Τετάρτη 31 Ιουλίου 2019

Να προσηλώνετε τους λογισμούς σας σε εκείνα που είναι αιώνια

Αποτέλεσμα εικόνας για Αγίου Ιωάννου Μαξίμοβιτς
Αγίου Ιωάννου Μαξίμοβιτς του Θαυματουργού 
Τήρησε σθεναρά την πνευματική επιφυλακή, επειδή δεν γνωρίζεις πότε θα σε καλέσει ο Κύριος κοντά Του.
Κατά την επίγειο ζωή σου, να είσαι έτοιμος ανά πάσα στιγμή να Του δώσεις λογαριασμό.
Πρόσεχε να μην σε πιάσει στα δίχτυα του ο εχθρός, ή να σε ξεγελάσει, προκαλώντας σε να πέσεις σε πειρασμό. Καθημερινά εξέταζε την συνείδησή σου, δοκίμαζε την καθαρότητα των λογισμών σου, τις προθέσεις σου.
Να είστε προσεκτικοί. Να είστε σε επιφυλακή για την ψυχή σας! Να στρέφετε τους λογισμούς σας μακριά από εκείνα που γρήγορα παρέρχονται, και να τους προσηλώνετε σε εκείνα που είναι αιώνια. Έτσι θα βρείτε την χαρά που ποθεί η ψυχή σας, και για την οποία διψά η καρδιά σας.

Εγώ ο ίδιος θρηνούσα σαν να ήμουν καταραμένος, λόγω της ανικανότητός μου να ζήσω ως χριστιανός.

Γέροντας Σωφρόνιος του Έσσεξ


Εγώ ο ίδιος θρηνούσα σαν να ήμουν καταραμένος, λόγω της ανικανότητός μου να ζήσω ως χριστιανός. 


Όσο φλογερότερη είναι η επιθυμία μας να ακολουθήσουμε τον Χριστό -παρόλο που βλέπουμε ότι δεν είμαστε ικανοί-, τόσο ο νους και η καρδιά μας είναι γεμάτα από έναν άλλο πόνο, όχι αυτόν για τη σωτηρία του κόσμου, αλλά για τη δική μας σωτηρία. Μη έχοντας το δικαίωμα να θίξω τη δική σας ζωή, θα μιλήσω για μένα. Βλέποντας τον εαυτό μου ανίκανο να αγαπήσει όπως μας εντέλλεται ο Χριστός, αισθανόμουν σαν τον ελεεινότερο άνθρωπο του κόσμου, σαν να ήμουν κάτω από την απειλή μιάς τρομερής κατάρας, και έκλαιγα επί δεκαετίες για να ελευθερωθώ από αυτή την αρρώστια. Καταλαβαίνω ότι, όταν και εσείς βλέπετε αυτή την ανημπορία, την αδυναμία να ακολουθήσετε τον Χριστό, οι καρδιές σας είναι πραγματικά γεμάτες από πόνο.
Ο πόνος μας είναι ανάλογος με την αγάπη μας προς τον Χριστό.
Δεν μπορούμε να ακολουθήσουμε τον Χριστό χωρίς παθήματα. Γι` αυτό είπε ο Χριστός: «Ος ου λαμβάνει τον σταυρόν αυτού και ακολουθεί οπίσω μου, ούκ έστι μου άξιος». Δεν μπορούμε να αλλάξουμε τον χαρακτήρα αυτής της οδού. Να γνωρίζετε καλά πως αν άνθρωποι του αναστήματος του οσίου Σεραφείμ, του οσίου Σιλουανού και άλλων οσίων ασκητών, έκλαψαν μέχρις εξαντλήσεως, αυτό ήταν αποτέλεσμα της αγάπης, η οποία πάσχει μέσα στον κόσμο αυτό.
Ζήτησα να έρθετε μόνο εσείς σήμερα. Σας παρακαλώ λοιπόν να φυλάξετε αυτό πού σας εμπιστεύθηκα από τη ζωή μου. Μην το φανερώνετε εύκολα στον οποιονδήποτε.

Εγώ ο ίδιος θρηνούσα σαν να ήμουν καταραμένος, λόγω της ανικανότητός μου να ζήσω ως χριστιανός.

Όσο για μας, διαλέξαμε αυτή την οδό, την ποτισμένη με δάκρυα. Πρέπει όμως να κρατήσουμε τη στάση των «καλλιεργημένων» πνευματικά μοναχών: Οφείλουμε να μη δείχνουμε τον πόνο μας επί παρουσία άλλων. Δεν πρέπει, στις περισσότερες περιπτώσεις, ούτε καν να μιλούμε γι’ αυτόν. Γι’αυτό, όσοι μας επισκέπτονται θαυμάζουν: «Να ένας χώρος ειρήνης, ένας χώρος προσευχής, όπου κανείς αισθάνεται την παρουσία του Θεού». Αλλά εμείς οι ίδιοι υποφέρουμε! Είμαστε συντετριμμένοι από την εργασία, από την αδυναμία να ζήσουμε σύμφωνα με τις εντολές Του.
Εγώ ο ίδιος βίωσα κάποτε στιγμές, όπου μου φαινόταν πως το να ακολουθήσω τον Χριστό ήταν πολύ δύσκολο δεν μπορούσα να Τον ακολουθήσω πλέον: «Όχι… αν είναι με τέτοιο τίμημα, δεν θέλω!».
Ζω με τον πόνο ότι είμαι ανάξιος της σωτηρίας.
Αν ζω με τέτοιον τρόπο, όλη μου η ζωή δεν είναι παρά μια κρίση. Καταλαβαίνετε γιατί δεν θα έρθουμε σε Κρίση; Διότι την βιώνουμε συνεχώς από εδώ κάτω.


ΤΡΕΛΟ-ΓΙΑΝΝΗΣ

Ἡ ἀγωγή τῶν σημερινῶν παιδιῶν και ἡ παιδαγωγική τῆς Ὀρθοδοξίας...~

Αποτέλεσμα εικόνας για Μόρφου πορφύριος Ακάκιος Όταν ο γλυκύς π.Νεόφυτος έλεγε από τον Απρίλιο του 2019, όσα φοβερά και ανήκουστα ο Άγιος Πορφύριος απεκάλυψε 30 τόσα χρόνια πριν για τα παιδιά και τους γονείς τους και μέσω εκείνου και του π. Ακακίου από τα Καυσοκαλύβια μάς παραδίδονται σήμερα. Πριν "ενοχλήσει" όσους σήμερα τον χτυπούν ανελέητα...) 
 Î£Ï‡ÎµÏ„ική εικόνα 


Μητροπολίτου Μόρφου π. Νεοφύτου
Μιὰ θεανθρώπινη ἀγωγὴ 
 θὰ πρέπει ἡ ἔγνοια μας νὰ εἶναι πῶς θὰ δώσουμε μία θεανθρώπινη ἀγωγὴ στὰ παιδιά μας, γιὰ νὰ μπορέσουν νὰ χαίρονται αὐτὴ τὴ ζωὴ καὶ ταυτόχρονα νὰ αἰσθάνονται ὅτι εἶναι πολίτες μιᾶς ἄλλης ζωῆς, τῆς εὐλογημένης βασιλείας τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τώρα καὶ πάντοτε καὶ εἰς τοὺς ἀπέραντους αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἑπομένως, δὲν μπορεῖ κανεὶς νὰ μιλᾶ γιὰ ἀγωγὴ τῶν παιδιῶν μόνο μέσα ἀπὸ τὸ πρίσμα μιᾶς ἀνθρωποκεντρικῆς παιδείας, ἀφήνοντας στὴν ἄκρη τὴν ψυχοσωματικὴ ὀντότητα τοῦ παιδιοῦ, ποὺ εἶναι ἄμεσα συνδεδεμένη μὲ τὸν Δημιουργό του, τὸν Τριαδικὸ Θεό. Καὶ ἐπειδὴ πολλοὶ ἔχουν μιλήσει σὲ γονεῖς καὶ σὲ διάφορους συνδέσμους γονέων, ψυχολόγοι, ψυχαναλυτές, ψυχίατροι, κοινωνιολόγοι, παιδαγωγοὶ κ.ἄ., ἀκοῦστε καὶ ἕναν «ἀδέσποτο» Δεσπότη τί διδάχτηκε ἀπὸ κάποιους ἀνθρώπους τοῦ Θεοῦ. 
Οἱ πρῶτοι μου παιδαγωγοί, ὅπως πιστεύω καὶ τοῦ καθενὸς ἀπὸ σᾶς, ὑπῆρξαν οἱ γονεῖς μου. Στὰ χρόνια τῆς ἐφηβείας —κατὰ τὸ σύνηθες— ξεστράτισα  λίγο ἀπὸ τὴν παιδαγωγία τῶν γονέων μου, νομιζόμενος ὅτι θὰ βρῶ τὴ χαρὰ τῆς ζωῆς στὴν πολιτικοποίηση καὶ στὸν πολιτισμό, τὰ δύο κύρια χαρακτηριστικὰ τοῦ λεγόμενου «σκεπτόμενου» ἀνθρώπου τῆς ἐποχῆς. Ἀλλά, ὅταν πῆγα στὴν Ἑλλάδα γιὰ σπουδές, ξαφνικὰ ἀνακαλύπτω τὴ σύγχρονη ἁγιότητα, ἀνακαλύπτω ὅτι καὶ σήμερα ὑπάρχουν ἅγιοι, ἄνθρωποι ποὺ ζοῦν ἀπὸ τὰ τώρα μιὰ ἄλλη μεγαλύτερη καὶ πολὺ καλύτερη ζωὴ ἀπὸ αὐτὴ ποὺ ζοῦμε τώρα. Αὐτὸ ἤτανε μία φοβερὴ ἀνακάλυψη καὶ ἀποκάλυψη γιὰ μένα, πολὺ μεγαλύτερη καὶ ἀπὸ τὸ γεγονὸς τῆς τάχα εὕρεσης τῆς Ἀμερικῆς ἀπὸ τὸν Κολόμβο!

Ἐλέησόν με ὁ Θεός-Ψαλμός ν' (50)


ΨΑΛΛΕΙ Ο ΠΑΤΗΡ ΙΕΡΟΘΕΟΣ ΤΣΟΝΑΚΑΣ ΦΙΛΟΘΕΙΤΗΣ Ἐλέησόν με, ὁ Θεός, κατὰ τὸ μέγα ἔλεός Σου καὶ κατὰ τὸ πλῆθος τῶν οἰκτιρμῶν Σου ἐξάλειψον τὸ ἀνόμημά μου. Ἐπὶ πλεῖον πλῦνόν με ἀπὸ τῆς ἀνομίας μου καὶ ἀπὸ τῆς ἁμαρτίας μου καθάρισόν με. Ὅτι τὴν ἀνομίαν μου ἐγὼ γινώσκω, καὶ ἡ ἁμαρτία μου ἐνώπιόν μού ἐστιν διὰ παντός. Σοὶ μόνῳ ἥμαρτον καὶ τὸ πονηρὸν ἐνώπιόν Σου ἐποίησα, ὅπως ἂν δικαιωθῇς ἐν τοῖς λόγοις Σου καὶ νικήσῃς ἐν τῷ κρίνεσθαί Σε. Ἰδοὺ γὰρ ἐν ἀνομίαις συνελήφθην, καὶ ἐν ἁμαρτίαις ἐκίσσησέν με ἡ μήτηρ μου. Ἰδοὺ γὰρ ἀλήθειαν ἠγάπησας, τὰ ἄδηλα καὶ τὰ κρύφια τῆς σοφίας Σου ἐδήλωσάς μοι. Ραντιεῖς με ὑσσώπῳ, καὶ καθαρισθήσομαι· πλυνεῖς με, καὶ ὑπὲρ χιόνα λευκανθήσομαι. Ἀκουτιεῖς με ἀγαλλίασιν καὶ εὐφροσύνην, ἀγαλλιάσονται ὀστεᾶ τεταπεινωμένα. Ἀπόστρεψον τὸ πρόσωπόν Σου ἀπὸ τῶν ἁμαρτιῶν μου καὶ πάσας τὰς ἀνομίας μου ἐξάλειψον. Καρδίαν καθαρὰν κτίσον ἐν ἐμοί, ὁ Θεός, καὶ πνεῦμα εὐθὲς ἐγκαίνισον ἐν τοῖς ἐγκάτοις μου. Μὴ ἀπορρίψῃς με ἀπὸ τοῦ προσώπου Σου καὶ τὸ Πνεῦμα Σου τὸ Ἅγιόν μὴ ἀντανέλῃς ἀπ' ἐμοῦ. Ἀπόδος μοι τὴν ἀγαλλίασιν τοῦ σωτηρίου Σου καὶ πνεύματι ἡγεμονικῷ στήρισόν με. Διδάξω ἀνόμους τὰς ὁδούς Σου, καὶ ἀσεβεῖς ἐπὶ Σὲ ἐπιστρέψουσιν. Ρῦσαί με ἐξ αἱμάτων, ὁ Θεὸς ὁ Θεὸς τῆς σωτηρίας μου· ἀγαλλιάσεται ἡ γλῶσσά μου τὴν δικαιοσύνην Σου. Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν Σου. Ὅτι εἰ ἠθέλησας θυσίαν, ἔδωκα ἄν· ὁλοκαυτώματα οὐκ εὐδοκήσεις. Θυσία τῷ Θεῷ πνεῦμα συντετριμμένον, καρδίαν συντετριμμένην καὶ τεταπεινωμένην ὁ Θεὸς οὐκ ἐξ ουθενώσει. Ἀγάθυνον, Κύριε, ἐν τῇ εὐδοκίᾳ Σου τὴν Σιών, καὶ οἰκοδομηθήτω τὰ τείχη Ιερουσαλημ. Τότε εὐδοκήσεις θυσίαν δικαιοσύνης, ἀναφορὰν καὶ ὁλοκαυτώματα· τότε ἀνοίσουσιν ἐπὶ τὸ θυσιαστήριόν Σου μόσχους.

