Συνέχεια από: Σάββατο 16 Μαΐου 2026
ΟΙ ΚΥΡΙΟΙ ΑΞΟΝΕΣ ΤΗΣ ΣΩΚΡΑΤΙΚΗΣ ΔΙΑΝΟΗΣΕΩΣ: Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ ΩΣ ΟΥΣΙΑΣ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΚΑΙ Η ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ ΩΣ ΥΨΙΣΤΟ ΗΘΙΚΟΝ ΚΑΘΗΚΟΝ
Ο ΡΟΛΟΣ ΤΟΥ ΣΩΚΡΑΤΟΥΣ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΠΙΒΟΛΗ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΑΝΤΙΛΗΨΕΩΣ ΠΕΡΙ «ΨΥΧΗΣ» ΣΤΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ, ΩΣ ΣΗΜΕΙΟ ΑΝΑΦΟΡΑΣ ΤΟΥ ΔΥΤΙΚΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ
γ) Αντιλήψεις τῶν φυσιοκρατικῶν φιλοσόφων μὲ ἰδιαίτερη ἀναφορὰ στὸν Ἡράκλειτο.
Ο Θαλῆς, ὁ ὁποῖος δικαίως θεωρεῖται ὁ πρῶτος Δυτικός φιλόσοφος, ἔθεσε ἕνα βασικό πρόβλημα – τὸ ὁποῖο ἀργότερα ἀπετέλεσε τη ραχοκοκαλιὰ τῆς ἑλληνικῆς διανοήσεως ἐν γένει – το πρόβλημα δηλαδὴ τῆς ἀρχῆς τῶν πραγμάτων. Ο Θαλῆς καθόρισε ὅτι ἡ ἐν λόγῳ ἀρχὴ δὲν μπορεῖ παρὰ νὰ εἶναι «τὸ ὕδωρ». Το ὑγρὸ στοιχεῖο εἶναι ἡ πηγὴ ἀπὸ τὴν ὁποία τὰ πάντα ἀπορρέουν καὶ ἡ ἐκβολὴ στὴν ὁποία τὰ πάντα συρρέουν συνεπῶς, εἶναι αὐτὸ στὸ ὁποῖο ἀνάγεται ἡ σύσταση τῶν πάντων.
Οἱ μεταγενέστεροι ἀπέδωσαν τὴν «ἀρχή» αὐτὴ μὲ τοὺς ὅρους φύσις καὶ ἀρχή. Ὁ ἴδιος ὁ Θαλῆς, βέβαια, δὲν χρησιμοποιοῦσε τοὺς ὄρους αὐτούς, στόχος του πάντως ἦταν νὰ ἐκφράσει ὅσα ἔφθασαν νὰ σημαίνουν οἱ ὅροι αὐτοὶ ἀργότερα. Η παράδοση μᾶς ἀναφέρει ὅτι ὁ Θαλῆς ἐδικαιολόγησε τὴν ἐπιλογὴ τοῦ ὕδατος ὡς ἀρχῆς τῶν πάντων μὲ ἀκριβῆ ἐπιχειρήματα ὀρθολογικῆς φύσεως (κινούμενος δηλαδή πρὸς μία κατεύθυνση τελείως διαφορετικὴ ἀπὸ τὴν παράδοση τοῦ ποιητικοῦ μιμητικού λόγου, ὅπως ἤδη ἀναφέραμε): ἡ τροφὴ εἶναι ὑγρή, όλοι οι σπόροι είναι υγροί, ἡ θερμότητα δημιουργείται από το υγρό στοιχείο, ἡ ίδια ἡ γῆ ἐπιπλέει στὸ νερό.
Το ίδιο επιχείρημα μπορεί να μας βοηθήσει να κατανοήσουμε το νόημα τοῦ ἰσχυρισμού που αποδίδεται στον Θαλή, σύμφωνα με τον ὁποῖο αὐτὸς θεωρούσε την ψυχή ὡς κινητήριο αρχή, ὡς κάτι που κινείται αφ’ εαυτοῦ καὶ εὐρίσκεται σε συνεχή κίνηση. Επίσης, ὁ Θαλής ενδέχεται να υποστήριξε ότι η ψυχή εἶναι ἀθάνατη. Δεν μπορούμε, όμως, να καθορίσουμε με βεβαιότητα πόση αλήθεια υπάρχει στους ισχυρισμούς ποὺ τοῦ ἀποδίδονται. Το βέβαιο πάντως εἶναι ὅτι δὲν ἦταν σε θέση να μιλὰ γιὰ προσωπική ἀθανασία, μὲ τὸν τρόπο που το πράττει ἡ ὀρφική θεωρία, ἀλλὰ μποροῦσε νὰ κάνει λόγο μόνον για αθανασία τῆς θείας ἀρχῆς τοῦ νεροῦ τὸ ὁποῖο ἐνυπάρχει σὲ ὅλα τὰ πράγματα καὶ τοῦ ὁποίου ἡ ψυχὴ ἀποτελεῖ μέρος. Ἡ ψυχή, συνεπώς, εἶναι «ζωή»· τὰ πάντα, λοιπόν, ἔχουν ψυχή, καὶ κατά συνέπεια ζωή (παμψυχισμός). Η ψυχή, ὅπως καὶ ἡ ἀρχή, περιέχεται πάντοτε σε όλα τὰ πράγματα ποὺ ὑφίστανται34.
Ο Αναξιμένης προχώρησε πιο πέρα. Γιὰ ἐκεῖνον, ὅπως εἶναι γνωστό, ἡ «αρχή» δὲν εἶναι τὸ νερό, ἀλλὰ ὁ ἀέρας, ὁ ὁποῖος υγροποιεῖται καὶ διαστέλλεται καὶ ἔτσι δημιουργεῖ ὅλα τὰ πράγματα. Για τὸν ἀέρα, ὡς ἀρχὴ τοῦ παντός, ὁ Ἀναξιμένης ἰσχυρίζεται ότι «ἐγγὺς ἐστιν ὁ ἀὴρ τοῦ ἀσωμάτου» καὶ πῶς «ἄπειρον εἶναι» 35. Προκειμένου, όμως, να κατανοήσει κανείς τοὺς ἰσχυρισμούς αὐτοὺς πρέπει να λάβει ὑπ' ὄψιν τὸ γεγονὸς ὅτι στοὺς φυσιοκρατικούς φιλοσόφους ὁ ὅρος «ασώματος» ἀναφέρεται σε κάτι τὸ ὁποῖο, παρ' ὅτι ἀποτελεί φυσικό φαινόμενο, εἶναι μή-ορατό, μή-απτό, ἄνευ πυκνότητας, βάθους καὶ σαφῶν ὁρίων. Ὑπὸ τὴν ἔννοια αὐτή, ὁ ὅρος «ἀσώματος» συνδυάζεται ἄριστα μὲ τὸν ὅρο άπειρον: «α-σώματος», ἄνευ σώματος, ἄρα ἄνευ ορίων καὶ «μὴ ἔχων σαφή όρια» 36.
