«Καθένας από εμάς ζει μια διπλή ζωή. Υπάρχει ο άνθρωπος της εξωτερικής ζωής , που βλέπουν οι άλλοι , και υπάρχει ο άνθρωπος της μυστικής ζωής , που βλέπει ο Θεός.
Κάποιος είπε ακόμη ότι σε κάθε άνθρωπο υπάρχουν τέσσερα πρόσωπα : το ένα Γνωρίζει τον κόσμο , αυτό που είναι γνωστό στους κοντινούς του ανθρώπους , εκείνο που γνωρίζει μόνο ο εαυτός του , και αυτό που γνωρίζει μόνο ο Θεός . Ως επί το πλείστον , αυτοί οι τέσσερις άνθρωποι μοιάζουν ελάχιστα μεταξύ τους.
Ο άνθρωπος δεν είναι αυτό που φαίνεται στους άλλους , ούτε καν αυτό που νομίζει ότι είναι .
Ο πραγματικός άνθρωπος, χωρίς προσποίηση , χωρίς ψέμα , χωρίς «στολίδια», είναι μόνο αυτός που ξέρει και ο Θεός τον βλέπει ».
Λαβρ Οζέροφ
===
Ἡ ἱστορία τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ πατήρ Νικόλαος Λουδοβίκος μια αποκάλυψη.Εἴπαμε ὅτι ἡ ἐλευθερία τοῦ Θεοῦ εἶναι μία ἐλευθερία
………………… Εἴπαμε, ἐπιπλέον, ὅτι τὸ θέλημα δὲν καταργεῖται, ἀλλὰ ἔχει ἁπλῶς νὰ διαλέξει ἂν θὰ γίνει θέλημα —ἐξουσία, κλείσιμο ἑπομένως στὸν ἑαυτό–, ἢ θὰ γίνει ἐλευθερία ὅπως κάνει ὁ Θεός, ἀναλογικὴ δηλαδὴ σχέση.
Εἴπαμε ὅτι μέσα στὴν ἐλευθερία αὐτὴ ὡς κοινωνία ὁ ἄνθρωπος βρίσκει ἀκριβῶς τὸν ἑαυτό του , καὶ βρίσκει πραγματικὰ τὰ μέγιστα ἀγαθά , ἀκόμα καὶ θεοπτία. Τί εἶναι ὅμως ἡ θεοπτία ; Λέμε μερικὲς φορὲς «θεόπτης!», λέμε «εἶδε τὸ ἄκτιστο φῶς» !
Κάποτε μοῦ συνέβη ἕνα γεγονὸς μὲ τὸ ὁποῖο θὰ κλείσω. Ημουν νεαρὸς πρεσβύτερος καὶ διακονοῦσα σὲ κάποια χωριὰ ἔξω ἀπὸ τὴν Θεσσαλονίκη καὶ ταυτόχρονα ἤμουν βοηθὸς ἑνὸς πολὺ μεγάλου θεολόγου στὴν Θεολογικὴ Σχολή.
Ζοῦσα τότε μία φοβερὴ ἀντίθεση. Ἀπὸ τὴ μία στὴν Θεολογικὴ Σχολὴ εἶχα ἐπαφὴ μὲ τὰ μεγάλα τῆς θεολογίας καὶ παράδοξα καὶ τὰ δυσνόητα καὶ τὰ βαθυνόητα καὶ ἀπὸτὴν ἄλλη πήγαινα σὲ δέκα χωριά, ποὺ μοῦ εἶχε ἀναθέσει ὁ τότε ἐπίσκοπός μου, ὡς ἱεροκήρυκας. Ενιωθα φοβερὴ μοναξιά, διότι δὲν μὲ καταλαβαίνανε, ἢ μᾶλλον ἐγὼ εὐθυνόμουνα ποὺ δὲν μὲ καταλαβαίνανε.
Ἔλεγα λοιπὸν πέντε πράγματα, ἔβλεπα ὅτι ὁ κόσμος ἄκουγε ὅ,τι ἄκουγε , γύρναγε , ἔσκυβε τὸ κεφάλι καὶ συνέχιζε κανονικὰ τὴν ζωή του , σὰν νὰ μὴ συνέβαινε τίποτα. Ἡ μοναξιά αὐτὴ ἤτανε βαρὺ αἴσθημα.
