Συνέχεια από Πέμπτη 26. Φεβρουαρίου 2026
Hannah Arendt
Το Judging («Το Κρίνειν-Η Κρίση») είναι το ανολοκλήρωτο τρίτο μέρος του έργου της The Life of the Mind της Hannah Arendt. Προοριζόταν να ολοκληρώσει την τριλογία που περιλαμβάνει τα:
Thinking (Το Σκέπτεσθαι)
Willing (Το Θέλειν)
Judging (Το Κρίνειν, ανολοκλήρωτο)
Η Arendt πέθανε το 1975 πριν προλάβει να το συγγράψει· έτσι το Judging ανασυντέθηκε μεταθανάτια από διαλέξεις, σημειώσεις και σεμινάρια (ιδίως πάνω στον Kant).
Πρώτη ώρα (συνέχεια)
.....«Ακόμη κι αν δεχθούμε την ηθικο-φυσική κατάσταση του ανθρώπου σε αυτή τη ζωή στην καλύτερη δυνατή της μορφή, δηλαδή ως συνεχή πρόοδο και προσέγγιση προς το ύψιστο αγαθό (που του έχει τεθεί ως σκοπός), δεν μπορεί ωστόσο… να συνδέσει με αυτήν την ικανοποίηση, ενόψει μιας αιώνιας μεταβολής της κατάστασής του… Διότι η κατάσταση στην οποία βρίσκεται τώρα παραμένει πάντοτε κακό, συγκριτικά με την καλύτερη στην οποία πρόκειται να εισέλθει· και η παράσταση μιας άπειρης προόδου προς τον τελικό σκοπό είναι συγχρόνως η προοπτική μιας άπειρης σειράς κακών, που… δεν επιτρέπουν να υπάρξει ικανοποίηση…»¹²
.....«Ακόμη κι αν δεχθούμε την ηθικο-φυσική κατάσταση του ανθρώπου σε αυτή τη ζωή στην καλύτερη δυνατή της μορφή, δηλαδή ως συνεχή πρόοδο και προσέγγιση προς το ύψιστο αγαθό (που του έχει τεθεί ως σκοπός), δεν μπορεί ωστόσο… να συνδέσει με αυτήν την ικανοποίηση, ενόψει μιας αιώνιας μεταβολής της κατάστασής του… Διότι η κατάσταση στην οποία βρίσκεται τώρα παραμένει πάντοτε κακό, συγκριτικά με την καλύτερη στην οποία πρόκειται να εισέλθει· και η παράσταση μιας άπειρης προόδου προς τον τελικό σκοπό είναι συγχρόνως η προοπτική μιας άπειρης σειράς κακών, που… δεν επιτρέπουν να υπάρξει ικανοποίηση…»¹²
Μια άλλη, κάπως απρεπής αλλά ασφαλώς όχι εντελώς αδικαιολόγητη, μορφή ένστασης απέναντι στην επιλογή του θέματός μου συνίσταται στο να επισημανθεί ότι όλα τα κείμενα που συνήθως επιλέγονται για την παρουσίαση της Πολιτικής Φιλοσοφίας του Kant (και τα οποία επέλεξα κι εγώ) προέρχονται από τα ύστερα χρόνια του και ότι η παρακμή των πνευματικών του δυνάμεων, μέχρι και την άνοια των γηρατειών, αποτελεί γεγονός.
Για να αντιμετωπίσω αυτό το επιχείρημα, σας ζήτησα να διαβάσετε τις πολύ πρώιμες Παρατηρήσεις για το αίσθημα του Ωραίου και του Υψηλού[13]. Θα προλάβω εδώ τη δική μου γνώμη επί του ζητήματος και ελπίζω να την τεκμηριώσω κατά τη διάρκεια αυτού του εξαμήνου: αν γνωρίζει κανείς το έργο του Kant και λάβει υπόψη του τις βιογραφικές του συνθήκες, είναι εύκολο να αντιστρέψει το επιχείρημα και να πει ότι ο Kant αναγνώρισε το Πολιτικό — σε αντίθεση με το Κοινωνικό — ως ουσιώδες στοιχείο του ανθρώπινου προορισμού μέσα στον κόσμο σχετικά αργά στη ζωή του, δηλαδή όταν δεν διέθετε πλέον ούτε τη δύναμη ούτε τον χρόνο να επεξεργαστεί τη δική του φιλοσοφία για αυτό το ειδικό θέμα.
Με αυτό δεν εννοώ ότι ο Kant παρέλειψε, λόγω της συντομίας της ζωής του, να γράψει την «τέταρτη Κριτική». Αντιθέτως, νομίζω ότι η «τρίτη Κριτική», η Κριτική της Κριτικής Δύναμης — η οποία, σε αντίθεση με την Κριτική του Πρακτικού Λόγου, γράφτηκε αυθόρμητα και όχι ως απάντηση σε κριτικές παρατηρήσεις, ερωτήσεις και προκλήσεις — θα έπρεπε στην πραγματικότητα να είχε γίνει το βιβλίο που τώρα λείπει από το μεγάλο έργο του Kant.
Αφού ολοκλήρωσε το εγχείρημα της Κριτικής, απέμεναν, από τη δική του οπτική, δύο ζητήματα — ζητήματα που τον είχαν απασχολήσει σε όλη του τη ζωή και των οποίων την απάντηση ανέβαλε, προκειμένου πρώτα να διασαφηνίσει πλήρως αυτό που αποκαλούσε «σκάνδαλο» της λογικής: το γεγονός ότι η λογική αντιφάσκει με τον εαυτό της[14] ή ότι η σκέψη υπερβαίνει τα όρια αυτού που μπορούμε να γνωρίσουμε και κατόπιν παγιδεύεται στις ίδιες της τις αντινομίες.
Γνωρίζουμε από τη μαρτυρία του ίδιου του Kant ότι το σημείο καμπής στη ζωή του (το έτος 1770) υπήρξε η ανακάλυψη των γνωστικών ικανοτήτων του ανθρώπινου πνεύματος και των ορίων τους — μια ανακάλυψη της οποίας η επεξεργασία και δημοσίευση ως Κριτική του Καθαρού Λόγου τού πήρε περισσότερο από δέκα χρόνια. Γνωρίζουμε επίσης από τις επιστολές του τι σήμαινε αυτή η τεράστια, πολυετής εργασία για τα άλλα του σχέδια και ιδέες. Γράφει για το «κύριο αντικείμενο», ότι αυτό είχε συγκρατήσει και παρεμποδίσει όλα τα άλλα αντικείμενα που ήλπιζε να ολοκληρώσει και να δημοσιεύσει, «σαν φράγμα»· σαν «πέτρα» είχε «σταθεί στον δρόμο», και μόνο μετά την «απομάκρυνσή» του κατέστη δυνατή η συνέχιση της πορείας[15].
Όταν ο Kant επέστρεψε κατόπιν στα θέματα της προκριτικής του περιόδου, αυτά φυσικά είχαν μεταβληθεί κάπως υπό το φως όσων πλέον γνώριζε. Δεν είχαν όμως αλλάξει τόσο ώστε να μην αναγνωρίζονται πλέον. Δεν μπορούμε επίσης να ισχυριστούμε ότι είχαν χάσει για εκείνον την επείγουσα σημασία τους.
Η σημαντικότερη μεταβολή μπορεί να υποδειχθεί συνοπτικά ως εξής. Πριν από το γεγονός του 1770, ο Kant είχε σκοπό να γράψει και να δημοσιεύσει τη Μεταφυσική των Ηθών. Το έργο αυτό πράγματι το έγραψε και το δημοσίευσε, αλλά τριάντα χρόνια αργότερα. Στο πρώιμο στάδιο είχε ανακοινωθεί με τον τίτλο «Κριτική του ηθικού γούστου»[16], και όταν ο Kant στράφηκε τελικά στην τρίτη του Κριτική, την αποκαλούσε αρχικά ακόμη «Κριτική του Γούστου».
Συνέβη λοιπόν διπλή μετατόπιση: πίσω από το «γούστο», ένα αγαπημένο θέμα ολόκληρου του 18ου αιώνα, ο Kant ανακάλυψε μια εντελώς νέα ανθρώπινη δύναμη, την Κριτική Δύναμη (Urteilskraft). Όμως, ταυτόχρονα, αφαίρεσε από αυτή τη νέα δύναμη την αρμοδιότητα για ηθικές κρίσεις.
Με άλλα λόγια: πλέον δεν είναι απλώς το γούστο αυτό που θα αποφασίζει για το ωραίο και το άσχημο· ενώ, από την άλλη πλευρά, το ερώτημα περί δικαίου και αδίκου δεν θα κρίνεται ούτε από το γούστο ούτε από την κρίση, αλλά μόνο από τον Λόγο.
Δεύτερη ώρα
Στην πρώτη διάλεξη είπα ότι, στο τέλος της ζωής του, για τον Kant είχαν απομείνει δύο ερωτήματα. Το πρώτο θα μπορούσε να συνοψιστεί — ή καλύτερα να υποδηλωθεί — με τον όρο «κοινωνικότητα» (Geselligkeit) του ανθρώπου. Εννοείται το γεγονός ότι κανένας άνθρωπος δεν μπορεί να ζήσει μόνος, ότι οι άνθρωποι δεν εξαρτώνται ο ένας από τον άλλον μόνο ως προς τις ανάγκες και τις μέριμνές τους, αλλά και ως προς την ανώτατη ικανότητά τους, το ανθρώπινο πνεύμα, το οποίο δεν μπορεί να ενεργοποιηθεί έξω από την ανθρώπινη κοινωνία. «Καλή κοινωνία» είναι για «τον σκεπτόμενο απαραίτητη»[17]. Αυτή η ιδέα αποτελεί κλειδί για το πρώτο μέρος της Κριτικής της Κριτικής Δύναμης.
Το ότι η Κριτική της Κριτικής Δύναμης ή του «γούστου» γράφτηκε ως απάντηση σε ένα ανοιχτό ερώτημα από την προκριτική περίοδο είναι προφανές. Όπως και οι Παρατηρήσεις, έτσι και η Κριτική χωρίζεται στο «Ωραίο» και στο «Υψηλό». Επιπλέον, στο παλαιότερο έργο — που διαβάζεται σαν να το είχε γράψει ένας από τους Γάλλους ηθικολόγους — το ζήτημα της «κοινωνικότητας», της «καλής κοινωνίας», ήταν ήδη, αν και όχι στον ίδιο βαθμό όπως στο μεταγενέστερο έργο, κεντρικό ερώτημα.
Εκεί ο Kant αναφέρει την πραγματική εμπειρία που βρίσκεται πίσω από το «πρόβλημα». Αυτή η εμπειρία ήταν — πέρα από την πραγματική κοινωνική ζωή του νεαρού Kant — ένα είδος νοητικού πειράματος. Το πείραμα διαβάζεται ως εξής:
Το όνειρο του Carazan:
«Αυτός ο φιλάργυρος πλούσιος, όσο αυξάνονταν τα πλούτη του, τόσο έκλεινε την καρδιά του στη συμπόνια και στην αγάπη προς κάθε άλλον. Εντούτοις, καθώς η αγάπη προς τους ανθρώπους ψυχραινόταν μέσα του, τόσο αυξανόταν η επιμέλεια των προσευχών του και των θρησκευτικών του πράξεων. Μετά από αυτή την ομολογία, συνεχίζει λοιπόν να λέει:
Ένα βράδυ, καθώς στο φως της λάμπας μου έκανα τους λογαριασμούς μου και υπολόγιζα τα εμπορικά μου κέρδη, με κατέλαβε ο ύπνος. Σε αυτή την κατάσταση είδα τον άγγελο του θανάτου να έρχεται επάνω μου σαν ανεμοστρόβιλος· με χτύπησε προτού προλάβω να αποτρέψω το φοβερό πλήγμα. Πάγωσα όταν αντιλήφθηκα ότι η μοίρα μου είχε ριχθεί στην αιωνιότητα και ότι σε όλο το καλό που είχα παραλείψει δεν μπορούσε να προστεθεί τίποτα, και από όλο το κακό που είχα πράξει δεν μπορούσε να αφαιρεθεί τίποτα.
Οδηγήθηκα ενώπιον του θρόνου Εκείνου που κατοικεί στον τρίτο ουρανό. Η λάμψη που φλόγιζε μπροστά μου μου μίλησε ως εξής: Carazan, η λατρεία σου απορρίπτεται. Έκλεισες την καρδιά σου στην αγάπη προς τους ανθρώπους και κράτησες τους θησαυρούς σου με σιδερένιο χέρι. Έζησες μόνο για τον εαυτό σου, και γι’ αυτό και στο μέλλον θα ζεις στην αιωνιότητα μόνος και αποκλεισμένος από κάθε κοινωνία με ολόκληρη τη δημιουργία.
Την ίδια στιγμή με άρπαξε μια αόρατη δύναμη και με έσυρε μέσα από το λαμπρό οικοδόμημα της δημιουργίας. Άφησα σύντομα πίσω μου αμέτρητους κόσμους. Καθώς πλησίαζα στο έσχατο άκρο της φύσης, αντιλήφθηκα ότι οι σκιές του απέραντου κενού κατέβαιναν μπροστά μου στο βάθος. Ένα φοβερό βασίλειο αιώνιας σιωπής, μοναξιάς και σκοταδιού.
Ανεκδιήγητος τρόμος με κατέλαβε στη θέα αυτή. Σιγά-σιγά έχασα από τα μάτια μου τα τελευταία άστρα, και τελικά έσβησε και η τελευταία αχνή λάμψη φωτός στο απώτατο σκοτάδι. Οι αγωνίες θανάτου της απόγνωσης αυξάνονταν με κάθε στιγμή, καθώς κάθε στιγμή αύξανε την απόστασή μου από τον τελευταίο κατοικημένο κόσμο.
Σκεφτόμουν με ανυπόφορη καρδιακή οδύνη ότι, ακόμη κι αν δέκα χιλιάδες φορές χίλια χρόνια με έφερναν πέρα από τα όρια κάθε δημιουργημένου όντος, θα εξακολουθούσα πάντοτε να ατενίζω μπροστά μου την απέραντη άβυσσο του σκοταδιού, χωρίς βοήθεια και χωρίς ελπίδα επιστροφής.
Μέσα σε αυτή τη σύγχυση άπλωσα τα χέρια μου με τόση σφοδρότητα προς αντικείμενα της πραγματικότητας, ώστε ξύπνησα. Και τώρα διδάχθηκα να εκτιμώ τους ανθρώπους· διότι ακόμη και ο ελάχιστος από εκείνους που, μέσα στην υπερηφάνεια της ευτυχίας μου, είχα διώξει από την πόρτα μου, θα είχε προτιμηθεί σε εκείνη τη φρικτή ερημιά από όλους τους θησαυρούς της Golkonda.»[18]
Το δεύτερο ερώτημα που είχε απομείνει είναι κεντρικό για το δεύτερο μέρος της Κριτικής της Κριτικής Δύναμης, το οποίο διαφέρει τόσο έντονα από το πρώτο, ώστε η έλλειψη ενότητας του βιβλίου έχει επανειλημμένως προκαλέσει σχόλια (ο Baeumler, π.χ., αναρωτήθηκε αν πρόκειται καν για κάτι περισσότερο από μια «ιδιοτροπία γεροντική»[19]).
Αυτό το δεύτερο ερώτημα, όπως τίθεται στην § 67 της Κριτικής της Κριτικής Δύναμης, είναι το εξής:
«Γιατί είναι αναγκαίο να υπάρχουν άνθρωποι;»
Και αυτό το ερώτημα επανέρχεται σε ένα ζήτημα που, κατά κάποιον τρόπο, είχε μείνει ανοιχτό. Όλοι γνωρίζετε τις περίφημες τρεις ερωτήσεις, η απάντηση των οποίων, κατά τον Kant, συνιστά το κατεξοχήν έργο της φιλοσοφίας:
Τι μπορώ να γνωρίζω;
Τι οφείλω να πράττω;
Τι μου επιτρέπεται να ελπίζω;
Στις παραδόσεις του προσέθετε συνήθως και μια τέταρτη:
Τι είναι ο άνθρωπος;
Επεξηγώντας, σημειώνει:
«Στην πρώτη ερώτηση απαντά η Μεταφυσική, στη δεύτερη η Ηθική, στην τρίτη η Θρησκεία και στην τέταρτη η Ανθρωπολογία. Στην πραγματικότητα όμως θα μπορούσε κανείς να τα αναγάγει όλα αυτά στην Ανθρωπολογία, διότι οι τρεις πρώτες ερωτήσεις αναφέρονται στην τελευταία.»[20]
Αυτή η τελευταία ερώτηση μπορεί προφανώς να συνδεθεί με μια άλλη, που διατύπωσαν ο Leibniz, ο Schelling, ο Heidegger:
Γιατί υπάρχει κάτι και όχι μάλλον το τίποτε;
Ο Leibniz την ονομάζει την πρώτη ερώτηση που έχουμε το δικαίωμα να θέσουμε και προσθέτει:
«Car le rien est plus simple et plus facile que quelque chose.»[21]
(Διότι το τίποτε είναι απλούστερο και ευκολότερο από το κάτι.)
Είναι προφανές ότι — όπως κι αν διατυπώσει κανείς αυτές τις ερωτήσεις «Γιατί» — κάθε απάντηση που αρχίζει με «Επειδή» θα ακουγόταν γελοία και θα ήταν πράγματι γελοία. Διότι το «γιατί» εδώ δεν ζητά μια αιτία, όπως π.χ.: Πώς αναπτύχθηκε η ζωή; ή Πώς δημιουργήθηκε το σύμπαν (με ή χωρίς έκρηξη); Αντίθετα, ρωτά για τον σκοπό για τον οποίο συνέβησαν όλα αυτά· και «ο σκοπός της ίδιας της ύπαρξης της φύσης πρέπει να αναζητηθεί πέρα από τη φύση»[22], ο σκοπός της ζωής πέρα από τη ζωή, ο σκοπός του σύμπαντος πέρα από το σύμπαν.
Όπως κάθε σκοπός, έτσι και αυτός πρέπει να είναι κάτι περισσότερο από τη φύση, τη ζωή ή το σύμπαν, τα οποία, με την ίδια τη διατύπωση της ερώτησης, υποβιβάζονται σε μέσα για κάτι ανώτερο από αυτά.
(Όταν ο Heidegger στη μεταγενέστερη φιλοσοφία του επιχειρεί επανειλημμένα να θέσει τον άνθρωπο και το Είναι σε μια σχέση όπου αλληλοπροϋποτίθενται και αλληλοεξαρτώνται — το Είναι που καλεί τον άνθρωπο· ο άνθρωπος που γίνεται ο φύλακας ή «ποιμένας» του Είναι· το Είναι που χρειάζεται τον άνθρωπο για να φανερωθεί· ο άνθρωπος που όχι μόνο χρειάζεται το Είναι για να υπάρξει, αλλά και είναι ο μόνος που έχει σχέση με το ίδιο του το Είναι, καθώς καμία άλλη ολότητα [Seiendes], κανένα άλλο ζωντανό ον δεν το έχει[23] κ.ο.κ. — το κάνει για να αποφύγει αυτού του είδους την αμοιβαία υποβάθμιση που εμπεριέχεται σε τόσο γενικές ερωτήσεις «Γιατί», και όχι για να διαφύγει τα παράδοξα κάθε σκέψης περί του μηδενός.)
Σύμφωνα με το δεύτερο μέρος της Κριτικής της Κριτικής Δύναμης, η ίδια η άποψη του Kant πάνω σε αυτό το δύσκολο και συγκεχυμένο πρόβλημα θα ήταν η εξής: θέτουμε τέτοιες ερωτήσεις, όπως «Ποιος είναι ο σκοπός της φύσης;», μόνο επειδή εμείς οι ίδιοι είμαστε όντα-σκοπού, δηλαδή όντα που διαρκώς επινοούν στόχους και σκοπούς και που, ως όντα προσανατολισμένα σε προθέσεις, ανήκουν στη φύση.
Με αυτή την έννοια, στο ερώτημα γιατί επιβαρυνόμαστε με τόσο προφανώς αναπάντητες ερωτήσεις όπως: «Έχει ο κόσμος ή το σύμπαν μια αρχή, ή υπάρχει, όπως ο Θεός, από αιωνιότητα σε αιωνιότητα;», θα μπορούσε κανείς να απαντήσει ως εξής: ανήκει στην ίδια μας τη φύση να είμαστε όντα που αρχίζουν — και γι’ αυτό, σε όλη μας τη ζωή, δημιουργούμε αρχές.[24]
Αλλά ας επιστρέψουμε στην Κριτική της Κριτικής Δύναμης. Οι συνδετικοί κρίκοι ανάμεσα στα δύο της μέρη είναι αδύναμοι· ωστόσο, όπως κι αν είναι — δηλαδή όπως μπορούμε να υποθέσουμε ότι υπήρχαν στη σκέψη του Kant — συνδέονται στενότερα με το Πολιτικό παρά με οτιδήποτε άλλο στις άλλες «Κριτικές».
Υπάρχουν δύο σημαντικοί συνδετικοί κρίκοι.
Ο πρώτος είναι ότι ο Kant σε κανένα από τα δύο μέρη δεν μιλά για τον άνθρωπο ως ον προικισμένο με νου ή γνώση. Η λέξη «αλήθεια» δεν εμφανίζεται — μόνο μία φορά, και μάλιστα σε ειδικό συμφραζόμενο. Το πρώτο μέρος πραγματεύεται τους ανθρώπους στον πληθυντικό, το πώς είναι πραγματικά και πώς ζουν μέσα σε κοινωνίες· το δεύτερο μέρος λέει κάτι για το ανθρώπινο γένος. (Ο Kant το υπογραμμίζει αυτό, προσθέτοντας στην ερώτηση που ανέφερα προηγουμένως — «Γιατί είναι αναγκαίο να υπάρχουν άνθρωποι;» — ότι αυτή η ερώτηση, «αν έχει κανείς στο νου του τους Νεοολλανδούς ή άλλες πρωτόγονες φυλές, δεν θα ήταν τόσο εύκολο να απαντηθεί»[25].)
Η αποφασιστική διαφορά ανάμεσα στην Κριτική του Πρακτικού Λόγου και στην Κριτική της Κριτικής Δύναμης είναι ότι οι ηθικοί νόμοι της πρώτης ισχύουν για όλα τα έλλογα όντα, ενώ η ισχύς των κανόνων της δεύτερης είναι ρητά περιορισμένη: ισχύουν μόνο για τα ανθρώπινα όντα πάνω στη γη.
Ο δεύτερος συνδετικός κρίκος βρίσκεται στο γεγονός ότι η κριτική δύναμη ασχολείται με το ιδιαίτερο, το οποίο «ως τέτοιο, σε σχέση με το γενικό [με το οποίο ασχολείται συνήθως η σκέψη], περιέχει κάτι το τυχαίο»[26].
Αυτό το ιδιαίτερο έχει με τη σειρά του δύο όψεις.
Το πρώτο μέρος της Κριτικής της Κριτικής Δύναμης ασχολείται με τα ίδια τα αντικείμενα της κρίσης, π.χ. με ένα αντικείμενο που το ονομάζουμε «ωραίο», χωρίς να είμαστε σε θέση να το υπαγάγουμε σε μια γενική κατηγορία της ομορφιάς ως τέτοιας. Δεν έχουμε κανόνα που να μπορούμε να εφαρμόσουμε εδώ. (Αν πείτε: «Τι όμορφο τριαντάφυλλο», δεν καταλήγετε σε αυτή την κρίση λέγοντας πρώτα: «Όλα τα τριαντάφυλλα είναι όμορφα, αυτό το λουλούδι είναι τριαντάφυλλο, άρα είναι όμορφο.» Ούτε αντιστρόφως: «Η ομορφιά ανήκει στα τριαντάφυλλα, αυτό το λουλούδι είναι τριαντάφυλλο, άρα είναι όμορφο.»)
Η άλλη όψη του ιδιαίτερου, που εξετάζεται στο δεύτερο μέρος της Κριτικής της Κριτικής Δύναμης, βρίσκεται στην αδυναμία να συναγάγουμε οποιοδήποτε ιδιαίτερο προϊόν της φύσης από γενικές αιτίες.
«…καμία ανθρώπινη λογική (ούτε καν μια πεπερασμένη που, ως προς την ποιότητα, θα ήταν όμοια με τη δική μας αλλά ως προς τον βαθμό θα την υπερέβαινε κατά πολύ) δεν μπορεί να ελπίζει ότι θα κατανοήσει την παραγωγή έστω και ενός χορταριού από καθαρά μηχανικές αιτίες.»[27]
(Το «μηχανικό» στη γλώσσα του Kant παραπέμπει στις «φυσικές» αιτίες — σε αντίθεση με το «τεχνικό», που σημαίνει «τεχνητό», δηλαδή κατασκευασμένο με πρόθεση, με σκοπό. Πρόκειται για τη διαφορά ανάμεσα σε πράγματα που προκύπτουν από μόνα τους και σε πράγματα που κατασκευάζονται για έναν συγκεκριμένο σκοπό.)
Η έμφαση στο απόσπασμα βρίσκεται στη λέξη «κατανοήσει»: Πώς μπορώ να κατανοήσω (και όχι απλώς να εξηγήσω) ότι υπάρχει χορτάρι γενικά — και επιπλέον αυτός ο συγκεκριμένος βλαστός χόρτου;
Η λύση του Kant συνίσταται στην εισαγωγή της τελεολογικής αρχής, «της αρχής των σκοπών στα προϊόντα της φύσης», ως «ευρετικής αρχής» για να ερευνήσουμε «τους ιδιαίτερους νόμους της φύσης» — ακόμη κι αν αυτή δεν καθιστά «πιο κατανοητό τον τρόπο γένεσης» των προϊόντων της φύσης[28].
Δεν ασχολούμαστε εδώ με αυτό το τμήμα της φιλοσοφίας του Kant, το οποίο, αυστηρά μιλώντας, δεν αφορά την κρίση περί του ιδιαίτερου, αλλά έχει ως θέμα του τη φύση. Βεβαίως ο Kant, όπως θα δούμε, κατανοεί και την ιστορία ως μέρος της φύσης: την ιστορία του ανθρώπινου γένους ως τμήμα της ιστορίας των ζωικών ειδών στη γη. Ωστόσο, επιδιώκει μάλλον να βρει μια αρχή γνώσης παρά μια αρχή κρίσης.
Παρά ταύτα, πρέπει να σας είναι σαφές ότι — όπως μπορείτε να ρωτήσετε «Γιατί είναι αναγκαίο να υπάρχουν άνθρωποι;» — μπορείτε επίσης να ρωτήσετε γιατί είναι αναγκαίο να υπάρχουν δέντρα, ή χόρτα κ.λπ.
Με άλλα λόγια, τα θέματα της Κριτικής της Κριτικής Δύναμης — το ιδιαίτερο, είτε πρόκειται για ένα γεγονός της φύσης είτε για ένα γεγονός της ιστορίας· η κριτική δύναμη ως ικανότητα του ανθρώπινου πνεύματος να ασχολείται με το ιδιαίτερο· η κοινωνικότητα των ανθρώπων ως προϋπόθεση της λειτουργίας αυτής της ικανότητας, δηλαδή η διορατικότητα ότι οι άνθρωποι εξαρτώνται από τους συνανθρώπους τους όχι μόνο επειδή έχουν σώμα και φυσικές ανάγκες αλλά ακριβώς λόγω των πνευματικών τους ικανοτήτων — όλα αυτά τα θέματα, που είναι εξαιρετικής πολιτικής σημασίας, δηλαδή σημαντικά για το Πολιτικό, απασχόλησαν τον Kant πολύ πριν στραφεί σε αυτά στα γηρατειά του, μετά την ολοκλήρωση του «κριτικού εγχειρήματος».
Γι’ αυτά τα θέματα ανέβαλε το «δογματικό» μέρος του έργου του, το οποίο είχε σκοπό να αναλάβει, «ώστε, αν ήταν δυνατόν, να κερδίσω για τα γηρατειά μου τον ακόμη κάπως ευνοϊκό χρόνο»[29]. Το «δογματικό» αυτό μέρος θα περιλάμβανε «τη Μεταφυσική της Φύσης και των Ηθών»· δεν θα υπήρχε όμως εδώ χώρος, «κανένα ιδιαίτερο μέρος», για την κριτική δύναμη.
Διότι η κρίση επί των ιδιαιτέρων — Αυτό είναι ωραίο· Αυτό είναι άσχημο· Αυτό είναι σωστό· Αυτό είναι λάθος — δεν έχει θέση στη φιλοσοφία της ηθικής του Kant. Η κριτική δύναμη δεν είναι πρακτικός λόγος· ο πρακτικός λόγος «συλλογίζεται» και μου λέει τι πρέπει να κάνω και τι να παραλείψω· επιβάλλει τον νόμο και ταυτίζεται με τη βούληση· και η βούληση διατάζει· μιλά σε προστακτικές.
Η κρίση, αντιθέτως, αναδύεται από μια «καθαρά θεωρητική ευχαρίστηση» ή από μια «αδρανή ευμένεια».[30]
«Το συναίσθημα» της θεωρητικής ηδονής «το ονομάζουμε γούστο», και η Κριτική της Κριτικής Δύναμης έπρεπε αρχικά να τιτλοφορηθεί «Κριτική του Γούστου». Για το γούστο «θα γίνεται λόγος σε μια πρακτική φιλοσοφία όχι ως για έναν εγχώριο όρο, αλλά το πολύ μόνο επεισοδιακά».[31]
Δεν ακούγεται αυτό πειστικό; Πώς θα μπορούσαν η «θεωρητική ηδονή» και η «αδρανής ευαρέστηση» να έχουν κάτι να κάνουν με την πράξη; Δεν αποδεικνύει αυτό πειστικά ότι ο Kant, όταν στράφηκε στο δογματικό έργο, είχε αποφασίσει πως η ενασχόλησή του με το ιδιαίτερο και το τυχαίο ανήκε πλέον στο παρελθόν και αποτελούσε μάλλον μια περιθωριακή υπόθεση;
Κι όμως, θα δούμε ότι η τελική τοποθέτηση του Kant απέναντι στη Γαλλική Επανάσταση — σε ένα γεγονός που στα ύστερα χρόνια του έπαιξε κεντρικό ρόλο, όταν περίμενε καθημερινά με μεγάλη ανυπομονησία τις εφημερίδες — καθορίστηκε ακριβώς από αυτή τη στάση του καθαρού θεατή. Πρόκειται για τη στάση εκείνων «που δεν είναι οι ίδιοι μπλεγμένοι σε αυτό το παιχνίδι», αλλά το παρακολουθούν μόνο με μια «συμμετοχή εκ μέρους της επιθυμίας, που πλησιάζει τον ενθουσιασμό», πράγμα που βεβαίως δεν σήμαινε (και πολύ περισσότερο όχι για τον Kant) ότι ήθελαν και οι ίδιοι να κάνουν επανάσταση. Η συμμετοχή τους προερχόταν από «καθαρά θεωρητική ηδονή» και «αδρανής ευαρέστηση».
Μόνο ένα στοιχείο στα ύστερα γραπτά του Kant για αυτά τα ζητήματα δεν μπορούμε να το αναγάγουμε στην προκριτική περίοδο. Πουθενά στα πρώιμα έργα του δεν βρίσκουμε ένδειξη ότι ενδιαφερόταν για σαφώς συνταγματικά και θεσμικά ζητήματα. Κι όμως, ακριβώς αυτό το ενδιαφέρον κυριάρχησε στα τελευταία χρόνια της ζωής του, κατά τα οποία έγραψε σχεδόν όλα τα καθαυτό πολιτικά του κείμενα.
Αυτά γράφτηκαν μετά το 1790, όταν δημοσιεύθηκε η Κριτική της Κριτικής Δύναμης — και ακόμη πιο χαρακτηριστικά, μετά το 1789, το έτος της έκρηξης της Γαλλικής Επανάστασης, όταν ο Kant ήταν 65 ετών. Από τότε και στο εξής, το ενδιαφέρον του δεν περιοριζόταν πλέον αποκλειστικά στο ιδιαίτερο, στην ιστορία ή στην ανθρώπινη κοινωνικότητα. Στο επίκεντρο βρέθηκε μάλλον αυτό που σήμερα θα ονομάζαμε «constitutional law», δηλαδή το κρατικό και συνταγματικό δίκαιο: ο τρόπος με τον οποίο πρέπει να οργανώνεται και να διαρθρώνεται ένα πολιτικό σύστημα, η έννοια της «ρεπουμπλικανικής», δηλαδή συνταγματικής διακυβέρνησης, το ζήτημα των διεθνών σχέσεων κ.ο.κ.
Το πρώτο σημάδι αυτής της μεταβολής μπορεί ίσως να εντοπιστεί στην παρατήρηση στην § 65 της Κριτικής της Κριτικής Δύναμης. Εκεί ο Kant αναφέρεται στην Αμερικανική Επανάσταση, για την οποία ήδη ενδιαφερόταν ιδιαίτερα. Γράφει:
«Έτσι, κατά την πρόσφατα επιχειρηθείσα πλήρη αναμόρφωση ενός μεγάλου λαού σε κράτος, χρησιμοποιήθηκε πολύ εύστοχα η λέξη οργάνωση για τη συγκρότηση των αρχών κτλ., και μάλιστα για ολόκληρο το κρατικό σώμα. Διότι κάθε μέλος, σε ένα τέτοιο όλο, δεν πρέπει βέβαια να είναι απλώς μέσο, αλλά συγχρόνως και σκοπός· και, καθώς συμβάλλει στη δυνατότητα του όλου, να καθορίζεται εκ νέου, ως προς τη θέση και τη λειτουργία του, από την ιδέα του όλου.»
Συνεχίζεται με: Τρίτη ώρα
Για να αντιμετωπίσω αυτό το επιχείρημα, σας ζήτησα να διαβάσετε τις πολύ πρώιμες Παρατηρήσεις για το αίσθημα του Ωραίου και του Υψηλού[13]. Θα προλάβω εδώ τη δική μου γνώμη επί του ζητήματος και ελπίζω να την τεκμηριώσω κατά τη διάρκεια αυτού του εξαμήνου: αν γνωρίζει κανείς το έργο του Kant και λάβει υπόψη του τις βιογραφικές του συνθήκες, είναι εύκολο να αντιστρέψει το επιχείρημα και να πει ότι ο Kant αναγνώρισε το Πολιτικό — σε αντίθεση με το Κοινωνικό — ως ουσιώδες στοιχείο του ανθρώπινου προορισμού μέσα στον κόσμο σχετικά αργά στη ζωή του, δηλαδή όταν δεν διέθετε πλέον ούτε τη δύναμη ούτε τον χρόνο να επεξεργαστεί τη δική του φιλοσοφία για αυτό το ειδικό θέμα.
Με αυτό δεν εννοώ ότι ο Kant παρέλειψε, λόγω της συντομίας της ζωής του, να γράψει την «τέταρτη Κριτική». Αντιθέτως, νομίζω ότι η «τρίτη Κριτική», η Κριτική της Κριτικής Δύναμης — η οποία, σε αντίθεση με την Κριτική του Πρακτικού Λόγου, γράφτηκε αυθόρμητα και όχι ως απάντηση σε κριτικές παρατηρήσεις, ερωτήσεις και προκλήσεις — θα έπρεπε στην πραγματικότητα να είχε γίνει το βιβλίο που τώρα λείπει από το μεγάλο έργο του Kant.
Αφού ολοκλήρωσε το εγχείρημα της Κριτικής, απέμεναν, από τη δική του οπτική, δύο ζητήματα — ζητήματα που τον είχαν απασχολήσει σε όλη του τη ζωή και των οποίων την απάντηση ανέβαλε, προκειμένου πρώτα να διασαφηνίσει πλήρως αυτό που αποκαλούσε «σκάνδαλο» της λογικής: το γεγονός ότι η λογική αντιφάσκει με τον εαυτό της[14] ή ότι η σκέψη υπερβαίνει τα όρια αυτού που μπορούμε να γνωρίσουμε και κατόπιν παγιδεύεται στις ίδιες της τις αντινομίες.
Γνωρίζουμε από τη μαρτυρία του ίδιου του Kant ότι το σημείο καμπής στη ζωή του (το έτος 1770) υπήρξε η ανακάλυψη των γνωστικών ικανοτήτων του ανθρώπινου πνεύματος και των ορίων τους — μια ανακάλυψη της οποίας η επεξεργασία και δημοσίευση ως Κριτική του Καθαρού Λόγου τού πήρε περισσότερο από δέκα χρόνια. Γνωρίζουμε επίσης από τις επιστολές του τι σήμαινε αυτή η τεράστια, πολυετής εργασία για τα άλλα του σχέδια και ιδέες. Γράφει για το «κύριο αντικείμενο», ότι αυτό είχε συγκρατήσει και παρεμποδίσει όλα τα άλλα αντικείμενα που ήλπιζε να ολοκληρώσει και να δημοσιεύσει, «σαν φράγμα»· σαν «πέτρα» είχε «σταθεί στον δρόμο», και μόνο μετά την «απομάκρυνσή» του κατέστη δυνατή η συνέχιση της πορείας[15].
Όταν ο Kant επέστρεψε κατόπιν στα θέματα της προκριτικής του περιόδου, αυτά φυσικά είχαν μεταβληθεί κάπως υπό το φως όσων πλέον γνώριζε. Δεν είχαν όμως αλλάξει τόσο ώστε να μην αναγνωρίζονται πλέον. Δεν μπορούμε επίσης να ισχυριστούμε ότι είχαν χάσει για εκείνον την επείγουσα σημασία τους.
Η σημαντικότερη μεταβολή μπορεί να υποδειχθεί συνοπτικά ως εξής. Πριν από το γεγονός του 1770, ο Kant είχε σκοπό να γράψει και να δημοσιεύσει τη Μεταφυσική των Ηθών. Το έργο αυτό πράγματι το έγραψε και το δημοσίευσε, αλλά τριάντα χρόνια αργότερα. Στο πρώιμο στάδιο είχε ανακοινωθεί με τον τίτλο «Κριτική του ηθικού γούστου»[16], και όταν ο Kant στράφηκε τελικά στην τρίτη του Κριτική, την αποκαλούσε αρχικά ακόμη «Κριτική του Γούστου».
Συνέβη λοιπόν διπλή μετατόπιση: πίσω από το «γούστο», ένα αγαπημένο θέμα ολόκληρου του 18ου αιώνα, ο Kant ανακάλυψε μια εντελώς νέα ανθρώπινη δύναμη, την Κριτική Δύναμη (Urteilskraft). Όμως, ταυτόχρονα, αφαίρεσε από αυτή τη νέα δύναμη την αρμοδιότητα για ηθικές κρίσεις.
Με άλλα λόγια: πλέον δεν είναι απλώς το γούστο αυτό που θα αποφασίζει για το ωραίο και το άσχημο· ενώ, από την άλλη πλευρά, το ερώτημα περί δικαίου και αδίκου δεν θα κρίνεται ούτε από το γούστο ούτε από την κρίση, αλλά μόνο από τον Λόγο.
Δεύτερη ώρα
Στην πρώτη διάλεξη είπα ότι, στο τέλος της ζωής του, για τον Kant είχαν απομείνει δύο ερωτήματα. Το πρώτο θα μπορούσε να συνοψιστεί — ή καλύτερα να υποδηλωθεί — με τον όρο «κοινωνικότητα» (Geselligkeit) του ανθρώπου. Εννοείται το γεγονός ότι κανένας άνθρωπος δεν μπορεί να ζήσει μόνος, ότι οι άνθρωποι δεν εξαρτώνται ο ένας από τον άλλον μόνο ως προς τις ανάγκες και τις μέριμνές τους, αλλά και ως προς την ανώτατη ικανότητά τους, το ανθρώπινο πνεύμα, το οποίο δεν μπορεί να ενεργοποιηθεί έξω από την ανθρώπινη κοινωνία. «Καλή κοινωνία» είναι για «τον σκεπτόμενο απαραίτητη»[17]. Αυτή η ιδέα αποτελεί κλειδί για το πρώτο μέρος της Κριτικής της Κριτικής Δύναμης.
Το ότι η Κριτική της Κριτικής Δύναμης ή του «γούστου» γράφτηκε ως απάντηση σε ένα ανοιχτό ερώτημα από την προκριτική περίοδο είναι προφανές. Όπως και οι Παρατηρήσεις, έτσι και η Κριτική χωρίζεται στο «Ωραίο» και στο «Υψηλό». Επιπλέον, στο παλαιότερο έργο — που διαβάζεται σαν να το είχε γράψει ένας από τους Γάλλους ηθικολόγους — το ζήτημα της «κοινωνικότητας», της «καλής κοινωνίας», ήταν ήδη, αν και όχι στον ίδιο βαθμό όπως στο μεταγενέστερο έργο, κεντρικό ερώτημα.
Εκεί ο Kant αναφέρει την πραγματική εμπειρία που βρίσκεται πίσω από το «πρόβλημα». Αυτή η εμπειρία ήταν — πέρα από την πραγματική κοινωνική ζωή του νεαρού Kant — ένα είδος νοητικού πειράματος. Το πείραμα διαβάζεται ως εξής:
Το όνειρο του Carazan:
«Αυτός ο φιλάργυρος πλούσιος, όσο αυξάνονταν τα πλούτη του, τόσο έκλεινε την καρδιά του στη συμπόνια και στην αγάπη προς κάθε άλλον. Εντούτοις, καθώς η αγάπη προς τους ανθρώπους ψυχραινόταν μέσα του, τόσο αυξανόταν η επιμέλεια των προσευχών του και των θρησκευτικών του πράξεων. Μετά από αυτή την ομολογία, συνεχίζει λοιπόν να λέει:
Ένα βράδυ, καθώς στο φως της λάμπας μου έκανα τους λογαριασμούς μου και υπολόγιζα τα εμπορικά μου κέρδη, με κατέλαβε ο ύπνος. Σε αυτή την κατάσταση είδα τον άγγελο του θανάτου να έρχεται επάνω μου σαν ανεμοστρόβιλος· με χτύπησε προτού προλάβω να αποτρέψω το φοβερό πλήγμα. Πάγωσα όταν αντιλήφθηκα ότι η μοίρα μου είχε ριχθεί στην αιωνιότητα και ότι σε όλο το καλό που είχα παραλείψει δεν μπορούσε να προστεθεί τίποτα, και από όλο το κακό που είχα πράξει δεν μπορούσε να αφαιρεθεί τίποτα.
Οδηγήθηκα ενώπιον του θρόνου Εκείνου που κατοικεί στον τρίτο ουρανό. Η λάμψη που φλόγιζε μπροστά μου μου μίλησε ως εξής: Carazan, η λατρεία σου απορρίπτεται. Έκλεισες την καρδιά σου στην αγάπη προς τους ανθρώπους και κράτησες τους θησαυρούς σου με σιδερένιο χέρι. Έζησες μόνο για τον εαυτό σου, και γι’ αυτό και στο μέλλον θα ζεις στην αιωνιότητα μόνος και αποκλεισμένος από κάθε κοινωνία με ολόκληρη τη δημιουργία.
Την ίδια στιγμή με άρπαξε μια αόρατη δύναμη και με έσυρε μέσα από το λαμπρό οικοδόμημα της δημιουργίας. Άφησα σύντομα πίσω μου αμέτρητους κόσμους. Καθώς πλησίαζα στο έσχατο άκρο της φύσης, αντιλήφθηκα ότι οι σκιές του απέραντου κενού κατέβαιναν μπροστά μου στο βάθος. Ένα φοβερό βασίλειο αιώνιας σιωπής, μοναξιάς και σκοταδιού.
Ανεκδιήγητος τρόμος με κατέλαβε στη θέα αυτή. Σιγά-σιγά έχασα από τα μάτια μου τα τελευταία άστρα, και τελικά έσβησε και η τελευταία αχνή λάμψη φωτός στο απώτατο σκοτάδι. Οι αγωνίες θανάτου της απόγνωσης αυξάνονταν με κάθε στιγμή, καθώς κάθε στιγμή αύξανε την απόστασή μου από τον τελευταίο κατοικημένο κόσμο.
Σκεφτόμουν με ανυπόφορη καρδιακή οδύνη ότι, ακόμη κι αν δέκα χιλιάδες φορές χίλια χρόνια με έφερναν πέρα από τα όρια κάθε δημιουργημένου όντος, θα εξακολουθούσα πάντοτε να ατενίζω μπροστά μου την απέραντη άβυσσο του σκοταδιού, χωρίς βοήθεια και χωρίς ελπίδα επιστροφής.
Μέσα σε αυτή τη σύγχυση άπλωσα τα χέρια μου με τόση σφοδρότητα προς αντικείμενα της πραγματικότητας, ώστε ξύπνησα. Και τώρα διδάχθηκα να εκτιμώ τους ανθρώπους· διότι ακόμη και ο ελάχιστος από εκείνους που, μέσα στην υπερηφάνεια της ευτυχίας μου, είχα διώξει από την πόρτα μου, θα είχε προτιμηθεί σε εκείνη τη φρικτή ερημιά από όλους τους θησαυρούς της Golkonda.»[18]
Το δεύτερο ερώτημα που είχε απομείνει είναι κεντρικό για το δεύτερο μέρος της Κριτικής της Κριτικής Δύναμης, το οποίο διαφέρει τόσο έντονα από το πρώτο, ώστε η έλλειψη ενότητας του βιβλίου έχει επανειλημμένως προκαλέσει σχόλια (ο Baeumler, π.χ., αναρωτήθηκε αν πρόκειται καν για κάτι περισσότερο από μια «ιδιοτροπία γεροντική»[19]).
Αυτό το δεύτερο ερώτημα, όπως τίθεται στην § 67 της Κριτικής της Κριτικής Δύναμης, είναι το εξής:
«Γιατί είναι αναγκαίο να υπάρχουν άνθρωποι;»
Και αυτό το ερώτημα επανέρχεται σε ένα ζήτημα που, κατά κάποιον τρόπο, είχε μείνει ανοιχτό. Όλοι γνωρίζετε τις περίφημες τρεις ερωτήσεις, η απάντηση των οποίων, κατά τον Kant, συνιστά το κατεξοχήν έργο της φιλοσοφίας:
Τι μπορώ να γνωρίζω;
Τι οφείλω να πράττω;
Τι μου επιτρέπεται να ελπίζω;
Στις παραδόσεις του προσέθετε συνήθως και μια τέταρτη:
Τι είναι ο άνθρωπος;
Επεξηγώντας, σημειώνει:
«Στην πρώτη ερώτηση απαντά η Μεταφυσική, στη δεύτερη η Ηθική, στην τρίτη η Θρησκεία και στην τέταρτη η Ανθρωπολογία. Στην πραγματικότητα όμως θα μπορούσε κανείς να τα αναγάγει όλα αυτά στην Ανθρωπολογία, διότι οι τρεις πρώτες ερωτήσεις αναφέρονται στην τελευταία.»[20]
Αυτή η τελευταία ερώτηση μπορεί προφανώς να συνδεθεί με μια άλλη, που διατύπωσαν ο Leibniz, ο Schelling, ο Heidegger:
Γιατί υπάρχει κάτι και όχι μάλλον το τίποτε;
Ο Leibniz την ονομάζει την πρώτη ερώτηση που έχουμε το δικαίωμα να θέσουμε και προσθέτει:
«Car le rien est plus simple et plus facile que quelque chose.»[21]
(Διότι το τίποτε είναι απλούστερο και ευκολότερο από το κάτι.)
Είναι προφανές ότι — όπως κι αν διατυπώσει κανείς αυτές τις ερωτήσεις «Γιατί» — κάθε απάντηση που αρχίζει με «Επειδή» θα ακουγόταν γελοία και θα ήταν πράγματι γελοία. Διότι το «γιατί» εδώ δεν ζητά μια αιτία, όπως π.χ.: Πώς αναπτύχθηκε η ζωή; ή Πώς δημιουργήθηκε το σύμπαν (με ή χωρίς έκρηξη); Αντίθετα, ρωτά για τον σκοπό για τον οποίο συνέβησαν όλα αυτά· και «ο σκοπός της ίδιας της ύπαρξης της φύσης πρέπει να αναζητηθεί πέρα από τη φύση»[22], ο σκοπός της ζωής πέρα από τη ζωή, ο σκοπός του σύμπαντος πέρα από το σύμπαν.
Όπως κάθε σκοπός, έτσι και αυτός πρέπει να είναι κάτι περισσότερο από τη φύση, τη ζωή ή το σύμπαν, τα οποία, με την ίδια τη διατύπωση της ερώτησης, υποβιβάζονται σε μέσα για κάτι ανώτερο από αυτά.
(Όταν ο Heidegger στη μεταγενέστερη φιλοσοφία του επιχειρεί επανειλημμένα να θέσει τον άνθρωπο και το Είναι σε μια σχέση όπου αλληλοπροϋποτίθενται και αλληλοεξαρτώνται — το Είναι που καλεί τον άνθρωπο· ο άνθρωπος που γίνεται ο φύλακας ή «ποιμένας» του Είναι· το Είναι που χρειάζεται τον άνθρωπο για να φανερωθεί· ο άνθρωπος που όχι μόνο χρειάζεται το Είναι για να υπάρξει, αλλά και είναι ο μόνος που έχει σχέση με το ίδιο του το Είναι, καθώς καμία άλλη ολότητα [Seiendes], κανένα άλλο ζωντανό ον δεν το έχει[23] κ.ο.κ. — το κάνει για να αποφύγει αυτού του είδους την αμοιβαία υποβάθμιση που εμπεριέχεται σε τόσο γενικές ερωτήσεις «Γιατί», και όχι για να διαφύγει τα παράδοξα κάθε σκέψης περί του μηδενός.)
Σύμφωνα με το δεύτερο μέρος της Κριτικής της Κριτικής Δύναμης, η ίδια η άποψη του Kant πάνω σε αυτό το δύσκολο και συγκεχυμένο πρόβλημα θα ήταν η εξής: θέτουμε τέτοιες ερωτήσεις, όπως «Ποιος είναι ο σκοπός της φύσης;», μόνο επειδή εμείς οι ίδιοι είμαστε όντα-σκοπού, δηλαδή όντα που διαρκώς επινοούν στόχους και σκοπούς και που, ως όντα προσανατολισμένα σε προθέσεις, ανήκουν στη φύση.
Με αυτή την έννοια, στο ερώτημα γιατί επιβαρυνόμαστε με τόσο προφανώς αναπάντητες ερωτήσεις όπως: «Έχει ο κόσμος ή το σύμπαν μια αρχή, ή υπάρχει, όπως ο Θεός, από αιωνιότητα σε αιωνιότητα;», θα μπορούσε κανείς να απαντήσει ως εξής: ανήκει στην ίδια μας τη φύση να είμαστε όντα που αρχίζουν — και γι’ αυτό, σε όλη μας τη ζωή, δημιουργούμε αρχές.[24]
Αλλά ας επιστρέψουμε στην Κριτική της Κριτικής Δύναμης. Οι συνδετικοί κρίκοι ανάμεσα στα δύο της μέρη είναι αδύναμοι· ωστόσο, όπως κι αν είναι — δηλαδή όπως μπορούμε να υποθέσουμε ότι υπήρχαν στη σκέψη του Kant — συνδέονται στενότερα με το Πολιτικό παρά με οτιδήποτε άλλο στις άλλες «Κριτικές».
Υπάρχουν δύο σημαντικοί συνδετικοί κρίκοι.
Ο πρώτος είναι ότι ο Kant σε κανένα από τα δύο μέρη δεν μιλά για τον άνθρωπο ως ον προικισμένο με νου ή γνώση. Η λέξη «αλήθεια» δεν εμφανίζεται — μόνο μία φορά, και μάλιστα σε ειδικό συμφραζόμενο. Το πρώτο μέρος πραγματεύεται τους ανθρώπους στον πληθυντικό, το πώς είναι πραγματικά και πώς ζουν μέσα σε κοινωνίες· το δεύτερο μέρος λέει κάτι για το ανθρώπινο γένος. (Ο Kant το υπογραμμίζει αυτό, προσθέτοντας στην ερώτηση που ανέφερα προηγουμένως — «Γιατί είναι αναγκαίο να υπάρχουν άνθρωποι;» — ότι αυτή η ερώτηση, «αν έχει κανείς στο νου του τους Νεοολλανδούς ή άλλες πρωτόγονες φυλές, δεν θα ήταν τόσο εύκολο να απαντηθεί»[25].)
Η αποφασιστική διαφορά ανάμεσα στην Κριτική του Πρακτικού Λόγου και στην Κριτική της Κριτικής Δύναμης είναι ότι οι ηθικοί νόμοι της πρώτης ισχύουν για όλα τα έλλογα όντα, ενώ η ισχύς των κανόνων της δεύτερης είναι ρητά περιορισμένη: ισχύουν μόνο για τα ανθρώπινα όντα πάνω στη γη.
Ο δεύτερος συνδετικός κρίκος βρίσκεται στο γεγονός ότι η κριτική δύναμη ασχολείται με το ιδιαίτερο, το οποίο «ως τέτοιο, σε σχέση με το γενικό [με το οποίο ασχολείται συνήθως η σκέψη], περιέχει κάτι το τυχαίο»[26].
Αυτό το ιδιαίτερο έχει με τη σειρά του δύο όψεις.
Το πρώτο μέρος της Κριτικής της Κριτικής Δύναμης ασχολείται με τα ίδια τα αντικείμενα της κρίσης, π.χ. με ένα αντικείμενο που το ονομάζουμε «ωραίο», χωρίς να είμαστε σε θέση να το υπαγάγουμε σε μια γενική κατηγορία της ομορφιάς ως τέτοιας. Δεν έχουμε κανόνα που να μπορούμε να εφαρμόσουμε εδώ. (Αν πείτε: «Τι όμορφο τριαντάφυλλο», δεν καταλήγετε σε αυτή την κρίση λέγοντας πρώτα: «Όλα τα τριαντάφυλλα είναι όμορφα, αυτό το λουλούδι είναι τριαντάφυλλο, άρα είναι όμορφο.» Ούτε αντιστρόφως: «Η ομορφιά ανήκει στα τριαντάφυλλα, αυτό το λουλούδι είναι τριαντάφυλλο, άρα είναι όμορφο.»)
Η άλλη όψη του ιδιαίτερου, που εξετάζεται στο δεύτερο μέρος της Κριτικής της Κριτικής Δύναμης, βρίσκεται στην αδυναμία να συναγάγουμε οποιοδήποτε ιδιαίτερο προϊόν της φύσης από γενικές αιτίες.
«…καμία ανθρώπινη λογική (ούτε καν μια πεπερασμένη που, ως προς την ποιότητα, θα ήταν όμοια με τη δική μας αλλά ως προς τον βαθμό θα την υπερέβαινε κατά πολύ) δεν μπορεί να ελπίζει ότι θα κατανοήσει την παραγωγή έστω και ενός χορταριού από καθαρά μηχανικές αιτίες.»[27]
(Το «μηχανικό» στη γλώσσα του Kant παραπέμπει στις «φυσικές» αιτίες — σε αντίθεση με το «τεχνικό», που σημαίνει «τεχνητό», δηλαδή κατασκευασμένο με πρόθεση, με σκοπό. Πρόκειται για τη διαφορά ανάμεσα σε πράγματα που προκύπτουν από μόνα τους και σε πράγματα που κατασκευάζονται για έναν συγκεκριμένο σκοπό.)
Η έμφαση στο απόσπασμα βρίσκεται στη λέξη «κατανοήσει»: Πώς μπορώ να κατανοήσω (και όχι απλώς να εξηγήσω) ότι υπάρχει χορτάρι γενικά — και επιπλέον αυτός ο συγκεκριμένος βλαστός χόρτου;
Η λύση του Kant συνίσταται στην εισαγωγή της τελεολογικής αρχής, «της αρχής των σκοπών στα προϊόντα της φύσης», ως «ευρετικής αρχής» για να ερευνήσουμε «τους ιδιαίτερους νόμους της φύσης» — ακόμη κι αν αυτή δεν καθιστά «πιο κατανοητό τον τρόπο γένεσης» των προϊόντων της φύσης[28].
Δεν ασχολούμαστε εδώ με αυτό το τμήμα της φιλοσοφίας του Kant, το οποίο, αυστηρά μιλώντας, δεν αφορά την κρίση περί του ιδιαίτερου, αλλά έχει ως θέμα του τη φύση. Βεβαίως ο Kant, όπως θα δούμε, κατανοεί και την ιστορία ως μέρος της φύσης: την ιστορία του ανθρώπινου γένους ως τμήμα της ιστορίας των ζωικών ειδών στη γη. Ωστόσο, επιδιώκει μάλλον να βρει μια αρχή γνώσης παρά μια αρχή κρίσης.
Παρά ταύτα, πρέπει να σας είναι σαφές ότι — όπως μπορείτε να ρωτήσετε «Γιατί είναι αναγκαίο να υπάρχουν άνθρωποι;» — μπορείτε επίσης να ρωτήσετε γιατί είναι αναγκαίο να υπάρχουν δέντρα, ή χόρτα κ.λπ.
Με άλλα λόγια, τα θέματα της Κριτικής της Κριτικής Δύναμης — το ιδιαίτερο, είτε πρόκειται για ένα γεγονός της φύσης είτε για ένα γεγονός της ιστορίας· η κριτική δύναμη ως ικανότητα του ανθρώπινου πνεύματος να ασχολείται με το ιδιαίτερο· η κοινωνικότητα των ανθρώπων ως προϋπόθεση της λειτουργίας αυτής της ικανότητας, δηλαδή η διορατικότητα ότι οι άνθρωποι εξαρτώνται από τους συνανθρώπους τους όχι μόνο επειδή έχουν σώμα και φυσικές ανάγκες αλλά ακριβώς λόγω των πνευματικών τους ικανοτήτων — όλα αυτά τα θέματα, που είναι εξαιρετικής πολιτικής σημασίας, δηλαδή σημαντικά για το Πολιτικό, απασχόλησαν τον Kant πολύ πριν στραφεί σε αυτά στα γηρατειά του, μετά την ολοκλήρωση του «κριτικού εγχειρήματος».
Γι’ αυτά τα θέματα ανέβαλε το «δογματικό» μέρος του έργου του, το οποίο είχε σκοπό να αναλάβει, «ώστε, αν ήταν δυνατόν, να κερδίσω για τα γηρατειά μου τον ακόμη κάπως ευνοϊκό χρόνο»[29]. Το «δογματικό» αυτό μέρος θα περιλάμβανε «τη Μεταφυσική της Φύσης και των Ηθών»· δεν θα υπήρχε όμως εδώ χώρος, «κανένα ιδιαίτερο μέρος», για την κριτική δύναμη.
Διότι η κρίση επί των ιδιαιτέρων — Αυτό είναι ωραίο· Αυτό είναι άσχημο· Αυτό είναι σωστό· Αυτό είναι λάθος — δεν έχει θέση στη φιλοσοφία της ηθικής του Kant. Η κριτική δύναμη δεν είναι πρακτικός λόγος· ο πρακτικός λόγος «συλλογίζεται» και μου λέει τι πρέπει να κάνω και τι να παραλείψω· επιβάλλει τον νόμο και ταυτίζεται με τη βούληση· και η βούληση διατάζει· μιλά σε προστακτικές.
Η κρίση, αντιθέτως, αναδύεται από μια «καθαρά θεωρητική ευχαρίστηση» ή από μια «αδρανή ευμένεια».[30]
«Το συναίσθημα» της θεωρητικής ηδονής «το ονομάζουμε γούστο», και η Κριτική της Κριτικής Δύναμης έπρεπε αρχικά να τιτλοφορηθεί «Κριτική του Γούστου». Για το γούστο «θα γίνεται λόγος σε μια πρακτική φιλοσοφία όχι ως για έναν εγχώριο όρο, αλλά το πολύ μόνο επεισοδιακά».[31]
Δεν ακούγεται αυτό πειστικό; Πώς θα μπορούσαν η «θεωρητική ηδονή» και η «αδρανής ευαρέστηση» να έχουν κάτι να κάνουν με την πράξη; Δεν αποδεικνύει αυτό πειστικά ότι ο Kant, όταν στράφηκε στο δογματικό έργο, είχε αποφασίσει πως η ενασχόλησή του με το ιδιαίτερο και το τυχαίο ανήκε πλέον στο παρελθόν και αποτελούσε μάλλον μια περιθωριακή υπόθεση;
Κι όμως, θα δούμε ότι η τελική τοποθέτηση του Kant απέναντι στη Γαλλική Επανάσταση — σε ένα γεγονός που στα ύστερα χρόνια του έπαιξε κεντρικό ρόλο, όταν περίμενε καθημερινά με μεγάλη ανυπομονησία τις εφημερίδες — καθορίστηκε ακριβώς από αυτή τη στάση του καθαρού θεατή. Πρόκειται για τη στάση εκείνων «που δεν είναι οι ίδιοι μπλεγμένοι σε αυτό το παιχνίδι», αλλά το παρακολουθούν μόνο με μια «συμμετοχή εκ μέρους της επιθυμίας, που πλησιάζει τον ενθουσιασμό», πράγμα που βεβαίως δεν σήμαινε (και πολύ περισσότερο όχι για τον Kant) ότι ήθελαν και οι ίδιοι να κάνουν επανάσταση. Η συμμετοχή τους προερχόταν από «καθαρά θεωρητική ηδονή» και «αδρανής ευαρέστηση».
Μόνο ένα στοιχείο στα ύστερα γραπτά του Kant για αυτά τα ζητήματα δεν μπορούμε να το αναγάγουμε στην προκριτική περίοδο. Πουθενά στα πρώιμα έργα του δεν βρίσκουμε ένδειξη ότι ενδιαφερόταν για σαφώς συνταγματικά και θεσμικά ζητήματα. Κι όμως, ακριβώς αυτό το ενδιαφέρον κυριάρχησε στα τελευταία χρόνια της ζωής του, κατά τα οποία έγραψε σχεδόν όλα τα καθαυτό πολιτικά του κείμενα.
Αυτά γράφτηκαν μετά το 1790, όταν δημοσιεύθηκε η Κριτική της Κριτικής Δύναμης — και ακόμη πιο χαρακτηριστικά, μετά το 1789, το έτος της έκρηξης της Γαλλικής Επανάστασης, όταν ο Kant ήταν 65 ετών. Από τότε και στο εξής, το ενδιαφέρον του δεν περιοριζόταν πλέον αποκλειστικά στο ιδιαίτερο, στην ιστορία ή στην ανθρώπινη κοινωνικότητα. Στο επίκεντρο βρέθηκε μάλλον αυτό που σήμερα θα ονομάζαμε «constitutional law», δηλαδή το κρατικό και συνταγματικό δίκαιο: ο τρόπος με τον οποίο πρέπει να οργανώνεται και να διαρθρώνεται ένα πολιτικό σύστημα, η έννοια της «ρεπουμπλικανικής», δηλαδή συνταγματικής διακυβέρνησης, το ζήτημα των διεθνών σχέσεων κ.ο.κ.
Το πρώτο σημάδι αυτής της μεταβολής μπορεί ίσως να εντοπιστεί στην παρατήρηση στην § 65 της Κριτικής της Κριτικής Δύναμης. Εκεί ο Kant αναφέρεται στην Αμερικανική Επανάσταση, για την οποία ήδη ενδιαφερόταν ιδιαίτερα. Γράφει:
«Έτσι, κατά την πρόσφατα επιχειρηθείσα πλήρη αναμόρφωση ενός μεγάλου λαού σε κράτος, χρησιμοποιήθηκε πολύ εύστοχα η λέξη οργάνωση για τη συγκρότηση των αρχών κτλ., και μάλιστα για ολόκληρο το κρατικό σώμα. Διότι κάθε μέλος, σε ένα τέτοιο όλο, δεν πρέπει βέβαια να είναι απλώς μέσο, αλλά συγχρόνως και σκοπός· και, καθώς συμβάλλει στη δυνατότητα του όλου, να καθορίζεται εκ νέου, ως προς τη θέση και τη λειτουργία του, από την ιδέα του όλου.»
Συνεχίζεται με: Τρίτη ώρα
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου