Τρίτη 31 Μαΐου 2022

ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΣ ΕΛΛΑΔΑΣ-ΤΟΥΡΚΙΑΣ ΣΤΟΝ ΔΡΟΜΟ ΤΟΥ ΜΕΤΑΞΙΟΥ ΚΑΙ Η ΑΡΜΕΝΙΑ (Β΄ ΜΕΡΟΣ)

Ως αποτέλεσμα των κυρώσεων από την αντιπαράθεση ΝΑΤΟ-Ρωσίας στην Ουκρανία κάποιες εταιρίες έχουν σταματήσει να χρησιμοποιούν την σιδηροδρομική γραμμή διαμέσω της Ρωσίας για τον Δρόμο του Μεταξιού (πηγή). Η διαδρομή αυτή (Wuhan-Duisburg) είχε σταματήσει και με την πανδημία για κάποιο διάστημα ενώ εκφράστηκαν και υποθέσεις ότι μπορεί να συνέβαλλε στην μετάδοση και αυτή.

Φίλοι του Analyst

Ευκαιρίες μετά τις κυρώσεις στη Ρωσία

Αν λόγω των κυρώσεων σταματήσει η κίνηση διαμέσω της Ρωσίας που είναι η κύρια διαδρομή, τότε ως εναλλακτική χερσαία η διαδρομή προβάλλει αυτή διαμέσω της Τουρκίας που ονομάζεται και μεσαίος διάδρομος (Middle Corridor). H διαδρομή αυτή πρέπει να είναι μεν πιο αργή από της Ρωσίας αλλά πάλι ταχύτερη της θαλάσσιας διαμέσω Πειραιά ή Ρότερνταμ (που όμως έχουν μεγαλύτερη χωρητικότητα). Σε κάθε περίπτωση όμως αυτό σημαίνει ότι έτσι η Τουρκία έχει μια ακόμα ευκαιρία να ωφεληθεί γεωπολιτικά ως μεταφορικός κόμβος για την ΕΕ και την Κίνα, εκτός από ενεργειακός που είναι ήδη μέσω των αγωγών (TAP, Turkstream).

Αυτό όμως μπορεί να αποτελέσει και ένα γεωπολιτικό χαρτί για την Ελλάδα έναντι της ΕΕ, ΗΠΑ, Κίνας αφού διαθέτει την πιο σύντομη θαλάσσια οδό αυτή τη στιγμή και ως μεταφορικό κόμβος για την ΕΕ (αλλά και για το ΝΑΤΟ μέσω Αλεξανδρούπολης). Εξάλλου φαίνεται ότι η παρουσία των Κινέζων στον Πειραιά προκαλεί και κάποια ενόχληση από ΗΠΑ και ΕΕ όπως παλιότερα οι Ρώσοι με τους αγωγούς. (πηγή) Αυτό βέβαια το όφελος κινδυνεύει να «χαθεί» αν αναπτυχθεί ως εναλλακτική διαδρομή η Τεργέστη και μακροπρόθεσμα η Αρκτική οδός.

Από τη στιγμή που θα μπείτε στο Ναό,να μην βλέπετε τίποτα και κανέναν...

 

Αγία Ματρώνα η Ρωσίδα η αόμματος

«Να μην κάθεσθε την ώρα της θ. Λειτουργίας. Ο νους σας να μην πετάει εδώ κι εκεί. Όσο θα είσθε στην εκκλησία να το πάρετε απόφαση, να διαθέσετε όλο τον χρόνο στην προσευχή».

Οσιος Γεωργιος Καρσλίδης

Δευτέρα 30 Μαΐου 2022

Η ΣΙΩΠΗ ΤΗΣ ΣΠΑΡΤΗΣ

Άρθρο του Maurizio Blondet 

Μετάφραση -επιμέλεια Αναστάσιος  Γιαννάς

Στις ρίζες του Δυτικού πολιτισμού η Σπάρτη και η Αθήνα αντιπαρατίθενται σαν δύο διαφορετικά αρχέτυπα. Η Αθήνα είναι η συζήτηση, η Σπάρτη η σιωπή. Η Αθήνα μας άφησε τον Παρθενώνα, το Ερέχθειο, τα ανάγλυφα του Φειδία• η Σπάρτη μερικές βουβές πέτρες (δεν είχε άλλα τείχη, όπως λεγόταν, από τα στήθη των πολιτών της).

Η Αθήνα είναι η αγορά της πολιτικής διαμάχης, η Σπάρτη ένα αυταρχικό σύστημα, όπου ο καθένας ανήκει στο κράτος. Η Αθήνα είναι η ελευθερία, η Σπάρτη η στρατιωτική πειθαρχία. Η Αθήνα δίνει, κατά μία έννοια, αρχή στην νεωτερικότητα και στην κοσμική θέαση του ανθρώπου, εικάζει πάνω στους θεούς και αμφιβάλει-ενώ η Σπάρτη μένει ακίνητη σε μία ιεροτελεστική και πολεμική αντίληψη της πόλεως. Η Αθήνα κατοικείται από άτομα, η Σπάρτη από μία αρχαϊκή και συμπνέουσα φάλαγγα.   
        
Προπάντων: Η Αθήνα παρήγαγε μία τεράστια ποσότητα και ποιότητα λέξεων-λόγος• διάλογοι, φιλοσοφία, σοφίσματα, γενικά αυτό που εμείς ονομάζουμε «κουλτούρα», «ιστορία», «έκφραση», «κριτική»• η Σπάρτη μία αινιγματική και μονολιθική σιωπή: μόνον κάποιο ρυθμικό πολεμικό άσμα του Τυρταίου.      

Ο δημοκρατικός όχλος απονέμει φυσικά στην Αθήνα την πρωτοκαθεδρία του πολιτισμού, και βλέπει στην Σπάρτη την απουσία του πνεύματος, αισθάνεται την σιωπή της σαν άναρθρη, βίαιη  σκοτεινότητα.

Όμως αν ήταν πράγματι έτσι, πώς να εξηγήσουμε ότι ο Σωκράτης, ο τόσο ομιλητικός, ο πιο περίεργος των Αθηναίων, υπήρξε φίλο-Σπαρτιάτης; Και ο πιο ευγενής και έξυπνος μαθητής του, ο Πλάτωνας, από τον οποίο αρχίζει η φιλοσοφία-και αρχίζει σε μορφή διαλόγου-κοίταζε την Σπάρτη  σαν  την αληθινή  Ελληνική  πνευματική καρδιά; 

Διότι έτσι συνέβη: η δημοκρατική παράταξη, η Αθηναϊκή «αριστερά» υποπτεύθηκε ότι ο Σωκράτης και ο Πλάτωνας Λακωνίζουν,  δηλαδή ότι  μιμούνται τους  Λάκωνες στον ακριβή - συνθετικό λόγο  και αναγνωρίζουν στην Σπαρτιατική τάξη την πολιτιστική πρωτοκαθεδρία πάνω στην Ελλάδα, και με την πολιτική έννοια, ότι παίρνουν το μέρος της Σπάρτης, ότι δηλαδή ανήκουν στην «Δεξιά»: κάτι που απαγορευόταν στην Αθήνα.

Βέβαια δεν είναι απλό να εξηγηθεί γιατί η συνοδεία του Σωκράτη -η πιο σημαντική πολιτιστική ανθρώπινη ομάδα που υπήρξε ποτέ- αν  και  ζούσε μέσα στην Αθηναϊκή ελευθερία, κοίταζε την Σπάρτη ως ένα μοντέλο απαράμιλλου γοήτρου: προπάντων γιατί δημιουργεί  αμηχανία  στην δημοκρατία να παραδεχτεί ότι η υψηλή κουλτούρα, γεννήθηκε  στην Δύση  από ένα αντιδραστικό όραμα.

Αλλά  η εξήγηση είναι εύκολη  για όποιον δεν θρέφει προοδευτικές προκαταλήψεις. Φθάνει να θυμίσουμε ότι ο Σωκράτης μιλά, συζητά -και ο Πλάτωνας γράφει σε μορφή διαλόγου και συζήτησης- όχι για μία  εγγενή επιθυμία έκφρασης μέσω του λόγου, αλλά ως αντίδραση σε άλλους ομιλητές. Αυτοί αντικρούουν ακούραστα τους Σοφιστές: αυτοί οι τεχνικοί της γνώμης και της επικοινωνίας, αυτοί οι δικηγόροι κάθε περίπτωσης, που υπερηφανεύονταν ότι ξέρουν να πείσουν τον όχλο για οποιαδήποτε θέση  αλλά και για την αντίθετη της  και-το χειρότερο- ότι μπορούν  να  διδάξουν σε  οποιονδήποτε να κάνει το ίδιο. Η εμφάνιση και η επιτυχία των Σοφιστών δεν θεωρήθηκε στην Αθήνα ως «πρόοδος», αλλά ως αυτό που  μαρτυρούσε : Το σύμπτωμα μιας ηθικής κρίσης που κατέκλυζε την κοινωνία. Η νίκη του κυνισμού  και του υποκειμενισμού, η χειραγώγηση των συλλογικών συναισθημάτων κατά κάποιο τρόπο συνυφασμένη με τη δημοκρατία, η άρνηση της αλήθειας  και η υπεροχή της γνώμης. Κατά  μία έννοια, με τους Σοφιστές  εισβάλουν στην ιστορία όχι μόνον η διαλεκτική αλλά η «φλυαρία», η Βαβέλ του « κατά τη γνώμη μου…»  

Ο Γοργίας, ο οποίος υποστήριξε ότι  «το σωστό είναι το ωφέλιμο του πιο δυνατού», είναι ήδη πολύ σύγχρονος: φυτεύει το σπόρο για όλους εκείνους που στο μέλλον θα υποκλιθούν στην  εξουσία ως  την μόνη αλήθεια. Αρχίζει μία διαδρομή στην οποία ο Χέγκελ θα δώσει την πιο συνθετική και καθολική  θεωρητική συστηματοποίηση: «ότι είναι πραγματικό είναι ορθολογικό.» Ο Σωκράτης ο λακωνικός κατεβαίνει λοιπόν στην πλατεία, μιμούμενος τους Σοφιστές στην διαλεκτική τεχνική, για να υπερασπιστεί μία αρχή που παραβιάστηκε, μία αλήθεια που δεν είναι πια κοινά αποδεκτή με σιωπηρή συμφωνία.

Συμπτωματική είναι η τεχνική του: περισσότερο από το να μιλάει, κάνει ερωτήσεις. Και οι ερωτήσεις του στοχεύουν να παρακινήσουν τους συνομιλητές του να παραδεχτούν ότι ναι, η δικαιοσύνη δεν μπορεί να περιοριστεί στο συμφέρον αυτού που κυβερνά, ότι η δύναμη δεν είναι ταυτόσημη με την δικαιοσύνη, ότι η δικαιοσύνη -ακόμη και εάν σε αυτόν τον εμπειρικό κόσμο δεν εμφανίζεται παρά αδύναμα και επεισοδιακά- είναι ωστόσο πιο πραγματική από την δύναμη και το συμφέρον του πιο δυνατού, τόσο που ο αυθεντικός με τον εαυτό του άνθρωπος είναι υποχρεωμένος να  της  αναγνωρίσει μία ανωτερότητα χωρίς συμβιβασμούς. Αλλά όπως είναι γνωστό, ο Σωκράτης αρκείται να οδηγήσει τους άλλους να παραδεχτούν ότι η δικαιοσύνη «δεν» είναι αυτό, δεν είναι εκείνο, δεν είναι το άλλο• δεν δίνει ποτέ έναν δικό του ορισμό του «σωστού». Αρνείται να παράσχει μία φόρμουλα, και όχι μόνον για τον βάσιμο λόγο ότι χρειάζεται να υπερασπισθεί η Αλήθεια απομακρύνοντας την από την αιχμαλωσία της διαλεκτικής - η οποία εμφανίστηκε πλέον στον κόσμο ως η πρωταρχική τεχνική που αντιστρέφει τα διατυπωμένα στο αντίθετο τους.

Με την πιο βαθιά έννοια, ο Σωκράτης δεν κάνει  κάτι άλλο από το να βολιδοσκοπεί τα όρια μιας σιωπής που περιέχει την αλήθεια, την οποία αυτός αντλεί -και διδάσκει πώς να αντλείται- πέρα από το λόγο. Πώς να εξηγηθεί ότι αυτή η Ολύμπια σιωπή από την οποία ο Σωκράτης και ο Πλάτωνας  αντλούν τις αστείρευτες λέξεις τους  είναι ακριβώς  η σιωπή της Σπάρτης;

Στην  Ελλάδα, πριν τους Σοφιστές,  η γνώση ονομάζεται  κατά κανόνα μία «όραση», σε σχέση  με την οποία οι γνώσεις που αποκτούνται με τις τεχνικές του λόγου, την συζήτηση, δεν είναι παρά  μεταβαλλόμενες και επιφανειακές γνώμες: η παραπλανητική φλυαρία των Σοφιστών. 
Η «όραση»  ως  υπέρτατη γνώση ήταν, προσθέτουμε, το αντίστοιχο μιας ύπαρξης  που είναι προνόμιο ενός ανθρώπινου τύπου (όχι οποιουδήποτε), που επιπλέον είναι ικανός να μεταμορφωθεί. Εδώ, υπαινισσόμαστε  την μύηση στα Ελευσίνια Μυστήρια στα οποία είχαν πρόσβαση οι ευγενείς Αθηναίοι. Σε αυτά, μαρτυρεί ο Ιππόλυτος, παρουσιαζόταν «σε αυτούς που γινόντουσαν δεκτοί στον ύψιστο βαθμό, το μεγάλο και θαυμαστό και τέλειο μυστήριο της όρασης : ένα στάχυ θερισμένο εν σιωπή. Ο Πλάτωνας αναφέρεται συνεχώς σε αυτό που συμβολίζει αυτό το αινιγματικό στάχυ, σε σημείο που  κατέστη δυνατή η υποψία ότι η θεωρία των Πλατωνικών Ιδεών ήταν μία προσπάθεια λογοτεχνικής  γνωστοποίησης των Ελευσίνιων Μυστηρίων - για τα  οποία ο μυημένος έπρεπε να σιωπήσει. Ακόμη περισσότερο, υπαινισσόμαστε το μαντείο των Δελφών: Το ιερό κέντρο του φωτεινού Απόλλωνα. Έτσι η Σπάρτη παρέμεινε άρρηκτα συνδεδεμένη με τον αρχαϊκό Δωρικό πολιτισμό -τον οποίο ζηλότυπα προστατεύει ενώ οι άλλοι άλλαζαν- όπως εξάλλου λέγεται, ο Λυκούργος, που για τους πολλούς ήταν μόνον ο αρχικός νομοθέτης, ο πατέρας της Σπαρτιατικής πολιτικής τάξης, ήταν επίσης  και  η ονομασία ενός  Σπαρτιατικού  ιερατικού  βαθμού  που υπόκειντο στους Δελφούς.

Αρχίζουμε να καταλαβαίνουμε με πια βαθιά, εξωπολιτική έννοια ο Σωκράτης και ο Πλάτωνας ήταν φιλο-Σπαρτιάτες; Γιατί αντλούσαν  τις λέξεις τους από εκείνη τη σιωπή που φύλασσε η Σπάρτη: μακριά από το να είναι ένας στρατώνας, η πόλη χωρίς τείχη ήταν μία ιερή και στρατιωτική τάξη της οποίας τα άτομα-ασκητικά απαρνούμενα τον εαυτό τους, λαμβάνοντας το κοινό συσσίτιο, φέροντας τα όπλα όπως θα έκανε η πρωταρχική ομάδα των «ίσων», των Ινδοευρωπαίων εταίρων που κατακτούσαν τα νέα εδάφη - διατηρούσαν την αρχική τους  προέλευση και έμεναν πιστοί στην βεβαιότητα που έρχεται από την «Όραση», στον πολιτισμό  που  είναι πριν από την διαλεκτική: εκείνον που «θερίζει το στάχυ εν σιωπή».

Το γεγονός ότι η Σπαρτιατική τάξη ήταν επικεντρωμένη στην στρατιωτική εκπαίδευση σημαίνει δύο πράγματα:

Υποδήλωνε ότι η γνώση δεν κατακτάται με την νοητική οξύτητα, αλλά με την ανάπτυξη του Είναι, την διαμόρφωση του χαρακτήρα.

Ότι η αλήθεια που δεν μπορεί να ειπωθεί πρέπει να υπερασπίζεται με την δύναμη ενάντια στο χάος που θέλει να την ακυρώσει. Αυτή πρέπει να είναι η μόνη νόμιμη χρήση της δύναμης -η δύναμη που επιβάλει την σιωπή πάνω στον θόρυβο του περιβάλλοντος- και που όσο διήρκησε, η «Όραση» δεν είχε επαλειφθεί από τις καρδιές των ανθρώπων.

Δεν επικαλεστήκαμε δύο αρχέγονα αρχέτυπα. Η  Σπάρτη και Αθήνα  ΕΙΝΑΙ . Σε κάθε εποχή ο πολιτισμός είναι Σοφιστικός ή Πλατωνικός. Και εάν σήμερα εξαπλώνεται το ενδιαφέρον για  τα τρέχοντα γεγονότα, το κουτσομπολιό, τη φλυαρία, θα θέλαμε οι λέξεις μας να μην είναι μία απλή προσθήκη στο θόρυβο που κρύβει, ή θολώνει, κάθε βεβαιότητα. Αναζητήσαμε πάντοτε λέξεις που αραιώνουν την ομίχλη στην οποία  το  χάος  των  γνώμεων  μας  κάνει να ζούμε, που φέρνουν στο φως τις κρυφές δυνάμεις που ο διαλεκτικός και δημοσιογραφικός θόρυβος μας κρύβουν.

Λέξεις  που δεν σέβονται τα είδωλα του Forum Romanum γιατί στηρίζονται, χωρίς να το λένε, σε μία δυνατή σιωπή.

Καθηγητής Ιατρικής Λοιμωξιολόγος Christian Perronne: Η εμφάνιση της ευλογιάς των πιθήκων δεν είναι φυσική. ΒΙΝΤΕΟ

 

Σύμφωνα με τον Καθηγητή Ιατρικής Λοιμωξιολόγο Christian Perronne: Η εμφάνιση της ευλογιάς των πιθήκων δεν είναι φυσική. Αυτός δηλώνει:

Είναι απίθανο η εμφάνιση τέτοιων κρουσμάτων απομονωμένων μέσα σε 10 διαφορετικές χώρες διαφορετικών ηπείρων, αυτό είναι φυσιολογικά αδύνατο γιατί η ευλογιά΄των πιθήκων αυτή είναι μια ευλογιά των πιθήκων. Κάποιες φορές αυτή μπορεί να μολύνει τον άνθρωπο. Συνήθως η μόλυνση στον άνθρωπο είναι ήπια. Αλλά κάποιες φορές σε κάποιες επιδημίες στην Αφρική το ποσοστό της θνησιμότητας είναι από 1-3%. Μερικές φορές είναι 10% αλλά αυτό μοιάζει να είναι κατώτερο από το μέσο όρο.

Η μετάδοση ευλογιάς στον άνθρωπο είναι πιθανή αλλά όχι συχνή. Κι από άνθρωπο σε άνθρωπο χρειάζεται μια επαφή πολύ στενή με μια παρατεταμένη περίοδο. Δεν είναι εύκολα μεταδόσιμη. Επομένως δεν καταλαβαίνω πως αυτό είναι δυνατό γιατί για μια περίοδο δεκαετιών υπάρχουν στην Αφρική κάποιες μικρές επιδημίες μεταξύ των ανθρώπων. Αλλά είναι μια επιδημία τοπική. Δεν διαδίδεται ποτέ εκτός της ηπείρου. Κι αυτό που είναι πολύ εκπληκτικό είναι ότι όλα τα νέα κρούσματα εμφανίστηκαν σε πλούσιες χώρες. Δεν υπάρχει κανένα νέο κρούσμα στην Αφρική ή σε χώρες όπου υπάρχουν πολλoί πίθηκοι. Επομένως δέν θεωρώ ότι αυτό δεν είναι φυσικό.

dimpenews.com

ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ (123)

ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ 

Συνέχεια από Τρίτη, 17 Μαΐου  2022

                                                           Jacob Burckhardt
                                           ΤΟΜΟΣ 2ος

                                    ΤΡΙΤΟ ΜΕΡΟΣ: ΘΡΗΣΚΕΙΑ ΚΑΙ ΛΑΤΡΕΙΑ

ΙV. Η ΜΑΝΤΙΚΗ ΤΕΧΝΗ -14

Είναι αλήθεια ότι οι σύγχρονοι κριτικοί υποπτεύονται, πως αρκετοί χρησμοί θα μπορούσαν να έχουν εφευρεθεί εκ των υστέρων (ex eventu), μαζί με ολόκληρο τον θρύλο στον οποίον αναφέρονται· η αξιοπιστία όμως πολλών απ’ αυτούς παραμένει αναμφισβήτητη, και γνωρίζουμε από ασφαλείς πηγές ότι στη θεότητα ετίθεντο ερωτήματα και για το μέλλον· εξ άλλου και το είδος τών ερωτημάτων που αφορούσαν στην αναγκαιότητα κάποιου εγχειρήματος άπτονται επίσης τού μέλλοντος. Για παράδειγμα, μια μολύβδινη πλακέτα στη Δωδώνη περιλαμβάνει το ερώτημα μιας πόλης, κατά πόσον είναι προς την ασφάλειά της η συμμαχία με τη φυλή τών Μολοσσών. Επιπλέον θα μπορούσε να αναρωτηθεί κανείς κατά πόσον αρχαίοι χρησμοί προερχόμενοι από τούς Δελφούς, ή άλλα μαντεία, οι οποίοι απαγγέλθηκαν κατά ένα μέρος σε έμμετρη και κατά ένα άλλο σε πεζή μορφή, αναπαράχθηκαν με την αυθεντική τους μορφή, ή ακολούθησαν την τύχη τής μακροχρόνιας προφορικής παράδοσης· αν δηλαδή ο αστεϊσμός και το μυστήριο δεν πρόσθεσαν και τη δική τους εκδοχή. Οι περισσότεροι χρησμοί εντυπωσιάζουν με την ηθελημένη αινιγματικότητά τους έτσι, ώστε ο Λουκιανός να ισχυρίζεται αστειευόμενος ότι ένας δεύτερος Απόλλων είναι απαραίτητος για την ερμηνεία τους. Σαφές υπόδειγμα αυτού τού είδους συνιστούν οι απαντήσεις τών Δελφών σε τρείς ερωτήσεις τής Σπάρτης που αφορούσαν στην κατάκτηση της Αρκαδίας, ξεκινώντας από την Τεγέα. Η πρώτη περιείχε μιαν απατηλή υπόσχεση που θα την οδηγούσε προς την αντίθετη κατεύθυνση, προκαλώντας την απογοήτευση της Σπάρτης· η δεύτερη περιελάμβανε μιαν εμφανώς απραγματοποίητη προϋπόθεση, την ανακάλυψη των οστών τού Ορέστη· η δε τρίτη υπεδείκνυε μεν την τοποθεσία τών οστών, αλλά με έναν τρόπο που απαιτούσε μια προηγούμενη πληροφόρηση σχετικά με την ύπαρξη αυτών τών γιγαντιαίων οστών, και την εξαιρετικά δυσχερή σύνδεσή τους με την τοποθεσία που υπεδείκνυε ο χρησμός. Όλο αυτό το αφήγημα στόχευε κατά βάθος στο να αποδείξει, ότι οι Δελφοί δεν επιθυμούσαν να κατακτηθεί αυτή η περιοχή από τούς Σπαρτιάτες, και προσπαθούσαν να τους αποτρέψουν. Ή μήπως επρόκειτο στην ουσία για ένα τέχνασμα, με σκοπό την απαγωγή τών λειψάνων κάποιου ήρωα, ενώ η αναφορά στον χρησμό ήταν φανταστική ;

Για να κατανοήσουμε την τόσο μυστηριώδη σχέση ανάμεσα στο σπαρτιατικό Κράτος και τους Δελφούς, θα πρέπει να επικαλεστούμε μιαν απλή και γενική διαπίστωση. Οι διάφοροι ηγέτες ενός τόσο εξαναγκαστικού στη δομή του και την εξωτερική πολιτική του Κράτους, οι βασιλείς και οι έφοροι, είχαν άραγες εξασφαλίσει κάποια διαφάνεια στις σχέσεις τους με τους Δελφούς, με τρόπο που να μη χρειάζεται να δικαιολογούνται απέναντι στον λαό τους, ή ακόμη και απέναντι στη Γερουσία ; Δεν έχουμε ακριβή πληροφόρηση, κατά πόσο οι χρησμοί γνωστοποιούνταν στους πολίτες· η κυβέρνηση είχε φροντίσει να αντιπαραθέτει το μυστήριο απέναντι σε κάθε ενδεχόμενη αντίθεση, όποιες κι αν ήταν οι απαντήσεις που λάμβανε από το Μαντείο τών Δελφών.

Από τον 5ον αιώνα, και για τη Σπάρτη από την εποχή τού Κλεομένους, ξεκινούν τα περιστατικά στα οποία η Πυθία είτε «εξαναγκάστηκε», είτε ακόμη εξαγοράστηκε για να προσφέρει συγκεκριμένες απαντήσεις· άλλοτε ωθούσαν έναν σημαντικό παράγοντα των Δελφών να ασκήσει πίεση στη «δυστυχή» μάντιδα, και άλλοτε προσπάθησαν να εξαγοράσουν, όπως οι Αλκμεωνίδες, την Πυθία με χρυσάφι. Ακόμη και οι ανώτατες εξουσίες στους κόλπους τών θρησκειών γνώρισαν εποχές μεγάλης παρακμής, όπως η Αγία Έδρα τον 10ο και στα τέλη τού 15ου αιώνα, όταν εξωθρησκευτικοί παράγοντες εισέβαλαν στους ιερούς χώρους, για να υφαρπάξουν την εξουσία που αντιπροσώπευαν. Είναι πάντως φανερό ότι τα περισσότερα από αυτά τα αφηγήματα, και κυρίως όσα αφορούν στις διχόνοιες των σπαρτιατικών δυναστειών που εναποτέθηκαν στην Πυθία, έχουν ανεκδοτολογικό ιστορικό χαρακτήρα, και αποτελούν προϊόν επεξεργασίας τών Αθηναίων και των περιγραφών τού Ηροδότου· για τους Αθηναίους, όταν μεσολαβούσαν χρηματικές συναλλαγές, η καθαρότητά τους ήταν αμφισβητήσιμη, και προτιμούσαν να τις κατατάσσουν στη σφαίρα τής διαπλοκής και της εξαγοράς. Η στάση αυτή έδωσε την ευχέρεια σε ορισμένους να πραγματεύονται τέτοια θέματα με μεγάλη άνεση, και να φτάσουν κάποια στιγμή ακόμα και στο συμπέρασμα, ότι ο Λυκούργος προέβη σε συστηματική εξαγορά τής «προφήτιδας», όταν εξασφάλισε τη συγκατάθεση των Δελφών στους νόμους του. Όμως τουλάχιστον ο Λύσανδρος απέτυχε στην προσπάθεια του να δωροδοκήσει την Πυθία. Τελικά η κατάσταση των Δελφών όπως εμφανίζεται κατά τον Ιερό Πόλεμο και υπό την πίεση του Φιλίππου τής Μακεδονίας, δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ομαλή. Και η ίδια αυτή κατάσταση επικρατούσε ουσιαστικά, λίγο ως πολύ, τον τελευταίο αυτόν ενάμιση αιώνα. Ο «χρησμός», που λειτουργούσε άλλοτε ως διαιτητής μεταξύ αντιμαχομένων Κρατών, σύρθηκε μέσα στις διαμάχες τών Ελλήνων, ώσπου κατέληξε να συνταχθεί στο ξεκίνημα του Πελοποννησιακού Πολέμου με το μέρος τών Σπαρτιατών. Την εξουσία ανέλαβαν άνδρες και πολιτικά κόμματα, για τα οποία οι θεοί και οι χρησμοί τους δεν είχαν καμία αξία στο εσωτερικό τού Κράτους, απέκτησαν όμως πολύ μεγαλύτερη στο εξωτερικό, ωθώντας τους στον συναγωνισμό για την εύνοιά τους. Με αποτέλεσμα, ο Απόλλων να δέχεται στον ναό του και στον περίβολο των Δελφών έναν καταιγισμό ευχαριστηρίων προσφορών για τις νίκες Ελλήνων εναντίον Ελλήνων.

Αν υποθέσουμε ότι ο Πλούταρχος είχε ακριβή πληροφόρηση, οι χρησμοδότες τών αρχαίων χρόνων κατέφυγαν σε δυσνόητες απαντήσεις προκειμένου να αποφύγουν την πίεση των ισχυρών, κάτι που σημαίνει ωστόσο, ότι ήταν αφελείς εκείνοι που πίστεψαν πως θα μπορούσαν να τους εκφοβίσουν. Οι πληρεξούσιοι των χρησμών δεν είχαν κανένα συμφέρον να εξοργίσουν τούς βασιλείς και τους τυράννους, και οι προφήτες και υπηρέτες τού Απόλλωνα δεν προσφέρονταν ως θύματα δολιότητας· ο θεός δεν είχε επομένως κατά κανέναν τρόπο αποκρύψει την αλήθεια, απλώς χρησιμοποιούσε μια «παράκαμψη» της αποκάλυψής της. Είναι πάντως δύσκολο να βρεθεί έστω και μια απάντηση που να αντιστοιχεί σ’ αυτό το είδος τής ερμηνείας, είτε υπό την πίεση των γεγονότων, είτε ως προσπάθεια μιας αληθοφανούς έστω αποκάλυψης. Το Μαντείο μπορούσε επίσης να αρνηθεί κάθε απάντηση, όταν το αποτέλεσμα της θυσίας που προηγείτο δεν πληρούσε κάποιες προϋποθέσεις, ένα φαινόμενο που δεν ήταν, όπως μας πληροφορεί το σχετικό κείμενο, καθόλου σπάνιο· σ’ αυτή την περίπτωση, «η Πυθία δεν εμφανιζόταν καθόλου στο ιερό».

Υπάρχει ένα λεπτομερές ευτυχώς δείγμα αιτημάτων, απάντησης και ερμηνείας, που διαβάζοντάς το μπορεί κανείς να αποκτήσει την αντίληψη που ανταποκρίνεται καλλίτερα στην κλίση του, την εκπαίδευση και το πνευματικό του επίπεδο, σχετικά με το όλο ζήτημα: η ιστορία τής αποστολής τών Αθηναίων πρεσβευτών στους Δελφούς πριν από τη ναυμαχία τής Σαλαμίνας.

Μια εσπευσμένη, προς ίδιον όφελος ερμηνεία ενός χρησμού σχετικά με το μέλλον, αποτελεί ένα χρήσιμο επίσης για εμάς παράδειγμα. Οι Αιτωλοί ίδρυσαν, υπό την ηγεσία τού μεγάλου Διομήδη, το Βρινδήσιο· απωθήθηκαν όμως αργότερα (άγνωστο ακριβώς πότε) από τούς κατοίκους τής Απουλίας, και απευθύνθηκαν σε μαντεία, που τους απάντησαν ότι θα επιστρέψουν σ’ αυτό τον τόπο και θα ζήσουν για πάντα εκεί. Οι απεσταλμένοι τους παρουσιάστηκαν τότε στο Βρινδήσιο και απαίτησαν, απειλώντας με πόλεμο, να τους παραδωθεί η πόλη· αλλά οι Απούλιοι, που γνώριζαν τον χρησμό, τους σκότωσαν και τους έθαψαν μέσα στα τείχη τής πόλης: «Αυτός είναι ο τόπος που θα πρέπει να ζήσουν για πάντα». Η πόλη παρέμεινε στους Απούλιους , και ο Αλέξανδρος της Ηπείρου απέφυγε να τους κηρύξει αργότερα τον πόλεμο, σεβόμενος την αρχαία μοίρα - antiquitatis fata veneratus .

(συνεχίζεται)

H AΡΧΑΙΑ ΓΕΩΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ

Πόσο σοβαρή είναι η κρίση με το Ιράν; Ο πρώην ΑΝΥΕΘΑ Κ.Ήσυχος εξηγεί


Ο πρώην ΑΝΥΕΘΑ Κώστας Ήσυχος μιλά για το νέο πρόβλημα που καλείται να αντιμετωπίσει η χώρα, αυτή τη φορά με το Ιράν! Την ώρα που ακόμη και οι ΗΠΑ «διακριτικά» προσπαθούν να έχουν μια «επαφή» ακόμη και με το Ιράν, η Ελλάδα εμφανίζεται ξανά στην «αμερικανική εμπροσθοφυλακή»! Ο κ.Ήσυχος μιλά για μετατροπή της χώρας σε προτεκτοράτο. Ο πρώην ΑΝΥΕΘΑ υπενθυμίζει και τη σχέση που είχε η Τεχεράνη με την Αθήνα τα δύσκολα χρόνια του 2015 και 2016, όταν υπήρχε βοήθεια και ανοχή από το Ιράν σε ότι είχε να κάνει με τη τροφοδοσία πετρελαίου.

ΤΟ ΣΧΙΣΜΑ ΤΩΝ ΕΚΚΛΗΣΙΩΝ ΛΟΓΩ ΤΟΥ ΦΙΛΙΟΚΒΕ (3)

 Συνέχεια από  Παρασκευή 13 Μαίου 2022

EΓΧΕΙΡΙΔΙΟ ΚΑΘΟΛΙΚΗΣ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ
Η επίσημη μοντέρνα εκδοχή της λατινικής κακοδοξίας

ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΑΙΤΙΑΣ ΤΟΥ ΣΧΙΣΜΑΤΟΣ   

Οι καρποί αυτής της τοποθετήσεως αναγνωρίζονται στην Ορθόδοξη πρόταση σύμφωνα με την οποία «οι καθολικοί Ρωμαίοι και ορθόδοξοι (θάπρεπε) να ζητήσουν οι μεν από τους δε να αποφεύγουν πάνω απ’ όλα να δηλώνουν πως είναι παράνομη η διατύπωση του αντίθετου μέρους [οι έχιδνες. Οι ορθόδοξοι δεν προτείνουν δική τους διατύπωση. Εκεί καταλήξαμε με τις απανωτές προδοσίες της πίστεως. Η ορθοδοξία δεν είναι μια σχολή φιλολογίας που απαιτεί την κατά γράμμα ερμηνεία ή μια οργάνωση πρακτόρων που κυνηγούν τους αιρετικούς, εχθρούς μιας κάποιας συμβολικής Ορθοδοξίας. Η ορθοδοξία υπερασπίζεται την αλήθεια της σωτηρίας μας! Μια πίστη που σώζει. Όχι μια πίστη που συγκροτεί ιστορία, πολιτισμό, οικογένεια, κοινωνία. Η Ορθοδοξία δεν υπερασπίζεται την πατρίδα, την θρησκεία, την οικογένεια. Όπως ίσως φαντάζεται ο Ιερώνυμος και ο Μεσσηνίας και σκέπτονται ίσως πως ήρθαν οι ιστορικές στιγμές για να αλλάξει και η Ορθοδοξία τον τόπο της, και να μπει στην ιστορία, να αλλάξει τα σύμβολά της], θάπρεπε να ενδυναμώσουν την βεβαιότητα πως η πορεία που θα επιτρέψει την εμβάθυνση και την έκφραση αυτής της διαφοροποιήσεως ενεργείται ήδη στον επίσημο διάλογο που ξεκίνησε ανάμεσα στις δύο Εκκλησίες». [Με τους αντιπροσώπους μιας Ορθοδοξίας που σαν μοναδικό τους προσόν διαθέτουν την άπταιστη γνώση των ξένων γλωσσών, οι χωριάτες].

Σύμφωνα με τον συγγραφέα αυτής της ορθοδόξου προτάσεως (ποιος είναι άραγε), ο σκοπός του διαλόγου είναι η εξασφάλιση της επιστροφής στην αυθεντική Ομολογία της πίστεως, της δευτέρας Οικουμενικής συνόδου, που έλαβε χώρα στην Κων/πολη.

Δεν έλειψαν οι αντιρρήσεις και οι επιφυλάξεις, οι οποίες εκφράστηκαν για παράδειγμα από τον B. Bobrinskoy,  σύμφωνα με τον οποίο η εκπόρευση του Αγίου Πνεύματος δεν θα έπρεπε να θεωρεί τον Υιό σαν αιτιώδη αρχή. Διότι μια καινούργια φιλοσοφική διάκριση στην συνέχεια θα κατέστρεφε το μυστήριο της Τριάδος και θα ζημίωνε την Εκκλησία [ όπως ακριβώς συμβαίνει σήμερα με την αίρεση της Οικονομίας του Αγίου Πνεύματος]. Για την Ορθόδοξη Θεολογία είναι απολύτως απαράδεκτο να ορίσουμε την εκπόρευση του Αγίου Πνεύματος από τον Πατέρα και από τον Υιό «σαν από μια Αρχή». Ο συγγραφεύς κρίνει [επιτέλους κάποιος] με αυστηρότητα και την Ορθόδοξη διατύπωση [που αφορά μόνον στην Οικονομία] «δια του Υιού», την οποία θεωρεί πολύ αμφίβολη, τόσο μάλιστα ώστε να μπορεί εύκολα να παρεξηγηθεί σαν μια κρυφή μορφή του δόγματος του Φιλιόκβε. Λέει συγκεκριμένα: «Δεν πιστεύω λοιπόν πως η συμβιβαστική διατύπωση “διά του Υιού”, μπορεί να προσφέρει καθεαυτή κάποια ικανοποιητική λύση που θα μπορέσει να τερματίσει την διαμάχη, και αυτό ακριβώς λόγω του διφορούμενου χαρακτήρος αυτής της διατυπώσεως» (Bobrinskoy, το Μυστήριο της Τριάδος, Παρίσι 1986). Απαντώντας σ’ αυτήν την αντίρρηση θα μπορούσαμε να ρωτήσουμε, μέχρι ποιού σημείου μια θεολογική διατύπωση μπορεί να είναι στο απυρόβλητο από μιαν ενδεχόμενη παρερμηνεία; [Δεν διαθέτουν εν Χριστώ ζωή, Αγιότητα, γνώση Χριστού, και γι’ αυτό είναι όλα σκέψη, ακόμη και η πίστη τους, η οποία είναι πλέον βεβαιότης].

Η Ανατολική απαίτηση να επιβεβαιωθεί απαραιτήτως στο τριαδικό δόγμα η απόλυτη αιωνιότης του Πατρός [άγνωστη απαίτηση, καθότι η αιωνιότης δεν ανήκει στον Θεό αλλά στα παρεπόμενα του Θεού ένεκεν, γι’ αυτό και ονομάζουμε τον Θεό προαιώνιο] ικανοποιείται πάντως στην λατινική παράδοση από την διδασκαλία του Αυγουστίνου, εκεί όπου διακρίνεται ο Πατήρ σαν αιτία αναίτιος του Πνεύματος (καταγωγή χωρίς καταγωγή του Πνεύματος), το οποίο είναι αρχή όχι της αρχής (Principium και de Principio), και ο Υιός που είναι καταγωγή καταγώμενη (Principium de Principio) του Πνεύματος πάντοτε. [Είναι οι μεγαλύτεροι πνευματομάχοι της ιστορίας]. Σύμφωνα με μιαν άλλη Δυτική διατύπωση, το πνεύμα προοδεύει «principaliter», αρχικώς από τον Πατέρα και δευτερευόντως και από τον Υιό.

Τρέχει επίσης και μια συζήτηση στο ενδεχόμενο να εγκαταλείψει η Δύση την παρουσία του Φιλιόκβε στο Νικαιο- Κων/πολίτικο Πιστεύω, κάτι που θα μπορούσε να γίνη εάν εκ μέρους των Ορθοδόξων αναγνωριζόταν ο αιρετικίζων χαρακτήρας του Φιλιόκβε, και όχι η αίρεση, και αναγνωριζόταν επιπλέον η Χριστολογική πρόθεση του δόγματος ακριβώς του Φιλιόκβε. Μια θέση όμως που δεν μοιράζονται παρ’ όλα αυτά όσοι, παρότι σέβονται την Ανατολική θέση, ισχυρίζονται πως η απάλειψη του Φιλιόκβε από το Πιστεύω είναι «εξωπραγματική και άκαιρη, λαμβάνοντας υπ’ όψιν την κατάσταση στην οποία βρίσκεται σήμερα η Καθολική Εκκλησία» [υποκύπτουν δηλαδή στην αρχή του Φιλιόκβε, που είναι η βάση της εκκοσμικεύσεως. Η Εκκλησία προσαρμόζεται στον κόσμο].

Μια πρόταση συμβιβασμού προέρχεται από τον Πάπα Giovanni Paolo II. Στο γράμμα που απέστειλε στις 25 Μαρτίου 1981 στον Οικουμενικό Πατριάρχη της Κων/πόλεως Δημήτριο, η οποία και ανεγνώσθη στην συνέχεια στην ομιλία της ημέρας της Πεντηκοστής, στις 7 Ιουνίου 1981, ο Πάπας πρότεινε να θεωρήσει την συνοδική διατύπωση του 381 σαν ΚΑΝΟΝΙΚΟ κείμενο, που θα συνεπάγεται τον πιο υψηλό βαθμό δογματικής υποχρεώσεως. Σύμφωνα πάντα με την πρόταση του Πάπα, καμμία θεολογική θέση η οποία θα ξεκινούσε από το Φιλιόκβε δεν θα μπορούσε στο μέλλον να βρεθεί σε κάποια αντίθεση με το κείμενο αναφοράς του 381.

Άλλοι πάλι, αφού μελέτησαν την βασική αλληλογραφία ανάμεσα στις δύο Εκκλησίες, συνεπέραναν πως οι Λατίνοι θα μπορούσαν να ζητήσουν ξεκάθαρα από την Ανατολή να τους επιτραπεί να κρατήσουν σε ισχύ την Δυτική εκδοχή του συμβόλου. Μ’ αυτήν την χειρονομία θα απεφεύγετο η κατηγορία των ανατολικών, σύμφωνα με την οποία η εισαγωγή του Φιλιόκβε υπήρξε μια μονόπλευρη κίνηση της μιας από τις δύο Εκκλησίες και θα έπρεπε γι’ αυτόν τον λόγο να θεωρηθεί μια ΚΑΝΟΝΙΚΗ παράβαση. Σ’ αυτήν την κριτική οι Ανατολικοί στηρίζονται στην απαγόρευση της συνόδου της Εφέσου (431), να αλλοιώνονται οι αποφάσεις των συνόδων.

Σύμφωνα με μερικούς όμως, αυτή η κατηγορία δεν λαμβάνει υπ’ όψιν της το γεγονός πως η σύνοδος της Κων/πόλεως πραγματοποίησε τις ερμηνευτικές προσθήκες στο σύμβολο της Νικαίας χωρίς να έχει ζητήσει προηγουμένως την συμφωνία των Λατίνων. Πρέπει να προσθέσουμε δε, πως η σύνοδος της Εφέσου έλαβε σαν σημείο αναφοράς της όχι την σύνοδο της Κων/πόλεως, η οποία είχε προηγηθεί, αλλά την σύνοδο της Νικαίας.

Θα μπορούσαμε να πετύχουμε ένα βήμα προς τα εμπρός στον Οικουμενικό διάλογο ανάμεσα στην Ανατολή και την Δύση, εάν κατορθώναμε να θεωρήσουμε τις δύο παραδόσεις σαν δύο απόψεις που αλληλοσυμπληρώνονται και συγκλίνουν.

Χειριστήκαμε την διαμάχη του Φιλιόκβε ξεκινώντας από την τριαδική ομολογία πίστεως της Κων/πόλεως, η οποία υιοθετήθηκε για να ξεκαθαρίσει ακόμη περισσότερο το Πιστεύω της Νίκαιας. Ανακαλύψαμε πως η ομολογία της ταυτότητος ανάμεσα στον Πατέρα και τον Υιό [δεν περιλαμβάνουν σ’ αυτήν την ταυτότητα το Άγιο Πνεύμα, δεν είναι ομοούσιο] έχει σαν εσωτερική συνέπεια τον ίδιο καθορισμό του Αγίου Πνεύματος.

                                               ΤΕΛΟΣ

Εκκλησία και Θεολογία σε κρίση

 

Η δογματική αλήθεια της Εκκλησίας και η κρίση του Οικουμενισμού

ΑΣ ΔΟΥΜΕ ΛΟΙΠΟΝ ΤΙ ΣΟΙ ΔΟΓΜΑΤΙΚΗ ΑΛΗΘΕΙΑ ΔΙΑΘΕΤΟΥΝ ΣΗΜΕΡΑ ΟΙ ΘΕΟΛΟΓΙΚΕΣ ΣΧΟΛΕΣ ΜΑΣ. 
ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΕΙΝΑΙ Η ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΕΝΟΤΗΤΟΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ Η ΟΠΟΙΑ ΕΠΙΚΡΑΤΟΥΣΕ ΣΤΟΝ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟ ΚΑΙ ΔΙΕΡΡΑΓΗ. ΑΥΤΗ ΕΙΝΑΙ Η ΔΙΑΚΟΝΙΑ ΤΗΣ ΚΑΙ Σ' ΑΥΤΟ ΑΠΟΣΚΟΠΕΙ Ο ΔΙΑΛΟΓΟΣ. Η ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΑ ΑΥΤΗ ΕΥΝΟΕΙΤΑΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΛΛΕΙΨΗ ΦΑΝΑΤΙΚΩΝ ΑΝΤΙΡΡΗΣΕΩΝ ΟΙ ΟΠΟΙΕΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΥΝ ΕΝΑ ΤΕΙΧΟΣ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ. Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΕΙΝΑΙ ΚΛΗΣΗ ΓΙΑ ΕΝΟΤΗΤΑ ΚΑΘΟΤΙ ΤΟ ΑΓΙΟ ΠΝΕΥΜΑ ΕΙΝΑΙ ΦΟΡΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ ΟΠΩΣ ΤΟ ΟΜΟΛΟΓΕΙ Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ, Η ΧΑΡΙΣ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΗΜΩΝ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ, Η ΑΓΑΠΗ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΠΑΤΡΟΣ ΚΑΙ Η ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ. ΔΕΝ ΟΡΙΖΕΤΑΙ Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΔΙΟΤΙ ΔΕΝ ΠΕΡΙΟΡΙΖΕΤΑΙ. Η ΜΙΑ ΑΓΙΑ ΚΑΘΟΛΙΚΗ ΚΑΙ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗ ΕΙΝΑΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ. Η ΜΟΝΗ ΚΑΤΑΛΛΗΛΗ ΕΙΚΟΝΑ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΣΩΜΑ ΧΡΙΣΤΟΥ. ΚΑΙ ΕΙΝΑΙ ΜΥΡΙΑ ΤΑ ΧΑΡΙΣΜΑΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΛΗΣΙΑΣ.

ΟΜΩΣ ΟΡΙΖΩ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΚΥΡΙΑΡΧΩ, ΚΥΡΙΟΤΗΤΑ. ΑΥΤΟ ΑΚΡΙΒΩΣ ΠΟΥ ΣΗΜΑΙΝΕΙ Ο ΚΥΡΙΟΣ ΗΜΩΝ ΙΗΣΟΥΣ ΧΡΙΣΤΟΣ ΝΟΥΣ ΚΑΙ ΚΕΦΑΛΗ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ. ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΣΩΣΜΕΝΟΙ ΚΑΙ ΚΑΤΑΔΙΚΑΣΜΕΝΟΙ; ΦΥΣΙΚΑ ΑΝ ΑΚΟΥΣΟΥΜΕ ΤΟΝ ΛΟΓΟ ΚΥΡΙΟΥ, ΟΣΤΙΣ ΘΕΛΕΙ ΟΠΙΣΩ ΜΟΥ ΕΛΘΕΙΝ. ΕΠΙΣΗΣ ΚΑΙ ΤΟΝ ΛΟΓΟ ΤΟΥ ΟΤΙ ΟΠΟΙΟΣ ΜΕ ΕΠΙΚΑΛΕΣΤΗΚΕ ΕΣΤΩ ΚΑΙ ΜΙΑ ΦΟΡΑ ΚΑΠΟΥ ΘΑ ΤΟΝ ΤΟΠΟΘΕΤΗΣΩ. ΤΟ ΣΩΜΑ ΧΡΙΣΤΟΥ ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΤΟ ΣΩΤΗΡΙΩΔΕΣ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ ΕΙΝΑΙ ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΟΠΩΣ ΜΑΣ ΤΟ ΦΑΝΕΡΩΣΕ Ο ΑΓΙΟΣ ΣΥΜΕΩΝ Ο Ν. ΘΕΟΛΟΓΟΣ ΚΑΙ Η ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ ΕΙΝΑΙ Η ΠΡΟΥΠΟΘΕΣΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΧΑΡΙ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΠΑΤΡΟΣ.
 ΤΟ ΛΕΠΤΟ ΣΗΜΕΙΟ ΤΗΣ ΠΛΑΝΗΣ ΒΡΙΣΚΕΤΑΙ ΣΤΗΝ ΕΝΝΟΙΑ ΤΟΥ ΔΙΑΛΟΓΟΥ Ο ΟΠΟΙΟΣ ΔΙΕΡΡΑΓΗ ΛΟΓΩ ΤΗΣ ΠΤΩΣΕΩΣ ΚΑΙ ΟΦΕΙΛΟΥΜΕ ΝΑ ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΗΣΟΥΜΕ. ΔΙΕΡΡΑΓΗ ΔΙΟΤΙ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΣΤΟΝ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟ ΑΝΟΙΞΕ ΔΙΑΛΟΓΟ ΜΕ ΤΟΝ ΕΩΣΦΟΡΟ Ο ΟΠΟΙΟΣ ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΤΟΝ ΟΔΗΓΗΣΕ ΣΤΗΝ ΦΘΟΡΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΔΟΥΛΕΙΑ. ΔΕΝ ΔΙΕΚΟΠΗ ΠΟΤΕ Ο ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΚΑΙ ΕΠΕΙΓΕΙ ΛΟΙΠΟΝ ΝΑ ΕΞΕΤΑΣΟΥΜΕ ΠΟΙΟΝ ΔΙΑΛΟΓΟ ΑΠΟΚΑΘΙΣΤΑ Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΣΗΜΕΡΑ ΚΑΙ ΠΟΙΟΝ ΔΙΑΚΟΠΤΕΙ ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ, ΜΟΙΡΑΙΩΣ.
Ο κ. ΞΙΩΝΗΣ ΟΜΩΣ ΑΠΟ ΤΟ 1.37 ΜΑΣ ΒΑΖΕΙ ΣΕ ΜΕΓΑΛΗ ΔΟΚΙΜΑΣΙΑ ΜΕΤΑ ΤΑ ΕΥΧΑΡΙΣΤΑ ΝΕΑ ΤΗΣ κ. ΚΟΛΟΒΟΠΟΥΛΟΥ ΟΤΙ Η ΔΟΓΜΑΤΙΚΗ ΕΝΩΣΗ ΜΕ ΤΟΥΣ ΚΑΘΟΛΙΚΟΥΣ ΕΙΝΑΙ ΑΔΥΝΑΤΗ.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ 

ΠΑΥΛΟΣ ΤΟΜΕΣ ΣΤΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ - ΠΕΤΡΟΣ ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ (10)

 Συνέχεια από: Πέμπτη 26 Μαΐου 2022

ΠΕΤΡΟΣ ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ

ΠΑΥΛΟΣ (ΠΡΩΤΟΣ ΤΟΜΟΣ)

ΤΟΜΕΣ ΣΤΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ

Μέρος Πρώτο

ΤΟΜΕΣ ΣΤΗΝ ΠΑΥΛΕΙΑ ΣΩΤΗΡΙΟΛΟΓΙΑ

Κεφάλαιο 3

ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΤΗΣ ΠΑΥΛΕΙΑΣ ΣΩΤΗΡΙΟΛΟΓΙΑΣ

3.2. ΠΡΟΠΑΥΛΕΙΕΣ ΕΡΜΗΝΕΙΕΣ TOΥ ΣΤΑΥΡΙΚΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ TOΥ ΙΗΣΟΥ

Τα αρχαιότερα σωζόμενα γραπτά κείμενα της Κ.Δ. είναι αναμφισβήτητα οι αδιαφιλονίκητες επιστολές του Παύλου. Με βάση την επιγραφή των Δελφών για τη διακυβέρνηση από τον Γαλλίωνα της επαρχίας της Αχαΐας στις αρχές της δεκαετίας του 50 μ.Χ. (terminus a quo), και το μαρτυρικό θάνατο του αποστόλου κατά τη διάρκεια των διωγμών του Νέρωνα το 64εξ μ.Χ. (terminus ad quem) τα αδιαφιλονίκητα παύλεια κείμενα τοποθετούνται στο τέλος της πρώτης γενιάς από το σταυρικό θάνατο του Ιησού και τουλάχιστο είκοσι χρόνια απ' αυτόν. Επίσης, με βάση τα δεδομένα της ιστορικοφιλολογικής κριτικής32 και την εκκλησιαστική παράδοση, τα ευαγγέλια33, ακόμη και το αρχαιότερο απ' αυτά, το κατά Μάρκον, δεν μπορεί να γράφτηκαν πριν από το 67 μ.Χ. Οι δύο αυτές βασικές πρωτο-χριστιανικές κατηγορίες των βιβλικών κειμένων, οι παύλειες αυθεντικές επιστολές και τα συνοπτικά ευαγγέλια, δεν αποτελούν τις πρώτες προσπάθειες ερμηνείας του σταυρικού θανάτου του Ιησού. Πολύ πριν καταγράψει τις εμπειρίες της η Πρώτη Εκκλησία τις εξέφρασε με ύμνους και ομολογίες, ίχνη των οποίων μπορούμε να ανακαλύψουμε με τη μορφοϊστορική μέθοδο34. Με την ίδια μέθοδο μπορούμε ακόμη να διακρίνουμε τις απαρχές της ερμηνευτικής δραστηριότητας της πρωτο-χριστιανικής Εκκλησίας στην προσπάθειά της να δώσει κάποια εξήγηση στο τραγικό –και ανεξήγητο για τις μεσσιανικές προσδοκίες της εποχής εκείνης– βίαιο τέλος του ιδρυτή της. Στα διάφορα στρώματα παραδόσεων της καινοδιαθηκικής γραμματείας διακρίνονται αρκετά καθαρά οι συγκεκριμένες μορφές ερμηνείας και αξιολόγησης του σταυρικού θανάτου του Ιησού. Το γεγονός ότι οι ερμηνείες αυτές απαντούν σε περισσότερες από μια περιπτώσεις, τις περισσότερες μάλιστα φορές σε περισσότερα από ένα στρώματα της πρωτο-χριστιανικής παράδοσης, ή ακόμη και σε περισσότερα από ένα φιλολογικά είδη της αρχέγονης χριστιανικής γραμματείας, μας οδηγεί στο συμπέρασμα πως πρόκειται για αποκρυσταλλωμένες ερμηνευτικές προσπάθειες. Απ' την άλλη μεριά όμως, πρέπει να τονίσουμε πως τόσο το σχετικά μικρό χρονικό διάστημα (ανάμεσα στην πρώτη και δεύτερη μόλις δεκαετία από το ερμηνευόμενο ιστορικό γεγονός) όσο και τα εμφανή στοιχεία ανάμιξης των διαφόρων αυτών ερμηνειών, δίνουν το δικαίωμα στο νηφάλιο και αντικειμενικό μελετητή της καινοδιαθηκικής γραμματείας να κάνει λόγο μόνο για προσπάθειες ερμηνευτικής εμβάθυνσης στο μυστήριο του σταυρικού θανάτου του θεανθρώπου.

Πέντε είναι οι πιο ευδιάκριτες αποκρυσταλλωμένες ερμηνευτικές προσπάθειες, με τις οποίες η αρχέγονη χριστιανική κοινότητα επιχείρησε να δώσει κάποια εξήγηση στο σταυρικό θάνατο του Ιησού: (α) η «προφητική» ερμηνεία, ίχνη της οποίας βρίσκουμε στην αρχαιότερη επιστολή του Παύλου, στις Πράξεις, στη μάρκεια παράδοση και στην Πηγή των Λογίων· (β) η «διαλεκτική», που κι αυτή απαντάται στα αρχαιότερα και πιο παραδοσιακά στρώματα της παύλειας γραμματείας και των Πράξεων· (γ) η «αποκαλυπτική» ή «εσχατολογική», η οποία μαρτυρείται κυρίως στη συνοπτική παράδοση, ίχνη της όμως βρίσκουμε και στα παραδοσιακά τμήματα της παύλειας γραμματείας· (δ) η «ευχαριστιακή» ή «διαθηκική», η οποία διακρίνεται σε παραδοσιακά χωρία τόσο της παύλειας, όσο και της συνοπτικής γραμματείας· και τέλος (ε) η «σωτηριολογική», που κυριαρχεί στην παύλεια και μετα-παύλεια γραμματεία, μαρτυρείται σε μία τουλάχιστο προ-παύλεια ομολογία, απουσιάζει όμως από τα αρχαιότερα στρώματα της καινοδιαθηκικής γραμματείας35.[Ο ΜΕΣΣΙΑΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ Ο ΣΩΤΗΡ; ΔΕΝ ΑΝΑΦΕΡΕΤΑΙ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΣΑΜΑΡΕΙΤΙΔΑ ΚΑΙ ΣΤΟ ΘΑΥΜΑ ΤΟΥ ΤΥΦΛΟΥ;]

3.2.1. Η «προφητική» ερμηνεία του θάνατου του Ιησού

(α) Α΄ Θεσ 2,15

Το αρχαιότερο σωζόμενο γραπτό κείμενο της Κ.Δ., η Α´ Θεσ36, διασώζει μια μαρτυρία σαφώς αρχαιότερη του Παύλου, όπου ο θάνατος του Ιησού ερμηνεύεται με τρόπο μοναδικό όχι μόνο για τις υπόλοιπες επιστολές του, αλλά και για την ίδια τη συγκεκριμένη επιστολή37. Ευχαριστώντας τον Θεό (2,13) ο απόστολος για τη στάση των χριστιανών της Θεσσαλονίκης (2,14α), στάση παρόμοια με αυτή των αδελφών χριστιανών της Ιουδαίας («ὅτι τά αὐτά ἐπάθατε καί ἡμείς ὑπό τῶν ἱδίων συμφυλετῶν καθώς καί αὐτοί ὑπό τῶν Ἰουδαίων» 2,14β), προχωράει στην παρακάτω, μοναδική στις παύλειες επιστολές, ερμηνευτική αναφορά στο θάνατο του Ιησού (2,15α):

«τῶν καί τόν κύριον ἀποκτεινάντων Ἰησοῦν
καί τούς προφήτας, καί ἡμᾶς ἐκδιωξάντων».

Το κύριο χαρακτηριστικό της προ-παύλειας38 αυτής ερμηνείας είναι η σύνδεση του σταυρικού θανάτου του Ιησού με το μαρτυρικό τέλος των προφητών39.[ΓΙΑΤΙ ΕΡΜΗΝΕΙΑ; ΔΕΝ ΕΜΦΑΝΙΖΟΝΤΑΙ ΣΤΟΝ ΔΙΑΛΟΓΟ ΜΕ ΤΗΝ ΣΑΜΑΡΕΙΤΙΔΑ; ΔΕΝ ΓΡΑΦΕΙ ΑΥΤΑ ΠΟΥ ΕΙΔΕ ΚΑΙ ΑΚΟΥΣΕ; ΓΙΑΤΙ ΕΡΜΗΝΕΥΕΙ;] Στο χωρίο αυτό ούτε εξιλαστήρια σημασία, ούτε σωστική δύναμη αποδίδεται στο θάνατο του Ιησού. Το τραγικό τέλος του Ναζωραίου ερμηνεύεται ως συνέχεια των διωγμών, των παθημάτων και του βίαιου τέλους των προφητών της Π.Δ.40

(β) Πραξ 7,52

Η μαρτυρία της Α´ Θεσ θα μπορούσε να θεωρηθεί ασήμαντη θεολογικά και μεμονωμένο περιστατικό, αν δεν συναντούσαμε και σε άλλα στρώματα της αρχέγονης χριστιανικής παράδοσης παρόμοιες ερμηνευτικές εκφράσεις για το θάνατο του Ιησού. Μια απ' αυτές είναι και ο λόγος του Στεφάνου ενώπιον του Συνεδρίου (Πραξ 7,2-53). Προς το τέλος της απολογίας του, ο Στέφανος καταφέρεται με δριμύτητα εναντίον των Ιουδαίων («σκληροτράχηλοι καί ἀπερίτμητοι καρδίαις καί τοῖς ὦσιν» 7,51α) ταυτίζοντάς τους με τους προγόνους τους («ὡς οἱ πατέρες ὑμῶν καί ἡμεῖς» 7,51β). Το πιο ενδιαφέρον όμως σημείο του λόγου του Στεφάνου είναι η σημασία που δίνει στο σταυρικό θάνατο του Ιησού (7,52):

«τίνα τῶν προφητῶν οὐκ ἐδίωξαν οἱ πατέρες ὑμῶν; καί ἀπέκτειναν τούς προκαταγγείλαντας περί τῆς ἐλεύσεως τοῦ δικαίου, οὗ νῦν ὑμεῖς προδόται καί φονεῖς ἐγένεσθε».

Σήμερα έχει γίνει ευρύτατα αποδεκτό από την καινοδιαθηκική έρευνα ότι τα κεφ. 6-8, που αναφέρονται στη δράση των διακόνων Στεφάνου και Φιλίππου, ανάγονται σε παραδόσεις πολύ αρχαιότερες της συγγραφής των Πράξεων. Είναι πολύ πιθανό να αντανακλούν τη θεολογική διδασκαλία των ελληνιστών της πρώτης ιεροσολυμιτικής κοινότητας41. Κι εδώ η αναφορά στο θάνατο του Ιησού γίνεται χωρίς σωτηριολογικούς υπαινιγμούς. Τόσο η φιλολογική ανάλυση των όρων42, που χρησιμοποιούνται για να αποδώσουν το σταυρικό θάνατο του Ιησού, όσο και η δομική σύνθεση του στίχου42, οδηγούν στο συμπέρασμα, πως και στο στρώμα αυτό της πρωτοχριστιανικής παράδοσης ο θάνατος του Ιησού πρέπει μάλλον να κατανοούνταν ως συνέχεια του βίαιου τέλους των προφητών44.[ΓΙΑΤΙ ΔΟΘΗΚΕ Ο ΝΟΜΟΣ; ΑΠΟ ΠΟΙΟΝ; ΑΠΟ ΤΟ ΣΑΒΒΑΤΟ, ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΚΑΤΕΛΗΞΑΝ ΝΑ ΛΑΤΡΕΥΟΥΝ ΟΙ ΦΑΡΙΣΑΙΟΙ;, ΑΠΟ ΤΟΝ ΤΥΠΟ;]

(γ) Μαρκ 12,1-12 παρ.

Ακριβώς στα ίδια πλαίσια κινείται και μια άλλη, έμμεση βέβαια, αλλά σαφής αναφορά στο θάνατο του Ιησού. Αυτή τη φορά από ένα στρώμα της συνοπτικής ευαγγελικής παράδοσης, το προ-μάρκειο λογιακό υλικό. Στήν παραβολή των κακών γεωργών (Μαρκ 12,1-12=Ματθ 21,33-46=Λουκ 20,9-19) η αναφορά στους διωγμούς και τις εκτελέσεις των προφητών είναι ολοφάνερη και ο θάνατος του «ἀγαπητοῦ υἱοῦ» (Μαρκ 12,6 παρ) περιγράφεται ακριβώς με τον ίδιο τρόπο. Κι εδώ, όπως και στις προηγούμενες περιπτώσεις είναι χαρακτηριστική η ορολογία, που χρησιμοποιείται για να περιγράψει το θάνατο του Ιησού (ἀποκτείνειν) και μάλιστα επανειλημμένα45. Οποιοδήποτε κι αν είναι το αρχικό Sitz im Lebern της παραβολής αυτής, είτε δηλαδή η τεκμηρίωση της ιεραποστολής προς τα έθνη, είτε η αντίθεση προς τις ιουδαϊκές θρησκευτικές αρχές46, το βέβαιο είναι πως σ' αυτή την παραβολή ο θάνατος του Ιησού καμιά εξιλαστήρια ή σωστική δύναμη δεν παρουσιάζεται να έχει. Εκείνο που σαφέστατα υπονοείται, και μάλιστα τονίζεται ιδιαίτερα, είναι ότι το τέλος του θεανθρώπου κατανοείται στην ίδια ευθεία με εκείνο των προφητών της Π.Δ. και ερμηνεύεται ως συνέχειά τους.[ΟΙ ΟΠΟΙΟΙ ΕΣΩΣΑΝ ΤΟΝ ΛΑΟ ΑΠΟ ΤΗΝ ΔΟΥΛΕΙΑ. ΣΤΗΜΕΝΗ ΕΡΜΗΝΕΙΑ κ. ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗ. ΕΝΟΣ ΕΞΩΓΗΙΝΟΥ ΠΟΥ ΠΕΦΤΕΙ ΣΤΑ ΧΕΡΙΑ ΤΟΥ ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΚΑΙ ΒΓΑΖΕΙ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ] Το ιδιάζον χαρακτηριστικό σ' αυτή την τρίτη περίπτωση είναι ότι ο θάνατος του Ιησού αποτελεί το τελικό στάδιο (ἀπέστειλεν αὐτόν ἔσχατον 12,6α) και τον κολοφώνα (ἕνα εἶχεν υἱόν ἀγαπητόν 12,6β) της αλυσίδας των διωγμών και παθημάτων των απεσταλμένων του Γιαχβέ.47

(δ) H Πηγή των Λογίων

Το ίδιο παλαιοδιαθηκικό, και συγκεκριμένα έντονα προφητικό μοτίβο, χρησιμοποιεί και η αρχαιότερη πηγή της ευαγγελικής παράδοσης, η Πηγή των Λογίων (Q)48. Η πηγή αυτή, την οποίαν χρησιμοποίησαν παράλληλα με το κατά Μάρκον ευαγγέλιο οι μεταγενέστεροι συνοπτικοί ευαγγελιστές, Ματθαίος και Λουκάς, για τον εμπλουτισμό του λογιακού κυρίως τμήματος του ευαγγελίου τους, ανάγεται σε αρχέγονη χριστιανική κοινότητα με κέντρο δράσης την ανατολική Συρία [ΞΕΧΑΣΑΜΕ ΟΤΙ ΒΡΕΘΗΚΑΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙ ΠΟΥ ΕΙΧΑΝ ΜΟΝΟ ΤΟ ΒΑΠΤΙΣΜΑ ΤΟΥ ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ; ΠΟΙΟΣ ΕΙΧΕ ΚΗΡΥΞΕΙ ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΣΤΗΝ ΣΥΡΙΑ. ΕΙΧΑΝ ΞΕΚΙΝΗΣΕΙ ΤΟ ΚΗΡΥΓΜΑ ΤΟΥΣ ΟΙ ΑΠΟΣΤΟΛΟΙ;] και χρονική περίοδο θεολογικής δημιουργίας τις δύο πρώτες δεκαετίες από το σταυρικό θάνατο του Κυρίου. Αυτό που ξεχωρίζει την Πηγή των Λογίων από την υπόλοιπη συνοπτική παράδοση είναι ότι δεν παρουσιάζει καμιά αναφορά, ούτε ιστορική, ούτε θεολογική, στο σταυρικό θάνατο του Ιησού. Όχι μόνο η εξιλαστήρια σημασία του σταυρού λείπει απ' την Q, όχι μόνο η ιστορία του πάθους, που τόσο κεντρικό ρόλο διαδραματίζει σ' όλα τα κανονικά ευαγγέλια, απουσιάζει χαρακτηριστικά, αλλά και οποιαδήποτε έμμεση αναφορά στο πάθος λείπει εντελώς απ' αυτήν. Υπογραμμίζοντας με έμφαση την εσχατολογική όψη του χριστιανικού μηνύματος, η Πηγή των Λογίων δεν αναφέρεται πουθενά στον μέλλοντα «παθεῖν» υιό του ανθρώπου. Υπάρχει, εντούτοις, σειρά έντονα χριστολογικών χωρίων που χαρακτηρίζουν τη θεολογία της Q και κατά κάποιο τρόπο την ξεχωρίζουν από την υπόλοιπη ευαγγελική παράδοση, στα οποία τονίζεται η απόρριψη του Ιησού από τους Ισραηλίτες με έμμεσους αλλά σαφείς υπαινιγμούς στους διωγμούς και το τραγικό τέλος των προφητών. Τα χωρία αυτά είναι τα εξής:

Λουκ 11,47εξ = Ματθ 23,29εξ.(49)

Λουκ 13,34 = Ματθ 23,37 (50)

Λουκ 6,22εξ = Ματθ 5,11εξ (51)

(πρβλ. Λουκ 7,31εξ=Ματθ 11,16εξ, Λουκ 11,31εξ=Ματθ 12,41εξ. Λουκ 9,58 = Ματθ 8,20)

Το ιδιάζον στοιχείο, σε σχέση με τις τρεις προηγούμενες περιπτώσεις, είναι ότι στην Πηγή των Λογίων δεν υπάρχει καμιά απολύτως άμεση αναφορά στο σταυρικό θάνατο του Ιησού. Η σαφής όμως αντιπαραβολή του τραγικού τέλους του Ιησού με εκείνο των προφητών της Π.Δ. αποδεικνύεται τόσο από φιλολογική άποψη, όσο και από την έντονη καταδίκη της «γενεᾶς ταύτης», που όμως αντιπαρατίθεται με την επίγεια δράση του υιού του ανθρώπου.

Το Sitz im Leben της προφητικής ερμηνείας του σταυρικού θανάτου του Ιησού πρέπει να αναζητηθεί στην έντονη αντιπαράθεση της πρωτο-χριστιανικής κοινότητας με την ιουδαϊκή συναγωγή και στην προσπάθειά της να δείξει με πιστευτό τρόπο ότι ο ατιμωτικός θάνατος του Κυρίου ήταν κάτι το συνηθισμένο στη ιστορία του λαού του Θεού· ήταν η συνέχεια του τραγικού τέλους όλων των απεσταλμένων του Θεού με τελευταίο και πιο σημαντικό το σταυρικό θάνατο του ίδιου του υιού του.

Το τραγικό τέλος των προφητών του Ισραήλ ως θεολογικό πρόβλημα στην ιουδαϊκή γραμματεία εξετάστηκε για πρώτη φορά με αποκαλυπτικό τρόπο από τον Εβραίο ερευνητή Η. J. Schoeps.[ΜΑΣ ΦΩΤΙΣΕ.ΑΝΤΙΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ ΠΟΥ ΜΑΣ ΔΙΔΑΣΚΕΙ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΑΚΑΤΑΝΟΗΤΟΙ ΧΩΡΙΣ ΤΟ ΑΓΙΟ ΠΝΕΥΜΑ] 52 Με βάση κυρίως τις διαπιστώσεις αυτές ο Ο. Η. Steck53 ανάλυσε σε βάθος την κριτική που ασκείται από τα διάφορα στρώματα της πρωτοχριστιανικής παράδοσης, και κυρίως από την Πηγή των Λογίων, στη σύγχρονη με τον Ιησού και την Πρώτη Εκκλησία γενιά των Ἰουδαίων. Η έντονη αυτή κριτική ανάγεται στη δευτερονομιστική παράδοση της Π.Δ., όπου για πρώτη φορά γίνεται σαφέστατη νύξη στις ευθύνες του ισραηλιτικού λαού για την απεμπόληση των κατά καιρούς ευεργεσιών του Γιαχβέ.54

ΕΡΓΑΣΙΕΣ ΜΙΑΣ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ, ΠΟΥ ΕΠΙΚΡΑΤΗΣΕ ΤΕΛΙΚΩΣ, ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΠΟΚΤΗΣΗ ΔΥΝΑΤΟΥ ΝΕΥΡΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ.
Σημειώσεις


Οι θεολογικές καταβολές της Νεωτερικότητας(2)

  Συνέχεια από: Tετάρτη 25 Μαίου 2022

Michael Allen Gillespie

The University of Chicago Press, 2008

Περί Βουλήσεως β  (Συνέχεια από 25. Μαΐου)

Αποσπάσματα από το Κεφάλαιο 8: Οι αντιφάσεις του Διαφωτισμού και η κρίση της Νεωτερικότητας

Εκκοσμίκευση ή απόκρυψη;

Η επιμονή της ερώτησης περί φύσεως και της σχέσης του ανθρώπινου και του θεϊκού, από τον Λούθηρο και τον Έρασμο, μέσω του Hobbes και του Descartes μέχρι τον Καντ, υποδεικνύει μια πιο βαθιά ερώτηση περί της  διαρκούς σημασίας της θεολογίας για την νεωτερικότητα. Στα προηγούμενα κεφάλαια είδαμε, πως μια σειρά μεταμορφώσεων που έφερε στην ύπαρξη τον μοντέρνο κόσμο, σε μια περίοδο τριών αιώνων, ήταν αποτέλεσμα επαναλαμβανόμενων (αν και εν τέλει αποτυχημένων) προσπαθειών να αναπτυχθεί μια συνεπής  metaphysica specialis (διακρίνεται σε τρεις περιοχές: Ψυχολογία, Κοσμολογία και Θεολογία), που θα μπορούσε να συμπεριλάβει τη σχέση μεταξύ του ανθρώπου, του Θεού και της φύσεως, εντός της νομιναλιστικής οντολογίας. Ενώ η σημασία της θεολογίας στην εξέλιξη αυτή είναι σχετικά σαφής, η συνεχιζόμενη σημασία εμπλοκής της στην περαιτέρω ανάπτυξη της νεωτερικότητας είναι λιγότερο εμφανής. Πράγματι, πολλοί θα έλεγαν πως η θρησκεία γενικότερα και η θεολογία ειδικότερα, καθίστανται όλο και λιγότερο σημαντικές για τον σύγχρονο κόσμο. Από αυτή την οπτική γωνία, το πρόβλημα της εξήγησης της σχέσης μεταξύ των τριών παραδοσιακών περιοχών της ύπαρξης, εντός μιας συνεπούς metaphysica specialis, «λύνεται» στην νεωτερικότητα με τον αποκλεισμό του θεϊκού από την εξίσωση. Ως αποτέλεσμα, η γνώση παύει να γίνεται αντιληπτή ως μεταφυσική, και επανερμηνεύεται ως γενική επιστήμη που αποτελείται μόνο από φυσική και ανθρωπολογία. Η θεολογία δε θεωρείται πια μορφή γνώσης και καθίσταται έκφραση ή ερμηνεία της πίστεως, πιο συγγενής στη ρητορική ή την ποίηση παρά στην επιστήμη (ήδη ο Hobbes σταμάτησε να θεωρεί τη θεολογία μέρος της επιστήμης).

Η παρακμή αυτή της σημασίας της θρησκείας και της θεολογίας στη μοντέρνα εποχή,  έχει χαρακτηριστεί ως η διαδικασία της εκκοσμίκευσης. Η εκκοσμίκευση αναφέρεται κατά πρώτον στη δημιουργία μιας κοσμικής ή μη-θρησκευτικής αρχής, δίπλα σε ένα κόσμο που τον καθορίζει η θρησκεία. Στην πορεία όμως της νεωτερικότητας έφτασε να σημαίνει την επέκταση και κυριαρχία της κοσμικής αρχής και την ταυτόχρονη μείωση ή εξαφάνιση της σφαίρας της θρησκείας. Η ιδέα πως ο εκμοντερνισμός παράγει εκκοσμίκευση ήταν προϊόν των στοχαστών ύστερου 19ου και του πρώιμου 20ου αιώνα, όπως οι Marx, Freud, Dilthey, Weber, Durkheim και Troeltsch. Όλοι τους υποστήριξαν, πως η ανάπτυξη της νεωτερικότητας, ιδιαίτερα στον απόηχο του Διαφωτισμού, επέφερε αυτό στο οποίο ο Weber αναφερόταν ως απομάγευση του κόσμου, μια παρακμή της θρησκευτικής πίστης και εξουσίας, πρώτα στην πολιτική, και κατόπιν όλο και περισσότερο στους άλλους τομείς της ανθρώπινης ζωής. Για να δούμε απλώς ένα παράδειγμα: ο κόσμος ως σωματοποίηση της θείας λογικής, επανερμηνεύθηκε κατ’ αρχάς ως δημιουργία μιας τυχαίας θείας βουλήσεως, κατόπιν της παγανιστικής Fortuna, και τέλος ως ύλη σε κίνηση. Σύμφωνα με τις θέσεις τους, μια παρόμοια διαδικασία ακολούθησε και στους άλλους τομείς της ζωής. Η μεταμόρφωση αυτή εξαφάνισε το ρόλο του Θεού και την αυθεντία της θρησκείας στην ανθρώπινη ζωή. Οδήγησε πρακτικά στον αυξανόμενο περιορισμό της θρησκευτικής αυθεντίας, πρώτα στο πεδίο της πολιτικής και της οικονομίας, και κατόπιν βαθμιαία στο κοινωνικό και πολιτισμικό πεδίο, μεταμορφώνοντας τη θρησκεία σε μια ιδιωτική πίστη ή πρακτική, και τα θρησκευτικά ιδρύματα σε εθελοντικούς συνδέσμους, παρόμοιους με συλλόγους ή στοές. Η μεταμόρφωση αυτή είχε επιταχυνθεί από τον Διαφωτισμό, ο οποίος επιδίωκε (τουλάχιστο στην πιο ακραία μορφή του), όχι απλά να ιδιωτικοποιήσει τη θρησκεία, αλλά να την εξαλείψει, θεωρώντας την είτε πατερίτσες για μια ανώριμη ανθρωπότητα, είτε επιζήμια απάτη την οποία ασκούν και συνεχίζουν διεφθαρμένοι κληρικοί. Στον απόηχο του Διαφωτισμού, ο Weber μπορούσε λοιπόν να δηλώσει, πως η εκκοσμίκευση τελείωσε με την αντικατάσταση τόσο της παραδοσιακής αρχής (της Καθολικής Εκκλησίας και των  θεσμών που βασίζονται σε αυτήν) όσο και της χαρισματικής αρχής (προτεστάντες κήρυκες και παρόμοια), με την ορθολογική γραφειοκρατική αρχή. Θεωρητικοί της εκκοσμίκευσης αντιλήφθηκαν πως μερικά κατάλοιπα μπορεί να παρέμειναν, αλλά θεώρησαν πως όλα αυτά είναι απλά μορφές δεϊσμού ή ουνιταριανισμού (Unitarianism: Θεολογικό κίνημα, που αρνείται την Αγία Τριάδα και θεωρεί τον Κύριο ένα απλό άνθρωπο. Ο Thomas Mann, και η οικογένεια του, ήταν μέλος της «εκκλησίας» αυτής).

Όπως είδαμε, στη σκέψη του Descartes και του Hobbes υπάρχουν ενδείξεις μιας προσπάθειας να περιοριστεί η σφαίρα της θείας βούλησης και της θρησκευτικής αυθεντίας. Ήταν αυτό όμως ένα παράδειγμα εκκοσμίκευσης; Υπάρχουν καλοί λόγοι να σκεφτούμε πως δεν ήταν. Οι προσπάθειες τους, όπως αναφέραμε προηγουμένως, δεν ωθούνταν από μια αντιπάθεια ή δυσπιστία προς την θρησκεία καθ’ εαυτή, αλλά από την απόπειρα τους να αναπτύξουν μια νέα επιστήμη που θα εγγυόνταν την προτεραιότητα της επιστήμης. Πίστευαν πως δίνοντας προτεραιότητα σε μια τέτοια επιστήμη και στην επιστήμη εν γένει, δε θα βοηθούσε απλώς στην άμβλυνση της καταστρεπτικής διαμάχης περί της σχέσης Θεού και ανθρώπου, αλλά θα πρόσφερε στα ανθρώπινα όντα την ικανότητα να κυριαρχήσουν στην φύση, να βελτιώσουν την ασφάλεια, να επεκτείνουν την ελευθερία και να προωθήσουν την ευημερία. Ο σκοπός τους δεν ήταν να εξαλείψουν την θρησκεία, αλλά να περιορίσουν το ρόλο της εντός της πιο νατουραλιστικής metaphysica specialis.  Είναι λοιπόν δύσκολο να πιστέψουμε πως ο Descartes και ο Hobbes προτιμούσαν συνειδητά μια εξολοκλήρου εκκοσμικευμένη ζωή. Όπως είδαμε στο προηγούμενο κεφάλαιο, ο Hobbes ήταν στην πραγματικότητα πεπεισμένος, πως η θρησκεία θα είναι πάντα απαραίτητη, επειδή η ανθρώπινη θνητότητα προκαλούσε αναπόφευκτα ερωτήματα περί της μετά θάνατον ζωής, τα οποία πρέπει να απαντηθούν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο.

Ακόμα και αν δεχτεί κανείς πως οι Descartes και Hobbes ήταν πιστοί και υποστηρικτές της θρησκείας, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, μπορεί να φανταστεί επίσης, πως οι προσπάθειες τους να μειώσουν τη σημασία της θρησκείας ήταν σημαντικά βήματα στην διαδικασία της εκκοσμίκευσης. Παρά την πίστη τους και ενάντια στις προθέσεις τους, οι πράξεις τους μάλλον προώθησαν μια πιο εκκοσμικευμένη προοπτική. Παρέχοντας τα θεμέλια για την ανεξαρτησία του ανθρώπου ως res cogitans, ο Descartes άνοιξε ένα χώρο για τον ανθρώπινο εαυτό, που δεν ήταν υποκείμενος στον χειρισμό ή τον έλεγχο ακόμα και του πιο ριζοσπαστικά παντοδύναμου Θεού. Παρομοίως ο Hobbes, με την ερμηνεία του στον προορισμό (predestination) και την ανάλυση του φυσικού νόμου (physical law), διευκόλυνε την στροφή από την ηθική και την πολιτική, που βασίζονται στις Γραφές, προς αυτές που βασίζονται σε πιο νατουραλιστικές αντιλήψεις. Αυτές οι δυο αλλαγές φαίνεται πως ήταν βήματα στην διαδικασία της εκκοσμίκευσης. Είναι όμως αυτή μια επαρκής εξήγηση για ό,τι πραγματικά συνέβη;

Η υποκείμενη παραδοχή περί των θέσεων της εκκοσμίκευσης είναι πως ο Θεός δεν υπάρχει και πως η θρησκεία είναι απλώς μια ανθρώπινη κατασκευή. Η ιδέα πως ο εκμοντερνισμός παράγει εκκοσμίκευση βασίζεται στη θέση πως ο εκμοντερνισμός παράγει διαφωτισμό, ο διαφωτισμός αποκαλύπτει την αλήθεια, και η αλήθεια είναι πως ο Θεός δεν υπάρχει (τουλάχιστον δεν υπάρχει ένας Θεός που να έχει σημασία για την ζωή του ανθρώπου). Ο φιλοσοφικά οξύνους πιστός ίσως δει την διαδικασία με ένα ριζικά διαφορετικό τρόπο. Ο Heidegger για παράδειγμα, εναντιούμενος στην τοποθέτηση αυτή, δήλωσε πως αυτό που φαίνεται ως διαδικασία εκκοσμίκευσης που καταλήγει στον θάνατο του Θεού, είναι στην πραγματικότητα μια απόσυρση και απόκρυψη του Θεού. Χριστιανοί διάφορων πεποιθήσεων ανέπτυξαν παρόμοιες εξηγήσεις για να περιγράψουν το φαινόμενο. Είναι σαφές πως δεν υπάρχει τρόπος να αποφανθούμε ποια από τις εξηγήσεις είναι σωστή. Η εξήγηση της εκκοσμίκευσης βασίζεται στη πίστη πως ο Θεός είναι ανθρώπινο κατασκεύασμα, η έννοια της απόσυρσης του Θεού από την άλλη βασίζεται στην πίστη, πως ο κόσμος και ό,τι υπάρχει μέσα σε αυτόν, είναι θεία δημιουργήματα. Ποια από τις θέσεις αυτές είναι σωστή, δεν μπορεί να προσδιοριστεί εμπειρικά, και βασίζεται στην πίστη πως ο Θεός είτε υπάρχει, είτε δεν υπάρχει.

Θέλω να εξετάσω μια διαφορετική δυνατότητα, παρά να μπω σε αυτή την άγονη συζήτηση. Το επιχείρημα που παρουσιάστηκε στο πρώτο μισό του παρόντος κεφαλαίου, προτείνει πως η προφανής απόρριψη ή εξαφάνιση της θρησκείας και της θεολογίας, στην πραγματικότητα αποκρύπτει τη συνεχιζόμενη σημασία των θεολογικών θεμάτων και της εμπλοκής της θεολογίας στη σύγχρονη εποχή. Από αυτή την οπτική γωνία, η διαδικασία της εκκοσμίκευσης ή απομάγευσης, που θεωρήθηκε ταυτόσημη με την νεωτερικότητα, ήταν κάτι διαφορετικό από αυτό που φαινόταν πως είναι. Δεν ήταν η συντριπτική νίκη της λογικής επί της αχρειότητας, για να χρησιμοποιήσουμε τη διάσημη έννοια του Βολτέρου, ούτε ο πολύ καθυστερημένος θάνατος του Θεού που διακήρυξε ο Nietzsche, ούτε η όλο και πιο απόμακρη απόσυρση του deus absconditus που υπέδειξε ο Heidegger, αλλά η βαθμιαία μεταφορά των θεϊκών ιδιοτήτων στα ανθρώπινα όντα (μια άπειρη ανθρώπινη βούληση), στον φυσικό κόσμο (γενική-παγκόσμια μηχανική αιτιότητα), στις κοινωνικές δυνάμεις (η γενική βούληση, το κρυμμένο χέρι), και στην ιστορία (η ιδέα της προόδου, διαλεκτική ανάπτυξη, η εξυπνάδα της διάνοιας).

Συνεχίζεται