρατήρηση του Aristotle ότι ένας καλός άνθρωπος μπορεί να είναι καλός πολίτης μόνο μέσα σε ένα καλό κράτος — αν και πρέπει να σημειωθεί ότι ο Kant (και αυτό είναι το εντυπωσιακό, καθώς προχωρεί πολύ πέρα από τον Αριστοτέλη στον διαχωρισμό ηθικότητας και καλής πολιτειότητας) καταλήγει στο εξής συμπέρασμα:
«Το πρόβλημα της συγκρότησης του κράτους είναι, όσο σκληρό κι αν ακούγεται, επιλύσιμο ακόμη και για έναν λαό διαβόλων (αρκεί να έχουν λογική), και διατυπώνεται ως εξής: “Μια ομάδα λογικών όντων;;;, που συνολικά απαιτούν γενικούς νόμους για τη διατήρησή τους, αλλά το καθένα είναι κρυφά διατεθειμένο να εξαιρεί τον εαυτό του από αυτούς, να οργανωθεί και να θεσπίσει το πολίτευμά της κατά τέτοιον τρόπο, ώστε, μολονότι στις ιδιωτικές τους διαθέσεις αντιτίθενται μεταξύ τους, αυτές να αλληλοεξουδετερώνονται έτσι ώστε στη δημόσια συμπεριφορά τους το αποτέλεσμα να είναι το ίδιο σαν να μην είχαν τέτοιες κακές διαθέσεις.”»[33]
Αυτές οι προτάσεις είναι καθοριστικές. Εκείνο που λέει ο Immanuel Kant είναι — σε παραλλαγή της αριστοτελικής διατύπωσης — ότι ένας κακός άνθρωπος μπορεί, μέσα σε ένα καλό κράτος, να είναι καλός πολίτης. Ο ορισμός του «κακού» εδώ αντιστοιχεί σε εκείνον της ηθικής του φιλοσοφίας.
Η κατηγορική προσταγή λέει: να ενεργείς πάντοτε έτσι ώστε η αρχή της πράξης σου να μπορεί να γίνει καθολικός νόμος· δηλαδή: «… δεν πρέπει ποτέ να ενεργώ αλλιώς παρά μόνο έτσι ώστε να μπορώ να θέλω η αρχή μου να γίνει καθολικός νόμος»[34].
Ο βασικός πυρήνας αυτής της ιδέας είναι πολύ απλός. Με τα λόγια του ίδιου του Kant: μπορώ να θέλω ένα συγκεκριμένο ψέμα, αλλά δεν μπορώ σε καμία περίπτωση να θέλω «έναν γενικό νόμο του ψεύδους»· γιατί τότε «δεν θα υπήρχε πια καμία υπόσχεση»[35]. Ή: μπορώ να επιθυμώ να κλέψω, αλλά δεν μπορώ να θέλω η κλοπή να γίνει καθολικός νόμος· γιατί τότε δεν θα υπήρχε ιδιοκτησία.
Ο κακός άνθρωπος, κατά τον Kant, είναι εκείνος που κάνει εξαίρεση για τον εαυτό του, όχι εκείνος που θέλει το κακό· γιατί αυτό, σύμφωνα με τον Kant, είναι αδύνατο. Έτσι, ο «λαός των διαβόλων» εδώ δεν αποτελείται από διαβόλους με τη συνήθη έννοια, αλλά από όντα που «μυστικά» είναι «διατεθειμένα να εξαιρούν τον εαυτό τους». Το κρίσιμο σημείο βρίσκεται στη λέξη «μυστικά»: δεν μπορούν να το κάνουν δημόσια, γιατί τότε θα στρέφονταν εμφανώς ενάντια στο γενικό συμφέρον, θα ήταν εχθροί του λαού — ακόμη κι αν αυτός ο λαός ήταν «λαός διαβόλων». Και σε αντίθεση με την ηθική, στην πολιτική όλα εξαρτώνται από τη «δημόσια συμπεριφορά». [ΚΥΡΙΑΡΧΕΙ ΤΟ ΡΩΜΑΙΚΟ ΦΑΙΝΕΣΘΑΙ. ΚΑΘΟΤΙ ΕΧΕΙ ΗΔΗ ΚΥΡΙΑΡΧΗΣΕΙ ΤΟ ΘΕΛΩ, Η ΒΟΥΛΗΣΗ]
Θα μπορούσε να φαίνεται ότι αυτό το απόσπασμα θα μπορούσε να έχει γραφεί μόνο μετά την Κριτική του πρακτικού λόγου. Αλλά αυτό είναι λάθος. Διότι πρόκειται επίσης για μια ιδέα που προέρχεται από την προκριτική περίοδο· απλώς τώρα διατυπώνεται στο πλαίσιο της καντιανής ηθικής φιλοσοφίας.
Στις Παρατηρήσεις περί του αισθήματος του ωραίου και του υψηλού διαβάζουμε:
«Από εκείνους τους ανθρώπους που ενεργούν σύμφωνα με αρχές είναι πολύ λίγοι, πράγμα που είναι και πολύ καλό, διότι είναι πολύ εύκολο να σφάλλει κανείς σε αυτές τις αρχές… Από εκείνους που ενεργούν από καλοπροαίρετες ορμές είναι πολύ περισσότεροι, πράγμα εξαιρετικά καλό, αν και δεν μπορεί να αποδοθεί ως ιδιαίτερη αρετή στο πρόσωπο· διότι αυτά τα ενστικτώδη αγαθά κίνητρα μερικές φορές λείπουν, αλλά κατά μέσο όρο εξυπηρετούν εξίσου τον μεγάλο σκοπό της φύσης, όπως και τα άλλα ένστικτα που κινούν με τόση κανονικότητα τον ζωικό κόσμο. Εκείνοι που έχουν το ίδιο τους το εγώ ως το μοναδικό σημείο αναφοράς των προσπαθειών τους και προσπαθούν να περιστρέψουν τα πάντα γύρω από το ιδιοτελές συμφέρον τους είναι οι περισσότεροι· πράγμα που δεν είναι καθόλου μειονέκτημα· διότι αυτοί είναι οι πιο επιμελείς, τακτικοί και προσεκτικοί· δίνουν στο σύνολο συνοχή και σταθερότητα, επειδή γίνονται, χωρίς να το θέλουν, χρήσιμοι στο κοινό.»[36]
Εδώ μάλιστα φαίνεται σαν να είναι αναγκαίος ένας «λαός διαβόλων», για να «παραχθούν οι αναγκαίες ανάγκες και να τεθούν τα θεμέλια πάνω στα οποία λεπτότερες ψυχές μπορούν να διαδώσουν την ομορφιά και την αρμονία»[37].
Έχουμε εδώ την καντιανή εκδοχή της θεωρίας του φωτισμένου ιδιοσυμφέροντος. Η θεωρία αυτή έχει σοβαρές αδυναμίες. Παρ’ όλα αυτά, πρέπει να συγκρατήσουμε τα εξής βασικά σημεία της καντιανής θέσης όσον αφορά την πολιτική φιλοσοφία:
Πρώτον, είναι σαφές ότι αυτό το «σχήμα» μπορεί να λειτουργήσει μόνο αν υποθέσουμε ότι πίσω από τις πράξεις των ανθρώπων δρα «ένας μεγάλος σκοπός της φύσης». Διαφορετικά, ο «λαός των διαβόλων» θα αυτοκαταστρεφόταν (στον Kant, το κακό είναι γενικά αυτοκαταστροφικό). Η φύση επιδιώκει τη διατήρηση των ειδών, και το μόνο που απαιτεί από τα παιδιά της είναι να διατηρούν τον εαυτό τους και να έχουν λογική.
Δεύτερον, υπάρχει η πεποίθηση ότι δεν απαιτείται καμία ηθική μεταστροφή του ανθρώπου, καμία επανάσταση στον τρόπο σκέψης του, για να προκύψει πολιτική πρόοδος προς το καλύτερο.
Και τρίτον, υπάρχει η έμφαση αφενός στα συντάγματα και αφετέρου στη δημοσιότητα. Η «δημοσιότητα» είναι μία από τις βασικές έννοιες της πολιτικής σκέψης του Kant· στο πλαίσιο μας υποδηλώνει ότι οι κακές προθέσεις είναι εξ ορισμού μυστικές. Έτσι διαβάζουμε σε ένα από τα ύστερα έργα του, Η διαμάχη των σχολών:
«Γιατί δεν τόλμησε ποτέ κανένας ηγεμόνας να δηλώσει ανοιχτά ότι δεν αναγνωρίζει κανένα δικαίωμα του λαού απέναντί του…; – Η αιτία είναι ότι μια τέτοια δημόσια δήλωση θα ξεσήκωνε όλους τους υπηκόους εναντίον του· παρόλο που αυτοί, σαν υπάκουα πρόβατα, καθοδηγούμενα από έναν καλό και συνετό άρχοντα, καλά τρεφόμενα και ισχυρά προστατευμένα, δεν θα είχαν τίποτε να παραπονεθούν όσον αφορά την ευημερία τους.»[38]
Παρά όλα όσα έχω παρουσιάσει για να δικαιολογήσω την επιλογή ενός καντιανού θέματος που, κατά λέξη, δεν υπάρχει (δηλαδή της Πολιτικής Φιλοσοφίας του, που ποτέ δεν γράφτηκε), υπάρχει ωστόσο μια ένσταση την οποία δεν μπορούμε ποτέ να αναιρέσουμε πλήρως. Ο Immanuel Kant έχει επανειλημμένα εκθέσει ποιες θεωρεί τις κύριες ερωτήσεις που οδηγούν τον άνθρωπο στη φιλοσοφία και στις οποίες η δική του φιλοσοφία επιχείρησε να δώσει απάντηση, και καμία από αυτές δεν αφορά τον άνθρωπο ως ζῷον πολιτικόν, ως πολιτικό ον.
Δύο από τις τρεις ερωτήσεις — Τι μπορώ να γνωρίσω; Τι οφείλω να πράξω; Τι μου επιτρέπεται να ελπίζω; — εκτείνονται σε παραδοσιακά θέματα της μεταφυσικής, δηλαδή στον Θεό και στην αθανασία. Θα ήταν σοβαρό σφάλμα να πιστέψουμε ότι μπορούμε, στην παρούσα έρευνα, να στηριχθούμε με οποιονδήποτε τρόπο στη δεύτερη ερώτηση — Τι οφείλω να πράξω; — και στο συσχετιζόμενο με αυτήν ιδεώδες της ελευθερίας. (Αντιθέτως: θα δούμε ότι αυτή η ερώτηση, όπως τη διατύπωσε και την απάντησε ο Kant, μας εμποδίζει — και ίσως εμπόδισε και τον ίδιο τον Kant όταν προσπαθούσε να συμφιλιώσει τις πολιτικές του ιδέες με την ηθική του φιλοσοφία — μόλις επιχειρήσουμε να φανταστούμε πώς θα ήταν η Πολιτική Φιλοσοφία του, αν είχε τον χρόνο και τη δύναμη να της δώσει την κατάλληλη μορφή.)
Η δεύτερη καντιανή ερώτηση δεν έχει απολύτως καμία σχέση με την πράξη, και ο Kant δεν λαμβάνει πουθενά υπόψη την πράξη. Αντιλήφθηκε βέβαια τη θεμελιώδη «κοινωνικότητα» του ανθρώπου και όρισε ως στοιχεία της: την επικοινωνησιμότητα, δηλαδή την ανάγκη του ανθρώπου να εκφράζεται, και τη δημοσιότητα, δηλαδή την δημόσια ελευθερία όχι μόνο να σκέφτεται αλλά και να δημοσιεύει — την «ελευθερία της πένας». Ωστόσο, δεν γνωρίζει ούτε μια δύναμη ούτε μια ανάγκη για δράση.
Έτσι, η ερώτηση «Τι οφείλω να πράξω;» αναφέρεται στον Kant στη συμπεριφορά του εαυτού μέσα στην ανεξαρτησία του από τους άλλους· στον ίδιο εκείνον εαυτό που θέλει να γνωρίζει τι είναι δυνατό να γνωρίσουν τα ανθρώπινα όντα και τι παραμένει άγνωστο αλλά νοητό· στον ίδιο εαυτό που θέλει να γνωρίζει τι μπορεί λογικά να ελπίζει σε σχέση με την αθανασία.
Οι τρεις ερωτήσεις συνδέονται μεταξύ τους με έναν τρόπο ουσιαστικά απλό, σχεδόν πρωτόγονο. Η απάντηση στην πρώτη ερώτηση, που δίνεται στην Κριτική του καθαρού λόγου, μου λέει τι μπορώ να γνωρίσω και — ακόμη σημαντικότερο — τι δεν μπορώ να γνωρίσω. Τα μεταφυσικά ερωτήματα αφορούν ακριβώς αυτό που δεν μπορώ να γνωρίσω. Παρ’ όλα αυτά, δεν μπορώ να αποφύγω να σκέφτομαι αυτό που δεν μπορώ να γνωρίσω, γιατί αφορά εκείνα που με ενδιαφέρουν περισσότερο: την ύπαρξη του Θεού, την ελευθερία — χωρίς την οποία η ζωή θα ήταν απάνθρωπη, «ζωώδης» — και την αθανασία της ψυχής.
Στη γλώσσα του Kant, αυτά είναι πρακτικά ερωτήματα, και η πρακτική λογική μου λέει πώς να τα σκέφτομαι. Ακόμη και η θρησκεία υπάρχει για τον άνθρωπο ως λογικό ον «μόνο μέσα στα όρια της λογικής». Το κύριο ενδιαφέρον μου — εκείνο στο οποίο θέλω να στρέψω την ελπίδα μου — είναι η ευτυχία σε μια μελλοντική ζωή· και μπορώ να την ελπίζω, εφόσον είμαι άξιος αυτής, δηλαδή εφόσον συμπεριφέρομαι σωστά.
Σε μία από τις διαλέξεις του και επίσης στις σημειώσεις του, ο Kant προσθέτει στις τρεις ερωτήσεις και μία τέταρτη: Τι είναι ο άνθρωπος; Ωστόσο, αυτή η τελευταία ερώτηση δεν εμφανίζεται στις Κριτικές του.
Καθώς επίσης λείπει η ερώτηση «Πώς κρίνω;» — δηλαδή η ερώτηση της τρίτης Κριτικής — καμία από τις θεμελιώδεις φιλοσοφικές ερωτήσεις δεν είναι διαμορφωμένη έτσι ώστε να λάβει υπόψη την ανθρώπινη πολλαπλότητα· ούτε καν να την αναφέρει, εκτός ίσως ως προϋπόθεση, πράγμα που υπονοείται στη δεύτερη ερώτηση: ότι χωρίς άλλους ανθρώπους θα είχε μικρό νόημα να συμπεριφέρομαι.
Ωστόσο, η επιμονή του Kant στα καθήκοντα προς τον εαυτό, στο ότι τα ηθικά καθήκοντα πρέπει να είναι απαλλαγμένα από κάθε κλίση, και στο ότι ο ηθικός νόμος δεν ισχύει μόνο για τους ανθρώπους αυτού του πλανήτη αλλά για όλα τα «νοητά» όντα του σύμπαντος, περιορίζει αυτήν την προϋπόθεση της πολλαπλότητας στο ελάχιστο.
Η βασική ιδέα που διατρέχει και τις τρεις ερωτήσεις είναι το ίδιον συμφέρον, όχι το ενδιαφέρον για τον κόσμο. Και παρόλο που ο Kant συμφωνούσε πλήρως με το παλαιό ρωμαϊκό ρητό «omnes homines beati esse volunt» (όλοι οι άνθρωποι θέλουν να είναι ευτυχισμένοι), θεωρούσε ότι δεν θα μπορούσε να αντέξει την ευτυχία, αν δεν ήταν ταυτόχρονα πεπεισμένος ότι είναι άξιος αυτής.
Με άλλα λόγια — και αυτά είναι λόγια που ο Kant επαναλαμβάνει πολλές φορές, έστω και παρεμπιπτόντως — το μεγαλύτερο κακό που μπορεί να συμβεί σε έναν άνθρωπο είναι η αυτοπεριφρόνηση. Έτσι γράφει σε επιστολή του προς τον Mendelssohn (8 Απριλίου 1766) ότι η απώλεια της αυτοεκτίμησης «θα ήταν το μεγαλύτερο κακό που θα μπορούσε να μου συμβεί»· όχι δηλαδή η απώλεια της εκτίμησης που απολαμβάνει από τους άλλους.
(Ας θυμηθούμε εδώ τον Σωκράτη, που είπε: είναι προτιμότερο για μένα να διαφωνώ με τους πολλούς, παρά εγώ, ως ένας, να μη συμφωνώ με τον εαυτό μου.)
Ο ύψιστος στόχος του ατόμου σε αυτή τη ζωή είναι, λοιπόν, να καταστεί άξιο μιας ευτυχίας που είναι ανέφικτη σε αυτή τη γη. Σε σύγκριση με αυτή τη θεμελιώδη επιδίωξη, όλοι οι άλλοι στόχοι και σκοποί που μπορεί να έχουν οι άνθρωποι στη ζωή είναι δευτερεύοντες (συμπεριλαμβανομένης, φυσικά, της αμφισβητήσιμης προόδου του είδους, την οποία η φύση προωθεί πίσω από την πλάτη μας).
Σε αυτό το σημείο δεν μπορούμε παρά να αναφερθούμε — έστω και συνοπτικά — στο τόσο παράξενα δύσκολο πρόβλημα της σχέσης ανάμεσα στην πολιτική και τη φιλοσοφία, ή καλύτερα στη στάση που τείνουν να υιοθετούν οι φιλόσοφοι απέναντι σε ολόκληρη τη σφαίρα του πολιτικού.
Βεβαίως, άλλοι φιλόσοφοι έκαναν αυτό που ο Immanuel Kant δεν έκανε: έγραψαν Πολιτικές Φιλοσοφίες. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι είχαν καλύτερη γνώμη για την πολιτική ή ότι τα πολιτικά προβλήματα βρίσκονταν περισσότερο στο κέντρο της σκέψης τους. Τα παραδείγματα είναι πάρα πολλά για να απαριθμηθούν· ας αναφέρουμε όμως τον Πλάτωνα. Έγραψε την Πολιτεία (Politeia) για να δικαιολογήσει την ιδέα ότι οι φιλόσοφοι πρέπει να γίνουν βασιλείς — όχι επειδή αγαπούσαν την πολιτική, αλλά επειδή έτσι, πρώτον, θα απέφευγαν να κυβερνώνται από ανθρώπους κατώτερους από τους ίδιους, και δεύτερον, θα μπορούσε να εγκαθιδρυθεί στην πόλη η απόλυτη, ήρεμη ειρήνη, που αποτελεί την καλύτερη δυνατή συνθήκη ζωής για τον φιλόσοφο.
Ο Αριστοτέλης δεν ακολούθησε τον Πλάτωνα· ωστόσο και ο ίδιος υποστήριξε ότι ο βίος πολιτικός (bios politikos) υπάρχει τελικά για χάρη του βίου θεωρητικού (bios theōrētikos). Όσον αφορά τον ίδιο τον φιλόσοφο, δήλωσε ρητά — ακόμη και στο έργο του Πολιτικά — ότι μόνο η φιλοσοφία επιτρέπει «δι’ αὑτῶν χαίρειν», να χαίρεται κανείς από μόνος του, ανεξάρτητα, χωρίς τη βοήθεια ή την παρουσία άλλων [39]. Ήταν αυτονόητο ότι μια τέτοια ανεξαρτησία, ή μάλλον αυτάρκεια, συγκαταλεγόταν στα ύψιστα αγαθά. (Ασφαλώς, κατά τον Αριστοτέλη, μόνο μια ενεργητική ζωή μπορεί να εξασφαλίσει την ευτυχία· αλλά αυτή η «ενεργητικότητα» δεν απαιτεί από τον ενεργούντα να ασχολείται με άλλους, όταν συνίσταται σε σκέψη και θεωρία, που είναι αυτάρκεις και ολοκληρωμένες καθαυτές [40].)
Ο Baruch Spinoza δήλωνε ήδη στον τίτλο ενός από τα πολιτικά του έργα ότι ο τελικός του σκοπός δεν ήταν πολιτικός, αλλά η libertas philosophandi — η ελευθερία του φιλοσοφείν. Ακόμη και ο Thomas Hobbes, στον οποίο το πολιτικό στοιχείο ήταν ίσως πιο οικείο από ό,τι σε οποιονδήποτε άλλο συγγραφέα πολιτικής φιλοσοφίας (ενώ αξίζει να σημειωθεί ότι ούτε για τον Niccolò Machiavelli ούτε για τον Jean Bodin ούτε για τον Montesquieu μπορεί να ειπωθεί ότι ασχολήθηκαν με φιλοσοφία με την αυστηρή έννοια), έγραψε τον Λεβιάθαν για να αποτρέψει τους κινδύνους της πολιτικής και να εξασφαλίσει όσο το δυνατόν περισσότερη ειρήνη και ηρεμία.
Όλοι αυτοί — με πιθανή εξαίρεση τον Hobbes — θα συμφωνούσαν με τον Πλάτωνα: μην παίρνεις πολύ στα σοβαρά αυτή τη σφαίρα των ανθρώπινων πραγμάτων. Και τα λόγια του Blaise Pascal πάνω σε αυτό το θέμα, γραμμένα στο ύφος των Γάλλων ηθικολόγων — δηλαδή με ασέβεια, θράσος, φρεσκάδα και σαρκασμό — μπορεί να είναι κάπως υπερβολικά, αλλά δεν αστοχούν στο ουσιώδες σημείο:
«Φανταζόμαστε τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη μόνο με τη σοβαρή στολή του δασκάλου. Ήταν έντιμοι άνθρωποι που γελούσαν με τους φίλους τους όπως όλοι οι άλλοι· και όταν, για να διασκεδάσουν, έγραφαν τους νόμους και την πολιτική τους, αυτό ήταν για αυτούς παιχνίδι· ήταν το λιγότερο φιλοσοφικό και το λιγότερο σοβαρό μέρος της ζωής τους· το πιο φιλοσοφικό ήταν να ζουν απλά και ήρεμα. Αν έγραφαν για την πολιτική, το έκαναν σαν να τακτοποιούν ένα τρελοκομείο· και αν μιλούσαν γι’ αυτήν σαν να ήταν κάτι σπουδαίο, το έκαναν μόνο επειδή ήξεραν ότι οι τρελοί στους οποίους απευθύνονταν νόμιζαν ότι είναι βασιλείς και αυτοκράτορες. Υιοθετούσαν τις αρχές τους για να κάνουν την τρέλα τους όσο το δυνατόν πιο ακίνδυνη.» [41]
2 σχόλια:
Μόνο που ο Πλάτωνας αναμίχθηκε τόσο ενεργά με την πολιτική, φιλόσοφος ων, που πιο σκατά δεν θα μπορούσε να τα κάνει (βλ. κατορθώματα στη Σικελία).
Τήν ζημίωσε λές τήν Σικελία;
Δημοσίευση σχολίου