https://www.youtube.com/watch?v=SxmPxXWy9-I

ΘΑΥΜΑΣΤΗ ΚΙΝΗΣΗ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΣΤΟ ΑΓΙΟΡΙΤΙΚΟ «ΣΠΙΤΙ» ΤΗΣ

 ΕΝΩ ΕΙΣΕΡΧΟΜΕΘΑ ΣΤΟΝ ΔΕΚΑΠΕΝΤΑΥΓΟΥΣΤΟ Η ΠΑΝΑΓΙΑ ΤΗΣ Ι.ΜΟΝΗΣ ΙΒΗΡΩΝ ΔΙΝΕΙ ΜΕΓΑ ΜΗΝΥΜΑ 
ΒΙΝΤΕΟ



Κολυμπώντας στα καλά νερά του διαδικτύου και συγκεκριμένα στο ιστολόγιο https://epanastasilae.blogspot.com/συγκλονιστήκαμε από το παρακάτω βίντεο που μόλις σήμερα αναρτήθηκε.


oimos-athina

Τρίτη 30 Ιουλίου 2019

Η σχέση του Εσπερινού και του Όρθρου με τη Δημιουργία του Κόσμου και τη Σωτηρία μας (την καθημερινή μας ελπίδα)


+ π. αλέξανδρος σμέμαν, για να ζήσει ο κόσμος
Αντίθετα με την κοσμική εμπειρία του χρόνου, η λειτουργική μέρα αρχίζει με τον εσπερινό, και τούτο σημαίνει: αρχίζει το βράδυ. Αυτό φυσικά είναι ανάμνηση του βιβλικού: Και εγένετο εσπέρα, και εγένετο πρωί, ημέρα μία (Γένεσις, 1,5). Ωστόσο είναι κάτι περισσότερο από ανάμνηση. Γιατί αληθινά το τέλος κάθε χρονικής «μονάδας» είναι που φανερώνει το αχνάρι και το νόημα του χρόνου, που χαρίζει στο χρόνο την πραγματικότητά του.
Ο χρόνος πάντα είναι αύξηση, όμως μονάχα στο τέλος μπορούμε να διακρίνουμε την κατεύθυνση αυτής της αύξησης και να παρατηρήσομε τους καρπούς της. Στο τέλος κάθε μέρας, στο βράδιασμα κάθε μέρας, ο Θεός βλέπει τη δημιουργία Του ως καλήν· στο τέλος της δημιουργίας είναι που ο Θεός τη χαρίζει στον άνθρωπο. Και έτσι η Εκκλησια αρχίζει στο τέλος της μέρας τη λειτουργία του καθαγιασμού του καιρού (=χρόνου).
Καθώς ερχόμαστε στην εκκλησία, ο κόσμος και εμείς που βρισκόμαστε στον κόσμο έχομε περάσει πολλές ώρες και αυτές οι ώρες γέμισαν, όπως συνήθως, με δουλειά και ξεκούρασμα, με πόνο και χαρά, με φθόνο και αγάπη. Άνθρωποι πέθαναν και άνθρωποι γεννήθηκαν. Για μερικούς στάθηκε η πλέον ευτυχισμένη μέρα της ζωής τους, μια μέρα που θα τη θυμούνται παντοτινά. Και για μερικούς άλλους έφερε το τέλος σε όλες τις ελπίδες τους, ρήμαξε την ίδια την ψυχή τους. Και ολάκερη η μέρα βρίσκεται τώρα εδώ – μοναδική, αμετάστροφη, ανεπανόρθωτη. Η μέρα διάβηκε, όμως τα αποτελέσματά της, οι καρποί της θα χαρίσουν το σχήμα της στην επόμενη μέρα, γιατί ό,τι κάναμε μια φορά απομένει παντοτινά.
Όμως η εσπερινή ακολουθία (=τελετουργία) δεν αρχίζει ως θρησκευτικός «επίλογος» της μέρας, ως προσευχή προσθετή σε όλες τις άλλες εμπειρίες της μέρας. Αρχίζει στην Αρχή και αυτό σημαίνει στην «ξανά ανακάλυψη», με τη λατρεία και την ευχαριστία, πως ο κόσμος είναι δημιούργημα του Θεού. Η Εκκλησία μάς πηγαίνει, σα να πούμε, στο πρώτο εκείνο βράδυ όπου ο άνθρωπος, προσταγμένος από το Θεό, άνοιξε τα μάτια του και αντίκρισε αυτά που ο Θεός του έδωσε με την αγάπη Του, αντίκρισε όλη την ομορφάδα, όλη τη δόξα του ναού μέσα στον οποίο στεκόταν (=της πλάσης), και ο άνθρωπος ανάπεμψε ευχαριστία στο Θεό. Και με την ευχαριστία αυτή έγινε ο εαυτός του.
Ευλόγει η ψυχή μου τον Κύριον, Ευλογητός εί Κύριε…
Ως εμεγαλύνθη τα έργα σου Κύριε. Πάντα εν σοφία εποίησας.
Επληρώθη η γη της κτίσεώς σου.
Άσω τω Κυρίω εν τη ζωή μου
Ψαλώ το Θεώ μου έως υπάρχω (Ψαλμός 104)*
*Στα δικά μας βιβλία: 103 (σημ. του μεταφραστή).
Και έτσι πρέπει να είναι. Πρέπει να υπάρχει κάποιος σε αυτό τον κόσμο – τον κόσμο που απαρνήθηκε το Θεό και που με την απάρνηση αυτή, με τη βλαστήμια αυτή, γίνηκε ένα σκοτιδιασμένο χάος – πρέπει να υπάρχει κάποιος που να σταθεί στο κέντρο του κόσμου και να τον ξεχωρίσει, να τον δει και πάλι να είναι φορτωμένος από το θεϊκό πλούτος, να είναι η ομορφιά και η σοφία, και να ευχαριστήσει το Θεό για τον κόσμο. Αυτός ο «κάποιος» είναι ο Χριστός, ο νέος Αδάμ που έρχεται να αποκαταστήσει αυτή την «ευχαριστιακή ζωή», την οποία εγώ, ο παλαιός Αδάμ, απαρνήθηκα και απώλεσα, που με κάνει πάλι αυτό που είμαι, και έρχεται να μου αποκαταστήσει τον κόσμο. Και αν η Εκκλησία είναι εν Χριστώ, η αρχική πράξη της είναι πάντα η πράξη αυτή της ευχαριστίας, της απόδοσης του κόσμου πίσω στο Θεό.
Σε αντίθεση με την ομορφιά και με το θαύμα της δημιουργίας, ανακαλύψαμε ωστόσο τη σκοτεινάδα και την αποτυχία του κόσμου, το δεύτερο μεγάλο θέμα του εσπερινού. Αν ο Ψαλμός 104 (103) λέει την αλήθεια, ο κόσμος όπως τον ξέρομε είναι – σε αντίθεση – ένας βραχνάς. Επειδή πρώτα είδαμε την ομορφάδα του κόσμου, μπορούμε τώρα να δούμε την ασχημάδα του, να καταλάβομε τι χάσαμε, να νιώσομε το γιατί ολάκερη η ζωή μας (και όχι μονάχα μερικές «παραβάσεις») έγινε Αμαρτία, και μπορούμε να μετανιώσομε για αυτό.
Τα φώτα τώρα σβήστηκαν. Η «Ωραία πύλη» του ιερού κλείστηκε. Ο ιερουργός έβγαλε τα άμφιά του· είναι ο γυμνός και πονεμένος άνθρωπος, που θρηνεί έξω από τον Παράδεισο, και έχοντας νιώσει καλά την εξορία του, την προδοσία του, τη σκοτεινιά του, λέει στο Θεό: Εκ βαθέων εκέκραξά Σοι, Κύριε. Αντίκρυ στη δόξα της δημιουργίας ανάγκη να υπάρχει μια φοβερή θλίψη. Ο Θεός μας χάρισε άλλη μια μέρα, και μπορούμε να δούμε πώς ακριβώς χαλάσαμε αυτό το δώρο Του. Δεν είμαστε οι «καλοί» Χριστιανοί που χωρίστηκαν από τον απαίσιο κόσμο. Αν δε σταθούμε ακριβώς σα να είμαστε αντιπρόσωποι αυτού του κόσμου, σαν αληθινά να είμαστε αυτός ο κόσμος, αν δε σηκώσομε ολάκερο το βάρος της μέρας τούτης, μπορεί η «ευσέβειά» μας να είναι ευσέβεια· δεν είναι χριστιανική.
Έρχεται τώρα το τρίτο θέμα του εσπερινού: η Λύτρωση. Στον κόσμο τούτο της αμαρτίας και της σκοτεινιάς ήρθε φως: φως ιλαρόν αγίας δόξης αθανάτου Πατρός, ουρανίου, αγίου, μάκαρος, Ιησού Χριστέ. Ο κόσμος βρίσκεται στο βράδιασμά του επειδή έχει έρθει ο Ένας που φέρνει στον κόσμο το τελικό νόημά του· μέσα στη σκοτεινιά αυτού του κόσμου, το φως του Χριστού φανερώνει ξανά την αληθινή φύση των πραγμάτων.
Τούτος δεν είναι ο κόσμος που ήταν προτού έρθει ο Χριστός: ο ερχομός Του ανήκει τώρα στον κόσμο. Το αποφασιστικό γεγονός του σύμπαντος κόσμου συντελέστηκε. Τώρα γνωρίζομε πως ο Χριστός θα μεταμορφώσει καθετί που έχει να κάνει με τη ζωή μας. Μονάχα εξαιτίας του Χριστού μπορούμε να δοξάζομε τη δημιουργία στην αρχή του εσπερινού, μονάχα επειδή Εκείνος μας έδωσε μάτια ιδείν, καθώς λέει ο Μέγας Βασίλειος, την φιλάνθρωπον χείραν της Σης παντοδυναμίας εν πάσι τοις έργοις Σου.
Την ώρα που μπορούμε να ευχαριστήσομε το Θεό για το Χριστό, αρχίζομε να καταλαβαίνομε πως στο Χριστό όλα έχουν μεταμορφωθεί σε αληθινό θαύμα. Στο αχτιδοβόλο φως Του ο κόσμος δεν είναι κοινοτοπικός. Το ίδιο το έδαφος όπου στεκόμαστε είναι μια θαυματουργική δίνη από άτομα που βουίζουν μέσα στο διάστημα. Το σκοτάδι της αμαρτίας ξεκαθαρίζει, και υπάρχουν τώρα πλάτες για να σηκώσουν το βάρος της. Ο θάνατος στερήθηκε από τον τελικό σκοπό του, πατήθηκε χάμω με το θάνατο του Χριστού. Σε έναν κόσμο όπου όλα όσα φαίνονται παρόντα γίνονται την ίδια στιγμή περασμένα, όλα μπορούν να μοιραστούν μέσα στο Χριστό το αιώνιο παρόν του Θεού. Η ίδια η εσπέρα είναι ο πραγματικός καιρός της ζωής μας.
Και φτάνομε στο τελευταίο θέμα του εσπερινού: το θέμα του Τέλους. Το αναγγέλνει το ψάλσιμο του Νυν Απολύεις (Nunc Dimittis). Το Ευαγγέλιο βάζει τα λόγια στο στόμα του γέρο Συμεών που ανάλωσε τη ζωή του καρτερώντας αδιάκοπα τον ερχομό του Μεσσία επειδή του ειπώθηκε μέσα σε όραμα πως δε θα πέθαινε προτού δει τον επαγγελμένο του Ισραήλ. Όταν η Μαρία και ο Ιωσήφ έφεραν τον Ιησού βρέφος για να τον παρουσιάσουν στο ναό του Θεού, ο άνθρωπος ήταν εκεί και Τον παρέλαβε στην αγκαλιά του, και το Ευαγγέλιο μνημονεύει πως είπε:
Νυν απολύεις τον δούλον σου, δέσποτα, κατά το ρήμα σου εν ειρήνη, ότι είδον οι οφθαλμοί μου το σωτήριόν σου, ό ητοίμασας κατά πρόσωπον πάντων των λαών. φως εις αποκάλυψιν εθνών και δόξαν λαού σου Ισραήλ (Λουκ. 2, 29-32).
Ο Συμεών καρτερούσε μια ζωή ολόκληρη και στο τέλος ο Χριστός Βρέφος του παραδόθηκε: κράτησε τη Ζωή του κόσμου στην αγκαλιά του. Στην απαντοχή και στη νοσταλγία του συμβόλιζε τον κόσμο και τα λόγια που χρησιμοποίησε για να εκφράσει την ευχαριστία του έγιναν λόγια δικά μας. Μπόρεσε να αναγνωρίσει τον Κύριο επειδή Τον περίμενε. Τον πήρε στην αγκαλιά του γιατί είναι φυσικό να αγκαλιάσεις κάποιον που αγαπάς· και τότε πληρώθηκε (=ολοκληρώθηκε) μια ζωή ολόκληρη απαντοχής. Ο Συμεών αντίκρισε τον Ένα που νοσταλγούσε. Ολοκλήρωσε το σκοπό της ζωής του και βρέθηκε έτοιμος για το θάνατο.
Ο θάνατος για τον Συμεών δεν ήταν καταστροφή. Ήταν μονάχα μια φυσική έκφραση του πληρώματος της απαντοχής του. Δεν έκλεινε τα μάτια του στο φως που τελικά το είδε· ο θάνατός του ήταν μονάχα η αρχή για ένα εσωτερικότερο όραμα αυτού του φωτός. Κατά τον ίδιο τρόπο ο εσπερινός είναι η αναγνώριση πως ήρθε το βράδιασμα αυτού του κόσμου, που αναγγέλνει εκείνη την ανέσπερη Μέρα (δηλ. τη Δευτέρα Παρουσία και την αιώνια ζωή στη Βασιλεία του Θεού). Σε τούτο τον κόσμο κάθε μέρα αντικρίζει τη νύχτα· ο ίδιος ο κόσμος αντικρίζει τη νύχτα. Ο κόσμος δεν μπορεί να βαστάξει παντοτινά. Ωστόσο η Εκκλησία βεβαιώνει πως ένα βράδυ δεν είναι μονάχα ένα τέλος, αλλά είναι και μια αρχή μιας άλλης μέρας. Στο Χριστό και μέσα από το Χριστό μπορεί ένα βράδυ να γίνει η απαρχή μιας καινούργιας ζωής, της ανέσπερης Μέρας, γιατί τα μάτια μας είδαν τη σωτηρία και ένα φως που ποτέ δε θα λείψει. Και για τούτο το λόγο ο χρόνος του κόσμου αυτού βρίσκεται τώρα γεμάτος από καινούργια ζωή.
Παρουσιαζόμαστε στο Χριστό για να Του προσφέρουμε τον καιρό μας, ανοίγομε την αγκάλη μας για να Τον δεχτούμε. Και Εκείνος γεμίζει αυτό τον καιρό με τον εαυτό Του, τον γιατρεύει και τον κάνει – πάλι και πάλι – καιρό της σωτηρίας.
***
Εσπέρας και πρωί… Μόλις ανοίξομε τα μάτια μας, η πρώτη αίσθηση που λαβαίνομε είναι της νυχτιάς, όχι του φωτός· βρισκόμαστε στην πιο αδύνατη, στην πιο αβοήθητη στιγμή μας. Είναι σαν ένας άνθρωπος που πρώτη φορά δοκιμάζει πραγματικά τη ζωή σε όλη την ασυναρτησία και τη μοναξιά της (πρωτύτερα δεν τις έβλεπε, προφυλαγμένος μέσα στη θαλπωρή της οικογένειας).
Κάθε πρωί, μέσα στο ασχημάτιστο σκοτάδι, ανακαλύπτομε την αδράνεια της ζωής. Και έτσι το πρώτο θέμα του όρθρου είναι πάλι ο ερχομός του φωτός στα σκοτεινά. Αρχινάει, όχι με τη Δημιουργία καθώς ο εσπερινός, αλλά με την Πτώση. Μέσα ωστόσο σε αυτή την αδυναμία και τον απελπισμό, κρύβεται μια προσμονή, μια πείνα και δίψα. Και μέσα στο σκηνικό αυτό η Εκκλησία δηλώνει τη χαρά της, όχι μονάχα αντίθετα στο ρεύμα της φυσικής ζωής, αλλά πληρώνοντάς την (by fulfilling it). Η Εκκλησία αναγγέλνει κάθε πρωί πως ο Θεός είναι ο Κύριος και αρχίζει να οργανώνει τη ζωή γύρω από το Θεό.
Στην εκκλησιά τα πρώτα φώτα του όρθρου είναι κεριά, πρόγευση του ήλιου. Αργότερα βγαίνει ο ήλιος, διώχνοντας τα σκοτάδια του κόσμου και η Εκκλησία βλέπει σε τούτο την ανατολή του αληθινού Φωτός του κόσμου, τον Υιό του Θεού. Γνωρίζομε πως ο Λυτρωτής μας ζει, και πως καταμεσίς στην ασυναρτησία της ζωής Εκείνος θα μας αποκαλυφθεί και πάλι. Με όλο που μας «κυκλώνουν» οι ζάλες του βίου, κάθε πρωί μπορούμε να αναγγείλομε ωστόσο με τον ήλιο που βγαίνει τον ερχομό του πολυκαρτερεμένου Μεσσία. Άσχετα με όλα αύτη είναι η ημέρα ην εποίησεν ο Κύριος – αγαλλιασώμεθα και ευφρανθώμεν εν αυτή. Ευλογημένος ο Ερχόμενος εν Ονόματι Κυρίου (Ψαλμός 117, 24).
Καθώς πληθαίνει ο φως, η ακολουθία (=τελετουργία) σχετίζει το καινούργιο πρωινό με τον καινούργιο καιρό (=χρόνο). Όπως ο εσπερινός σχέτιζε το βράδιασμα με ολόκληρη τη χριστιανική εμπειρία του κόσμου ως «βραδιάσματος» – έτσι και ο όρθρος σχετίζει το πρωινό με τη χριστιανική εμπειρία της Εκκλησίας ως «πρωινού» και ως απαρχής.
Αυτές οι δυο συμπληρωματικές, ωστόσο απόλυτα ουσιαστικές, διαστάσεις του καιρού χαρίζουν σχήμα στην καιρική ζωή μας και, δίνοντας στο χρόνο καινούργιο νόημα, τον μεταμορφώνουν σε χριστιανικό χρόνο. Η διπλή αυτή εμπειρία αληθινά εφαρμόζεται σε όλα όσα έχομε να κάνομε. Βρισκόμαστε πάντα ανάμεσα πρωί και βράδυ, ανάμεσα Κυριακή και Κυριακή, ανάμεσα Πάσχα και Πάσχα, ανάμεσα στους δυο ερχομούς του Χριστού. Η εμπειρία του καιρού ως τέλους χαρίζει απόλυτη σπουδαιότητα σε οτιδήποτε καταπιανόμαστε τώρα· το κάνει τελικό, αποφασιστικό. Η εμπειρία του καιρού ως απαρχής γεμίζει όλο το χρόνο μας με χαρά, γιατί του προσθέτει το «συντελεστή» της αιωνιότητας. Ουκ αποθανούμαι, αλλά ζήσομαι και διηγήσομαι τα έργα Κυρίου (Ψαλμός 117, 17).
Δουλεύομε στον κόσμο και η δουλειά αυτή – πραγματικά οποιαδήποτε δουλειά – αν αναλυθεί καθαρά από την άποψη του κόσμου, χάνει το νόημά της, γίνεται άσκοπη, ξεκάρφωτη. Σε κάθε πολιτεία του κόσμου υπάρχει κάθε πρωί ένα κύμα από καθαρούς και ξυρισμένους ανθρώπους που πηγαίνουν στη δουλειά τους. Και κάθε βράδυ υπάρχει ένα κύμα από τους ίδιους ανθρώπους, αποσταμένους και βρωμισμένους, που πηγαίνουν τώρα στην αντίθετη κατεύθυνση. Όμως εδώ και πολλά πολλά χρόνια ένας σοφός άνθρωπος παρακολούθησε το κύμα αυτό (οι μορφές αλλάζουν, το άσκοπο δεν αλλάζει) και είπε:
Ματαιότης ματαιοτήτων, τα πάντα ματαιότης.
Τίς περισσεία τω ανθρώπω εν παντί μόχθω αυτού, ώ μοχθεί υπό τον ήλιον;
Γενεά πορεύεται και γενεά έρχεται,
και η γη εις τον αιώνα έστηκε.
Ου πλησθήσεται οφθαλμός του οράν, και ου πληρωθήσεται ούς από ακροάσεως.
Και ουκ έστι παν πρόσφατον υπό τον ήλιον...
(Εκκλησιαστής, 1, 2-4,8,9)
Και αυτό αληθεύει για τον πεσμένο κόσμο. Μα εμείς οι Χριστιανοί λησμονήσαμε πολλές φορές πως ο Θεός λύτρωσε τον κόσμο. Για αιώνες κηρύξαμε στους βιαστικούς ανθρώπους: η καθημερινή βιασύνη σας δεν έχει νόημα, δεχτείτε την ωστόσο – και θα λάβετε για ανταμοιβή σας την αιώνια ανάπαυση σε έναν άλλο κόσμο. Όμως ο Θεός μας αποκάλυψε και μας προσφέρει αιώνια Ζωή, όχι αιώνια ανάπαυση. Και ο Θεός αποκάλυψε αυτή την αιώνια Ζωή καταμεσίς του καιρού – και της βιασύνης του – ως κρυμμένο νόημα και ως σκοπό του καιρού. Και έτσι έκανε τον καιρό, και τη δουλειά μας μέσα στον καιρό, μυστήριο του ερχόμενου κόσμου, μια λειτουργία πλήρωσης (=ολοκλήρωσης, τελειοποίησης) και ανεβάσματος.
Όταν φτάσομε στο τέρμα της αυτάρκειας του κόσμου, τότε ο κόσμος ξαναρχίζει για μας από την αρχή ως υλικό ή ως συστατικό του μυστηρίου που έχομε να πληρώσομε (to fulfill) στο Χριστό.
Και ουκ έστιν παν πρόσφατον υπό τον ήλιον. Ωστόσο κάθε μέρα, κάθε στιγμή αντηχάει τώρα η νικηφόρα βεβαίωση: Ιδού καινά ποιώ πάντα. Εγώ ειμί το Άλφα και το Ωμέγα, η αρχή και το τέλος… (Αποκάλυψις, 21, 5-6).

Από ΝΕΚΡΟΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ
ΠΕΡΑ ΑΠΟ ΤΟ ΑΤΟΜΟ
ΕΥΧΗ


Read more: http://iereasanatolikisekklisias.blogspot.com/2019/07/blog-post_30.html#ixzz5vBhWRbKx

Σημερινή συνέντευξή μου στον Ρ/Σ ΙΟΝΙΑΝ FM

Ξεκλειδώνοντας τις ανθρώπινες σχέσεις


O πρωτοπρεσβύτερος Βασίλειος Θερμός, Ψυχίατρος παιδιών και ενηλίκων και Αν. Καθηγητή Α.Ε.Α.Α. μιλάει στην Πεμπτουσία για τις ανθρώπινες σχέσεις και το ξεκλείδωμα τους.
pemptousia

ΤΟ ΠΝΕΥΜΑ ΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ - Hans Urs von Balthasar (4)


ΠΩΣ ΕΡΧΕΤΑΙ ΤΟ ΠΝΕΥΜΑ ΣΤΗ ΛΟΓΙΚΗ;


είμαστε καλά ή τά παίξαμε εντελώς;
Επιστρέφοντας όμως από αυτά τα ειδικά θέματα στο κέντρο ξανά και υπολογίζοντας τον ρόλο τού Πνεύματος σαν εκθέτη και εξηγητή τής αλήθειας, έτσι ώστε να γίνει το κυρίως θέμα τής θεολογικής [ας προσέξουμε ότι δεν μιλάμε πλέον για θεολογία, αλλά για θεολογική. Όπως την διδάσκουν όλοι οι νεοορθόδοξοι], αναδύονται άλλοι επιπλέον καθορισμοί της δράσης του. Εάν λοιπόν η αλήθεια που εφανερώθη στον Χριστό είναι ήδη άπειρη, καθότι «σ’ αυτόν, είναι κρυμμένοι όλοι οι θησαυροί της σοφίας και της γνώσεως»(Κολ. 2,3), τότε αυτή η αλήθεια που είναι παρούσα σ’ ένα χωροχρονικό φαινόμενο –«εν αυτώ κατοικεί παν το πλήρωμα της θεότητος σωματικώς»(Κολ. 2,9)– θα είναι χωρίς τέλος διαμέσου των χρόνων στην έκθεση και την εξήγησή του.

Και όλο αυτό όμως, χωρίς το νόημα, απολύτως, με το οποίο ξεκαθάρισαν τα κύρια σημεία (για παράδειγμα οι συνοδικοί ορισμοί) και είχε σαν συνέπεια την προέλευση πραγματειών και απόψεων όλο και πιο μερικών και αποσπασματικών, αλλά αντιθέτως με το νόημα με το οποίο ανοίγουν όλο και πιο νέες θεωρίες, ματιές δηλαδή στην άπειρη, αλλά όχι αόριστη αλλά στην καθορισμένη ολότητα, ματιές που μπορούν να γίνουν γνωστές και να βιωθούν πιο διανοητικά ή επίσης και πιο αγαπητικά, τρόποι του βλέπειν που, εάν το πνεύμα το επιθυμεί, φωτίζουν ξαφνικά πάντοτε νέες πλευρές και διαστάσεις της απείρου αλήθειας και τις καθιστούν συνειδητές, όψεις που παρέμεναν κατά κάποιο τρόπο απαρατήρητες από πάντοτε, στον πνευματικό ορίζοντα της πίστεως και οι οποίες ξαφνικά με το νέο φως που πέφτει, υψώνονται επιτέλους, ανυψώνονται, στην καθαρή συνείδηση.

Η διατύπωση η οποία επαναλαμβάνεται πολύ συχνά είναι αληθινή: στον Χριστό υπάρχει πολύ περισσότερη αλήθεια από όση υπάρχει στην πίστη της Εκκλησίας, και πολύ περισσότερη αλήθεια στην πίστη της Εκκλησίας, από όση στα καθορισμένα δόγματα. Μεγάλα χαρίσματα όπως εκείνα του Αυγουστίνου, του Φραγκίσκου, του Ιγνάτιου Λογιόλα, μπορούν να δεχθούν δωρισμένες από το πνεύμα, ματιές μέσα στο κέντρο της αποκαλύψεως, ματιές που πλουτίζουν την Εκκλησία μ’ έναν τρόπο τουλάχιστον απροσδόκητο και παρ’ όλα αυτά διαρκή. Είναι κάθε φορά χαρίσματα στα οποία η νόηση, η αγάπη και η μίμηση είναι αχώριστα. Και αναγνωρίζεται από εδώ πως το εξηγητικό πνεύμα είναι ταυτόχρονα θεία σοφία και θεία αγάπη και σε καμιά περίπτωση καθαρή θεωρία, αλλά πάντοτε και μια ζωντανή πράξη.

Ένα τελευταίο χαρακτηριστικό είναι τυπικό για το πνεύμα: Διαχέει την θεία πληρότητα στο άπειρο, αλλά μόνον με τέτοιο τρόπο ώστε να την ενώσει ξανά εξαρχής και πάλι από την αρχή. Αυτό δεν αποκαλύπτει καμμία ιδιαιτερότητα, λεπτομέρεια, χωρίς να φωτίσει ταυτόχρονα την ολότητα. Μια θεολογία που θα χανόταν στις λεπτομέρειες, μια πράξη που θα τόνιζε μονόπλευρα ένα μέρος του χριστιανισμού, δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί σαν να είναι ψυχωμένη από το πνεύμα. Η ταυτόχρονη εξάπλωση και συμπερίληψη των «κρυμμένων θησαυρών», στην οποία αναφερθήκαμε ήδη, στον Χριστό, εξαρτάται από την ανεπανάληπτη πρωτοτυπία και την καθοριστικότητα της υποστατικής ενώσεως, από την οποία ο πλούτος μοιράζεται και στην οποία συγκεντρώνεται ξανά. [Ο βασικός νόμος της εξατομικεύσεως και της φιλοσοφίας του Πλωτίνου, ο οποίος εκφράζεται με τις έννοιες Μονή, πρόοδος, επιστροφή]. «Αυτός θα πάρει από το δικό μου» λέει ο Κύριος για το πνεύμα. Για τον ίδιο λόγο λοιπόν η Εκκλησία του Χριστού επεκτείνεται ιεραποστολικά «μέχρι τα σύνορα της γής»(Πράξεις 1,8), αλλά μπορεί να το πραγματοποιήσει με επάρκεια μόνο εάν ταυτόχρονα επανασυγκεντρώνεται  στα αγαθά που μοιράζονται. Αυτό ισχύει και για τα βάθη της χριστιανικής υπάρξεως, όπως και για την μορφή της θεολογίας για την οποία είναι υπεύθυνη η Εκκλησία. Και σ’ αυτό το χριστολογικό παράδοξο μπορούμε να δούμε εάν μια ύπαρξη και μια χριστιανική θεολογία εμπνέεται από το Άγιο πνεύμα ή όχι.

Επειδή λοιπόν το πνεύμα του θεού και του Χριστού είναι παρόν στην πράξη, μπορεί να κυριαρχεί μέσα στον χριστιανικό χώρο μόνο σε μια «σχετική εσχατολογία», ποτέ όμως σε μία «απόλυτη». Αυτή η δεύτερη είναι παρούσα σε όλες τις μορφές Ιουδαϊκού μεσσιανισμού, όπου η αλήθεια είναι μόνον μελλοντική και μόνο ουτοπικά ελπίζουμε σ’ αυτή καθότι πραγματοποιείται μέσω μεταλλάξεως της τωρινής καταστάσεως που είναι αποξενωμένη και δυστυχής. Η θεολογία της απελευθερώσεως έχει μια μοιραία τάση να κατευθύνεται προς αυτή την κατεύθυνση. Αυτή η θεολογία πιο συγκεκριμένα, προέρχεται από τον Μαρξισμό, καθώς όλη η θεωρία περί αποξενώσεως και μελλοντικής λυτρώσεως ριζώνει στον Ιουδαϊσμό, διότι δικαιώνει όλες τις θυσίες που είναι απαραίτητες για την επίτευξη του μελλοντικού σκοπού.  Αυτή η θεωρία της απολύτου εσχατολογίας κινεί και τις σκέψεις του Μπλόχ αλλά και του Βάλτερ Μπέντζιαμιν ή του Λούκατς και φτάνει μέχρι την σχολή της Φρανκφούρτης, στον Χόρκχαϊμερ, τον Μαρκούζε και τον Αντόρνο.
Η σχετική εσχατολογία έχει σε σύγκριση μ’ αυτή, την δυναμική της ένταση προς τα μπρός, με την έννοια πως το βασικό γεγονός της σωτηρίας ήταν και είναι παρόν και η παρουσία του πνεύματος φέρει, ωθεί δυναμικά προς τα εμπρός τον κόσμο και την Ιστορία, προς το Έσχατον (Ρωμ. 8, όπου οι ανέκφραστοι στεναγμοί του πνεύματος, προσφέρουν επιτέλους στην ανεκπλήρωτη ακόμη ελπίδα όλη τους την δύναμη για την συνέχιση του αγώνος. Το πνεύμα και η νύμφη κραυγάζουν συνεχώς «έρχου»).

Εάν από μέρους του πνεύματος λέγεται πως Αυτός ο παράκλητος θα ανακοινώσει τα μελλοντικά πράγματα, μ’ αυτό υπονοείται η ολότης αυτού που σήμερα συλλαμβάνεται σαν καθρέφτης και αίνιγμα. Στην Κ.Δ. το Άγιο πνεύμα, σαν η Τρίτη θεία Υπόσταση η οποία μετέχεται από τους πιστούς, αναλαμβάνει το χρέος να οδηγήσει από την αλήθεια της πίστεως και της ελπίδος στην μελλοντική αλήθεια της Διαθήκης ανάμεσα στον θεό και τον κόσμο [Σαν νέος Μωυσής]!

Συνεχίζεται

Αμέθυστος

ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΦΙΛΙΟΚΒΕ (5)

Συνέχεια από: Παρασκευή 26 Ιουλίου 2019

Hans Urs Von Balthasar
Είμαστε καλά ή τά παίξαμε εντελώς; 
Μια δεύτερη πλευρά τού θέματος αξίζει ίσως μεγαλύτερη προσοχή: Σαν θεολογικό θέμα βασίζεται πάνω απ’ όλα σ’ ένα φιλολογικό πρόβλημα. Θα θυμόμαστε βεβαίως την αμηχανία της Ανατολικής θεολογίας να βρει ένα όρο για την έξοδο (;) του Αγίου Πνεύματος. Ο Γρηγόριος Ναζιανζηνός στέκεται στο «εκπορεύεσθαι» του Ιωάννη (15, 26) «ο δε παράκλητος, το πνεύμα το Άγιο ο πέμψει ο πατήρ εν τω ονόματί μου» και το αισθάνεται μάλιστα σαν μια λύση ανάγκης «διότι, τι πράγμα είναι η εκπόρευσις;». Θα μας τρέλαινε αν θέλαμε να το κατανοήσουμε. (Θεολ. 5ος ΛΑ’, 8). Ο Άγιος Γρηγόριος γράφει: «Τις ουν η εκπόρευσις; Είπε μου συ τι είναι η αγεννησία του πατρός και εγώ θα ομιλήσω δια την φύσιν της γεννήσεως του Υιού και της εκπορεύσεως του πνεύματος, και θα παραφρονήσουμε και οι δύο με το να εγκύψωμεν εις τα μυστήρια του Θεού».
[Είναι καταπληκτική πλάνη η μέθοδος των αποσπασμάτων για επιχειρήματα. Προτεσταντική και οργανωσιακή μέθοδος που χρησιμοποιείται σαν μοναδικός τρόπος θεολογίας στην Ελλάδα. Ας προσέξουμε όμως ότι και ο Γρηγόριος ανήκει στην Ανατολή, όχι στην Μία Εκκλησία. Στην πλάνη και στο σχίσμα. Δυστυχώς ο Γερμαναράς θεωρείται αυθεντία όπως ο Ζηζιούλας].
Παρ΄ όλα αυτά ένα απίστευτο γεγονός παραμένει στην Ιστορία.  Παρόλη την αβεβαιότητα του όρου [παρότι αντλείται από το Ευαγγέλιο είναι αβέβαιος ο όρος εκπορεύεσθαι, από το πέμψει του Κυρίου], χρησιμοποιήθηκε και υψώθηκε σαν ένας πολύ ανώτερος όρος από την λατινική μετάφραση του όρου «προοδεύει», που ορίζει μόνον μια κάποια έξοδο, ενώ το εκπόρευσις, ορίζει αποκλειστικά και μόνον την έξοδο από την αιτιώδη αρχή, όπου ο Υιός και αυτός ο Ίδιος αιτιατόν δεν μπορούσε να λάβει κανένα μέρος.
O Garrigues έκανε μεγάλες προσπάθειες για να μας πείσει για την διαφορά της ετυμολογίας ανάμεσα στο εκπορεύομαι και στο προοδεύω (που σημαίνει ακριβώς «πηγαίνοντας μπρος αφήνω την θέση μου, εκχωρώ», και στα ελληνικά προχωρείν). Όλος ο κόπος όμως της Ελληνικής θεολογίας ναυαγεί στην συνειδητοποίηση των συγχρόνων εξηγητών πως στο Ιωαν. (15, 26) δεν γίνεται λόγος για την αιώνιο έξοδο του Πνεύματος από τον Πατέρα, αλλά για μια παντελώς οικονομική έξοδο. Έτσι κάτι άλλο θα έπρεπε να βρεθεί, πέρα από την οπτική του Ιωάννη. Επιπλέον η συμφωνία προς την Κ.Δ. δείχνει πόσος συχνός είναι ο ελληνικός όρος για κάθε «έξοδο» ακόμα και καθημερινή. Η μεταφορά επομένως στην μυστηριώδη έξοδο του Πνεύματος είναι άλλο τόσο επικίνδυνη όσο και η εφαρμογή του κοσμικού γεννάσθαι στο μυστήριο της καταγωγής του Υιού από τον Πατέρα, για του οποίου την πρόοδο γνωρίζουμε τόσα λίγα όσα και για τις λέξεις «Πατήρ», «Υιός» οι οποίες παραμένουν μυστηριώδεις παρ’ όλα αυτά.
[Νομίζουν ακόμη, όπως και ο Αυγουστίνος και ο Ακινάτης πως γνωρίζουν ή μπορούν να γνωρίσουν την Ουσία του Θεού. Ο Γερμανός καθάρισε και με τον Γρηγόριο τον θεολόγο. Αλλά ξέχασε το βασικότερο, ευτυχώς για την θεολογία μας! Λόγος ΛΑ’, 9, 8: «αυτό δε το, μη γεγεννήσθαι, και το γεγεννήσθαι, και το εκπορεύσθαι, τον μεν Πατέρα, το δε Υιόν, το δε, τούθ’ όπερ λέγεται, Πνεύμα Άγιον προσηγόρευσεν, ίνα το ασύγχυτον σώζηται των τριών υποστάσεων εν τη μία φύσει τε και αξία της θεότητος. Έν τα τρία τη θεότητι, και το Έν τρία ταίς ιδιότησιν». Δεν είναι μυστηριώδεις οι ονομασίες, ούτε μπορούμε να τις ανταλλάξουμε χωρίς συνέπειες. Το ασύγχυτον τονίζουν. Το οποίο καταστρατηγείται με το Φιλιόκβε. Διότι Θεός ή θεότης είναι η Ουσία, όπως διδάσκει ο Άγιος Δαμασκηνός. Διότι λέει ο Άγιος Γρηγόριος ο θεολόγος, ούτε ο Υιός είναι Πατήρ -ένας είναι ο Πατήρ- αλλ’ όπερ ο Πατήρ, είναι αυτό δηλαδή που ακριβώς είναι ο Πατήρ. Ούτε το Πνεύμα είναι Υιός, ότι εκ Θεού, είς γαρ ο Μονογενής, άλλ’ όπερ ο Υιός, αλλά είναι αυτό ακριβώς που είναι ο Υιός].
Εάν κοιτάξουμε προς τα πίσω στην γέννηση της Ελληνικής σύνθεσης, φαίνεται σωστό να εξασφαλίσουμε κατ’ αρχάς την Ιστορική παρουσία δύο «δυενοτήτων», οι οποίες είναι τελείως σωστές. Η πρώτη είναι εκείνη των δύο χεριών, του αδιαχώριστου των αποστολών του Υιού και του Πνεύματος, η αμοιβαία τους προτεραιότης και η αμοιβαία τους διείσδυση [Πώς είναι δυνατόν όμως, εφόσον τα υποστατικά ιδιώματα είναι ακοινώνητα;]. Η δεύτερη είναι η απόδοση της συνόδου της Νίκαιας. Ενότης της Ουσίας ανάμεσα στον Υιό και τον Πατέρα, όπου δεν γίνεται ακόμη λόγος για το Πνεύμα. [Παιδαριώδες, διότι για ενότητα της Ουσίας των υποστάσεων μιλά ο Αυγουστίνος. Οι Έλληνες με το Ομοούσιο δηλώνουν τον ΕΝΑ και ΜΟΝΟ ΘΕΟ, την ΜΟΝΑΔΑ. Γι’ αυτό ακούμε τον ύμνο: Η ΜΟΝΑΣ Η ΕΝ ΤΡΙΑΔΙ].
Η εικόνα λοιπόν που προκύπτει είναι η εξής:

και απαιτεί σαν αναγκαία ολοκλήρωση την σχέση ανάμεσα στον Πατέρα και το Πνεύμα. [Για να δεχθούμε τις υποστάσεις σαν σχέσεις και όχι σαν ακοινώνητες Ιδιότητες, κάτι που δεν μπορεί να στηρίξει το Φιλιόκβε, αλλά ούτε και την γέννηση του Υιού, επινοείται η διαφορά και η ετερότης στην Αγία Τριάδα, η Ιεραρχία και το πρωτείο του Πατρός, που ανανεώνει την παληά πληγή της μοναρχίας του Πατρός, διότι μόνον στην διαφορά μέσα στην ενότητα υφίσταται σχέσις, όπως τα διαφημίζει ο Ζηζιούλας].
Αυτή η σχέση συστήνεται από την σύνοδο της Κων/πόλεως με την ομολογία «simue adoratus», συνδοξαζόμενο, αλλά που ξεκαθαρίζει εννοιολογικά ο Αθανάσιος τελικά: «Το Πνεύμα είναι αχώριστο από τον Υιό, όπως ο Υιός είναι αχώριστος από τον Πατέρα» (P.G. 26, 608A), και με τον τρόπο αυτό εξασφαλίζεται το Ομοούσιο του Πνεύματος. «Ότι αυτό θα μπορούσε να συμπεριλάβει μια σχέση καταγωγής δεν φαίνεται να το σκέφτηκε ποτέ του ο Αθανάσιος»(M-J-Le Guillou). [Φυσικά, διότι οι υποστάσεις δεν θα μπορούσαν να είναι ποτέ σχέσεις για τον Αθανάσιο]. Παρομοίως ο Βασίλειος: «Εάν το Πνεύμα συνδέεται, είναι ενωμένο με τον Υιό, και ο Υιός με τον Πατέρα, τότε είναι και το Πνεύμα με τον ίδιο τρόπο συνδεδεμένο με τον Πατέρα»(P.G. 32, 148A). [Είναι γνωστή η αβεβαιότης περί του Αγίου Πνεύματος της πραγματείας του Μ. Βασιλείου. Γι’ αυτό και τον εκμεταλλεύονται, όπως και τον Μ. Αθανάσιο, τον οποίο έχει εκθέσει ο Ζηζιούλας]. Εάν ψάξουμε από εδώ την σύνδεση του Πνεύματος με τον Πατέρα (όπως θα το καθορίσει ο Γρηγόριος ο θεολόγος), τότε φανερώνεται καθαρά η διπλή βεβαίωση: το Πνεύμα εξέρχεται από τον Πατέρα (διότι το Πνεύμα είναι θεός) και αυτό, κατά κάποιο τρόπο «μέσω», διά, του Υιού, που είναι ήδη εκεί, διότι διαφορετικά δεν θα μπορούσε να ονομαστεί Πατήρ. [Εδώ φαίνεται καθαρά ο διθεϊσμός. Ο Πατήρ και ο Υιός υπάρχουν ήδη και μετά εμφανίζεται, κατά κάποιο τρόπο, διά του Υιού, το Άγιο Πνεύμα, το οποίο είναι δευτερεύον θεός, το αριστερό χέρι του Θεού και διάκονος του Υιού. Ότι κάνουν οι παληοί αιρετικοί με τον Υιό, χρίζοντάς τον δεύτερο θεό, επαναλαμβάνεται με το Άγιο Πνεύμα].
Αυτό το πράγμα μέσα στην Ελληνική οπτική αφήνει ανοικτό το θέμα της ερμηνείας αυτού του διά. [Ακόμη δεν μάθαμε με σιγουριά, αυτό το πρωτάκουστο διά, γιατί θεωρείται ορθόδοξο]. Πολύ σωστά ο Μπουλγκάκοφ δήλωσε πως αυτός ο όρος είναι πολύ ακαθόριστος, αόριστος, για να μας επιτρέψει μια οποιαδήποτε δήλωση προς μια συγκεκριμένη κατεύθυνση (Ο παράκλητος, στα Γαλ., σελ.93-94). Ερμηνευμένο μινιμαλιστικά σημαίνει απλά πως το πνεύμα εξέρχεται από τον πατέρα, καθότι αυτός είναι ακριβώς ο πατήρ, πιο θετικά σημαίνει πως το πνεύμα «δέχεται» κάτι από τον Υιό, μαξιμαλιστικά δε, ότι δεχόμενος το πνεύμα ο Υιός είναι συνεργάτης.
Σχετικά με την Οικονομία μπορούμε κατά περίπτωση να διακρίνουμε ανάμεσα σ’ ένα πνεύμα το οποίο στην Βάπτιση «αναπαύεται» στον Υιό ή (όπως στο Θαβώρ) ακτινοβολεί από αυτόν. Όλες αυτές οι πλευρές βρίσκονται στους Έλληνες. [Όπως βλέπουμε η έννοια της σχέσεως καταβρόχθισε όλο το Μυστήριο του Θεού και Σωτήρος. Θα επανέλθουμε λοιπόν σε αυτή την έννοια σύντομα].

Συνεχίζεται

Αμέθυστος

Η ΕΠΙΚΥΡΩΣΗ ΤΗΣ ΑΡΣΕΩΣ ΤΩΝ ΑΝΑΘΕΜΑΤΩΝ

arsi anathematon
Του Παναγιώτη Ι. Μπούμη, Ομοτ. Καθηγητή του Παν/μιου Αθηνών στην Romfea.gr

Πρό 55 ἐτῶν περίπου καί συγκεκριμένως στίς 7 Δεκεμβρίου τοῦ 1965, ὅπως εἶναι γνωστό, ἔγινε τό μεγάλο γεγονός τῆς ἄρσεως τῶν ἀναθεμάτων τοῦ 1054 πού εἶχαν ἐπιβληθεῖ μεταξύ Ρώμης καί Κωνσταντινουπόλεως.
Οἱ αἰτίες τῆς ἐπιβολῆς αὐτῆς ἦταν διάφορες, ἀλλά δέν εἶναι τοῦ παρόντος νά ἐκτεθοῦν ἐδῶ.
Ἐδῶ μόνο θά σημειώναμε ὅτι οἱ αἰτίες αὐτές, μεταξύ τῶν ὁποίων ἦταν καί λεκτικές ἤ μεταφραστικές διατυπώσεις καί διαφωνίες, οἱ ὁποῖες ὑπῆρχαν καί πρό τοῦ 1054 καί πρό δηλαδή τῆς ἐπιβολῆς τῶν ἀναθεμάτων.
Ἐν συνεχείᾳ ὅμως τονίστηκαν καί μεγαλοποιήθηκαν σέ βαθμό ἀσύλληπτο. Καί φθάσαμε στήν ἑκατέρωθεν ἐπιβολή αὐτῶν, ἀλλά καί ἄλλων ἀναθεμάτων, καθώς καί τήν ἀποξένωση, γιατί ὄχι καί τήν ἀντιχριστιανική ἐχθρότητα μεταξύ τῶν δύο Ἐκκλησιῶν καί τῶν μελῶν τους.
Καί αὐτά μέ τήν ἰδέα ὅτι βαδίζαμε ἐκκλησιαστικά καί χριστιανικά Ἀνατολή καί Δύση. Καί μέ αὐτά πέρασαν κάπου χίλια χρόνια.
Αὐτή ἦταν ἡ β΄ περίοδος τῆς χριστιανοσύνης ἡ λεγόμενη δεύτερη μ.Χ. χιλιετία, ἤ καλλίτερα ἡ ἐφηβική ἡλικία τοῦ σώματος τῆς Ἐκκλησίας μέ τίς πολλές καί παράλογες ἀναστατώσεις.
Καί ἦλθε καί ξημέρωσε ἡ τρίτη περίοδος (ἡ τρίτη χιλιετία) μέ τήν «προδρομική» ἡμέρα τῆς 7ης Δεκεμβρίου 1965. Κατ' αὐτήν σάν «ἀστραπή» (Ἀ. Χαστούπης) ἔγινε ἡ ἀμοιβαία ἄρση τῶν ἀναθεμάτων τοῦ 1054. [ Η ΠΕΡΙΟΔΟΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ]
Τότε ὁ Πατριάρχης Ἀθηναγόρας ὁ Α΄ καί ὁ Πάπας Ρώμης Παῦλος ὁ ΣΤ΄ μέ τίς περί αὐτούς συνόδους τους ἦραν τά ἀναθέματα καί ἀφήρεσαν τά κανονικά αὐτά μεσότοιχα, τά ὁποῖα ἐμπόδιζαν τήν κανονική ἐπικοινωνία τῶν ἐκπροσώπων καί τῶν μελῶν τῶν δύο Ἐκκλησιῶν, ἀλλά καί τήν ψυχική ὠφέλεια τῶν κεκοιμημένων ἐν τῷ ἀναθεματισμῷ.
Ἀναγνώρισαν ἡ μία τήν ἄλλη ὡς Ἐκκλησία καί δέν θεωροῦνται πλέον ὡς «συναγωγή τοῦ σατανᾶ», ὅπως ἔλεγαν καί ἀπό τίς δύο πλευρές μέλη τους, ἀλλά ὡς ἀδελφές τῆς Μίας Ἐκκλησίας.
Ἐδῶ πρέπει νά σταθοῦμε διακριτικά καί νά διευκρινίσουμε κανονολογικά κάτι τό σπουδαῖο. Εἴπαμε ὅτι ἦραν οἱ Ἀθηναγόρας ὁ Α΄ καί Παῦλος ὁ ΣΤ΄ μέ τίς περί αὐτούς συνόδους τά ἀναθέματα τοῦ 1054.
Ἀλλά τό σημαντικό εἶναι ὅτι ἡ ἄρση τῶν ἀναθεμάτων ἀπό τῆς πλευρᾶς τοῦ Πάπα ἔτυχε τῆς πανηγυρικῆς ἐγκρίσεως καί ἐπικυρώσεως τῆς Ρωμαιοκαθολικῆς Ἱεραρχίας, ἐνώπιον τῆς ὁποίας καί ἀναγνώστηκε τό κείμενο τῆς ἄρσεως, ἐπειδή ἐκεῖνο τόν καιρό συνεδρίαζε στό Βατικανό.
Ἑπομένως θά λέγαμε ὅτι ἀπό Ρωμαιοκαθολικῆς πλευρᾶς καί τοῦ πληρώματος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ρώμης τό θέμα ἔχει λήξει.
Ζήτημα τέθηκε καί ἴσως τίθεται ἀπό μερικούς ὀρθοδόξους καί μή γιά τήν ἄρση τοῦ ἀναθέματος ἐκ μέρους τοῦ Ἀθηναγόρα καί τήν ἰσχύ αὐτῆς, ἐπειδή αὐτός εἶχε λάβει τήν ἔγκριση μόνον τῆς περί αὐτόν πατριαρχικῆς Συνόδου τῆς Κωνσταντινουπόλεως καί ὄχι ὅλων τῶν αὐτοκεφάλων Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν.
Ὁπότε μπορεῖ νά προβληθεῖ τό ἐπιχείρημα ὅτι τό ἀνάθεμα πού εἶχε ἐπιβάλει ὁ Πατριάρχης Μιχαήλ Κηρουλάριος τό ἔτος 1054 ἔχει ἀναγνωριστεῖ, ἔστω σιωπηρῶς, ἀπό ὅλη τήν Ὀρθόδοξη Ἀνατολή καί δέν ἀρκεῖ ἡ ἄρση τήν ὁποία πραγματοποίησε ὁ Πατριάρχης Ἀθηναγόρας χωρίς τίς ἄλλες ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες.
Ὁπότε ἀπαραίτητο εἶναι νά ἐπακολουθήσει καί μία ἀπό τήν ὀρθόδοξη Ἀνατολή ἔγκριση καί ἐπικύρωση τῆς πράξεως αὐτῆς τῆς ἄρσεως τοῦ Ἀθηναγόρα.
Πλήν ὅμως, ἐάν προσέξουμε καλά, αὐτή ἡ ἀναγνώριση καί ἐπικύρωση θά δοῦμε, κατά τήν ἄποψή μας, ὅτι ἔγινε καί συνεχίζει νά γίνεται ὡς ἑξῆς:
1) Κατά πρῶτον καμμία Ἐκκλησία Ὀρθόδοξη (ὄχι μεμονωμένες ὁμάδες πιστῶν) δέν ἀποδοκίμασε τή γενόμενη ἄρση, ἀλλά τήν ἀνέχτηκε καί δέχτηκε ἔστω σιωπηρῶς.
Μήπως καί σέ ἀποφάσεις ἀκόμη καί Οἰκουμενικῶν Συνόδων δέν ἔχουμε τή διαδικασία αὐτή;
2) Ἀλλά τό ἀκόμη πιό σημαντικό καί εὐχάριστο εἶναι τό γεγονός ὅτι τό 2018 στή Σύνοδο τοῦ Κολυμπαρίου Κρήτης καμμία Ἐκκλησία Ὀρθόδοξη, οὔτε ἕνας ἱεράρχης δέν ἔθεσε θέμα ἀμφισβητήσεως τῆς γενόμενης ἄρσεως.
Ἔτσι ὅλες οἱ Ἐκκλησίες σιωπηρῶς ἀποδέχτηκαν καί ἐνέκριναν τή γενόμενη ἄρση τό ἔτος 1965. Καί μάλιστα αὐτό ἀποτελεῖ ἕνα θετικό ἀποτέλεσμα τῆς συγκλήσεως τῆς συνόδου αὐτῆς, ὅπως γράφουμε στή συλλογή ἄρθρων μέ τίτλο Ἐκκλησιολογικά, διεκκλησιαστικά, πολιτειοκρατικά.
3) Ἐπιπλέον τό ἐπίσης εὐχάριστο εἶναι ὅτι ἐνῶ τό ἐπεσήμανα αὐτό τό σημαντικό καί θετικό γεγονός τῆς Συνόδου τῆς Κρήτης, κανείς δέν τό ἀμφισβήτησε ἀπό ὅ,τι γνωρίζουμε μέχρι τώρα.
4) Καί ὄχι μόνο αὐτό, ἀλλά καί τό γραφεῖο «ἐπί τῶν αἱρέσεων καί τῶν παραθρησκειῶν» τῆς Ἱ. Μητροπόλεως Πειραιῶς, τό ὁποῖο (θέλει νά) πρωτοστατεῖ σέ θέματα ὀρθοδόξου πίστεως καί κανονικῆς τάξεως μέσα στήν Ἐκκλησία δέν ἔθιξε τή θέση καί ἄποψή μας αὐτή.
Καί αὐτό παρά τό γεγονός ὅτι δημοσίευσα αὐτή τήν ἄποψή μου καί σέ ἄρθρο μου στή γνωστή τους ἱστοσελίδα Ρομφαία (Romfea) ὑπό τόν τίτλο «Οἱ δέ Οὐκρανοί οὐνῖτες τί;» καί ὑπότιτλο «Ἡ Μεγάλη Ὑπέρβαση» καί παρά τό ὅτι ἀσχολήθηκε μέ ἄλλα σημεῖα τοῦ ἄρθρου μου.
Τό θέμα τῆς ἄρσεως τῶν ἀναθεμάτων τό ἄφησε ἄθικτο. Καί εἶναι αὐτό τυχαῖο;
Καί μποροῦμε νά τό παραβλέψουμε; Κάποια δικαιολογία θά ὑπάρχει. Ἤ μήπως ὑπο(ἀπο)δεικνύεται ὅτι ὑπολανθάνει κάποια ἀδελφοσύνη;
Ἐκεῖνο ὅμως πού θά θέλαμε ἐδῶ νά ἐξάρουμε τελειώνοντας εἶναι οἱ ἑξῆς λόγοι τοῦ Πατριάρχη Ἀθηναγόρα, τούς ὁποίους ἔχουμε σέ Δήλωσή του τῆς 7.12.1966, στήν πρώτη ἐπέτειο τῆς ἄρσεως τῶν ἀναθεμάτων: «Δι' ὅ καί τό πανορθόδοξον φρόνημα ἀγάπης, εἰρήνης καί ὑπακοῆς εἰς τό θέλημα τοῦ Κυρίου ἡμῶν διά τήν ἑνότητα τῆς Ἁγίας Αὐτοῦ Ἐκκλησίας διατρανοῦντες, δηλοῦμεν, ὅτι ἐν ταπεινώσει θά διακονήσωμεν περαιτέρω τῇ Ἀληθείᾳ τῆς Ἀδιαιρέτου Ἐκκλησίας, ἑτοίμως ἔχοντες, ἵνα διά σειρᾶς νέων ἐκκλησιαστικῶν πράξεων ἀγάπης συνεχίσωμεν τό ἔργον τῆς Πράξεως τῆς 7ης Δεκεμβρίου 1965, τόπον διδόντες τῇ δυνάμει καί ἐνεργείᾳ τοῦ Παναγίου Πνεύματος». 
Συναφῶς θά θέλαμε νά ἐπαναλάβουμε τούς κατωτέρω λόγους τοῦ Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου ἀπό τό ἔργο του Περί τοῦ μή δεῖν ἀναθεματίζειν ζῶντας ἤ τεθνηκότας: «Τά γάρ αἱρετικά δόγματα, τά παρ' ὧν παρελάβομεν, ἀναθεματίζειν χρή, καί τά ἀσεβῆ δόγματα ἐλέγχειν, πᾶσαν δέ φειδώ ἀνθρώπων ποιεῖσθαι, καί εὔχεσθαι ὑπέρ τῆς αὐτῶν σωτηρίας. Γένοιτο δέ πάντας ἡμᾶς . . . ἀπαντῆσαι ἐν ἡμέρᾳ τῆς (μελλούσης) ἀναστάσεως αὐτῷ τῷ ἐπουρανίῳ νυμφίῳ, προσφέροντες αὐτῷ πλείστους ἐν δόξῃ ὠφεληθέντας ἐκ τῆς ἡμῶν συμπαθείας, χάριτι καί φιλανθρωπίᾳ αὐτοῦ».
Ὑπογραμμίζουμε καί τονίζουμε τά ἀνωτέρω, ὥστε οἱ σημερινοί ἤ αὐριανοί ἡγέτες τῆς Ἐκκλησίας, σ' ὅποιους ὅποτε θελήσει ἤ ἐπιτρέψει ὁ Θεός, νά προχωρήσουν στήν ἐφαρμογή καί ὑλοποίησή τους, ὥστε νά βελτιώνονται καί οἱ ἀδελφικές σχέσεις καί πράξεις τῶν δύο Ἐκκλησιῶν μέσα στό πλαίσιο μιᾶς μεγάλης ὑπέρβασης ἀντί νά παρακωλύονται, νά ὑποβαθμίζονται ἤ νά παραμελοῦνται.
Παν. Μπούμη, Ἐκκλησιολογικά, διεκκλησιαστικά, πολιτειοκρατικά, Ἔκδ. «Ἑπτάλοφος», Ἀθήνα 2017, σελ. 66 ἑξ.
Ὅπ. παρ., σελ. 71.
Ὅπ. παρ., σελ. 72
ΣΕ ΜΙΑ ΜΕΓΑΛΗ ΚΑΤΣΑΡΟΛΑ ΡΙΧΝΟΥΜΕ ΛΙΓΟ ΝΕΡΟ , ΛΙΓΟ ΝΟΜΙΚΙΣΜΟ, ΛΙΓΟ ΙΣΤΟΡΙΚΙΣΜΟ, ΛΙΓΟ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟ, ΤΑ ΑΦΗΝΟΥΜΕ ΛΙΓΑ ΛΕΠΤΑ ΝΑ ΒΡΑΣΟΥΝ ΚΑΙ ΟΤΑΝ ΔΟΥΜΕ ΝΑ ΑΝΑΔΥΕΤΑΙ Η ΑΓΑΠΗ ΑΝΑΚΑΤΕΥΟΥΜΕ ΚΑΙ ΣΕΡΒΙΡΟΥΜΕ ΤΗΝ ΣΩΤΗΡΙΩΔΗ ΑΓΑΠΟΛΟΓΙΑ.
ΑΥΤΟΣ Ο ΑΓΙΑΣΜΟΣ ΓΙΝΕΤΑΙ ΜΕ ΤΙΣ ΕΥΧΕΣ ΤΩΝ ΠΑΠΑΔΩΝ. 
ΑΝΑΓΚΑΣΤΗΚΑΝ ΝΑ ΠΡΟΧΩΡΗΣΟΥΝ ΣΤΗΝ ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ ΤΟΥ ΔΙΟΤΙ ΣΤΟΝ ΑΓΙΑΣΜΟ ΤΩΝ ΔΩΡΩΝ ΤΗΣ ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΑΣ ΔΕΝ ΣΥΜΜΕΤΕΧΟΥΝ ΠΑΡΟΤΙ ΑΠΟΔΕΧΟΝΤΑΙ ΤΗΝ ΔΟΞΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΤΙΜΗ ΤΟΥ ΑΓΙΑΣΜΟΥ ΕΚ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ ΠΟΥ ΚΑΤΕΧΟΥΝ ΑΛΛΑ ΔΕΝ ΚΑΤΕΧΟΝΤΑΙ. 
ΑΣ ΔΟΞΑΣΟΥΜΕ ΤΑ ΕΡΓΑ ΤΩΝ ΧΕΙΡΩΝ ΤΟΥΣ ΛΟΙΠΟΝ. ΤΗΝ ΕΝΩΣΗ ΤΩΝ ΕΚΚΛΗΣΙΩΝ ΚΑΙ ΘΡΗΣΚΕΙΩΝ ΣΤΟ ΚΑΤΣΑΡΟΛΙΚΟ ΤΟΥΣ, ΤΟΝ ΕΠΑΝΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟ ΤΗΣ ΟΙΚΟΥΜΕΝΗΣ, ΣΑΝ ΔΙΑΔΟΧΟΙ ΤΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ, ΤΗΝ ΕΙΡΗΝΕΥΣΗ ΤΩΝ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΩΝ ΠΟΛΕΜΩΝ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΝΑΚΗΡΥΞΗ ΤΟΥ ΙΕΡΑΤΕΙΟΥ ΣΑΝ ΜΟΝΑΔΙΚΟΥ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟΥ ΤΗΣ ΠΙΣΤΕΩΣ. ΑΝΑΛΟΓΩΣ ΤΗΣ ΑΝΑΚΗΡΥΞΕΩΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ ΣΑΝ ΜΟΝΑΔΙΚΟΥ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟΥ ΤΟΥ ΘΕΟΥ.
Αμέθυστος

ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ (19)

ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ 
                                                  Jacob Burckhard
                                                                  ΤΟΜΟΣ 1ος
                                  ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΕΡΟΣ
                                                    ΚΡΑΤΟΣ ΚΑΙ ΕΘΝΟΣ  
                                                                          – ΙΙ
                                     Η ΠΟΛΗ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΤΗΣ ΕΞΈΛΙΞΗ
1. ΣΠΑΡΤΗ (συνέχεια 4η)

Ιδιαίτερα παράδοξο φαινόμενο αποτελεί η τοποθέτηση της Σπάρτης απέναντι στο πνεύμα τού ελληνικού κάλλους. Οι άνθρωποι αυτοί που είχαν εκπαιδευτεί να αναγνωρίζουν μια μονόπλευρη όψη τών πραγμάτων, προσαρμοσμένοι σε έναν απόλυτα μονοδιάστατο τρόπο ζωής και μια μόνιμη υποβάθμιση των υποδουλωμένων φυλών, δεν έπαυαν να είναι Έλληνες και να έχουν ανάγκη την τέχνη, στον ίδιο βαθμό με τους αδελφούς τής φυλής τους, έστω και για την εκδήλωση της λατρείας που απέδιδαν στους θεούς τους. Το Κράτος τους διέθετε αρκετούς πόρους για να διακοσμήσει τούς ναούς του με εξαιρετική μεγαλοπρέπεια. Δεν θα πρέπει να παρεξηγήσουμε τους Σπαρτιάτες που δεν είχαν γλύπτες και που ένας Γιτιάδας, ένας Δορυκλείδης, ένας Θεοκλής και ένας Μένων ανήκαν στην κάστα τών περιοίκων· είναι αλήθεια ότι και στους υπόλοιπους Έλληνες οι μεγαλύτεροι δεξιοτέχνες της γλυπτικής θεωρούνταν απλοί τεχνίτες, επειδή ακριβώς δεν μπορούσαν να φανταστούν ότι μια προσπάθεια που απαιτεί σωματικό μόχθο εμπεριέχει ευγενή χαρακτηριστικά, ακόμη και όταν πηγάζει από την ισχυρότερη παρόρμηση του πνεύματος. Κατά τα λοιπά οι πληροφορίες που διαθέτουμε είναι αρκετά σαφείς.
Έκπληξη κατ’ αρχήν προκαλούν ορισμένες δυσάρεστες λεπτομέρειες του σπαρτιατικού συμβολισμού. Ο θεός τού πολέμου αναπαρίσταται αλυσοδεμένος για να τους είναι πιστός, ενώ η Αθηνά εξέφραζε το ίδιο σύμβολο με πιο καλαίσθητο τρόπο, αναπαριστώντας απλώς τη θεά τής νίκης χωρίς φτερά. Στη Σπάρτη ακόμη και η Αφροδίτη είναι αλυσοδεμένη ως σύμβολο της συζυγικής πιστότητας, για την οποία δεν θα έπρεπε κανονικά να γίνεται λόγος, δεδομένων όσων αναφέραμε προηγουμένως σχετικά μ’ αυτό θέμα. Μερικοί φρικώδεις μύθοι συναντώνται μόνο σε σχέση με τη Σπάρτη, και είναι ο μοναδικός τόπος που τιμούσε την Ήρα Αιγοφάγο· η συνήθεια να προσφέρονται ερίφια ως θυσία σε διάφορους θεούς υπήρχε σχεδόν παντού στην Ελλάδα, αλλά μόνον οι Σπαρτιάτες τα πρόσφεραν ως γεύμα στην Ήρα.
Όλα αυτά όμως μπορούν εύκολα να τα αναπληρώσουν οι άφθονες πληροφορίες περί τής πρακτικής στην ποίηση και τη μουσική στη Σπάρτη. Είναι αλήθεια ότι, δεδομένου τού καθαρά ‘ιθαγενούς’ πολιτισμού, τις τέχνες αυτές αναγκάστηκαν να τις αναθέσουν αποκλειστικά σε ξένους. Διότι, αν είχαν αφήσει να αναπτυχθούν στην ίδια τη χώρα οι ιδιότητες που απαιτούνται, αυτό θα προϋπέθετε ή θα είχε ήδη δημιουργήσει μια διαφορετική Σπάρτη · αλλά οι αναρίθμητες και επίμονες ενδείξεις αντιστοιχούν κατ’ αρχήν ήδη σε έναν λαό που λάτρευε το κάλλος. Είναι σχεδόν γοητευτικό το γεγονός ότι όχι μόνον η πόλη διέθετε μια λατρεία και έναν βωμό αφιερωμένο στις Μούσες, αλλά και επιπλέον, πριν από τις μάχες οι βασιλείς θυσίαζαν στις Μούσες. Η αναχώρηση για τον πόλεμο συνοδευόταν εδώ όχι από τούς ήχους τής τρομπέτας, αλλά από τη μελωδία τού φλάουτου, της λύρας και της κιθάρας. Ορισμένοι από τους πλέον διάσημους έλληνες ποιητές και μουσικούς τής αρχαίας εποχής έγιναν διάσημοι εξ αιτίας τής σχέσης τους με τη Σπάρτη και της διαμονής τους σ’ αυτήν την πόλη, και ό,τι γνωρίζουμε γι’ αυτούς συνδέεται σχεδόν αποκλειστικά μαζί της. Όπως και για όλες τις αποφάσεις τού σπαρτιατικού Κράτους, οι επιλογές αυτές συνδέονται κατ’ αρχήν με αποφάσεις τού Μαντείου τών Δελφών και αποβλέπουν στην καταστολή εσωτερικών αναταραχών. Ο Κρητικός Θαλήτας συνδέεται ήδη άμεσα με τον Λυκούργο· οι ύμνοι του, με τον ρυθμό και τη μελωδία τους καλούσαν τον λαό στην υπακοή και την ειρηνική διαβίωση και είχαν στοιχεία ευλάβειας και καταλλαγής. Την εποχή τού 2ου Μεσσηνιακού πολέμου εμφανίζονται ο Τέρπανδρος από τη Λέσβο και ο Αθηναίος Τυρταίος. Ο Τέρπανδρος, που εισήγαγε την κιθάρα με επτά χορδές, κλήθηκε σε εποχή που υπήρχαν σοβαρές αναταραχές, διότι ο χρησμός έλεγε ότι θα επέλθει συμφιλίωση αν ο άνθρωπος από τη Μήθυμνα κρούσει τις χορδές του, και πράγματι αμέσως οι εχθροί αγκαλιάστηκαν κλαίγοντας. Στους σπάνιους στίχους που διασώθηκαν πλέκει το εγκώμιο της Σπάρτης, «όπου ανθούν το δόρυ τών νεαρών πολεμιστών, η αρμονική Μούσα και η δικαιοσύνη που προστατεύει τις πόλεις». Προσκαλώντας πάντως τον Τυρταίο, δεν απευθύνθηκαν μόνο σε έναν συνθέτη ύμνων αλλά και σε έναν δεινό υποκινητή, που παρόμοιό του η Σπάρτη δεν θα ήταν ποτέ σε θέση να δημιουργήσει. Η δράση του στη Σπάρτη είναι ασφαλώς εμπνευσμένη από θρύλους, αλλά διαθέτουμε σημαντικά αποσπάσματα από τις ελεγείες του και διδασκόμαστε επίσης με ποιον τρόπο ένας Αθηναίος μπορούσε να αφιερωθεί στην υπηρεσία τής Σπάρτης και να ειρωνευτεί τούς ηττημένους για τη μοίρα τους. Δεν γνωρίζουμε αν οι άνθρωποι αυτοί χρησιμοποιούσαν δωρική μετάφραση ή μπορούσαν να χειριστούν σωστά την αττική διάλεκτο. Σε κάθε περίπτωση, περί τα τέλη τού 7ου αιώνα ο Λύδιος Αλκμάν (απελευθερώθηκε και εκπαιδεύτηκε στη Σπάρτη) συνέθεσε τα ποιήματά του στην τοπική διάλεκτο και, όπως βεβαιώνεται, «η ελάχιστα αρμονική γλώσσα τών ύμνων του δεν επηρέασε καθόλου αρνητικά τη χάρη τους». Λαμβάνοντας υπόψη αυτές τις αναφορές οι Σπαρτιάτες υποστήριζαν πολύ αργότερα, ότι έσωσαν τουλάχιστον τρείς φορές την ελληνική μουσική από την αφάνεια. Ήταν την εποχή που η εδαφική τους περιοχή δεν είχε ακόμη αποκοπεί με τόσο υπεροπτικό τρόπο από την υπόλοιπη Ελλάδα, διότι αργότερα οι φημισμένοι ποιητές απέφευγαν τη Σπάρτη, και οι νεώτεροι μουσικοί, όπως ο Τιμόθεος, δεν υπήρξαν πάντοτε καλοδεχούμενοι, αλλά η μουσική υπήρξε και παρέμεινε στην πρώτη θέση τού δημοσίου βίου και διατήρησε εξέχουσα θέση στην επαρχία επ’ ευκαιρία τών εορτών. Οι παλαιοί ύμνοι παρέμεναν επίκαιροι και συνήθιζαν να τους αποστηθίζουν. Διατηρήθηκαν όλες οι μορφές τών αρχαίων χορικών, ενώ τα τραγούδια και η μουσική που συνόδευαν γυμναστικούς και πολεμικούς χορούς αποτέλεσαν μέρος τής καθημερινότητας. Έφτασαν μάλιστα στο σημείο, η Σπάρτη να αντιπροσωπεύεται αλληγορικά από μια γυναικεία μορφή που κρατά τη λύρα.
Όλα αυτά πάντως δεν μας οδηγούν στο συμπέρασμα ότι οι Σπαρτιάτες είχαν μεγαλύτερη κλίση και πάθος για τη μουσική από ό,τι οι υπόλοιποι Έλληνες. Η μουσική είχε τόσο μεγάλη επίδραση στην ζωή τών Ελλήνων, ασκούσε τόσο μεγάλη εξουσία και γοητεία, ώστε η πόλη όφειλε να της υποταχθεί με τον έναν ή τον άλλον τρόπο· και η Σπάρτη, η κατ’ εξοχήν πόλη, παρακολουθούσε με ανησυχία την τόσο διεγερτική και ταυτόχρονα καταπραϋντική επίδραση αυτού τού στοιχείου έτσι, ώστε να μην ξεπεραστεί στις επιδόσεις της από τούς περίοικους και τους είλωτες. Επιπλέον σ’ αυτούς τούς μακρινούς αιώνες ένας παράδοξος ανεμοστρόβιλος διέσχιζε κατά καιρούς τούς αιθέρες, ο διονυσιακός ανεμοστρόβιλος, που επηρέαζε κυρίως τις γυναίκες, και έτσι κάποια μέρα – που δεν προσδιορίζεται ακριβώς – η βακχική έκσταση καταλάμβανε τις Λακεδαιμόνιες. Εκείνη την εποχή όμως η μουσική ασκούσε κυρίως θεραπευτική επίδραση και ένας μεταγενέστερος συγγραφέας, που όμως κατείχε έγκυρες πληροφορίες για την αρχαιότητα, συνοψίζει το φαινόμενο με τον ακόλουθο τρόπο: «Οι Σπαρτιάτες δεν κατανοούσαν καθόλου τη μουσική, διότι απέδιδαν σημασία μόνο στη σωματική άσκηση και τα όπλα. Όταν όμως είχαν ανάγκη τη βοήθεια των Μουσών για τη θεραπεία κάποια σωματικής ή πνευματικής ασθένειας ή προβλημάτων κάποιας άλλη μορφής, καλούσαν, συμβουλευόμενοι του Δελφούς, ξένους θεραπευτές ή ιερείς εξαγνιστές» (Αιλιανός), πράγμα που σημαίνει ότι οι μουσικοί ήρθαν στη Σπάρτη μετά από τον Τέρπανδρο. Η θέση αυτής τής τέχνης ήταν πάντως σημαντική και ο Αλκμάν τόλμησε να ομολογήσει ότι «η δεξιοτεχνία στην κιθάρα προέχει τού ξίφους», αλλά κατά βάθος οι Σπαρτιάτες εκτιμούσαν ελάχιστα την ποίηση και τη δόξα που προσφέρει. Όσο για τη μουσική, την εκλάμβαναν, αντιθέτως, κατ’ αρχήν μεν ως μιαν ανώδυνη τέχνη, και στη συνέχεια ως επωφελή.
Στη θέση τής λογοτεχνίας χρησιμοποιούσαν τον συνοπτικό λόγο, τη βραχυλογία, η οποία καθιερώθηκε με τον όρο ‘λακωνίζειν’. Ήταν μια επιλογή που υιοθετήθηκε άμεσα με πολύ συγκεκριμένες προθέσεις και χρησιμοποιήθηκε ως μέσον αγωγής από την παιδική ηλικία· σ’ αυτό το πλαίσιο τουλάχιστον εντάσσεται το σκληρό μάθημα που έδωσε η σπαρτιατική υπεροψία το 527 π. Χ. στους πρόσφυγες της Σάμου. Όταν αντιλήφθηκε ότι δεν θα μπορούσε να ανταποκριθεί στη χειμαρρώδη δεινότητα του λόγου τών υπολοίπων Ελλήνων, η Σπάρτη κατέφυγε σκόπιμα στον συνοπτικό λόγο, υποψιαζόμενη πιθανότατα τα αποτελέσματα στα οποία θα οδηγούσαν τις άλλες πόλεις η ρητορική και η ευφράδεια. Στο πολιτικό επίπεδο οι επιδόσεις τού Λάκωνα ρήτορα μάς είναι γνωστές μόνο μέσα από αναφορές μη-Σπαρτιατών χρονικογράφων, μεταξύ τών οποίων ο σημαντικότερος, ο Θουκυδίδης, δεν μας βοήθησε καθόλου, διότι και ο ίδιος αναζητά γενικά έναν εντυπωσιακά συνοπτικό λόγο, τον οποίον αποδίδει επίσης και σε άλλα Κράτη. Μας λέει όμως τουλάχιστον ότι ο Βρασίδας, παρότι Λακεδαιμόνιος, ήταν προικισμένος ομιλητής, επιβεβαιώνοντας ότι αυτός ο λαός δεν διακρινόταν για την ικανότητά του στον λόγο. Κάποιοι άλλοι συγγραφείς χρησιμοποιούν κατά κανόνα τη βραχυλογία όταν αναφέρονται σε ομιλίες Σπαρτιατών.
Το μοναδικό λογοτεχνικό μνημείο που μας κληροδότησε επομένως η Σπάρτη είναι οι λακωνικές προτάσεις, των οποίων υπάρχει μια ολόκληρη συλλογή στα Ηθικά Έργα τού Πλούταρχου. Αυτά τα αποφθέγματα απηχούν κατά βάθος ένα μοναδικό ύφος και ένα μοναδικό περιεχόμενο: τον κοινό τρόπο σκέψης ολόκληρης της σπαρτιατικής κοινωνίας απέναντι στο Κράτος και την ζωή, ο οποίος εκφράζεται άλλοτε με ύφος αυστηρό και ρωμαλέο, και άλλοτε με αυτήν τη χαρακτηριστική αίσθηση υπεροχής σε όλους τούς τομείς τής ειρωνείας, διότι «το χλευάζει και χλευάζεσθαι» αποτελεί απαραίτητο συστατικό κάθε ανθρώπινης συναλλαγής. Τρόποι έκφρασης που επιδιώκουν να αποτυπώσουν με τη μεγαλύτερη δυνατή απλότητα και ακρίβεια την πραγματικότητα ή μια παρατήρηση, από τους οποίους ορισμένοι έχουν μιαν αναντίρρητη ομορφιά και απηχούν ένα τυπικά σπαρτιατικό πνεύμα. Οι συλλογές είναι καθαυτές αξιόλογες: ανταποκρίνονται στην ανάγκη, οι λόγοι που προφέρονται με ευστοχία να συναντούν άμεσα ακροατές ικανούς να εκτιμήσουν την αξία τους, ενώ μερικοί απ’ αυτούς, που έχουν τις ρίζες τους στο μακρινό παρελθόν, αποδεικνύουν ότι για μεγάλο διάστημα μεταδόθηκαν αποκλειστικά δια του προφορικού λόγου. Αργότερα, και κυρίως την εποχή ενός Λύσανδρου και ενός Αγησίλαου, βρέθηκε κάποιος που τους κατέγραψε άμεσα. Είναι αλήθεια ότι οι διεργασίες που γνωρίζουμε είχαν ήδη ξεκινήσει αυτήν την εποχή από την Κόρινθο, διότι μια λεπτομερής προσφυγή τών Σπαρτιατών κατά τών Θηβαίων έδωσε την ευκαιρία στον Επαμεινώνδα να αναφωνήσει: «Κατορθώσαμε λοιπόν να βάλουμε τέλος στη βραχυλογία σας».
Σε ό,τι αφορά στον ιδιαίτερο χαρακτήρα που απέκτησε η ελληνική θρησκεία σ’ αυτό το Κράτος, δεν χρειάζεται να ειπωθούν πολλά. Κυρίαρχη εξουσία σε θέματα λατρείας ήταν κατ’ αρχήν οι Δελφοί· αλλά σ’ αυτό το Κράτος, οι θρησκευτικές τελετές χωρίς καμμιά καλλιτεχνική ή πολιτική εκδήλωση, χωρίς συμπόσια, χωρίς αγορά, λαϊκές συνελεύσεις και δικαστήρια, απεικόνιζαν ακριβώς την ζωή μ’ έναν τρόπο που σπάνια θα συναντούσε κανείς αλλού στην Ελλάδα. Τα Υακίνθεια, τα Κάρνεια και οι φάσεις τής Σελήνης μπορούσαν να γίνουν αφορμή για την αναβολή σημαντικής στρατιωτικής εκστρατείας· ακόμα και σε καιρό πολέμου, η λατρεία που σχετιζόταν μ’ αυτές τις γιορτές έπρεπε να τηρηθεί με μεγάλη ακρίβεια. Ο Παυσανίας μάς περιγράφει την ύπαρξη στη Σπάρτη αναρίθμητων ναών και μνημείων αφιερωμένων σε τοπικούς ήρωες, συνήθως αφανείς, σε βαθμό που να διεγείρουν τη δεισιδαιμονία τών Σπαρτιατών. Διότι συνέβαινε κάποτε το φάντασμα κάποιου από αυτούς τούς ήρωες να κάνει την εμφάνισή του με τη μορφή ενός εφιαλτικού δαίμονα. Στη Σπάρτη ενταφίαζαν τους νεκρούς μέσα στην ίδια την πόλη και όχι στην εξοχή, ακριβώς για να συνηθίσουν τα παιδιά στην επαφή μαζί τους και στους περιπάτους ανάμεσα στα μνήματα, ενώ και οι ίδιοι οι τάφοι – ηρώων ή κοινών θνητών – θα έπρεπε να προστατεύονται από την οργή τών υποδουλωμένων πληθυσμών που κατοικούσαν έξω από την πόλη. Αλλά το ότι στη Σπάρτη βασίλευε ένα είδος κοντόφθαλμής δεισιδαιμονίας, που ήταν πιθανότατα το τίμημα της μονομερούς εκπαίδευσης του σώματος και του πνεύματος, το αποδεικνύουν χωρίς αμφιβολία η στάση ενός Κλεομένους και ενός Παυσανία, και κυρίως οι υπολογισμοί που είχε την ευχέρεια να κάνει ένας Λύσανδρος, επωφελούμενος από τη δεισιδαιμονία που κατείχε τη Σπάρτη, κάτι που εκείνην την εποχή, τουλάχιστον στην Αθήνα θα ήταν αδιανόητο· βλέπουμε εδώ να εναλλάσσονται η δεισιδαιμονία με την ύπουλη εκμετάλλευση της δεισιδαιμονίας τού άλλου. Εξίσου παράδοξη είναι η ένθερμη λατρεία τού Άμμωνος Διός, του οποίου το Αμμώνιο μαντείο στη Λιβύη συμβουλεύονταν από τούς αρχαίους χρόνους οι Λακεδαιμόνιοι πολύ συχνότερα από τούς υπόλοιπους Έλληνες. Και φαίνεται ότι ο θεός τών Δελφών δεν διαμαρτυρήθηκε καθόλου γι’ αυτόν τον λιβυκό ανταγωνισμό. Το Αμμώνιο μαντείο υπήρξε το αρχαιότερο μαντείο τών πληθυσμών τής νότιας Ελλάδας, ενός μεγάλου μέρους τών Πελοποννησίων και των νησιωτών, μια Δωδώνη τού νότου, κυρίως την εποχή που βρισκόταν ακόμη στις ακτές, πριν αποτραβηχτεί η θάλασσα· το μαντείο τών Δελφών αναδεικνύεται με την έλευση των Δωριέων, αλλά χωρίς να κατέχει την αποκλειστικότητα.
Μένει να εξετάσουμε όσο πιο συνοπτικά μπορούμε την εξέλιξη αυτού τού Κράτους και αυτού τού λαού, το πώς πορεύθηκε στη διάρκεια των αιώνων. Είδαμε ήδη γιατί η Σπάρτη θα έπρεπε να παραιτηθεί από την προσπάθεια υποδούλωσης και νέων εδαφών τής Πελοποννήσου· αφού αφαίρεσε από τούς Αρκάδες την Τεγέα και από τούς Αργείους την περιοχή τής Θυρέας, έπρεπε να περιοριστεί στην εξασφάλιση της κυριαρχίας της στον μεγαλύτερο αριθμό τών Πελοποννησίων και να τους εκπαιδεύσει στον πόλεμο. Κράτη πολύ διαφορετικά ως προς την έκταση, την προέλευση και την πολιτική δραστηριότητα τέθηκαν σε θέματα πολέμου και εξωτερικής πολιτικής υπό τις διαταγές τής Σπάρτης, η οποία, παρότι δεν υπερίσχυε απέναντι τους στρατιωτικά, είχε περισσότερη πολιτική δύναμη και εσωτερική συνοχή. Κατά τον 6ον αιώνα οι Σπαρτιάτες ανέτρεψαν σε διάφορες περιοχές ένα καθεστώς που θεωρούσαν απαράδεκτο, δηλαδή την τυραννία, και όχι μόνο στην Πελοπόννησο (όπως τούς Κυψέλιδες στην Κόρινθο, τον Αισχίνη στη Σικυώνα), αλλά και σε αρκετά νησιά τής Ελλάδας και των Ιονικών ακτών. Οι τύραννοι είχαν σχηματίσει ένα είδος αλυσιδωτής σχέσης μεταξύ τους, την οποία το κυριαρχικό πνεύμα τής Σπάρτης όφειλε να διαρρήξει. Η σχετικά ήπια στάση απέναντι στους φτωχούς λαούς τών περισσοτέρων τυραννικών καθεστώτων σε σύγκριση με αυτήν απέναντι στους περίοικους και τους είλωτες αποτελούσε πρόκληση· αλλά τα ολιγαρχικά καθεστώτα που αντικατέστησαν τους έκπτωτους τυράννους βρήκαν αρχικά στη Σπάρτη το μοναδικό τους στήριγμα· και αν η πτώση τού τυραννικού καθεστώτος δεν οφειλόταν ακριβώς στη Σπάρτη, ήταν πάντως αποτέλεσμα μιας δημοκρατικής ανατροπής. Παρεμβαίνοντας όμως κατά τών Πεισιστρατίδων στην Αθήνα, οι Σπαρτιάτες αναμείχθηκαν σε μιαν υπόθεση που ξεπερνούσε την κατανόησή τους· οι βλέψεις τους ανατράπηκαν, η Αθήνα έγινε δημοκρατική και μεγάλωσε σε ισχύ και κύρος. Επομένως, όπως λέει ο Ηρόδοτος, θρήνησαν μια διπλή αποτυχία: όχι μόνο στέρησαν από τα αγαθά τούς ανθρώπους που είχαν σταθεί στο πλευρό τους (Ιππίας), αλλά οι Αθηναίοι δεν τους ευχαρίστησαν ποτέ για τη βοήθειά τους· τότε αντιλήφθηκαν οι Σπαρτιάτες ότι μόνον οι τύραννοι θα μπορούσαν να εξασφαλίσουν μιαν ανίσχυρη και υποταγμένη Αθήνα, όπως το επιθυμούσε η Σπάρτη. Για να τους δημιουργήσουν μάλιστα προσκόμματα, ή τουλάχιστον κάποιου είδους δυσκολίες, ώθησαν σκόπιμα τους Πλαταιείς να συμμετάσχουν στην Αθηναϊκή συνομοσπονδία, προκαλώντας την οργή όλων τών υπολοίπων Βοιωτών.
(συνεχίζεται)