Ελεγα «μὰ τί κάνω ἐγὼ σὰν παπὰς αὐτὴ τὴν στιγμή, τί νόημα ἔχει νὰ ξαναπάω τὴν Κυριακή καὶ νὰ ξαναμιλήσω στὸ τάδε χωριὸ καὶ πάλι» ; Λοιπόν, κάποια στιγμὴ μοῦ συνέβη τὸ ἑξῆς θαυμαστὸ γεγονός, μὲ τὸ ὁποῖο ὁ Θεὸς μοῦ ἔμαθε μερικὰ πράγματα.
Μία ἀπὸ αὐτὲς τὶς Κυριακές, τελείωσε ἡ θεία Λειτουργία καὶ μοῦ λέει ὁ παπάς, ἕνας ἁπλὸς παπὰς καὶ δύο ἁπλοί , ἁπλούστατοι ἐπίτροποι , ἀγράμματοι ἄνθρωποι : « Πᾶμε νὰπιοῦμε, πάτερ, ἕναν καφέ, προτοῦ φύγεις». Τελειώνει ἡ Λειτουργία , ἐγὼ πάντα μέσα στὴν μοναξιὰ κ.λπ.
Καὶ πᾶμε νὰπιοῦμε τὸν καφὲ στὴν πλατεία τοῦ χωριοῦ . Ἐκεῖ λοιπὸν ποὺπίναμε τὸν καφέ, ξαφνικὰ γυρίζει ὁ ἕνας ἀπὸ τοὺς ἐπιτρόπους, μὲ κοιτάζει καὶ μοῦ λέει :
«Λοιπόν, πάτερ, ἐγὼ μὲ τὸν κυρ-Γιάννη ἀπὸ ἐδῶ (κυρ-Γιάννης ἦταν ὁ ἄλλος ἐπίτροπος) εἴχαμε μία ἀπορία. Ὁ ναός μας ἐδῶ δὲν ἦταν καθαγιασμένος (δὲν εἶχαν γίνει ἐγκαίνια) καὶ εἴχαμε τὴν ἀπορία μήπως, μὴὄντας καθαγιασμένος ἀπὸ τὸν ἐπίσκοπο, τὰ Μυστήρια καὶἡ θεία Λειτουργία δὲν ἦταν κανονικά».
Μία τέτοια ἀπορία μοῦ ἔκανε πολλὴν ἐντύπωση.
«Καί», συνέχισε ὁ ἄνθρωπος,«ξέρεις τί κάναμε ; Εἴπαμε νὰ κάνουμε τρεῖς ἑβδομάδες νηστεία, γιὰ νὰ μᾶς δείξει ὁ Θεός. Καὶ κάναμε, λέει, καὶ πραγματικὰ μιὰ Κυριακή, προτοῦ ἔλθει ὁ Δεσπότης, εἴδαμε τὴν ὥρα τῆς θείας Λειτουργίας ξανὰ αὐτὸ τὸ φῶς». Ἐγὼ ἄρχισα νὰ θορυβοῦμαι: «Ποιό φῶς, τί φῶς»; «Ἐκεῖνο τὸ φῶς τὸ ἀείφωτο, ποὺ βλέπεις μετὰ τὸν ἥλιο καὶ νομίζεις ὅτι εἶναι σκοτάδι, ἕνα φῶς τὸ ὁποῖο κατεβαίνει καὶ βλέπεις πράγματα, πολλὰ πράγματα, καταστάσεις, παρόν, παρελθόν, τὸ μέλλον ἐχει μέσα κλπ.»,
Ἄρχισα νὰ συγκλονίζομαι, εἶχα νὰ κάνω μὲ ἀνθρώπους ποὺ εἶχαν τὴν ἐμπειρία τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ καὶ τοῦ ἁγίου Συμεώνος τοῦ Νέου Θεολόγου, καὶ βέβαια καὶ ὁ ἁπλὸς ὁ παπὰς ἔλεγε κι αὐτὸς « ναί , ναί », καὶ φαίνονταν ὅλοι τους νὰ νομίζουν ὅτι εἶχα κι ἐγὼ πολλὲς παρόμοιες ἐμπειρίες. Ἦταν συγκλονιστικἡ ἐμπειρία αὐτὴ γιὰ μένα ἀλλὰ δὲν σταμάτησα ἐκεῖ καὶ ἄρχισα νὰ τὸν ψάχνω αὐτὸν τὸν ἐπίτροπο, αὐτὸν τὸν ἁπλὸ ἄνθρωπο.
« Πῶς ζεῖς ἐσύ»;
« Ε, πῶς ζῶ ἐγώ, φτωχά ».
« Τί κάνεις, πῶς ἀκριβῶς περνᾶς τὴν μέρα σου , τί ἀκριβῶς κάνεις στὴν διάρκεια τῆς μέρας » ;
« Δὲν κάνω ἀπολύτως τίποτα , ἀγαπῶ τὸν Θεό, ἀλλὰ λίγη ὑπομονή, μοῦ λέει, κάνω ».
Λίγη ὑπομονὴ κάνω. Εἶχε ὑπομονὴ αὐτός. Καὶ τί θὰ πεῖ ὑπομονή ; Ὑπομονὴ εἶναι αὐτὸς ὁ σταυρὸς τῆς ἐλευθερίας τοῦ ὁμοουσίου ποὺ ἀγκαλιάζει τοὺς ἄλλους. Ἐκεῖ μέσα ἀποκαλύπτεται ὁ Θεός .
Αὐτὸ εἶναι τὸ μεγαλειῶδες δίδαγμα . Ἄλλωστε καὶ ὁ ἡσυχασμὸς ὁ ἴδιος εἶναι βιωμένη ἐκκλησιολογία , μὴν νομίζετε ὅτι ὁ ἡσυχασμὸς εἶναι ἀτομικὴ ἐπίδοση ὑπέρβασης τῆς φύσης πρὸς ἀναζήτηση θεαμάτων καὶ ὁραμάτων.
Εἶναι αὐτὸ τὸ ἄνοιγμα στὸ ὁμοούσιο, καὶ μὲ τὸν τρόπο αὐτὸν γίνονται μεγάλες ἀποκαλύψεις, τὶς ὁποῖες ἐγὼ φυσικά, ὡς ὑποψήφιος τότε διδάκτωρ, δὲν ἀξιώθηκα, οὔτε ἀξιώθηκα ἔκτοτε.
Εὐχαριστῶ γιὰ τὴν ὑπομονή σας.
Posted by PROSKINITIS
ΘΕΛΕΙ ΜΕΓΑΛΗ ΠΡΟΣΟΧΗ Ο ΛΟΥΔΟΒΙΚΟΣ. ΑΝΟΙΓΜΑ ΣΤΟ ΟΜΟΟΥΣΙΟ ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΕΣ ΕΜΠΕΙΡΙΕΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΣΥΜΕΩΝ ΜΕ ΤΡΕΙΣ ΕΒΔΟΜΑΔΕΣ ΝΗΣΤΕΙΑ;
ΣΕ ΧΑΝΟΥΣ ΜΙΛΑΕΙ; ΠΟΙΟΣ ΤΟΥ ΕΙΠΕ ΟΤΙ ΕΚΕΙΝΟ ΤΟ ΦΩΣ ΗΤΑΝ ΤΟ ΑΚΤΙΣΤΟ ΦΩΣ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ; ΑΠΛΩΣ ΟΜΟΛΟΓΕΙ ΟΤΙ Ο ΠΟΛΥ ΜΕΓΑΛΟΣ ΘΕΟΛΟΓΟΣ ΟΠΩΣ ΚΑΙ Ο ΙΔΙΟΣ ΓΝΩΡΙΖΑΝ ΜΟΝΟ ΤΟ ΗΛΕΚΤΡΙΚΟ ΦΩΣ ΤΗΣ ΝΥΧΤΑΣ. ΤΟ ΑΚΤΙΣΤΟ ΦΩΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΧΡΟΝΟ; ΠΕΡΙΜΕΝΕ ΜΕ ΤΙΣ ΕΝΝΟΙΕΣ ΝΑ ΚΑΝΕΙ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΥΣ;
Γιατὶ ὁ λόγος ἀναγνωρίζει ὅτι ἡ γνώση τῶν θείων εἶναι διπλή· ἡ σχετική, ποὺ βρίσκεται μόνο στὸ λόγο καὶ στὶς ἔννοιες καὶ ποὺ δὲν ἔχει κατὰ τὴν πράξη μὲ τὴν πείρα αἴσθηση ἐκείνου ποὺ ἔγινε γνωστὸ καὶ ποὺ μ᾿ αὐτὴν οἰκονομοῦμε τὴν παρούσα ζωή· καὶ ἡ πραγματικὴ ἀληθινὴ γνώση, ποὺ μὲ τὴν πείρα μόνο κατὰ τὴν πράξη χωρὶς λόγο καὶ ἔννοιες παρέχει ὅλη τὴν αἴσθηση ἐκείνου ποὺ ἔγινε γνωστὸ, μετέχοντάς το κατὰ χάρη, καὶ μὲ αὐτὴ τὴ γνώση ὑποδεχόμαστε κατὰ τὴ μελλοντικὴ κατάπαυση τὴν πάνω ἀπὸ τὴ φύση θέωση ποὺ πραγματοποιεῖται ἀδιάκοπα. Καὶ ἡ σχετικὴ βέβαια γνώση, ἐπειδὴ βρίσκεται στὸ λόγο καὶ στὶς ἔννοιες, λένε ὅτι κινεῖ τὴν ἐπιθυμία πρὸς τὴν μεθεκτικὴ κατὰ τὴν πράξη γνώση. ᾿Ενῶ ἡ γνώση μὲ τὴν ἐνέργεια ποὺ ἀπὸ τὴν πείρα καὶ μὲ μέθεξη αὐτοῦ ποὺ ἔγινε γνωστὸ παρέχει τὴν αἴσθηση, ἀπωθεῖ τὴ γνώση ποὺ βρίσκεται στὸ λόγο καὶ τὶς ἔννοιες.
Γιατὶ εἶναι ἀδύνατο, λένε οἱ σοφοί, νὰ συνυπάρχουν ἡ ἐμπειρία τοῦ Θεοῦ καὶ ὁ λόγος περὶ Θεοῦ ἢ ἡ αἴσθηση τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ νόηση γι᾿ Αὐτόν. Καὶ λόγο περὶ Θεοῦ ἀποκαλῶ τὴν γνωστικὴ θεωρία γι᾿ αὐτὸν ποὺ ἀναλογεῖ στὰ ὄντα, αἴσθηση τὴν μεθεκτικὴ πείρα τῶν πέρα ἀπὸ τὴ φύση ἀγαθῶν, καὶ νόηση τὴν ἁπλὴ καὶ ἑνιαία γνώση περὶ Θεοῦ μέσῳ τῶν ὄντων. Τὸ ἴδιο ἴσως μπορεῖ νὰ διαπιστωθεῖ καὶ σὲ κάθε ἄλλο πράγμα, ἂν ἡ ἐμπειρία αὐτοῦ τοῦ πράγματος σταματᾶ τὸ λόγο γι᾿ αὐτὸν καὶ ἡ αἴσθηση αὐτοῦ τοῦ πράγματος κάνει ἀργὴ τὴν νόηση περὶ αὐτοῦ. Πείρα λέγω τὴν ἴδια τὴ γνώση ἀπὸ τὴν ἐνέργεια, ποὺ πραγματοποιεῖται ἔπειτα ἀπὸ κάθε λόγο, καὶ αἴσθηση, τὴν ἴδια τὴ μέθεξη αὐτοῦ ποὺ ἔγινε γνωστὸ καὶ ποὺ ἐκδηλώνεται ἔπειτα ἀπὸ ὅλη τὴ νοητικὴ διαδικασία. Κι ἴσως αὐτὸ διδάσκει μυστικὰ ὁ μέγας ᾿Απόστολος λέγοντας, «εἴτε προφητεῖες εἶναι θὰ καταργηθοῦν, εἴτε ὁμιλίες σὲ διάφορες γλῶσσες θὰ πάψουν, εἴτε γνώσεις θὰ καταργηθοῦν»5, ἐννοώντας ὁλοφάνερα γιὰ τὴ γνώση ποὺ βρίσκεται στὸ λόγο καὶ στὶς ἔννοιες.
(῾Αγίου Μαξίμου ῾Ομολογητοῦ, Πρὸς Θαλάσσιον Περὶ Διαφόρων ᾿Απόρων τῆς ῾Αγίας Γραφῆς, ᾿Ερώτησις Ξʹ. Τὸ ἀρχαῖο κείμενο: PG τ. 90, στλ. 620Β-625Β. Νεοελληνικὴ ἀπόδοσις: Φιλοκαλία τῶν Νηπτικῶν καὶ ᾿Ασκητικῶν, Ε.Π.Ε. τ. 14Γ, σελ. 186-195, Θεσσαλονίκη 1992)
Καὶ ἡ σχετικὴ βέβαια γνώση, ἐπειδὴ βρίσκεται στὸ λόγο καὶ στὶς ἔννοιες, λένε ὅτι κινεῖ τὴν ἐπιθυμία πρὸς τὴν μεθεκτικὴ κατὰ τὴν πράξη γνώση.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου