Την Κυριακή 4 Iανουαρίου 2026 ο καθηγητής Θρησκειολογίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων π.Νικόλαος Λουδοβίκος συζητά με τον π. Απόστολο Ραυτόπουλο και όλους εσάς για τη φύση του χρόνου και την πορεία του κόσμου μέσα σ' αυτόν με αφορμή κείμενο του Φώτη Κόντογλου.π. Νικόλαος Λουδοβίκος: Ο χρόνος και ο κόσμος της φθοράς 2
π. Νικόλαος Λουδοβίκος: Ο χρόνος και ο κόσμος της φθοράς 2
Πού είναι το «οὐ μοιχεύσεις», «οὐ κλέψεις», όλα αυτά; Οι Φαρισαίοι έβραζαν από το κακό τους. Δεν μπορούσαν να το αντέξουν, γιατί δεν ήξεραν τι να κάνουν με αυτό που έβλεπαν.
Αδιανόητα πράγματα. Η μοιχαλίδα — έτοιμοι να τη λιθοβολήσουν. Ο Χριστός είναι εκεί και γράφει στο χώμα. Και λένε τα απόκρυφα ότι έγραφε τα ονόματα εκείνων που είχαν πέσει στα ίδια αμαρτήματα. Ένας-ένας, λέει, έφευγε. Έβλεπε το όνομά του και έφευγε.
Αλλά εκείνοι ήθελαν να τη σκοτώσουν για να τηρήσουν τον νόμο, για να καθησυχάσουν τις ενοχές τους. Και ο Χριστός τι λέει; «Σε κατέκρινε κανείς; Ούτε εγώ σε κατακρίνω».
Πώς να το εξηγήσεις αυτό; Δεν εξηγείται.
.......Τι κάνει ο Χριστός;
Λέει: «ἀφέωνταί σοι αἱ ἁμαρτίαι, ὅτι ἠγάπησας πολύ».
Τον σταυρώνεις ή δεν τον σταυρώνεις μετά; Α
Είναι μια καινούργια πραγματικότητα, που δεν χωρά στις συνηθισμένες κατηγορίες
Και δεν άντεχαν να συγχωρεί τις πόρνες, τους τελώνες, τις μοιχαλίδες. Αυτό ήταν αδιανόητο. Γιατί δεν είναι ηθικολογία — είναι κάτι εντελώς άλλο.
Πού είναι το «οὐ μοιχεύσεις», «οὐ κλέψεις», όλα αυτά; Οι Φαρισαίοι έβραζαν από το κακό τους. Δεν μπορούσαν να το αντέξουν, γιατί δεν ήξεραν τι να κάνουν με αυτό που έβλεπαν.
Αδιανόητα πράγματα. Η μοιχαλίδα — έτοιμοι να τη λιθοβολήσουν. Ο Χριστός είναι εκεί και γράφει στο χώμα. Και λένε τα απόκρυφα ότι έγραφε τα ονόματα εκείνων που είχαν πέσει στα ίδια αμαρτήματα. Ένας-ένας, λέει, έφευγε. Έβλεπε το όνομά του και έφευγε.
Αλλά εκείνοι ήθελαν να τη σκοτώσουν για να τηρήσουν τον νόμο, για να καθησυχάσουν τις ενοχές τους. Και ο Χριστός τι λέει; «Σε κατέκρινε κανείς; Ούτε εγώ σε κατακρίνω».
Πώς να το εξηγήσεις αυτό; Δεν εξηγείται.
"ΔΥΣΚΟΛΕΥΕΤΑΙ Ο ΛΟΥΔΟΒΙΚΟΣ. είπε ο Κύριος, γύναι πού εισίν;ουδείς σέ κατέκρινεν; Ουδείς Κύριε. είπε δέ ο Ιησούς,ουδέ εγώ σέ κατακρίνω. πορεύου καί από τού νύν μηκέτι αμάρτανε! ΑΥΤΗ ΕΙΝΑΙ Η ΠΛΑΝΗ ΤΗΣ ΑΓΑΠΟΛΟΓΙΑΣ. Η ΚΑΤΑΡΓΗΣΗ ΤΗΣ ΚΑΘΕΤΗΣ ΔΙΑΣΤΑΣΗΣ, ΤΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ ΤΗΣ ΣΩΤΗΡΙΑΣ. Η ΕΣΧΑΤΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΝΕΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ Ο ΑΠ. ΠΑΥΛΟΣ Ο ΕΧΘΡΟΣ ΤΗΣ ΕΣΧΑΤΟΛΟΓΙΑΣ ΜΑΣ ΔΙΔΑΞΕ ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ ΤΗΣ Π.Δ. Ο ΝΟΜΟΣ ΔΕΝ ΕΦΑΡΜΟΖΕΤΑΙ ΕΙΝΑΙ ΑΝΕΦΙΚΤΟΣ ΧΩΡΙΣ ΤΗΝ ΧΑΡΙ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ. ΔΟΘΗΚΕ ΓΙΑ ΝΑ ΦΑΝΕΡΩΘΕΙ Η ΑΜΑΡΤΙΑ. ΔΕΝ ΓΝΩΡΙΖΟΥΜΕ ΤΗΝ ΥΠΑΡΞΙ ΤΗΣ ΑΜΑΡΤΙΑΣ ΟΥΤΕ ΤΗΝ ΥΠΕΡΗΦΑΝΙΑ ΤΗΝ ΑΙΤΙΑ ΤΗΣ ΟΠΩΣ ΤΗΝ ΑΠΟΚΑΛΥΠΤΕΙ Η Κ.Δ. ΤΟΝ ΝΟΜΙΚΙΣΜΟ ΤΟΥ ΦΑΡΙΣΑΙΣΜΟΥ.
ΟΤΙ ΑΓΑΠΗΣΕΣ ΠΟΛΥ , ΛΕΕΙ ΣΤΗΝ ΠΟΡΝΗ. ΠΟΙΟΝ; ΤΟΥΣ ΠΟΡΝΟΥΣ; ΑΓΑΠΗΣΕΣ ΕΜΕΝΑ, ΤΟΝ ΣΩΤΗΡΑ. ΟΠΩΣ Η ΣΑΜΑΡΕΙΤΙΔΑ. ΔΕΝ ΓΝΩΡΙΖΟΥΜΕ ΤΗΝ ΜΕΤΑΝΟΙΑ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΜΑΡΙΑΣ ΤΗΣ ΑΙΓΥΠΤΙΑΣ; ΤΟ ΕΛΕΟΣ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΜΑΣ ΠΟΛΙΟΡΚΕΙ ΑΝΑΜΕΝΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΜΕΤΑΝΟΙΑ ΜΑΣ, ΣΤΗΝ ΔΕΥΤΕΡΑ ΤΟΥ ΠΑΡΟΥΣΙΑ ΟΜΩΣ ΘΑ ΕΙΝΑΙ Ο ΚΡΙΤΗΣ. ΑΥΤΟΣ ΤΟΝ ΟΠΟΙΟ ΑΠΩΘΟΥΝ ΟΙ ΣΗΜΕΡΙΝΟΙ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙ."
Αν ήταν εδώ ο Αριστοτέλης, που έγραψε τα «Ηθικά Νικομάχεια», θα έσχιζε τα ρούχα του. Θα έλεγε: «Αυτός ο άνθρωπος είναι επικίνδυνος. Κλείστε τον στη φυλακή». Γιατί, από ηθική άποψη, η μοιχεία είναι μοιχεία. Θα έλεγε ότι έτσι γκρεμίζεται η κοινωνία. [ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΟΙ ΔΙΚΑΙΟΙ , ΟΙ ΜΑΚΑΡΙΣΜΟΙ, ΑΥΤΟΙ ΠΟΥ ΠΟΘΟΥΝ, ΟΙ ΠΕΙΝΩΝΤΕΣ ΤΗΝ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ].
Κι όμως, ο Χριστός βλέπει κάτι άλλο: βλέπει τον πόνο της ψυχής, την πτώση της, την κατάρρευσή της. Βλέπει πράγματα που εμείς δεν βλέπουμε. Και τη σηκώνει ξανά, της δίνει δυνατότητα να σταθεί.
Το ίδιο και με τον Ζακχαίο. Ανέβηκε στο δέντρο, και αντί να τον κατηγορήσει — «πού είναι τα λεφτά που πήρες από τον κόσμο;» — του λέει: «Σήμερα θα έρθω στο σπίτι σου».
Ψάξτε σε όλα τα κείμενα της ανθρωπότητας — ινδουιστικά, αρχαία ελληνικά, ό,τι θέλετε. Δεν θα βρείτε κάτι ανάλογο.
Γιατί εδώ υπάρχει μια αγάπη που είναι αγάπη των εχθρών. Αγάπη προς εκείνον που δεν καταλαβαίνει. Αγάπη ακόμη και προς τους μαθητές που δεν καταλαβαίνουν τίποτα.
Ο Πέτρος λέει: «θα πεθάνω μαζί σου». Και ο Χριστός του απαντά: «θα με αρνηθείς τρεις φορές». Και πράγματι, λίγο μετά, μπροστά σε μια δούλη, ο Πέτρος αρνείται τον Χριστό και ορκίζεται ότι δεν τον γνωρίζει.
Τι θα μπορούσε να του πει ο Χριστός μετά; «Τώρα να δούμε τι θα κάνεις. Να πας να αποδείξεις ότι με γνωρίζεις για να σε δεχθώ πίσω».
Το κάνει αυτό; Όχι.
Τι του λέει; «Βόσκε τα πρόβατά μου». Του δίνει ευθύνη. Του δίνει εμπιστοσύνη.[ΕΙΧΕ ΗΔΗ ΜΕΤΑΝΟΗΣΕΙ Ο ΠΕΤΡΟΣ ΚΑΙ Ο ΚΥΡΙΟΣ ΑΠΟΔΕΧΕΤΑΙ ΤΗΝ ΜΕΤΑΝΟΙΑ ΤΟΥ]
Αν χάσουμε αυτόν τον Χριστό, δεν θα βρούμε τίποτα παρόμοιο σε όλη την ιστορία της ανθρώπινης σκέψης. Είναι το κατεξοχήν γεγονός της απόλυτης, απροϋπόθετης προσφοράς του Θεού στον άνθρωπο.
Η αγάπη Του δεν κρατά τίποτα για τον εαυτό της. Δεν ζητά ανταλλάγματα.
Θυμηθείτε και τον λόγο του Παύλου: πρώτα υπάρχει ο «παροξυσμός» της αγάπης και μετά έρχεται η κατανόηση. Δεν καταλαβαίνεις πρώτα για να αγαπήσεις — αγαπάς και μετά καταλαβαίνεις.
Σήμερα πολλοί λένε: «θα δοκιμάσω τον άλλον». Τι σημαίνει αυτό; Είναι ο άλλος αντικείμενο; Ρούχο; Παπούτσι;
Η αγάπη δεν είναι δοκιμή. Είναι γνώση, είναι άθλημα, είναι σοφία.
Οι μάνες το ξέρουν αυτό — δεν «δοκιμάζουν» το παιδί τους.
Η αγάπη είναι τρόπος ύπαρξης, μέσα στον οποίο ο άνθρωπος γεννιέται ξανά. Είναι αυτό που θα λέγαμε ο αυθεντικός χρόνος: χρόνος αγάπης.
Ο χρόνος γίνεται ζωή όταν είναι χρόνος αγάπης. Όταν είναι χρόνος σχέσης, όχι συμφέροντος.
Όχι «σ’ αγαπώ γιατί με συμφέρει» ή «γιατί μου αρέσεις». Αυτά σήμερα τα λέμε όλοι, αλλά δεν τα εννοούμε.
Η αγάπη δεν καταργεί τον ανθρώπινο έρωτα — τον μεταμορφώνει. Του δίνει πνευματική διάσταση. Κάνει τον άλλον πρόσωπο, μοναδικό.
Και μέσα σε αυτό έρχεται και ο γάμος, που δίνει τη δυνατότητα να επιστρέφεις στη σχέση, να τη βαθαίνεις, να την καλλιεργείς.
Έτσι, ο χρόνος παύει να είναι εχθρός. Γίνεται η ιστορία μιας σχέσης αγάπης — μια «ιστορία αγάπης».
Και τότε δεν κυριαρχεί πια η φθορά, αλλά η νίκη πάνω στη φθορά.
Δεν με ενδιαφέρει αν κάποιος είναι πιστός ή άθεος. Δεν κάνω κατήχηση. Αλλά όποιος απορρίπτει αυτά τα πράγματα, καλό είναι να αναρωτηθεί: έχει δοθεί ποτέ στην ιστορία μεγαλύτερη προοπτική για τον άνθρωπο;
Με βάση δεκαετίες μελέτης μπορώ να πω: δεν θα βρείτε αλλού κάτι αντίστοιχο.
Αλλιώς, ο χρόνος θα παραμείνει φθορά, πόνος, αδιέξοδο. Και ο άνθρωπος θα φύγει από τη ζωή απογοητευμένος.
Ακόμη και η ευεργεσία — δείτε — δεν αντέχεται εύκολα. Πολύ λίγοι άνθρωποι αντέχουν να τους ευεργετήσεις.
Γιατί για να δεχτείς ευεργεσία και να ευγνωμονείς, πρέπει να είσαι ταπεινός. Να δεχτείς ότι έχεις ανάγκη.
Και αυτό δεν είναι εύκολο.
Ο αναγκασμός σου είναι μεγάλος όταν βρέθηκες σε μια δύσκολη κατάσταση και κάποιος άλλος σε έβγαλε από αυτήν. Δεν θέλεις να τον θυμάσαι. Γι’ αυτό και η αγνωμοσύνη υπάρχει.
Η αγνωμοσύνη είναι, θα λέγαμε, ο φυσικός νόμος. Αν ευεργετήσεις κάποιον, όσο περισσότερο τον ευεργετήσεις, τόσο πιο πιθανό είναι να σου δείξει αγνωμοσύνη. Διότι δεν την αντέχει.
Θέλει ωριμότητα η ευγνωμοσύνη. Και ταπείνωση. Μια αίσθηση ότι πραγματικά ήμουν σε κακή κατάσταση, ότι είχα πέσει πολύ χαμηλά και ότι αυτός ο άνθρωπος με έσωσε.
Αν όμως εγώ έχω μεγάλη ιδέα για τον εαυτό μου και δεν θέλω να παραδεχθώ την πτώση μου, τότε μειώνω τη βοήθεια: «εντάξει, κάτι έκανε κι αυτός». Και αν η βοήθεια είναι μεγάλη, τότε περνάμε στον χώρο της αγνωμοσύνης.
Η αγνωμοσύνη είναι, ψυχολογικά, ένας συμβολικός φόνος.
Όπως ο άσωτος υιός: τι κάνει; Ο πατέρας του του δίνει τα πάντα, κι εκείνος φεύγει, τον «εξουδετερώνει» συμβολικά. Δεν γυρίζει να τον δει, δεν στέλνει ένα γράμμα, τίποτα.
Τι του έκανε ο πατέρας; Κι όμως, αυτή είναι μια βαθιά ανθρώπινη στάση.
Γι’ αυτό και δεν πρέπει να απορείτε: αυτοί που ευεργετήσατε, αυτοί συχνά θα σας στραφούν εναντίον σας.
Ο παραλυτικός των 38 ετών είναι ένα άλλο παράδειγμα. Είχε βολευτεί ψυχολογικά στην κατάστασή του. Θα μπορούσε να βρει έναν άνθρωπο να τον βοηθήσει — 38 χρόνια δεν βρήκε έναν. Γιατί, κατά κάποιον τρόπο, του άρεσε η κατάσταση.
Μέσα από αυτήν μπορούσε να νιώθει «καλύτερος» από τους άλλους, να τους κρίνει, να τους θεωρεί κατώτερους. Είχε βολευτεί.
Γι’ αυτό και η παράξενη ερώτηση του Χριστού: «θέλεις να γίνεις καλά;». Γιατί, στην πραγματικότητα, δεν θέλει.
Η παράδοση μάλιστα λέει ότι αυτός ήταν εκείνος που αργότερα χαστούκισε τον Χριστό κατά τη σύλληψή Του. Εκείνος που ευεργετήθηκε, γίνεται τελικά επιθετικός.
Για να συνοψίσω, λοιπόν: με τον χρόνο αποκτούμε ιστορία, γιατί ο χρόνος έχει αγιαστεί — όπως και ο χώρος και η ύλη — με την πρόσληψή τους από τον Λόγο.
Αποκτούμε ιστορία: ερχόμαστε στον εαυτό μας, αναγνωρίζουμε τον εαυτό μας, αποκτούμε απόβλεψη προς το μέλλον και δυνατότητα επέκτασης.
Και ο τρόπος αυτής της επέκτασης είναι η διαλογική αμοιβαιότητα: η σχέση ανθρώπου με τον Θεό και ανθρώπου με τους άλλους.
Έτσι, ο χρόνος παύει να είναι απλώς βάσανο και γίνεται χρόνος αγάπης. Γίνεται χρονικότητα αγάπης.
Ο χρόνος γίνεται ζωή όταν γίνεται χρόνος αγάπης. Όταν γίνεται χώρος άσκησης της αγάπης.
Η αγάπη δεν είναι απλώς συναίσθημα. Πατάει στο συναίσθημα, αλλά είναι κάτι βαθύτερο: είναι πνευματικό εγχείρημα. Είναι τρόπος να δεχόμαστε τον άλλον, να τον βοηθούμε να ανθίσει.
Τα παιδιά, για παράδειγμα, αναπτύσσονται σωστά όταν αγαπιούνται. Οι ψυχολόγοι το γνωρίζουν καλά: τα παιδιά που δεν αγαπήθηκαν παρουσιάζουν βαθύτερα προβλήματα.
Όχι γιατί δεν έμαθαν κάτι, αλλά γιατί δεν υπήρξε κανείς να τα αγαπήσει.
Σήμερα, όσο χάνεται αυτή η αγάπη — η ανιδιοτελής αγάπη — τόσο περισσότερο αρρωσταίνουν οι άνθρωποι.
Και αυτό δεν μαθαίνεται μόνο θεωρητικά. Χρειάζεται κάποιος να στο διδάξει βιωματικά. Να σου δείξει πώς γίνεται.
Χρειάζεται ο άνθρωπος να έρθει σε ζωντανή επαφή με αυτή την πραγματικότητα. Όχι απλώς να τη σκέφτεται.
Όπως το τσάι: όσο κι αν σου το περιγράφουν, αν δεν το πιεις, δεν ξέρεις τι είναι. Αν το πιεις, τότε καταλαβαίνεις.
Έτσι είναι και η αγάπη. Μπορούμε να μιλάμε ατέλειωτα γι’ αυτήν — αλλά αν δεν τη ζήσουμε, δεν τη γνωρίζουμε.
Η αγάπη σήμερα συχνά απουσιάζει, παρότι όλοι μιλούν γι’ αυτήν.
Η αληθινή αγάπη — αυτή που αγαπά ακόμη και τον εχθρό — είναι κάτι διαφορετικό. Είναι η αγάπη που μεταμορφώνει τον άλλον και τον κάνει αδελφό.
Γι’ αυτό και στην Εκκλησία μιλάμε για «αδελφούς», «αδελφές», «πατέρες». Υπάρχει μια υπέρβαση των απλών βιολογικών και ψυχολογικών σχέσεων.
Σταματώ εδώ.
Αν θέλει κάποιος να ρωτήσει ή να συζητήσουμε, μπορούμε.
Όμως, ένα τελευταίο: ο χρόνος δεν μπορεί να είναι ταυτόχρονα κυκλικός και γραμμικός με τον ίδιο τρόπο. Ή το ένα θα είναι ή το άλλο.
Κάποιος που προσπάθησε να τα συνδυάσει ήταν ο Νίτσε. Προσπάθησε να μιλήσει για έναν κυκλικό χρόνο, αλλά ταυτόχρονα για μια υπέρβαση μέσω του «υπερανθρώπου».
Αλλά αυτή η προσπάθεια έδωσε δύσκολους καρπούς — και τους ζήσαμε στον 20ό αιώνα.
Συνεχίζεται με ερωτήσεις
Κι όμως, ο Χριστός βλέπει κάτι άλλο: βλέπει τον πόνο της ψυχής, την πτώση της, την κατάρρευσή της. Βλέπει πράγματα που εμείς δεν βλέπουμε. Και τη σηκώνει ξανά, της δίνει δυνατότητα να σταθεί.
Το ίδιο και με τον Ζακχαίο. Ανέβηκε στο δέντρο, και αντί να τον κατηγορήσει — «πού είναι τα λεφτά που πήρες από τον κόσμο;» — του λέει: «Σήμερα θα έρθω στο σπίτι σου».
Ψάξτε σε όλα τα κείμενα της ανθρωπότητας — ινδουιστικά, αρχαία ελληνικά, ό,τι θέλετε. Δεν θα βρείτε κάτι ανάλογο.
Γιατί εδώ υπάρχει μια αγάπη που είναι αγάπη των εχθρών. Αγάπη προς εκείνον που δεν καταλαβαίνει. Αγάπη ακόμη και προς τους μαθητές που δεν καταλαβαίνουν τίποτα.
Ο Πέτρος λέει: «θα πεθάνω μαζί σου». Και ο Χριστός του απαντά: «θα με αρνηθείς τρεις φορές». Και πράγματι, λίγο μετά, μπροστά σε μια δούλη, ο Πέτρος αρνείται τον Χριστό και ορκίζεται ότι δεν τον γνωρίζει.
Τι θα μπορούσε να του πει ο Χριστός μετά; «Τώρα να δούμε τι θα κάνεις. Να πας να αποδείξεις ότι με γνωρίζεις για να σε δεχθώ πίσω».
Το κάνει αυτό; Όχι.
Τι του λέει; «Βόσκε τα πρόβατά μου». Του δίνει ευθύνη. Του δίνει εμπιστοσύνη.[ΕΙΧΕ ΗΔΗ ΜΕΤΑΝΟΗΣΕΙ Ο ΠΕΤΡΟΣ ΚΑΙ Ο ΚΥΡΙΟΣ ΑΠΟΔΕΧΕΤΑΙ ΤΗΝ ΜΕΤΑΝΟΙΑ ΤΟΥ]
Αν χάσουμε αυτόν τον Χριστό, δεν θα βρούμε τίποτα παρόμοιο σε όλη την ιστορία της ανθρώπινης σκέψης. Είναι το κατεξοχήν γεγονός της απόλυτης, απροϋπόθετης προσφοράς του Θεού στον άνθρωπο.
Η αγάπη Του δεν κρατά τίποτα για τον εαυτό της. Δεν ζητά ανταλλάγματα.
Θυμηθείτε και τον λόγο του Παύλου: πρώτα υπάρχει ο «παροξυσμός» της αγάπης και μετά έρχεται η κατανόηση. Δεν καταλαβαίνεις πρώτα για να αγαπήσεις — αγαπάς και μετά καταλαβαίνεις.
Σήμερα πολλοί λένε: «θα δοκιμάσω τον άλλον». Τι σημαίνει αυτό; Είναι ο άλλος αντικείμενο; Ρούχο; Παπούτσι;
Η αγάπη δεν είναι δοκιμή. Είναι γνώση, είναι άθλημα, είναι σοφία.
Οι μάνες το ξέρουν αυτό — δεν «δοκιμάζουν» το παιδί τους.
Η αγάπη είναι τρόπος ύπαρξης, μέσα στον οποίο ο άνθρωπος γεννιέται ξανά. Είναι αυτό που θα λέγαμε ο αυθεντικός χρόνος: χρόνος αγάπης.
Ο χρόνος γίνεται ζωή όταν είναι χρόνος αγάπης. Όταν είναι χρόνος σχέσης, όχι συμφέροντος.
Όχι «σ’ αγαπώ γιατί με συμφέρει» ή «γιατί μου αρέσεις». Αυτά σήμερα τα λέμε όλοι, αλλά δεν τα εννοούμε.
Η αγάπη δεν καταργεί τον ανθρώπινο έρωτα — τον μεταμορφώνει. Του δίνει πνευματική διάσταση. Κάνει τον άλλον πρόσωπο, μοναδικό.
Και μέσα σε αυτό έρχεται και ο γάμος, που δίνει τη δυνατότητα να επιστρέφεις στη σχέση, να τη βαθαίνεις, να την καλλιεργείς.
Έτσι, ο χρόνος παύει να είναι εχθρός. Γίνεται η ιστορία μιας σχέσης αγάπης — μια «ιστορία αγάπης».
Και τότε δεν κυριαρχεί πια η φθορά, αλλά η νίκη πάνω στη φθορά.
Δεν με ενδιαφέρει αν κάποιος είναι πιστός ή άθεος. Δεν κάνω κατήχηση. Αλλά όποιος απορρίπτει αυτά τα πράγματα, καλό είναι να αναρωτηθεί: έχει δοθεί ποτέ στην ιστορία μεγαλύτερη προοπτική για τον άνθρωπο;
Με βάση δεκαετίες μελέτης μπορώ να πω: δεν θα βρείτε αλλού κάτι αντίστοιχο.
Αλλιώς, ο χρόνος θα παραμείνει φθορά, πόνος, αδιέξοδο. Και ο άνθρωπος θα φύγει από τη ζωή απογοητευμένος.
Ακόμη και η ευεργεσία — δείτε — δεν αντέχεται εύκολα. Πολύ λίγοι άνθρωποι αντέχουν να τους ευεργετήσεις.
Γιατί για να δεχτείς ευεργεσία και να ευγνωμονείς, πρέπει να είσαι ταπεινός. Να δεχτείς ότι έχεις ανάγκη.
Και αυτό δεν είναι εύκολο.
Ο αναγκασμός σου είναι μεγάλος όταν βρέθηκες σε μια δύσκολη κατάσταση και κάποιος άλλος σε έβγαλε από αυτήν. Δεν θέλεις να τον θυμάσαι. Γι’ αυτό και η αγνωμοσύνη υπάρχει.
Η αγνωμοσύνη είναι, θα λέγαμε, ο φυσικός νόμος. Αν ευεργετήσεις κάποιον, όσο περισσότερο τον ευεργετήσεις, τόσο πιο πιθανό είναι να σου δείξει αγνωμοσύνη. Διότι δεν την αντέχει.
Θέλει ωριμότητα η ευγνωμοσύνη. Και ταπείνωση. Μια αίσθηση ότι πραγματικά ήμουν σε κακή κατάσταση, ότι είχα πέσει πολύ χαμηλά και ότι αυτός ο άνθρωπος με έσωσε.
Αν όμως εγώ έχω μεγάλη ιδέα για τον εαυτό μου και δεν θέλω να παραδεχθώ την πτώση μου, τότε μειώνω τη βοήθεια: «εντάξει, κάτι έκανε κι αυτός». Και αν η βοήθεια είναι μεγάλη, τότε περνάμε στον χώρο της αγνωμοσύνης.
Η αγνωμοσύνη είναι, ψυχολογικά, ένας συμβολικός φόνος.
Όπως ο άσωτος υιός: τι κάνει; Ο πατέρας του του δίνει τα πάντα, κι εκείνος φεύγει, τον «εξουδετερώνει» συμβολικά. Δεν γυρίζει να τον δει, δεν στέλνει ένα γράμμα, τίποτα.
Τι του έκανε ο πατέρας; Κι όμως, αυτή είναι μια βαθιά ανθρώπινη στάση.
Γι’ αυτό και δεν πρέπει να απορείτε: αυτοί που ευεργετήσατε, αυτοί συχνά θα σας στραφούν εναντίον σας.
Ο παραλυτικός των 38 ετών είναι ένα άλλο παράδειγμα. Είχε βολευτεί ψυχολογικά στην κατάστασή του. Θα μπορούσε να βρει έναν άνθρωπο να τον βοηθήσει — 38 χρόνια δεν βρήκε έναν. Γιατί, κατά κάποιον τρόπο, του άρεσε η κατάσταση.
Μέσα από αυτήν μπορούσε να νιώθει «καλύτερος» από τους άλλους, να τους κρίνει, να τους θεωρεί κατώτερους. Είχε βολευτεί.
Γι’ αυτό και η παράξενη ερώτηση του Χριστού: «θέλεις να γίνεις καλά;». Γιατί, στην πραγματικότητα, δεν θέλει.
Η παράδοση μάλιστα λέει ότι αυτός ήταν εκείνος που αργότερα χαστούκισε τον Χριστό κατά τη σύλληψή Του. Εκείνος που ευεργετήθηκε, γίνεται τελικά επιθετικός.
Για να συνοψίσω, λοιπόν: με τον χρόνο αποκτούμε ιστορία, γιατί ο χρόνος έχει αγιαστεί — όπως και ο χώρος και η ύλη — με την πρόσληψή τους από τον Λόγο.
Αποκτούμε ιστορία: ερχόμαστε στον εαυτό μας, αναγνωρίζουμε τον εαυτό μας, αποκτούμε απόβλεψη προς το μέλλον και δυνατότητα επέκτασης.
Και ο τρόπος αυτής της επέκτασης είναι η διαλογική αμοιβαιότητα: η σχέση ανθρώπου με τον Θεό και ανθρώπου με τους άλλους.
Έτσι, ο χρόνος παύει να είναι απλώς βάσανο και γίνεται χρόνος αγάπης. Γίνεται χρονικότητα αγάπης.
Ο χρόνος γίνεται ζωή όταν γίνεται χρόνος αγάπης. Όταν γίνεται χώρος άσκησης της αγάπης.
Η αγάπη δεν είναι απλώς συναίσθημα. Πατάει στο συναίσθημα, αλλά είναι κάτι βαθύτερο: είναι πνευματικό εγχείρημα. Είναι τρόπος να δεχόμαστε τον άλλον, να τον βοηθούμε να ανθίσει.
Τα παιδιά, για παράδειγμα, αναπτύσσονται σωστά όταν αγαπιούνται. Οι ψυχολόγοι το γνωρίζουν καλά: τα παιδιά που δεν αγαπήθηκαν παρουσιάζουν βαθύτερα προβλήματα.
Όχι γιατί δεν έμαθαν κάτι, αλλά γιατί δεν υπήρξε κανείς να τα αγαπήσει.
Σήμερα, όσο χάνεται αυτή η αγάπη — η ανιδιοτελής αγάπη — τόσο περισσότερο αρρωσταίνουν οι άνθρωποι.
Και αυτό δεν μαθαίνεται μόνο θεωρητικά. Χρειάζεται κάποιος να στο διδάξει βιωματικά. Να σου δείξει πώς γίνεται.
Χρειάζεται ο άνθρωπος να έρθει σε ζωντανή επαφή με αυτή την πραγματικότητα. Όχι απλώς να τη σκέφτεται.
Όπως το τσάι: όσο κι αν σου το περιγράφουν, αν δεν το πιεις, δεν ξέρεις τι είναι. Αν το πιεις, τότε καταλαβαίνεις.
Έτσι είναι και η αγάπη. Μπορούμε να μιλάμε ατέλειωτα γι’ αυτήν — αλλά αν δεν τη ζήσουμε, δεν τη γνωρίζουμε.
Η αγάπη σήμερα συχνά απουσιάζει, παρότι όλοι μιλούν γι’ αυτήν.
Η αληθινή αγάπη — αυτή που αγαπά ακόμη και τον εχθρό — είναι κάτι διαφορετικό. Είναι η αγάπη που μεταμορφώνει τον άλλον και τον κάνει αδελφό.
Γι’ αυτό και στην Εκκλησία μιλάμε για «αδελφούς», «αδελφές», «πατέρες». Υπάρχει μια υπέρβαση των απλών βιολογικών και ψυχολογικών σχέσεων.
Σταματώ εδώ.
Αν θέλει κάποιος να ρωτήσει ή να συζητήσουμε, μπορούμε.
Όμως, ένα τελευταίο: ο χρόνος δεν μπορεί να είναι ταυτόχρονα κυκλικός και γραμμικός με τον ίδιο τρόπο. Ή το ένα θα είναι ή το άλλο.
Κάποιος που προσπάθησε να τα συνδυάσει ήταν ο Νίτσε. Προσπάθησε να μιλήσει για έναν κυκλικό χρόνο, αλλά ταυτόχρονα για μια υπέρβαση μέσω του «υπερανθρώπου».
Αλλά αυτή η προσπάθεια έδωσε δύσκολους καρπούς — και τους ζήσαμε στον 20ό αιώνα.
Συνεχίζεται με ερωτήσεις
Ο ΛΟΥΔΟΒΙΚΟΣ ΜΑΣ ΑΠΟΚΑΛΥΠΤΕΙ Ο ΑΜΟΙΡΟΣ ΤΗΝ ΚΑΤΑΝΤΙΑ ΤΗΣ ΣΗΜΕΡΙΝΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ. ΓΙΑ ΤΗΝ ΟΠΟΙΑ Ο ΚΥΡΙΟΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ Ο ΣΩΤΗΡ ΑΛΛΑ Ο ΠΑΠ'ΑΣ Ο ΟΠΟΙΟΣ ΕΞΟΜΟΛΟΓΕΙ ΚΑΙ ΣΥΓΧΩΡΕΙ.
1 σχόλιο:
https://aktines.blogspot.com/2016/08/blog-post_157.html. ΚΑΛΗΜΕΡΑ ΣΕ αμεθυστο ΚΑΙ ΦΙΛΟΥΣ. ΔΕΣ ΤΟ αμεθυστε. ΝΤΡΑΓΚΑ ΝΤΡΟΥΝ ΝΤΡΑΓΚΑ ΝΤΡΟΥΝ ΤΑ ΒΡΑΧΙΟΛΙΑ ΤΗΣ ΒΡΟΝΤΟΥΝ. ΚΑΛΟ ΥΠΟΛΟΙΠΟ ΣΑΡΑΚΟΣΤΗΣ.
Δημοσίευση σχολίου