Ιδού τι λέγει ὁ Ἀναξιμένης περί ψυχῆς:
Οἷον ἡ ψυχή, φησίν, ἡ ἡμέτερα ἀήρ οὖσα συγκρατεῖ ἡμᾶς, καὶ ὅλον τὸν κόσμον πνεῦμα καὶ ἀὴρ περιέχει (λέγεται δὲ συνωνύμως ἀὴρ καὶ πνεῦμα) 37.
Ἀπὸ τὴ μελέτη τοῦ ἀποσπάσματος αὐτοῦ τοῦ Ἀναξιμένη προκύπτει ένα βασικό ερώτημα, τὸ ὁποῖο μᾶς ἀφορὰ ἰδιαιτέρως: Συνέδεσε ἄραγε ὁ φιλόσοφος αὐτὸς τὴν ψυχὴ μὲ τὴν ἔννοια τῆς νοήσεως καὶ τῆς γνώσεως;
Ο Jaeger παρατηρεῖ ὅτι, ἐφ' ὅσον γιὰ τὸν Ἀναξιμένη ὁ ἀέρας κυβερνὰ τὸν κόσμο, «εἶναι δύσκολο γιὰ τὸν φιλόσοφο νὰ συσχετίσει τὸν ἀέρα μὲ τὴν ψυχὴ ἑνὸς ἀνθρώπου δίχως συνείδηση καὶ δίχως λογική. Ἐν πάση περιπτώσει, ἀπὸ τὴν ψυχὴ-ἀέρα τοῦ Ἀναξιμένη μέχρι την ψυχὴ ὡς συνειδητή ψυχὴ δὲν ἀπομένει παρὰ ἕνα βήμα ἐμπρός 38.
Το καθοριστικό αὐτὸ βήμα πραγματοποίησε ὁ Ἡράκλειτος. Ο φιλόσοφος αὐτός, ὅπως καὶ οἱ προκάτοχοί του, συνδέει τὴν ψυχὴ μὲ τὴν ἀρχή, ἡ ὁποία γι' αὐτὸν συμπίπτει μὲ τὸ κοσμικό «πύρ». Επειδή, όμως, ταυτόχρονα γιὰ τὸν Ἡράκλειτο ἡ κοσμικὴ αὐτὴ ἀρχὴ συμπίπτει μὲ τὸν «λόγο», χάριν τοῦ ὁποίου συμβαίνουν τὰ πάντα, καὶ μὲ τὴ σοφία καὶ τὴ νόηση ἡ ὁποία «ὁτέη ἐκυβέρνησε πάντα διά πάντων» 39 συνεπάγεται ὅτι ἀπὸ δομικῆς ἀπόψεως καὶ ἡ ψυχή συμπίπτει μὲ τὸν λόγο καὶ τὴ νόηση.
Τὰ δυὸ ἀποσπάσματα ποὺ ἀκολουθοῦν μᾶς ἐνδιαφέρουν ἰδιαιτέρως, διότι ἀνοίγουν νέους ορίζοντες σὲ ὅ,τι αφορά στη σπουδή τῆς ψυχῆς:
Ψυχῆς πείρατα ἱῶν οὐκ ἂν ἐξεύροιο, πᾶσαν ἐπιπορευόμενος ὁδὸν οὕτω βαθύν λόγον ἔχει 40.
Ψυχῆς ἐστι λόγος ἑαυτὸν αὐξων41.
Ο Bruno Snell αναφέρθηκε μὲ ὀξυδέρκεια στην καινοτομία τὴν ὁποία ἐπέφερε τόσον ἡ ἔννοια τοῦ «βάθους» που προσέδωσε ὁ Ἡράκλειτος στον «λόγο» στο πρώτο ἀπόσπασμα, ὅσον καὶ ἡ ἔννοια τοῦ «λόγου» ἑαυτὸν αὔξων στὸ δεύτερο ἀπόσπασμα. Πράγματι, μιλώντας περὶ τοῦ βάθους τῆς ψυχῆς, ὁ Ἡράκλειτος ἐννοεῖ ὅτι ἡ ψυχὴ ἐκτείνεται στὸ ἄπειρον καί, συνεπώς, ἔχει μία ὑπόσταση λίαν διαφορετική ἀπὸ τὴ φυσική:
Στὴν ὁμηρική γλώσσα εἶναι ἄγνωστη η χρήση της λέξης βαθύς, ποὺ ὑπερβαίνει τη συνηθισμένη μεταφορά, σὰν νὰ προσπαθεῖ νὰ ξεπεράσει τὰ ἴδια τὰ ὅριά της καὶ νὰ μπεῖ σ' ἕνα χῶρο ἀπάτητο.
Όπως για τη λυρική ποίηση είναι χαρακτηριστικοί οἱ σχηματισμοί λέξεων με πρώτο συνθετικό τὸ ἐπίθετο βαθύς, το ίδιο χαρακτηριστικές είναι στον Όμηρο οἱ λέξεις με πρώτο συνθετικό το πολύς, που δηλώνω μιὰ ἐπαύξηση στη γνώση ἢ στὰ πάθη κάποιου: πολύιδρις, πολυμήχανος, πολυπενθής κτλ.42.
Ἀκόμη καὶ ἡ ἀντίληψη σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία ὁ λόγος αυξάνεται εἶναι παντελῶς ἄγνωστη στον Όμηρο. Παρατηρεῖ ὁ Snell:
Ὁ Ὅμηρος δὲν γνωρίζει τὴ δυνατότητα ἐπαύξησης ποὺ ἔχει τὸ πνεῦμα· κάθε ἐπαύξηση τῶν φυσικῶν ἢ πνευματικών δυνάμεων ὀφείλεται σὲ ἐξωτερικούς παράγοντες καὶ ἰδιαίτερα στην παρέμβαση μιᾶς θεότητας 43.
Γιὰ νὰ ἀντιληφθεῖ κανεὶς πλήρως τὸν ἐπίπονο δρόμο που χρειάσθηκε νὰ διασχίσει ἡ ἰδέα τῆς ψυχῆς προτοῦ ἀποκτήσει τη σπουδαιότητα ἐκείνη ποὺ τὴν καθιέρωσε ὡς κύριο άξονα τοῦ εὐρωπαϊκοῦ πολιτισμοῦ, ὀφείλει να λάβει ὑπ' ὄψιν του τις σχετικές θέσεις τῶν ἀρχαίων Πυθαγορείων, ἀνεξαρτήτως ἀπὸ τὶς ὀρφικές ἀντιλήψεις τις ὁποῖες αὐτοὶ εἶχαν ἀφομοιώσει.
Ορισμένοι Πυθαγόρειοι συνέδεσαν τὴν ψυχὴ μὲ τοὺς ἀριθμούς, καθώς τοὺς θεωροῦσαν ὡς ἀρχὴ τοῦ παντός. Ὁ Ἀριστοτέλης αναφέρει ὅτι γιὰ τοὺς Πυθαγορείους «ἡ ψυχὴ καὶ ἡ νόηση» ἦσαν ἰδιότητες τῶν ἀριθμῶν 44.
Η ταύτιση, ὅμως, τῆς ψυχῆς μὲ τὴ νόηση ἀπέχει πολύ ἀπὸ τὸ νὰ συνιστά θεωρία τῶν Πυθαγορείων. Ο Φιλόλαος συνδέει τὴν ψυχὴ μὲ τὴν αἴσθηση, τοποθετεῖ τὴν ἔδρα της στην καρδιά καὶ τὴν συσχετίζει ἐπίσης μὲ τὸ μυαλό 45. Μὲ τὸ μυαλό τὴν ταυτίζει καὶ ὁ ἰατρὸς Ἀλκμέων 46. Άλλοι Πυθαγόρειοι συνδέουν τὴν ψυχὴ μὲ τὰ μόρια τῆς ἀτμόσφαιρας καὶ τὴν ἀρχὴ τῆς κινήσεως τῶν μορίων αὐτῶν47. Άλλοι πάλι μὲ τὸν αἰθέρα 48. Εμπνεόμενος ἀπὸ τοὺς Πυθαγορείους, ὁ Ἐπίχαρμος ταυτίζει τὴν ψυχὴ μὲ τὸ πνεῦμα, υποστηρίζοντας ότι μὲ τὸν θάνατο επανασυνδέεται μὲ τὸ στοιχεῖο τοῦ πνεύματος ἀπὸ τὸ ὁποῖο εἶχε αποσπαστεί 49.
Ἀπὸ πολλὲς ἀπόψεις, η σπουδαιότερη θεωρία τῶν Πυθαγορείων γιὰ τὴν ψυχὴ εἶναι ἐκείνη τοῦ Φιλολάου, θεωρία που γνωστοποιήθηκε ἀπὸ τὸν Πλάτωνα στὸν Φαίδωνα, ὅπου καὶ καταρρίπτεται. Ἡ ψυχή εἶναι ἕνα μείγμα φυσικών στοιχείων, τὰ ὁποῖα ἐναρμονίζονται μεταξύ τους «ἐπειδὰν ταῦτα καλῶς καὶ μετρίως κραθῇ πρὸς ἄλληλα»50. Με βάση ὅσα ἀναφέρθηκαν ὅμως (καὶ ὅπως ὀρθῶς ἔχουν παρατηρήσει ορισμένοι μελετητές)51, συμπεραίνουμε ὅτι ἡ ψυχὴ δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ ἕνα «ἐπιφαινόμενο» τοῦ σώματος, μία ἔκφραση δηλαδή τῶν στοιχείων ποὺ τὴν συνθέτουν καί, συνεπώς, δὲν ἔχει αὐτόνομη ὀντολογικὴ ὑπόσταση.
Ἀντιλαμβάνεται, λοιπόν, κανείς ότι βάσει ὅσων ἐλέχθησαν ἡ ἰδέα περί ψυχῆς-δαίμονος, τὴν ὁποία οἱ Πυθαγόρειοι ἄντλησαν ἀπὸ τοὺς Ὀρφικούς, ἐρχόταν σὲ ἀντίθεση πρὸς τις καθαρῶς φιλοσοφικές τους πεποιθήσεις καί, γενικῶς, ἦταν ἀσυμβίβαστη μὲ αὐτές52.
Ὀφείλουμε, ἐπίσης, νὰ ἐστιάσουμε την προσοχή μας στὸν Διογένη τῆς Ἀπολλωνίας καὶ στὸν Δημόκριτο.
Ο Διογένης τῆς Ἀπολλωνίας εἶναι σύγχρονος τοῦ Σωκράτους· ὁ ισχυρισμός του ὅτι ψυχὴ καὶ «νόηση» ταυτίζονται, ἐὰν γίνει ἀντιληπτός στη φυσική του διάσταση καὶ στὸν ἐκλεκτικό του χαρακτήρα, ἔχει περιορισμένη αξία.
Ο Διογένης δὲν ἀποδέχεται τὴ θεωρία σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία ἡ φύση ἀποτελεῖται ἀπὸ πολλαπλά στοιχεία (ὅπως ἐπίστευαν ὁ Ἀναξαγόρας καὶ οἱ ἀτομικοί φιλόσοφοι), γι' αὐτὸ καὶ ἐπανέρχεται στη θεωρία τῆς μοναδικῆς ἀρχῆς, ἡ ὁποία κατὰ τὸν ἴδιο δὲν θὰ μποροῦσε νὰ εἶναι τίποτε άλλο παρὰ ὁ ἀέρας, ἀκριβῶς ὅπως εἶχε υποστηρίξει ὁ Ἀναξιμένης. Σὲ ἀντίθεση πρὸς τὸν Ἀναξιμένη, ὅμως, ὁ Διογένης θεωροῦσε ὅτι ὁ αέρας διαθέτει «νόηση» καὶ ὅτι στηρίζει καὶ κυβερνά το πᾶν. Ἡ ψυχή, ἐπίσης, εἶναι ἀέρας-νόηση καὶ μὲ τὸν θάνατο ἀποσπάται ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο· μαζί της, βέβαια, αποσπάται καὶ ἡ διανόηση.
Οἱ θεωρίες αὐτὲς δὲν εἶναι παρὰ μία «συγκριτική» διαμεσολάβηση μεταξὺ τῶν θεωριῶν τοῦ Ἀναξιμένη (ἡ ἀρχὴ εἶναι τὸ νερό) καὶ τοῦ Αναξαγόρα (ὁ νοῦς, δηλαδὴ ἡ νόηση κυβερνᾶ τὸ πᾶν). Ἐπὶ πλέον, πρόκειται γιὰ ἰδέες ποὺ ἐξεφράσθησαν τὴν ἐποχὴ ποὺ ὁ Σωκράτης έφερνε στο προσκήνιο το πρόβλημα τῆς ψυχῆς ὑπὸ τὴν ἔννοια τῆς νοητικῆς καὶ ἠθικῆς ἱκανότητας τοῦ ἀνθρώπους,
Ο Δημόκριτος, ἐπίσης, διετύπωσε διανοήσεις μείζονος σημασίας περὶ τῆς ψυχῆς, οἱ ὁποῖες ὅμως ἔχουν διαφορετικό κύρος ἔναντι τῶν ἀπόψεων τοῦ Διογένους ἀπὸ τὴν Ἀπολλωνία. Παρ' ὅλα αὐτά, δὲν πρέπει νὰ ὑποτιμηθούν. Ὑπενθυμίζουμε ὅτι ὁ Δημόκριτος ἐγεννήθη το 460 π.Χ. καὶ ὁ Σωκράτης δέκα χρόνια νωρίτερα, το 470/469 π.Χ. Ο Σωκράτης ἀπεβίωσε το 399 π.Χ., ἐνῶ ὁ Δημόκριτος σε πολύ προχωρημένη ἡλικία, μερικές δεκαετίες ἀργότερα. Συνεπώς, δὲν ἐμπνεύστηκε ὁ Σωκράτης ἀπὸ τὸν Δημόκριτο ἀλλὰ τὸ ἀντίθετο.
Ο Δημόκριτος ἐπίστευε ὅτι ὄχι μόνον τὸ σῶμα ἀλλὰ καὶ ἡ ψυχή τοῦ ἀνθρώπου προέρχονται ἀπὸ μία συνάντηση ατόμων. Ἡ ψυχή, ἐπειδή δίνει ζωή καὶ κίνηση στὸ σῶμα, ἀπαρτίζεται ἀπὸ μικρότερα σφαιροειδή ἄτομα πύρινης φύσεως, τὰ ὁποῖα διασκορπίζονται σε όλο τὸ σῶμα καὶ τὸ ἀναζωογονοῦν. Λόγῳ, ὅμως, τῆς ἰσχνότητάς τους, τα ἄτομα τείνουν νὰ ἐξέρχονται ἀπὸ τὸ σῶμα, γιὰ νὰ ἐπανέλθουν κατόπιν μέσῳ τῆς ἀναπνοῆς. Μὲ τὸν θάνατο τα άτομα που συνδέουν την ψυχὴ ἐξέρχονται ἀπὸ τὸ σῶμα καὶ διασπείρονται.
Εν πάση περιπτώσει, τὰ ἄτομα τῆς ψυχῆς ἔχουν τὴν ἴδια ὑλική φύση μὲ τὰ ἄτομα τοῦ σώματος, ἂν καὶ εἶναι τελειότερα ἀπὸ ἐκεῖνα· ονομάζονται, λοιπόν, «θεία» λόγῳ τῆς μεγαλύτερης τελειότητάς τους ἐν σχέσει πρὸς τὰ ὑπόλοιπα άτομα, μολονότι ἔχουν ἴδια φύση μὲ αὐτὰ. Ἐν τούτοις, όπως προκύπτει ἀπὸ ἀποσπάσματα που προαναφέραμε στην Εἰσαγωγή 54, ὁ Δημόκριτος ἀποδίδει στὴν ψυχὴ μία εξαιρετική αξιολογική προτεραιότητα. Πρόκειται, όμως, γιὰ διανοήσεις οἱ ὁποῖες σαφῶς θυμίζουν τη βασική σωκρατική διανόηση55.
Οἱ μεταγενέστεροι ἀπέδωσαν τὴν «ἀρχή» αὐτὴ μὲ τοὺς ὅρους φύσις καὶ ἀρχή. Ὁ ἴδιος ὁ Θαλῆς, βέβαια, δὲν χρησιμοποιοῦσε τοὺς ὄρους αὐτούς, στόχος του πάντως ἦταν νὰ ἐκφράσει ὅσα ἔφθασαν νὰ σημαίνουν οἱ ὅροι αὐτοὶ ἀργότερα. Η παράδοση μᾶς ἀναφέρει ὅτι ὁ Θαλῆς ἐδικαιολόγησε τὴν ἐπιλογὴ τοῦ ὕδατος ὡς ἀρχῆς τῶν πάντων μὲ ἀκριβῆ ἐπιχειρήματα ὀρθολογικῆς φύσεως (κινούμενος δηλαδή πρὸς μία κατεύθυνση τελείως διαφορετικὴ ἀπὸ τὴν παράδοση τοῦ ποιητικοῦ μιμητικού λόγου, ὅπως ἤδη ἀναφέραμε): ἡ τροφὴ εἶναι ὑγρή, όλοι οι σπόροι είναι υγροί, ἡ θερμότητα δημιουργείται από το υγρό στοιχείο, ἡ ίδια ἡ γῆ ἐπιπλέει στὸ νερό.
Το ίδιο επιχείρημα μπορεί να μας βοηθήσει να κατανοήσουμε το νόημα τοῦ ἰσχυρισμού που αποδίδεται στον Θαλή, σύμφωνα με τον ὁποῖο αὐτὸς θεωρούσε την ψυχή ὡς κινητήριο αρχή, ὡς κάτι που κινείται αφ’ εαυτοῦ καὶ εὐρίσκεται σε συνεχή κίνηση. Επίσης, ὁ Θαλής ενδέχεται να υποστήριξε ότι η ψυχή εἶναι ἀθάνατη. Δεν μπορούμε, όμως, να καθορίσουμε με βεβαιότητα πόση αλήθεια υπάρχει στους ισχυρισμούς ποὺ τοῦ ἀποδίδονται. Το βέβαιο πάντως εἶναι ὅτι δὲν ἦταν σε θέση να μιλὰ γιὰ προσωπική ἀθανασία, μὲ τὸν τρόπο που το πράττει ἡ ὀρφική θεωρία, ἀλλὰ μποροῦσε νὰ κάνει λόγο μόνον για αθανασία τῆς θείας ἀρχῆς τοῦ νεροῦ τὸ ὁποῖο ἐνυπάρχει σὲ ὅλα τὰ πράγματα καὶ τοῦ ὁποίου ἡ ψυχὴ ἀποτελεῖ μέρος. Ἡ ψυχή, συνεπώς, εἶναι «ζωή»· τὰ πάντα, λοιπόν, ἔχουν ψυχή, καὶ κατά συνέπεια ζωή (παμψυχισμός). Η ψυχή, ὅπως καὶ ἡ ἀρχή, περιέχεται πάντοτε σε όλα τὰ πράγματα ποὺ ὑφίστανται34.
Ο Αναξιμένης προχώρησε πιο πέρα. Γιὰ ἐκεῖνον, ὅπως εἶναι γνωστό, ἡ «αρχή» δὲν εἶναι τὸ νερό, ἀλλὰ ὁ ἀέρας, ὁ ὁποῖος υγροποιεῖται καὶ διαστέλλεται καὶ ἔτσι δημιουργεῖ ὅλα τὰ πράγματα. Για τὸν ἀέρα, ὡς ἀρχὴ τοῦ παντός, ὁ Ἀναξιμένης ἰσχυρίζεται ότι «ἐγγὺς ἐστιν ὁ ἀὴρ τοῦ ἀσωμάτου» καὶ πῶς «ἄπειρον εἶναι» 35. Προκειμένου, όμως, να κατανοήσει κανείς τοὺς ἰσχυρισμούς αὐτοὺς πρέπει να λάβει ὑπ' ὄψιν τὸ γεγονὸς ὅτι στοὺς φυσιοκρατικούς φιλοσόφους ὁ ὅρος «ασώματος» ἀναφέρεται σε κάτι τὸ ὁποῖο, παρ' ὅτι ἀποτελεί φυσικό φαινόμενο, εἶναι μή-ορατό, μή-απτό, ἄνευ πυκνότητας, βάθους καὶ σαφῶν ὁρίων. Ὑπὸ τὴν ἔννοια αὐτή, ὁ ὅρος «ἀσώματος» συνδυάζεται ἄριστα μὲ τὸν ὅρο άπειρον: «α-σώματος», ἄνευ σώματος, ἄρα ἄνευ ορίων καὶ «μὴ ἔχων σαφή όρια» 36.
Ιδού τι λέγει ὁ Ἀναξιμένης περί ψυχῆς:
Οἷον ἡ ψυχή, φησίν, ἡ ἡμέτερα ἀήρ οὖσα συγκρατεῖ ἡμᾶς, καὶ ὅλον τὸν κόσμον πνεῦμα καὶ ἀὴρ περιέχει (λέγεται δὲ συνωνύμως ἀὴρ καὶ πνεῦμα) 37.
Ἀπὸ τὴ μελέτη τοῦ ἀποσπάσματος αὐτοῦ τοῦ Ἀναξιμένη προκύπτει ένα βασικό ερώτημα, τὸ ὁποῖο μᾶς ἀφορὰ ἰδιαιτέρως: Συνέδεσε ἄραγε ὁ φιλόσοφος αὐτὸς τὴν ψυχὴ μὲ τὴν ἔννοια τῆς νοήσεως καὶ τῆς γνώσεως;
Ο Jaeger παρατηρεῖ ὅτι, ἐφ' ὅσον γιὰ τὸν Ἀναξιμένη ὁ ἀέρας κυβερνὰ τὸν κόσμο, «εἶναι δύσκολο γιὰ τὸν φιλόσοφο νὰ συσχετίσει τὸν ἀέρα μὲ τὴν ψυχὴ ἑνὸς ἀνθρώπου δίχως συνείδηση καὶ δίχως λογική. Ἐν πάση περιπτώσει, ἀπὸ τὴν ψυχὴ-ἀέρα τοῦ Ἀναξιμένη μέχρι την ψυχὴ ὡς συνειδητή ψυχὴ δὲν ἀπομένει παρὰ ἕνα βήμα ἐμπρός 38.
Το καθοριστικό αὐτὸ βήμα πραγματοποίησε ὁ Ἡράκλειτος. Ο φιλόσοφος αὐτός, ὅπως καὶ οἱ προκάτοχοί του, συνδέει τὴν ψυχὴ μὲ τὴν ἀρχή, ἡ ὁποία γι' αὐτὸν συμπίπτει μὲ τὸ κοσμικό «πύρ». Επειδή, όμως, ταυτόχρονα γιὰ τὸν Ἡράκλειτο ἡ κοσμικὴ αὐτὴ ἀρχὴ συμπίπτει μὲ τὸν «λόγο», χάριν τοῦ ὁποίου συμβαίνουν τὰ πάντα, καὶ μὲ τὴ σοφία καὶ τὴ νόηση ἡ ὁποία «ὁτέη ἐκυβέρνησε πάντα διά πάντων» 39 συνεπάγεται ὅτι ἀπὸ δομικῆς ἀπόψεως καὶ ἡ ψυχή συμπίπτει μὲ τὸν λόγο καὶ τὴ νόηση.
Τὰ δυὸ ἀποσπάσματα ποὺ ἀκολουθοῦν μᾶς ἐνδιαφέρουν ἰδιαιτέρως, διότι ἀνοίγουν νέους ορίζοντες σὲ ὅ,τι αφορά στη σπουδή τῆς ψυχῆς:
Ψυχῆς πείρατα ἱῶν οὐκ ἂν ἐξεύροιο, πᾶσαν ἐπιπορευόμενος ὁδὸν οὕτω βαθύν λόγον ἔχει 40.
Ψυχῆς ἐστι λόγος ἑαυτὸν αὐξων41.
Ο Bruno Snell αναφέρθηκε μὲ ὀξυδέρκεια στην καινοτομία τὴν ὁποία ἐπέφερε τόσον ἡ ἔννοια τοῦ «βάθους» που προσέδωσε ὁ Ἡράκλειτος στον «λόγο» στο πρώτο ἀπόσπασμα, ὅσον καὶ ἡ ἔννοια τοῦ «λόγου» ἑαυτὸν αὔξων στὸ δεύτερο ἀπόσπασμα. Πράγματι, μιλώντας περὶ τοῦ βάθους τῆς ψυχῆς, ὁ Ἡράκλειτος ἐννοεῖ ὅτι ἡ ψυχὴ ἐκτείνεται στὸ ἄπειρον καί, συνεπώς, ἔχει μία ὑπόσταση λίαν διαφορετική ἀπὸ τὴ φυσική:
Στὴν ὁμηρική γλώσσα εἶναι ἄγνωστη η χρήση της λέξης βαθύς, ποὺ ὑπερβαίνει τη συνηθισμένη μεταφορά, σὰν νὰ προσπαθεῖ νὰ ξεπεράσει τὰ ἴδια τὰ ὅριά της καὶ νὰ μπεῖ σ' ἕνα χῶρο ἀπάτητο.
Όπως για τη λυρική ποίηση είναι χαρακτηριστικοί οἱ σχηματισμοί λέξεων με πρώτο συνθετικό τὸ ἐπίθετο βαθύς, το ίδιο χαρακτηριστικές είναι στον Όμηρο οἱ λέξεις με πρώτο συνθετικό το πολύς, που δηλώνω μιὰ ἐπαύξηση στη γνώση ἢ στὰ πάθη κάποιου: πολύιδρις, πολυμήχανος, πολυπενθής κτλ.42.
Ἀκόμη καὶ ἡ ἀντίληψη σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία ὁ λόγος αυξάνεται εἶναι παντελῶς ἄγνωστη στον Όμηρο. Παρατηρεῖ ὁ Snell:
Ὁ Ὅμηρος δὲν γνωρίζει τὴ δυνατότητα ἐπαύξησης ποὺ ἔχει τὸ πνεῦμα· κάθε ἐπαύξηση τῶν φυσικῶν ἢ πνευματικών δυνάμεων ὀφείλεται σὲ ἐξωτερικούς παράγοντες καὶ ἰδιαίτερα στην παρέμβαση μιᾶς θεότητας 43.
Γιὰ νὰ ἀντιληφθεῖ κανεὶς πλήρως τὸν ἐπίπονο δρόμο που χρειάσθηκε νὰ διασχίσει ἡ ἰδέα τῆς ψυχῆς προτοῦ ἀποκτήσει τη σπουδαιότητα ἐκείνη ποὺ τὴν καθιέρωσε ὡς κύριο άξονα τοῦ εὐρωπαϊκοῦ πολιτισμοῦ, ὀφείλει να λάβει ὑπ' ὄψιν του τις σχετικές θέσεις τῶν ἀρχαίων Πυθαγορείων, ἀνεξαρτήτως ἀπὸ τὶς ὀρφικές ἀντιλήψεις τις ὁποῖες αὐτοὶ εἶχαν ἀφομοιώσει.
Ορισμένοι Πυθαγόρειοι συνέδεσαν τὴν ψυχὴ μὲ τοὺς ἀριθμούς, καθώς τοὺς θεωροῦσαν ὡς ἀρχὴ τοῦ παντός. Ὁ Ἀριστοτέλης αναφέρει ὅτι γιὰ τοὺς Πυθαγορείους «ἡ ψυχὴ καὶ ἡ νόηση» ἦσαν ἰδιότητες τῶν ἀριθμῶν 44.
Η ταύτιση, ὅμως, τῆς ψυχῆς μὲ τὴ νόηση ἀπέχει πολύ ἀπὸ τὸ νὰ συνιστά θεωρία τῶν Πυθαγορείων. Ο Φιλόλαος συνδέει τὴν ψυχὴ μὲ τὴν αἴσθηση, τοποθετεῖ τὴν ἔδρα της στην καρδιά καὶ τὴν συσχετίζει ἐπίσης μὲ τὸ μυαλό 45. Μὲ τὸ μυαλό τὴν ταυτίζει καὶ ὁ ἰατρὸς Ἀλκμέων 46. Άλλοι Πυθαγόρειοι συνδέουν τὴν ψυχὴ μὲ τὰ μόρια τῆς ἀτμόσφαιρας καὶ τὴν ἀρχὴ τῆς κινήσεως τῶν μορίων αὐτῶν47. Άλλοι πάλι μὲ τὸν αἰθέρα 48. Εμπνεόμενος ἀπὸ τοὺς Πυθαγορείους, ὁ Ἐπίχαρμος ταυτίζει τὴν ψυχὴ μὲ τὸ πνεῦμα, υποστηρίζοντας ότι μὲ τὸν θάνατο επανασυνδέεται μὲ τὸ στοιχεῖο τοῦ πνεύματος ἀπὸ τὸ ὁποῖο εἶχε αποσπαστεί 49.
Ἀπὸ πολλὲς ἀπόψεις, η σπουδαιότερη θεωρία τῶν Πυθαγορείων γιὰ τὴν ψυχὴ εἶναι ἐκείνη τοῦ Φιλολάου, θεωρία που γνωστοποιήθηκε ἀπὸ τὸν Πλάτωνα στὸν Φαίδωνα, ὅπου καὶ καταρρίπτεται. Ἡ ψυχή εἶναι ἕνα μείγμα φυσικών στοιχείων, τὰ ὁποῖα ἐναρμονίζονται μεταξύ τους «ἐπειδὰν ταῦτα καλῶς καὶ μετρίως κραθῇ πρὸς ἄλληλα»50. Με βάση ὅσα ἀναφέρθηκαν ὅμως (καὶ ὅπως ὀρθῶς ἔχουν παρατηρήσει ορισμένοι μελετητές)51, συμπεραίνουμε ὅτι ἡ ψυχὴ δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ ἕνα «ἐπιφαινόμενο» τοῦ σώματος, μία ἔκφραση δηλαδή τῶν στοιχείων ποὺ τὴν συνθέτουν καί, συνεπώς, δὲν ἔχει αὐτόνομη ὀντολογικὴ ὑπόσταση.
Ἀντιλαμβάνεται, λοιπόν, κανείς ότι βάσει ὅσων ἐλέχθησαν ἡ ἰδέα περί ψυχῆς-δαίμονος, τὴν ὁποία οἱ Πυθαγόρειοι ἄντλησαν ἀπὸ τοὺς Ὀρφικούς, ἐρχόταν σὲ ἀντίθεση πρὸς τις καθαρῶς φιλοσοφικές τους πεποιθήσεις καί, γενικῶς, ἦταν ἀσυμβίβαστη μὲ αὐτές52.
Ὀφείλουμε, ἐπίσης, νὰ ἐστιάσουμε την προσοχή μας στὸν Διογένη τῆς Ἀπολλωνίας καὶ στὸν Δημόκριτο.
Ο Διογένης τῆς Ἀπολλωνίας εἶναι σύγχρονος τοῦ Σωκράτους· ὁ ισχυρισμός του ὅτι ψυχὴ καὶ «νόηση» ταυτίζονται, ἐὰν γίνει ἀντιληπτός στη φυσική του διάσταση καὶ στὸν ἐκλεκτικό του χαρακτήρα, ἔχει περιορισμένη αξία.
Ο Διογένης δὲν ἀποδέχεται τὴ θεωρία σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία ἡ φύση ἀποτελεῖται ἀπὸ πολλαπλά στοιχεία (ὅπως ἐπίστευαν ὁ Ἀναξαγόρας καὶ οἱ ἀτομικοί φιλόσοφοι), γι' αὐτὸ καὶ ἐπανέρχεται στη θεωρία τῆς μοναδικῆς ἀρχῆς, ἡ ὁποία κατὰ τὸν ἴδιο δὲν θὰ μποροῦσε νὰ εἶναι τίποτε άλλο παρὰ ὁ ἀέρας, ἀκριβῶς ὅπως εἶχε υποστηρίξει ὁ Ἀναξιμένης. Σὲ ἀντίθεση πρὸς τὸν Ἀναξιμένη, ὅμως, ὁ Διογένης θεωροῦσε ὅτι ὁ αέρας διαθέτει «νόηση» καὶ ὅτι στηρίζει καὶ κυβερνά το πᾶν. Ἡ ψυχή, ἐπίσης, εἶναι ἀέρας-νόηση καὶ μὲ τὸν θάνατο ἀποσπάται ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο· μαζί της, βέβαια, αποσπάται καὶ ἡ διανόηση.
Οἱ θεωρίες αὐτὲς δὲν εἶναι παρὰ μία «συγκριτική» διαμεσολάβηση μεταξὺ τῶν θεωριῶν τοῦ Ἀναξιμένη (ἡ ἀρχὴ εἶναι τὸ νερό) καὶ τοῦ Αναξαγόρα (ὁ νοῦς, δηλαδὴ ἡ νόηση κυβερνᾶ τὸ πᾶν). Ἐπὶ πλέον, πρόκειται γιὰ ἰδέες ποὺ ἐξεφράσθησαν τὴν ἐποχὴ ποὺ ὁ Σωκράτης έφερνε στο προσκήνιο το πρόβλημα τῆς ψυχῆς ὑπὸ τὴν ἔννοια τῆς νοητικῆς καὶ ἠθικῆς ἱκανότητας τοῦ ἀνθρώπους,
Ο Δημόκριτος, ἐπίσης, διετύπωσε διανοήσεις μείζονος σημασίας περὶ τῆς ψυχῆς, οἱ ὁποῖες ὅμως ἔχουν διαφορετικό κύρος ἔναντι τῶν ἀπόψεων τοῦ Διογένους ἀπὸ τὴν Ἀπολλωνία. Παρ' ὅλα αὐτά, δὲν πρέπει νὰ ὑποτιμηθούν. Ὑπενθυμίζουμε ὅτι ὁ Δημόκριτος ἐγεννήθη το 460 π.Χ. καὶ ὁ Σωκράτης δέκα χρόνια νωρίτερα, το 470/469 π.Χ. Ο Σωκράτης ἀπεβίωσε το 399 π.Χ., ἐνῶ ὁ Δημόκριτος σε πολύ προχωρημένη ἡλικία, μερικές δεκαετίες ἀργότερα. Συνεπώς, δὲν ἐμπνεύστηκε ὁ Σωκράτης ἀπὸ τὸν Δημόκριτο ἀλλὰ τὸ ἀντίθετο.
Ο Δημόκριτος ἐπίστευε ὅτι ὄχι μόνον τὸ σῶμα ἀλλὰ καὶ ἡ ψυχή τοῦ ἀνθρώπου προέρχονται ἀπὸ μία συνάντηση ατόμων. Ἡ ψυχή, ἐπειδή δίνει ζωή καὶ κίνηση στὸ σῶμα, ἀπαρτίζεται ἀπὸ μικρότερα σφαιροειδή ἄτομα πύρινης φύσεως, τὰ ὁποῖα διασκορπίζονται σε όλο τὸ σῶμα καὶ τὸ ἀναζωογονοῦν. Λόγῳ, ὅμως, τῆς ἰσχνότητάς τους, τα ἄτομα τείνουν νὰ ἐξέρχονται ἀπὸ τὸ σῶμα, γιὰ νὰ ἐπανέλθουν κατόπιν μέσῳ τῆς ἀναπνοῆς. Μὲ τὸν θάνατο τα άτομα που συνδέουν την ψυχὴ ἐξέρχονται ἀπὸ τὸ σῶμα καὶ διασπείρονται.
Εν πάση περιπτώσει, τὰ ἄτομα τῆς ψυχῆς ἔχουν τὴν ἴδια ὑλική φύση μὲ τὰ ἄτομα τοῦ σώματος, ἂν καὶ εἶναι τελειότερα ἀπὸ ἐκεῖνα· ονομάζονται, λοιπόν, «θεία» λόγῳ τῆς μεγαλύτερης τελειότητάς τους ἐν σχέσει πρὸς τὰ ὑπόλοιπα άτομα, μολονότι ἔχουν ἴδια φύση μὲ αὐτὰ. Ἐν τούτοις, όπως προκύπτει ἀπὸ ἀποσπάσματα που προαναφέραμε στην Εἰσαγωγή 54, ὁ Δημόκριτος ἀποδίδει στὴν ψυχὴ μία εξαιρετική αξιολογική προτεραιότητα. Πρόκειται, όμως, γιὰ διανοήσεις οἱ ὁποῖες σαφῶς θυμίζουν τη βασική σωκρατική διανόηση55.
Σημειώσεις
34. Γίνεται κατανοητό ὑπὸ ποιὰ ἔννοια ὁ Θαλῆς ἐπίστευε ὅτι ὁ μαγνήτης ἔχει ψυχή, ἐπειδὴ ἔχει τὴ δύναμη νὰ ἔλκει τὸν σίδηρο.
35. ΑΝΑΞΙΜΕΝΟΥΣ, D.-Κ. 16, ἀπ. Β. 3. 1, 96, 5-6.
36. Γιὰ τὸ νόημα τοῦ όρου «ασώματος» στοὺς Προσωκρατικούς, πβ. G. REALE, Melisso. Testimonianze e frammenti, Firenze, La Nuova Italia, 1970, κεφ. VII. σποράδην καὶ ἰδίως σσ. 215-220.
37. ΑΝΑΞΙΜΕΝΟΥΣ, όπ. Β. 2, 95, 17-19.
38. W. JAEGER, La teologia dei primi pensatori greci, Firenze, La Nuova Italia, 1961, σ. 132 (η πρωτότυπη έκδοση εἶναι τοῦ 1953).
39. ΗΡΑΚΛΕΙΤΟΥ, D.-Κ., απ. Β 41, 1, 160, 8.
40. Αὐτόθι, ἀπ. В 45, 161, 1-2.
41. Αὐτόθι, ἀπ. Β 115, 176, 10.
42. Β. SNELL, Ἡ ἀνακάλυψη τοῦ πνεύματος, σσ. 40 κ. ἐξ.
43. Αὐτόθι, σσ. 43 κ. ἐξ.
44. IB. F. SARRI, Socrate, σσ. 117 κ. ἐξ.
45. Αὐτόθι, σσ. 118 κ. ἐξ.
46. Πβ. Αὐτόθι, σ. 124 καὶ σημ. 25.
47. ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΟΥΣ, Περὶ Ψυχῆς, 58 b 40.
48. ΔΙΟΓΕΝΟΥΣ ΛΑΕΡΤΙΟΥ, Βίοι Φιλοσόφων, VIII, 28.
49. Πβ. F. SARRI, Socrate, σσ. 120 κ. ἐξ, σημ. 15 καὶ 16.
50. ΠΛΑΤΩΝΟΣ, Φαίδων, 86 c-d.
51. A.E. TAYLOR, Platone. L'uomo e l'opera, Firenze, La nuova Italia, 1968,σ. 302.
52. Πβ. G. REALE, Storia della filosofia antica, vol. I, σσ. 103-106.
53. Πβ. Αὐτόθι, τόμ. 1, σσ. 189-196.
54. Πβ. Ιδιαιτέρως ΔΗΜΟΚΡΙΤΟΥ, απ. Β 37 καὶ В 187.
55. Ὑπενθυμίζουμε ότι ὁ Δημόκριτος ὄχι μόνον εἶναι δέκα χρόνια νεώτερος τοῦ Σωκράτους, ἀλλὰ καὶ ὅτι οἱ ἠθικοί στοχασμοί του έχουν κυρίως ἀπαγγελτικό γνωμικό χαρακτήρα.
35. ΑΝΑΞΙΜΕΝΟΥΣ, D.-Κ. 16, ἀπ. Β. 3. 1, 96, 5-6.
36. Γιὰ τὸ νόημα τοῦ όρου «ασώματος» στοὺς Προσωκρατικούς, πβ. G. REALE, Melisso. Testimonianze e frammenti, Firenze, La Nuova Italia, 1970, κεφ. VII. σποράδην καὶ ἰδίως σσ. 215-220.
37. ΑΝΑΞΙΜΕΝΟΥΣ, όπ. Β. 2, 95, 17-19.
38. W. JAEGER, La teologia dei primi pensatori greci, Firenze, La Nuova Italia, 1961, σ. 132 (η πρωτότυπη έκδοση εἶναι τοῦ 1953).
39. ΗΡΑΚΛΕΙΤΟΥ, D.-Κ., απ. Β 41, 1, 160, 8.
40. Αὐτόθι, ἀπ. В 45, 161, 1-2.
41. Αὐτόθι, ἀπ. Β 115, 176, 10.
42. Β. SNELL, Ἡ ἀνακάλυψη τοῦ πνεύματος, σσ. 40 κ. ἐξ.
43. Αὐτόθι, σσ. 43 κ. ἐξ.
44. IB. F. SARRI, Socrate, σσ. 117 κ. ἐξ.
45. Αὐτόθι, σσ. 118 κ. ἐξ.
46. Πβ. Αὐτόθι, σ. 124 καὶ σημ. 25.
47. ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΟΥΣ, Περὶ Ψυχῆς, 58 b 40.
48. ΔΙΟΓΕΝΟΥΣ ΛΑΕΡΤΙΟΥ, Βίοι Φιλοσόφων, VIII, 28.
49. Πβ. F. SARRI, Socrate, σσ. 120 κ. ἐξ, σημ. 15 καὶ 16.
50. ΠΛΑΤΩΝΟΣ, Φαίδων, 86 c-d.
51. A.E. TAYLOR, Platone. L'uomo e l'opera, Firenze, La nuova Italia, 1968,σ. 302.
52. Πβ. G. REALE, Storia della filosofia antica, vol. I, σσ. 103-106.
53. Πβ. Αὐτόθι, τόμ. 1, σσ. 189-196.
54. Πβ. Ιδιαιτέρως ΔΗΜΟΚΡΙΤΟΥ, απ. Β 37 καὶ В 187.
55. Ὑπενθυμίζουμε ότι ὁ Δημόκριτος ὄχι μόνον εἶναι δέκα χρόνια νεώτερος τοῦ Σωκράτους, ἀλλὰ καὶ ὅτι οἱ ἠθικοί στοχασμοί του έχουν κυρίως ἀπαγγελτικό γνωμικό χαρακτήρα.
Η ΑΝΑΚΑΛΥΨΗ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ Η ΦΡΟΝΤΙΔΑ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ Η ΑΘΑΝΑΣΙΑ ΤΗΣ ΛΟΓΙΚΗΣ ΨΥΧΗΣ, ΟΧΙ ΑΠΛΩΣ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ ΔΙΕΚΡΙΝΕ ΤΟΥΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΞΟΥΣΙΑ ΚΑΙ ΑΠΕΤΡΕΠΕ ΤΟΝ ΕΥΝΟΥΧΙΣΜΟ ΤΟΥΣ, ΟΠΩΣ ΣΥΜΒΑΙΝΕΙ ΝΑ ΠΑΡΑΔΙΝΟΜΑΣΤΕ ΣΗΜΕΡΑ ΣΤΗΝ ΕΞΟΥΣΙΑ, ΚΑΘΟΤΙ Η ΨΥΧΗ ΠΑΡΕΔΩΣΕ ΤΗΝ ΦΡΟΝΤΙΔΑ ΤΗΣ ΥΠΑΡΞΕΩΣ ΣΤΟ ΣΩΜΑ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου