Πέμπτη 29 Απριλίου 2021

«Ο ΝΥΜΦΩΝΑΣ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ»

 «Ο ΝΥΜΦΩΝΑΣ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ»

Κάποιος αδελφός, στενοχωρημένος, πλησίασε τον μακαριστό Γέροντα και νυν Άγιο Εφραίμ, τον «Κατουνακιώτη» (1912–1998), και τον παρακάλεσε: «Γέροντα, κάνε μου μια ευχή να μου φύγει η θλίψη!». Ο Γέροντας, έβαλε τα χέρια του πάνω στο κεφάλι του και προσευχήθηκε, όπως συνήθιζε.
Κατόπιν, του είπε:
«Άκουσε παιδί μου. Αυτές τις μέρες στην προσευχή μου ο Θεός μού αποκάλυψε τον “νυμφώνα” της ψυχής μου· όπως λέει και το τροπάριο της Μεγάλης Εβδομάδας:
“Τὸν νυμφῶνα σου βλέπω,
Σωτήρ μου, κεκοσμημένον·
καὶ ἔνδυμα οὐκ ἔχω
ἵνα εἰσέλθω ἐν αὐτῷ…”.
Και, επιπλέον, μου αποκάλυψε (ο Κύριος) και το “ένδυμα” της ψυχής μου». Το πρόσωπο του Γέροντα, ενώ έλεγε αυτά τα λόγια, ήταν χαριέστατο.
Και συνέχισε πάλι:
«Παιδί μου, παρακάλεσε τον Θεό να σου δείξει κι εσένα τον “νυμφώνα” της ψυχής σου!...».


ΑΓΙΟΣ ΕΦΡΑΙΜ ΚΑΤΟΥΝΑΚΙΩΤΗΣ

(1912–1998)

Οἱ ἑπτὰ φράσεις τοῦ Χριστοῦ στὸν σταυρό

Ἅγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς (Ἐπίσκοπος Ἀχρίδος)

Θέλετε νὰ µάθετε τὴ σηµασία ἐκείνων τῶν ἑπτὰ φράσεων τὶς ὁποῖες εἶπε ὁ Κύριος πάνω στὸν σταυρό. Δὲν εἶναι σαφεῖς;
Πρώτη φράση: «Πάτερ, ἄφες αὐτοῖς˙ οὐ γὰρ οἴδασι τί ποιοῦσι» (Λούκ. 23,34). Μὲ αὐτὰ τὰ λόγια ὁ Χριστὸς ἔδειξε τὸ ἔλεός του ἀπέναντι στοὺς ἐκτελεστές Του,τῶν ὁποίων ἡ µοχθηρία δὲν ὑποχώρησε οὔτε ὅταν ὑπέφερε στὸν σταυρό. Τὸ δεύτερο εἶναι ὅτι βροντοφώναξε ἀπὸ τὴν κορυφὴ τοῦ βράχου τοῦ Γολγοθᾶ µία ἀποδεδειγµένη ἀλλά ποτὲ καλὰ συνειδητοποιηµένη ἀλήθεια, δηλαδὴ ὅτι αὐτοὶ ποὺ πράττουν τὸ κακὸ ποτὲ δὲν ξέρουν τί κάνουν. Σκοτώνοντας τὸν Δίκαιο στὴν πραγµατικότητα σκοτώνουν τὸν ἑαυτό τους καὶ ταυτόχρονα δοξάζουν τὸν Δίκαιο. Καταπατώντας τὸν νόµο τοῦ Θεοῦ δὲν βλέπουν τὴ µυλόπετρα, ἡ ὁποία ἀόρατα κατεβαίνει πρὸς αὐτοὺς γιὰ νὰ τοὺς συνθλίψει. Ἐµπαίζοντας τὸν Θεὸ δὲν βλέπουν τὰ πρόσωπά τους νὰ µεταµορφώνονται σὲ θηριώδη ρύγχη. Διαποτισµένοι ἀπὸ τὸ κακὸ ποτὲ δὲν ξέρουν τί κάνουν.
Δεύτερη φράση: «Ἀµὴν λέγω σοι, σήµερον µετ’ ἐµοῦ ἔση ἐν τῷ παραδείσῳ» (Λουκ. 23,43). Αὐτὸς ὁ λόγος ἀπευθύνεται στὸν µετανιωµένο ληστὴ στὸν σταυρό. Πολὺ παρήγορος λόγος γιὰ τοὺς ἁµαρτωλούς, οἱ ὁποῖοι τουλάχιστον τὴν τελευταία στιγµὴ µετανοοῦν. Τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ εἶναι ἀπερίγραπτα µεγάλο. Ὁ Κύριος ἐκπληρώνει τὴν ἀποστολὴ Του ἀκόµα καὶ στὸν σταυρό. Ἕως τὴν τελευταία του πνοὴ ὁ Κύριος σώζει ἐκείνους ποὺ δείχνουν καὶ τὴν παραµικρὴ ἐπιθυµία νὰ σωθοῦν.
Τρίτη φράση: «Γύναι, ἴδε ὁ υἱός σου» (Ἰωαν. 19,26). Ἔτσι εἶπε ὁ Κύριος στὴν Ἁγία Μητέρα Του ποὺ στεκόταν κάτω ἀπὸ τὸν σταυρὸ µὲ τὴν ψυχὴ σταυρωµένη. Καὶ στὸν ἀπόστολο Ἰωάννη λέγει: «Ἰδοὺ ἡ µήτηρ σου» (Ἰωαν. 19,27). Αὐτὸς ὁ λόγος δείχνει τὴ φροντίδα, ποὺ ὁ καθένας χρωστᾶ στοὺς γονεῖς του. Γιὰ δές, Ἐκεῖνος ποὺ ἔδωσε ἐντολὴ στοὺς ἀνθρώπους: «Τίµα τὸν πατέρα σου καὶ τὴν µητέρα σου» (Ἐξ. 20,12) ἐκπληρώνει τὴν ἐντολὴ Του τὴν ὕστατη στιγµή.
Τέταρτη φράση: «Θεέ µου, Θεέ µου, ἱνατί µὲ ἐγκατέλιπες;» (Ματθ. 27,46). Αὐτὲς οἱ λέξεις δείχνουν, τόσο τὴν ἀδύναµη ἀνθρώπινη φύση, ὅσο καὶ τὴν προορατικότητα τοῦ Κυρίου. Ὁ ἄνθρωπος πάσχει, ἀλλά κάτω ἀπὸ τὸν ἀνθρώπινο πόνο ὑπάρχει ἕνα µυστήριο. Δές, µόνον αὐτὲς οἱ λέξεις µποροῦσαν νὰ διαλύσουν τὴν αἵρεση, ἡ ὁποία ἀργότερα τράνταζε τὴν ἐκκλησία καὶ ἡ ὁποία λανθασµένα κήρυττε ὅτι ἡ Θεία φύση ὑπέφερε στὸν σταυρό. Ὅµως, ἐν τῷ µεταξύ, ὁ αἰώνιος Υἱος τοῦ Θεοῦ γι’ αὐτὸ καὶ ἐνσαρκώθηκε ὡς ἄνθρωπος, γιὰ νὰ εἶναι ὡς ἄνθρωπος στὸ σῶµα καὶ τὴν ψυχή, γιὰ νὰ µπορέσει ὅταν ἔλθει ἡ στιγµὴ νὰ πάσχει γιὰ τοὺς ἀνθρώπους καὶ νὰ πεθάνει γιὰ τοὺς ἀνθρώπους. Γιατί ἂν ἡ Θεία φύση τοῦ Χριστοῦ ἔπασχε στὸν σταυρό, θὰ σήµαινε ὅτι ἡ Θεία φύση τοῦ Χριστοῦ θὰ πέθαινε. Καὶ αὐτὸ οὔτε κἄν ἐπιτρέπεται νὰ διανοηθοῦµε. Ἐντρυφῆστε ὅσο πιὸ πολὺ µπορεῖτε σ’ αὐτὲς τὶς µεγάλες καὶ φοβερὲς λέξεις: «Θεέ µου, Θεέ µου, ἱνατί µὲ ἐγκατέλιπες;».
Ἡ πέµπτη φράση: «Διψῶ» (Ἰωαν 19,28). Τὸ αἷµα Του ἔρρεε. Γι’ αὐτὸ καὶ διψοῦσε. Ὁ ἥλιος ἦταν κατὰ τὴ δύση του, ἤδη Τοῦ χτυποῦσε τὸ πρόσωπο καὶ µαζὶ µὲ τὰ ἄλλα βασανιστήρια καιγόταν πολύ. Φυσικὸ ἦταν νὰ διψᾶ. Ἀλλά, Κύριε, διψοῦσες ὄντως γιὰ νερὸ ἤ γιὰ ἀγάπη; Μήπως διψοῦσες ὡς ἄνθρωπος ἤ ὡς Θεός, ἤ καὶ τὸ ἕνα καὶ τὸ ἄλλο; Ἰδοὺ ὁ Ρωµαῖος λεγεωνάριος Σοῦ πρόσφερε ἕνα σπόγγο βρεγµένο στὸ ξύδι. Μιά σταγόνα ἐλέους, τὴν ὁποία δὲν αἰσθάνθηκες ἀπό τούς ἀνθρώπους γιὰ τρεῖς ὁλόκληρες ὧρες κρεµασµένος στὸν σταυρό! Αὐτὸς ὁ Ρωµαῖος στρατιώτης ἁπαλύνει κάπως τὴν ἁµαρτία τοῦ Πιλάτου -τὴν ἁµαρτία τῆς Ρωµαϊκῆς αὐτοκρατορίας- ἀπέναντί Σου, ἔστω καὶ µὲ ξύδι. Γι’ αὐτὸ θὰ ἀφανίσεις τὴ Ρωµαϊκὴ αὐτοκρατορία, ἀλλά στὴ θέση της θὰ οἰκοδοµήσεις νέα.
Ἡ ἕκτη φράση: «Πάτερ, εἰς χεῖρας σου παρατίθεµαι τὸ πνεῦµά µου» (Λουκ. 23,46). Πού σηµαίνει ὅτι ὁ Υἱός παραδίδει τὸ πνεῦµα Του στὰ χέρια τοῦ Πατρός Του. Γιὰ νὰ γίνει γνωστό, ὅτι ἀπὸ τὸν Πατέρα ἦρθε καὶ ὄχι αὐτεξουσίως, ὅπως Τὸν κατηγοροῦσαν οἱ Ἑβραῖοι. Ἀλλά ἀκόµα οἱ λέξεις αὐτὲς ἐλέχθησαν γιὰ νὰ τὶς ἀκούσουν οἱ βουδιστές, οἱ πυθαγόρειοι, οἱ ἀποκρυφιστές, καὶ ὅλοι ἐκεῖνοι οἱ φιλόσοφοι, οἱ ὁποῖοι φλυαροῦσαν περὶ µετοίκισης τῆς ψυχῆς τῶν νεκρῶν ἀνθρώπων σὲ ἄλλους ἀνθρώπους, ἤ ζῶα, ἤ φυτά, ἤ ἀστέρια, ἤ µεταλλικὰ στοιχεῖα. Πετάξετε ὅλες αὐτὲς τὶς φαντασίες καὶ δεῖτε ποῦ κατευθύνεται τὸ πνεῦµα τοῦ νεκροῦ Δικαίου: «Πάτερ, εἰς χεῖράς σου παρατίθεµαι τὸ πνεῦµά µου»!
Ἡ ἕβδοµη φράση: «Τετέλεσται» (Ἰωαν.19,30). Αὐτὸ δὲν σηµαίνει ὅτι τελειώνει ἡ ζωή. Ὄχι! Ἀλλά ὅτι τελειώνει ἡ ἀποστολὴ ἡ ἐπικεντρωµένη στὴ σωτηρία τοῦ ἀνθρωπίνου γένους. Τελείωσε, καὶ ἐπισφραγίσθηκε µὲ τὸ αἷµα καὶ τὸν ἐπίγειο θάνατο, τὸ θεῖο ἔργο τοῦ µοναδικοῦ ἀληθινοῦ Μεσσία τῶν ἀνθρώπων. Τελείωσαν τὰ βασανιστήρια, ἀλλά ἡ ζωὴ µόλις ἀρχίζει. Τελείωσε ἡ τραγωδία ἀλλά ὄχι καὶ τὸ δράµα. Στὴ σειρὰ ἕπεται, τὸ µεγαλειῶδες ἀξίωµα: νίκη πάνω στὸν θάνατο, ἀνάσταση, δόξα.


(Από το βιβλίο «Δρόµος δίχως Θεὸ δὲν ἀντέχεται», ἐκδ. Ἐν πλῷ)

Ο Μυστικός Δείπνος και η προδοσία του Ιούδα. Ποιο είναι το βαθύτερο νόημα των δύο αυτών γεγονότων

 

Γεγονότα χαρακτηρίζουν τις ιερές ακολουθίες της Αγίας και Μεγάλης Πέμπτης: ο Μυστικός Δείπνος του Κυρίου Ιησού Χριστού με τους μαθητές Του και η προδοσία του Ιούδα.

Το βαθύτερο νόημα και των δύο αυτών γεγονότων είναι η αγάπη. Ο Μυστικός Δείπνος είναι η εσχατολογική αποκάλυψη της σωτηριώδους αγάπης του Θεού για τον άνθρωπο, της αγάπης που είναι η καρδιά της σωτηρίας. Η προδοσία του Ιούδα αποκαλύπτει ότι η αμαρτία, ο θάνατος και η αυτοκαταστροφή οφείλονται επίσης στην αγάπη · αλλά σε μια αγάπη καταστροφική, μια αγάπη που διαιρεί, διαλύει και οδηγεί εκεί που κάθε άλλο παρά αγάπη κυριαρχεί. Ακριβώς εδώ βρίσκεται το μυστήριο τούτης της μοναδικής ημέρας, της Μεγάλης Πέμπτης. Οι ιερές ακολουθίες της, όπου το φως και το σκοτάδι, η χαρά και η λύπη είναι παράξένα αναμειγμένα, μας προκαλούν σε μια επιλογή από την οποία εξαρτάται ο τελικός προορισμός του καθενός από μας.

«Προ δε της εορτής του Πάσχα ειδώς ο Ιησούς ότι ελήλυθεν αυτού η ώρα… αγαπήσας τους ιδίους τους εν τω κόσμω, εις τέλος ηγάπησεν αυτούς…» (Ιω. 13, 1). Για να καταλάβουμε το νόημα του μυστικού Δείπνου θα πρέπει να τον δούμε σαν τέλος της μεγαλειώδους ενέργειας της Θείας Αγάπης, η οποία άρχισε με τη δημιουργία του κόσμου και τώρα ολοκληρώνεται με το Θάνατο και την Ανάσταση του Χριστού.

«Ο Θεός αγάπη εστίν» (Α’ Ιω. 4, 8). Και το πρώτο δώρο της Αγάπης ήταν η ζωή . Το νόημα και το περιεχόμενο της ζωής ήταν η κοινωνία. Για να ζήσει ο άνθρωπος έπρεπε να τρώει και να πίνει, να συμμετέχει στη ζωή του κόσμου. Έτσι ο κόσμος ήταν θεία αγάπη που έγινε τροφή, έγινε Σώμα του ανθρώπου. Και όντας ζωντανός, δηλαδή συμμετέχοντας στον κόσμο, ο άνθρωπος έπρεπε να ζει σε κοινωνία με τον Θεό, να βρει νόημα στον Θεό, να βρει σ’ Αυτόν το περιεχόμενο και το τέλος της ζωής του. Κοινωνία με τον κόσμο – το δημιούργημα του Θεού – ήταν πραγματική κοινωνία με τον Θεό.

Ο άνθρωπος έλαβε την τροφή του από τον Θεό και κάνοντας την σώμα του και ζωή του, πρόσφερε ολόκληρο τον κόσμο στον Θεό μεταμορφώνοντας τον σε ζωή «εν Χριστώ». Η αγάπη του Θεού έδωσε στον άνθρωπο ζωή, η αγάπη του ανθρώπου για τον Θεό μεταμόρφωσε αυτή τη ζωή σε κοινωνία με τον Θεό. Αυτός ήταν ο Παράδεισος . Η ζωή στον παράδεισο ήταν, πραγματικά, ευχαριστιακή . Μέσα από τον άνθρωπο και την αγάπη του για τον Θεό, όλη η δημιουργία επρόκειτο να αγιαστεί και να μεταμορφωθεί σ’ ένα μυστήριο της Θείας Παρουσίας και ο άνθρωπος θα ήταν ο λειτουργός αυτού του μυστηρίου.

Με την αμαρτία όμως ο άνθρωπος έχασε αυτή την ευχαριστιακή ζωή. Την έχασε γιατί έπαψε να βλέπει τον κόσμο σαν μέσο επικοινωνίας με τον Θεό, και τη ζωή του σαν ευχαριστία, σαν λατρεία και ευγνωμοσύνη… Αγάπησε τον εαυτό του για τον εαυτό του και τον κόσμο για τον κόσμο. Έκανε τον εαυτό του και τον κόσμο αυτοσκοπό. Αγάπησε τόσο τον εαυτό του ώστε τον έκανε το κέντρο, το περιεχόμενο και το τέλος της ύπαρξης του. Πίστεψε ότι η πείνα και η δίψα του, δηλαδή η εξάρτηση της ζωής του από τον κόσμο, θα μπορούσε να ικανοποιηθεί από αυτόν τον κόσμο, από την τροφή που προσφέρει ο κόσμος. Αλλά ο κόσμος και η τροφή, από τη στιγμή που αποχωρίζονται από το αρχικό μυστηριακό νόημα τους – σαν μέσα επικοινωνίας με τον Θεό – από τη στιγμή που δεν προσλαμβάνονται σαν δώρα του Θεού και δεν ικανοποιούν την πείνα και τη δίψα για τον Θεό, παύουν να προσφέρουν κάποια ικανοποίηση και κάποιο πλήρωμα.

Με αλλά λόγια, όταν ο Θεός δεν είναι πια το αληθινό περιεχόμενο και το νόημα της ζωής του κόσμου, παύει να ικανοποιείται η πείνα και η δίψα γιατί ο κόσμος δεν έχει αυτοζωή… Έτσι τοποθετώντας σ’ αυτά την αγάπη του ο άνθρωπος ξέκοψε από το μόνο αντικείμενο όλης της αγάπης, όλης της πείνας, όλων των επιθυμιών. Και πέθανε. Πέθανε γιατί ο θάνατος είναι η αναπόφευκτη «αποσύνθεση» της ζωής της ξεκομμένης από τη μόνη πηγή και το αυθεντικό περιεχόμενο.

Ο άνθρωπος αντί να βρει ζωή σ’ αυτόν τον κόσμο και στην τροφή που του προσφέρει ο κόσμος, βρήκε το θάνατο. Η ζωή έγινε πια κοινωνία με το θάνατο αντί να μεταμορφώνει τον κόσμο μέσα από την πίστη, την αγάπη, τη λατρεία του Θεού και την κοινωνία μαζί Του. Ο άνθρωπος υποτάχτηκε εξ ολοκλήρου στον κόσμο, έπαψε να είναι ο λειτουργός του και έγινε ο σκλάβος του. Με την αμαρτία του ολόκληρος ο κόσμος έγινε ένα απέραντο νεκροταφείο όπου οι άνθρωποι είναι καταδικασμένοι σε θάνατο διότι είναι «καθήμενοι εν χώρα και σκιά θανάτου…» (Ματθ. 4, 16).

Αν και ο άνθρωπος πρόδωσε, ο θεός όμως έμεινε πιστός στον άνθρωπο, δεν έστριψε τα νώτα του. «Ου γαρ απεστράφης το πλάσμα σου εις τέλος, ο εποίησας Αγαθέ, ουδέ επελάθου έργου χειρών σου, αλλ’ επεσκέψω πολυτρόπως δια σπλάχνα ελέους σου». (Ευχή από τη Θεία Λειτουργία του Μεγ. Βασιλείου). Ένα καινούργιο θεϊκό έργο άρχισε · το έργο της απολύτρωσης και της σωτηρίας. Και ολοκληρώθηκε, το έργο αυτό, με τον Χριστό, τον Υιό του Θεού, ο οποίος, για να επανορθώσει τον άνθρωπο στο «αρχαίο κάλλος» του και να επαναφέρει τη ζωή στο επίπεδο της κοινωνίας με το Δημιουργό της, έγινε Άνθρωπος. Προσέλαβε την ανθρώπινη φύση μας με όλα τα χαρακτηριστικά της: την πείνα, τη δίψα, τη λαχτάρα για αγάπη, για ζωή. Στο πρόσωπο του ενανθρωπίσαντος Χριστού αποκαλύφθηκε η αληθινή ζωή η οποία είχε αρχικά δοθεί στον άνθρωπο σαν πλήρης και τέλεια Ευχαριστία, σαν πλήρης και τέλεια κοινωνία με τον Θεό.

Ο Θεάνθρωπος Χριστός αρνήθηκε τον βασικό ανθρώπινο πειρασμό: να ζήσει «επ’ άρτω μόνο». Αποκάλυψε ότι ο Θεός και η Βασιλεία Του είναι ο πραγματικός άρτος, η πραγματική ζωή του ανθρώπου. Αυτή την τέλεια ευχαριστιακή Ζωή, τη γεμάτη από τον Θεό – και κατά συνέπεια θεία και αθάνατη ζωή – την έδωσε σε όλους τους πιστούς Του. Δηλαδή οι πιστοί στον θεό βρίσκουν σ’ Αυτόν το νόημα και το περιεχόμενο της ζωής τους. Ακριβώς αυτό είναι το βαθύτερο, το υπέροχο νόημα του Μυστικού Δείπνου.
Ο Ιησούς Χριστός πρόσφερε τον Εαυτό Του σαν την αληθινή, την ουσιαστική τροφή του άνθρωπου, γιατί η ζωή του Χριστού είναι η αληθινή ζωή. Έτσι η κίνηση της Θείας Αγάπης που είχε αρχίσει στον Παράδεισο με την προσφορά του Θεού «από παντός ξύλου εν τω Παραδείσω βρώσει φάγη» (γιατί τροφή είναι η ζωή του ανθρώπου) φτάνει τώρα στην αποκορύφωση της με κείνο το θεϊκό «λάβετε, φάγετε, τούτο εστί το σώμα μου…» (γιατί ο Θεός είναι η ζωή του ανθρώπου). Ο Μυστικός Δείπνος, λοιπόν, είναι η αποκατάσταση του Παραδείσου της τρυφής , αποκατάσταση της ζωής σαν Ευχαριστία και Κοινωνία.

Αλλά αυτή η ώρα της έσχατης Αγάπης είναι επίσης και η ώρα της έσχατης προδοσίας. Ο Ιούδας εγκαταλείπει το φως που πλημμύριζε το «Μέγα Ανώγαιον» και μπαίνει στο σκοτάδι. «Λαβών ουν το ψωμίον εκείνος ευθέως εξήλθεν · ην δε νυξ» (Ιω. 13, 30). Γιατί έφυγε; Διότι αγαπούσε , απαντάει το Ευαγγέλιο. Και αυτή η μοιραία (θανατηφόρα) αγάπη τονίζεται επαναληπτικά στους ύμνους της Μεγάλης Πέμπτης. «Ο τρόπος σου δολιότητος γέμει, παράνομε Ιούδα · νοσών γαρ φιλαργυρίαν, εκέρδησας μισανθρωπίαν · ει γαρ πλούτον ηγάπας, τι τω περί πτώχειας διδάσκοντι εφοίτας; ει δε και εφίλεις, ίνα τι επώλεις τον ατίμητον;…». Δεν έχει σημασία το γεγονός ότι αντικείμενο της αγάπης του Ιούδα ήταν ο «χρυσός». Ο χρυσός , το χρήμα εδώ αντιπροσωπεύει όλες τις διεστραμμένες και καταστρεπτικές αγάπες που οδηγούν τον άνθρωπο στην άρνηση του Θεού. Είναι, στην πραγματικότητα αγάπη κλεμένη από τον Θεό και ακριβώς γι’ αυτό ο Ιούδας είναι ο κλέφτης. Και όταν κάποιος δεν αγαπάει τον Θεό και γενικά η αγάπη του δεν προέρχεται από τον Θεό, ακόμα και τότε ο άνθρωπος αγαπάει και επιθυμεί – γιατί είναι δημιουργημένος ν’ αγαπάει και η αγάπη είναι η φύση του – αλλά ένα σκοτεινό και αυτοκαταστροφικό πάθος τον οδηγεί στο θάνατο.

Κάθε χρόνο καθώς γιορτάζουμε τη μεγάλη αυτή ημέρα της Αγίας Πέμπτης και βυθιζόμαστε στο ατέρμονο φως της και στα απύθμενα βάθη των νοημάτων της ημέρας αυτής, η ίδια αποφασιστική ερώτηση απευθύνεται στον καθένα από μας: εγώ ανταποκρίνομαι στην αγάπη του Θεού και την αποδέχομαι σαν ζωή μου, ή ακολουθώ τον Ιούδα μέσα στο σκοτάδι της νύχτας του;

Οι ακολουθίες της Μεγάλης Πέμπτης περιλαμβάνουν τον Όρθρο, τον Εσπερινό και ακολουθεί η Θεία Λειτουργία του Μεγάλου Βασιλείου. Παλαιά στους Καθεδρικούς Ναούς τελούσαν την ειδική ακολουθία του «Νιπτήρος» μετά τη Θεία Λειτουργία. Σήμερα αυτό γίνεται σε ελάχιστα μοναστήρια. Ενώ ο Διάκονος διαβάζει το Ευαγγέλιο, ο Επίσκοπος (ή ο Ηγούμενος) πλένει τα πόδια δώδεκα ιερέων (ή μοναχών), γεγονός που θυμίζει ότι η αγάπη του Χριστού είναι το θεμέλιο της ζωής της Εκκλησίας και χαρακτηρίζει όλες τις σχέσεις μέσα στην Εκκλησία. Επίσης στις πρώτες Αυτοκέφαλες Εκκλησίες συνηθιζόταν παλαιά να γίνεται τη Μεγάλη Πέμπτη η ακολουθία του Αγίου Μύρου το οποίο χρησιμοποιείται στο μυστήριο του Αγίου Χρίσματος. Σήμερα όμως το Άγιο Μύρο ετοιμάζεται μόνο στο Οικουμενικό Πατριαρχείο της Κωνσταντινουπόλεως σε ειδική ακολουθία τη Μεγάλη Πέμπτη. Στην ακολουθία αυτή παίρνουν μέρος ο Οικουμενικός Πατριάρχης, o ι Μητροπολίτες και όλος ο κλήρος του Αγίου Θρόνου. Με το Άγιο Χρίσμα που παίρνουμε μετά τη βάπτιση μας δεχόμαστε τις δωρεές του Αγίου Πνεύματος. Έτσι η καινούργια αγάπη, που φέρνει ο Χριστός στη γη, μας σφραγίζει την ημέρα που, σαν νέα μέλη, μπαίνουμε στην Εκκλησία .

Στον Όρθρο τα τροπάρια τονίζουν το θέμα της ημέρας που είναι η αντίθεση ανάμεσα στην αγάπη του Χριστού και στην «ακόρεστη ψυχή» του Ιούδα. Ένα από τα πολλά τροπάρια μας λέει:

«Ότε οι ένδοξοι Μαθηταί, εν τω νιπτήρι του Δείπνου εφωτίζοντο, τότε Ιούδας ο δυσσεβής φιλαργυρίας νοσήσας εσκοτίζετο · και ανόμοις κριταίς σε τον δίκαιον Κριτήν παραδίδωσι. Βλέπε χρημάτων εραστά, τον δια ταύτα αγχόνη χρησάμενον · φεύγε ακόρεστον ψυχήν, την Διδασκάλω τοιαύτα τολμήσασαν. Ο περί πάντας αγαθός, Κύριε, δόξα σοι»

Το Ευαγγελικό ανάγνωσμα (Λουκά 22, 1-39) είναι η εξιστόρηση των γεγονότων που έγιναν σε κείνο το «ανώγαιον μέγα εστρωμένον». Ακολουθεί ο ωραιότατος κανόνας – γεμάτος με θεολογικά νοήματα – ποίημα Κοσμά Μονάχου: «Τμηθείση τμάται, πόντος ερυθρός…». Αυτός μας δίνει την ώθηση για αυτοσυγκέντρωση και σκέψη πάνω στο εσχατολογικό νόημα του Μυστικού Δείπνου. Ο τελευταίος Ειρμός της 9ης Ωδής μας καλεί να πάρουμε μέρος στο αθάνατο τραπέζι που με δεσποτική φιλοξενία μας παρέχει ο Κύριος:

«Ξενίας δεσποτικής και αθανάτου τραπέζης, εν υπερώω τόπω, ταις υψηλαίς φρεσί, πιστοί, δεύτε απολαύσωμεν, επαναβεβηκότα Λόγον, εκ του Λόγου μαθόντες, ον μεγαλύνομεν»

Στον Εσπερινό μετά το «Κύριε, εκέκραξα προς σε…» στα ιδιόμελα των Αίνων που ακολουθούν τονίζεται η φοβερή πνευματική παρακμή του Ιούδα: Η προδοσία. Αντιπροσωπευτικό είναι το εξής στιχηρό:

«Ιούδας ο δούλος και δόλιος, ο μαθητής και επίβουλος, ο φίλος και διάβολος, εκ των έργων απεφάνθη. Ηκολούθει γαρ τω Διδασκάλω, και καθ’ εαυτόν εμελέτα την προδοσίαν · έλεγεν εν εαυτώ · Παραδώσω τούτον, και κερδήσω τα συναχθέντα χρήματα · Επεζήτει δε και το μύρον πραθήναι, και τον Ιησούν δόλω κρατηθήναι · Απέδωκεν ασπασμόν, παρέδωκε τον Χριστόν και ως πρόβατον επί σφαγήν, ούτως ηκολούθει, ο μόνος εύσπλαχνος και φιλάνθρωπος»

Μετά την Είσοδο του ιερού Ευαγγελίου διαβάζονται τρία αναγνώσματα από την Παλαιά Διαθήκη:
1) Έξοδος 19, 10-19. Ο Θεός «εν γνόφω» κατέρχεται στο όρος Σινά και ο Μωυσης με το λαό εξέρχεται σε συνάντηση Του. Αυτό προεικονίζει την έλευση του Χριστού στον κόσμο και μάλιστα στην Ευχαριστιακή συνάντηση.
2) Ιώβ 38, 1-23, 42, 1-5. Ο Θεός συνομιλεί με τον Ιώβ, και ο Ιώβ άπαντα: «… τις δε αναγγέλλει μοι α ουκ ήδειν, μεγάλα και θαυμαστά, α ουκ επιστάμην;» Και αυτά τα «μεγάλα και θαυμαστά» εκπληρώνονται τώρα σε τούτο το υπέρλαμπρο «Ανώγαιον» με τα ύψιστα Δώρα: το Σώμα και το Αίμα του Χριστού.
3) Ησαΐας 50, 4-11. Οι προφητείες για τα Πάθη του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού. «Τον νώτον μου έδωκα εις μάστιγας, τας δε σιαγόνας μου εις ραπίσματα, το δε πρόσωπον μου ουκ απέστρεψα από αισχύνης εμπτυσμάτων…»

Στον Απόστολο διαβάζεται από την Α’ προς Κορινθίους Επιστολή (11, 23-32) η περιγραφή του Μυστικού Δείπνου και το νόημα της Θείας Κοινωνίας όπως τα δίνει ο Απόστολος Παύλος.

Το Ευαγγελικό ανάγνωσμα που ακολουθεί, είναι το μεγαλύτερο σε όλη τη διάρκεια του χρόνου, και είναι κομμάτια και από τα τέσσερα Ευαγγέλια. Αναφέρει όλη την ιστορία του Μυστικού Δείπνου, της προδοσίας του Ιούδα, και της σύλληψης του Ιησού Χριστού στον κήπο της Γεσθημανής.

Ακολουθεί η Θεία Λειτουργία του Μεγάλου Βασιλείου, όπου αντί του Χερουβικού Ύμνου και του Κοινωνικού ψάλλεται ο ύμνος που λέμε πάντα πριν από τη Θεία Κοινωνία:

«Του Δείπνου σου του μυστικού σήμερον, Υιέ Θεού, κοινωνόν με παράλαβε · ου μη γαρ τοις εχθροίς σου το μυστήριον είπω, ου φίλημα σοι δώσω, καθάπερ ο Ιούδας. Αλλ’ ως ο ληστής ομολογώ σοι · Μνήσθητί μου, Κύριε, όταν έλθης εν τη Βασιλεία σου»

Πηγή: Πρωτοπρεσβυτέρου Αλεξάνδρου Σμέμαν, Η ΜΕΓΑΛΗ ΕΒΔΟΜΑΔΑ, Σύντομη λειτουργική εξήγηση των ημερών της Μεγάλης Εβδομάδας. Εκδ. Ακρίτας 1990.

Πηγή: simeiakairwn
Πηγή: i-epikaira.blogspot.com

Γέρων Γεώργιος - Αποκαλυπτική συνέντευξη στο Star Channel


Aποκαλυπτική συνέντευξη του Γέροντος Γεωργίου Αλευρά που παραχώρησε στο δημοσιογράφο του Star Channel Σπύρο Σιγούρο, ο οποίος βρέθηκε στις 6 Αυγούστου 2020 στο Ιερό Κελλί της Αγίας Τριάδος Προβάτας στο Άγιον Όρος. Στη συνέντευξη ο Γέροντας Γεώργιος μιλά για τη σημασία του ερχομού του Θεανθρώπου Χριστού στη γη, την Ανάσταση και το θαυμαστό γεγονός με τον Μέγα Αρχιερέα που λαμβάνει χώρα εδώ και ενάμιση περίπου χρόνο στον ιερό ναό του κελλιού. Ο δημοσιογράφος Σπύρος Σιγούρος προσφέρει στην παρουσιάστρια της εκπομπής εκ μέρους του Γέροντα Γεωργίου, το επετειακό ελληνοαμερικανικό λεύκωμα το οποίο επιμελήθηκε, για τη συνεισφορά των φιλελλήνων της Αμερικής από τον αγώνα της παλιγγενεσίας του 1821 μέχρι και τις ημέρες μας. Το λεύκωμα έχει προβληθεί από Έλληνες ομογενείς και Αμερικανούς και από πλήθος αμερικανικών ηλεκτρονικών ΜΜΕ σε όλες τις ΗΠΑ.

Περί του σχεδιαζομένου ανοσίου Πάσχα

 Αναζητώντας την Πίστη μεταξύ δύο Όρκων

 

Η θλίψη, η απόγνωση, αλλά και η αγωνία των χριστιανών, περί των καταχθόνιων σχεδιασμών -ενός ανοικτά πλέον αντιχρίστου συστήματος- κορυφώνεται τις αγίες τούτες ημέρες της Μεγάλης Εβδομάδος, καθιστώντας τες μια μακρόσυρτη Μεγάλη Παρασκευή.

Ο Λαός του Θεού στρέφοντας το βλέμμα του προς την Ιεραρχία της Εκκλησίας, αντικρίζει θέαμα οικτρόν: απάθεια, "ωχαδερφισμός", φόβος, υποταγή, ηττοπάθεια, έως και ένας ιδιότυπος "δοσιλογιτισμός", εμπνέει τα μέλη της. Πρωτύτερα λαλίστατοι ιεράρχες, αυτοδιαφημιζόμενοι ως "πατερικοί θεολόγοι", και ως "λέοντες της Ορθοδοξίας" (που πλέον το πραγματικό ποιόν τους φανερώθηκε), εσίγησαν, αποκαλύπτοντας -στην τραγικότερη στιγμή- το μέγα κενό πραγματικά άξιων ποιμένων, που σε αυτούς μόνο αξίζει η εν Χριστώ υπακοή.

Θλιβερό είναι επίσης και το κατάντημα, να απoφασίσουν κάποιοι να μεταθέσουν την εορτή το πρωί της Κυριακής, ωσάν να είναι το Πάσχα μια "απλή" Κυριακή ανάμεσα στις άλλες… Αποδεικνύοντας έτσι, ότι τα "μέτρα" ισχύουν για όλους, ανεξαρτήτως της "μετάθεσης" της ώρας επιτέλεσης της εορτής, πριν ή μετά την 12η.

Για τους επαΐοντες όμως, ουδέν εξ όσων αποφασίσθηκαν δεν αποτέλεσε "κεραυνό εν αιθρία". Το ποιόν της συντριπτικής πλειοψηφίας των Ιεραρχών ήταν γνωστό.

Αυτό που ίσως δεν είναι γνωστό στους πολλούς είναι, οι δύο όρκοι που έχει δώσει ο κάθε Ιεράρχης. Ο πρώτος είναι κατά την χειροτονία του, οπότε και ορκίζεται να τηρήσει την Ιερά Παράδοση, τους Ιερούς Κανόνες και τις αποφάσεις των οικουμενικών Συνόδων. Ο δεύτερος, δίνεται την επόμενη ακριβώς ημέρα της χειροτονίας, ενώπιον του Προέδρου της Δημοκρατίας, οπότε και ο νέος Μητροπολίτης ορκίζεται να τηρεί το Σύνταγμα και τους Νόμους της Χώρας.

Δεν χρειάζεται πολύ σκέψη ώστε να διαπιστώσει κανείς, ποιος εκ των δύο όρκων "βαραίνει" περισσότερο στην συνείδηση της πλειονότητας των Ιεραρχών: ο εις τον Θεόν, ή ο εις τον "Καίσαρα"… Ως μισθωτοί "ποιμένες" που είναι, φυσικά προς τον δεύτερο.

Ας θυμίσουμε λοιπόν προς τους μισθωτούς αυτούς, ολίγα εκ της -ξεχασμένης και μουσειακού χαρακτήρα πια- πατερικής παραδόσεως. Ερμηνεύοντας λοιπόν οι Πατέρες το ψαλμικό "Καὶ ἐνεκαυχήσαντο οἱ μισοῦντές σε ἐν μέσῳ τῆς ἑορτῆς σου" (Ψ.73), το οποίο αναφέρεται στους Ιουδαίους σταυρωτές του Χριστού, μας αποκαλύπτουν, και εμμέσως μας προειδοποιούν, για τις συνέπειες του ιουδαϊκού μίσους προς την εορτή του Χριστού (καθότι το Νομικό Πάσχα αποτελούσε προτύπωση του όντως και αληθινού Πάσχα, και με αυτή την έννοια, ήταν εορτή του Χριστού):

Καὶ ἐνεκαυχήσαντο οἱ μισοῦντές σε ἐν μέσῳ τῆς ἑορτῆς σου. Ἐπειδὴ ἐν τῷ Πάσχα τῇ ἑορτῇ τὸν κατὰ τοῦ Κυρίου ἤραντο πόλεμον, τούτου χάριν ἐν αὐτῷ τῷ καιρῷ τοῖς πολεμίοις παρεδόθησαν. Τῷ γὰρ Πάσχα συνηγμένων κατὰ τὸν νόμον τῶν Ἰουδαίων ἁπάντων, ἡ πολιορκία γεγένηται δικαίως ἐν ᾧ καιρῷ καὶ τῷ σταυρῷ τὸν Σωτῆρα προσήλωσαν (Μ. Αθανασίου PG28,333)

επίσης:

Ἐπειδὴ γὰρ αὐτοὶ πρότεροι τὸν τόπον οἰκοῦντες ἀθέους ἤραντο χεῖρας κατὰ τοῦ Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ ἐν μέσῳ τῆς ἑορτῆς αὐτοῦ, βοαῖς τε ἀθέοις καὶ ἐναγέσιν ἐχρήσαντο, ἐν αὐτῇ τῇ τοῦ Πάσχα ἡμέρᾳ τὸ αἷμα αὐτοῦ καθ' ἑαυτῶν καὶ κατὰ τῶν ἰδίων τέκνων ἐξαιτησάμενοι: εἰκότως ἐν μέσῳ τῆς ἑορτῆς μετῄει αὐτοὺς ἡ ἐκ Θεοῦ ὀργή: ὡς καὶ ἑτέραν προφητείαν πληροῦσθαι εἰς αὐτοὺς, δι' ἧς εἴρητο: Καὶ μεταστρέψω τὰς ἑορτὰς ὑμῶν εἰς πένθος, καὶ τὰς πανηγύρεις ὑμῶν εἰς θρῆνον.(Ευσεβίου Καισαρείας, Εις τας Επιγραφάς των Ψαλμών, PG23,857)

Η προδοσία των Εβραίων είχε λοιπόν ως πνευματική συνέπεια την καταστροφή τους υπό των Ρωμαίων, μάλιστα στην ίδια περίοδο που την επετέλεσαν, αυτή του Νομικού Πάσχα.

Οι αντίχριστες δυνάμεις διαχρονικά έχουν ως σκοπό το: "Καταπαύσωμεν τὰς ἑορτὰς τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τῆς γῆς". Παλαιά ήταν το Ιουδαϊκό Ιερατείο, αργότερα οι διώκτες αυτοκράτορες, σήμερα, -φεύ- ο συνδυασμός της αντιχρίστου πολιτικής εξουσίας με το Χριστιανικό Ιερατείο. Ειδικά όμως το σημερινό Ιερατείο φαίνεται να ξεχνά τα όσα -προφητικά- αναφέρονται για το παλαιότερο (Ιουδαϊκό) Ιερατείο στον 73 Ψαλμό, στο χωρίο: "Ἀνάστα, ὁ Θεὸς, δίκασον τὴν δίκην σου", το οποίο ερμηνεύοντας ο Μ. Αθανάσιος, εξηγεί:

Εἰς τὴν τῶν ἀπατησάντων τὸν λαὸν τιμωρίαν ἱκετεύων (σημ. ημ. ο προφήτης Δαυίδ) διανίστησι τὸν Θεόν. (Μ. Αθανασίου PG27,337)

Συμπληρώνοντας τα ανωτέρω, ας θυμηθούμε τέλος, το πώς ο Άγ. Κύριλλος Αλεξανδρείας (αυτός ο ξεχασμένος, πια, Στύλος της Εκκλησίας), περιγράφει την του Ιουδαϊκού Ιερατείου αποστασία αλλά και την καταστροφή που αυτό, καταδίκασε συνολικά τον Εβραϊκό Λαό:

ὑπεροψία γὰρ ἀληθῶς, τὸ καὶ θείων αὐτοὺς ἀλογῆσαι νόμων, καὶ τὸ ἔτι τούτου φορτικώτερον, καὶ αὐτῷ λοιπὸν ἐμπαροινῆσαι τῷ Χριστῷ. ταύτῃτοι λοιπὸν οὐδὲ εἰς λήθην αὐτῶν ἀποδημήσει τὰ πλημμελήματα: συντέλεια δὲ ὥσπερ ἐπαναβέβηκεν ἐπ' αὐτοὺς, καὶ ὡς πλημμυρῶν ποταμὸς ὁ Ῥωμαίων πόλεμος.(Κυρίλλου Αλεξανδρείας Εις Τον Προφήτην Ωσηέ)

Ευχόμαστε έστω και την τελευταία στιγμή οι υπεύθυνοι αυτής της "υπεροψίας" προς τα θεία εντάλματα, να ανανήψουν. Ειδάλλως, ο μόνος δρόμος που μένει, είναι ο "κατακομβικός" εορτασμός των Χριστιανών στα σπίτια τους, μακρυά από την βλάσφημη ψευδο-ανάσταση της αποστασίας…

Γέρων Παΐσιος Μοναχός Καρεώτης

Επιφάνιος Μοναχός Καψαλιώτης

ΤΡΕΛΟ-ΓΙΑΝΝΗΣ: Περί του σχεδιαζομένου ανοσίου Πάσχα (trelogiannis.blogspot.com)

Ο νομικός Arié Alimi στο βιβλίο του "το πραξικόπημα της Έκτακτης Ανάγκης. Επιτήρηση, καταστολή και ελευθερίες" συγκρίνει τη σημερινή κατάσταση με την Κατοχή.” Το παρατεταμένο Καθεστώς Έκτακτης Ανάγκης καταστρέφει το Κράτος Δικαίου.Υπάρχει κίνδυνος το σημερινό καθεστώς Έκτακτης Ανάγκης να γίνει το αυριανό Κοινό Δίκαιο!!”

                                                   

 Στο βιβλίο του "Le coup d’état d’urgence. Surveillance, répression et libertés"(εκδ. Seuil, Paris, 2021)/ "Το πραξικόπημα της Έκτακτης Ανάγκης. Επιτήρηση, καταστολή και ελευθερίες" με τη δύναμη της εμπειρίας του ως δικηγόρου με άτομα που βρίσκονται υπό κατ ‘οίκον περιορισμό, στη συνέχεια με τα «κίτρινα γιλέκα» και άτομα που παραβίασαν το lockdown, ο Arié Alimi ιχνηλατεί σε αυτό το δοκίμιο τους κινδύνους που ελλοχεύει για το κράτος δικαίου και τους θεσμούς κι όχι μόνο το παρατεταμένο καθεστώς έκτακτης ανάγκης που επικαλούνται οι διαχειριστές της εξουσίας με βάση και την υγειονομική περίσταση..

Χαρακτηριστικά αποσπάσματα:

"To καθεστώς έκτακτης ανάγκης είναι εξ΄ορισμού μια κατ' εξαίρεσην κατάσταση." Ο συγγραφέας αναφέρει ότι η χώρα του έζησε περισσότερο χρόνο υπό το κατ' εξαίρεσην καθεστώς παρά υπό αυτό του κοινού δικαίου. 3 χρόνια από το 2015 που ψηφίστηκε για τις επιθέσεις κι το καθεστώς της έκτακτης υγειονομικής ανάγκης για κορωνοιό. Κατάσταση ανέκδοτη στην ιστορία της Γαλλικής Δημοκρατίας εκτός της περιόδου Κατοχής (Γερμανικής)…..Η απόφαση δήλωσης καθεστώτος έκτακτης ανάγκης είναι μια πολιτική απόφαση κατ΄εξαίρεσην που έχει αποτελέσματα σε όλους τους θεσμούς και τους παραδοσιακούς νομικούς μηχανισμούς….

Βέβαια πολλοί αμφισβήτησαν τις διαδοχικές ανανεώσεις του καθεστώτος έκτακτης ανάγκης όπως κι αυτό της έκτακτης υγειονομικής ανάγκης.Μάταια. Αν το Σύνταγμα και το Κράτος Δικαίου είναι πλαίσια φιξ και διαρκή που επιτρέπουν στην κοινωνία και στους θεσμούς να λειτουργούν ειρηνικά, το καθεστώς έκτακτης ανάγκης είναι ένας ασταθής/κινούμενος μηχανισμός που οι αδιάκοπες διακυμάνσεις καταστρέφουν προοδευτικά το πλαίσιο του Κράτους Δικαίου και δημιουργούν την απαίτηση για προσφυγή σε κατ΄εξαίρεσην καθεστώς. Κάποιοι εκτιμούν ότι η επικινδυνότητα του καθεστώτος έκτακτης ανάγκης εδρεύει στο γεγονός ότι το αρχικά κατ΄εξαίρεσην γίνεται προοδευτικά ο κανόνας και αντικαθιστά το κοινό δίκαιο.Το σημερινό δηλ. καθεστώς έκτακτης ανάγκης θα γίνει το αυριανό κοινό δίκαιο. Στην πραγματικότητα το καθεστώς έκτακτης ανάγκης χαρακτηρίζεται από την απουσία διάρκειας και συνέχειας.Eίναι μια διαρκής κίνηση του δικαίου μια δίνη κανονικότητας που επιφέρει ανυπόφορα τους θεσμούς εντός μιας αδιάκοπης κίνησης φύσης που καταστρέφει κάθε απαραίτητη διάρκεια στην σταθερότητά του.”

"Κατά τη διάρκεια του καθεστώτος έκτακτης υγειονομικής ανάγκης το παράδειγμα των ελευθεριών ανατράπηκε. Αυτός ο νέος κατ΄εξαίρεση μηχανισμός απαγορεύει" μεταξύ πολλών άλλων που απαριθμεί ο συγγραφέας σε όλους γνωστά αφού όλοι τα υπέστησαν και το εξής."Ενώ ο οφειλόμενος σεβασμός στην ιδιωτική ζωή είναι μια νομική/νόμιμη αρχή το καθεστώς έκτακτης ανάγκης απαγορεύει σε κάποιον να βλέπει τους δικούς του συμπεριλαμβανομένων όσων πεθαίνουν στα γηροκομεία στους οίκους ευγηρίας ή στα νοσοκομεία."

Στο δοκίμιο κριτική του έγκριτου νομικού αφιερώνει ενθουσιώδη βιβλιοπαρουσίαση ως και η le monde-diplomatique που την υπογράφει ο Laurent Bonelli.

dimpenews.com

Τετάρτη 28 Απριλίου 2021

Αδιάκοπος πόλεμος με τους νοητούς εχθρούς, Άγιος Ιωάννης της Κρονστάνδης

 

Όταν ο διάβολος βρίσκεται στην καρδιά, τότε ο άνθρωπος νιώθει ένα ασυνήθιστο βάρος να τον πλακώνει, μιαν οδυνηρή φωτιά να του καίει το στήθος. Τότε η ψυχή του φοβάται υπερβολικά, ενοχλείται από τα λόγια και τη συμπεριφορά των άλλων, στερείται την ορθή κρίση, βλέπει παντού κακές προθέσεις και κυριεύεται από εκδικητικότητα…

Όταν μέσα στην καρδιά σου ανάψει το μίσος εναντίον κάποιου, τότε πίστεψε πως ενεργεί μέσα σου ο διάβολος. Διώξε αμέσως και τον ίδιο και το έργο του. Μη θεωρήσεις το μίσος δικό σου, μην το αποδεχθείς. Με τον ίδιο τρόπο αντιμετώπισε και τα άλλα πάθη.

Έχουμε καθήκον να προσευχόμαστε και για τους άλλους ανθρώπους που είναι υποδουλωμένοι σε πάθη. Μέσα τους, όπως και μέσα μας, ενεργεί ο εχθρός.


Ο Κύριος θέλει όλους να τους ενώσει. Απεναντίας, ο διάβολος θέλει όλους να τους χωρίσει. Προσπαθεί να διασπάσει την ενότητα των μελών της οικογένειας, του χωριού, της πόλης, του κράτους, των αδελφοτήτων. Πολεμάει ιδιαίτερα εκείνους που ομολογούν την ορθόδοξη πίστη και ξεσηκώνει διωγμούς εναντίον της Εκκλησίας…

Σκοπός του είναι να μολύνει τον άνθρωπο, να τον αποξενώσει από τον Θεό και τον πλησίον, να σβήσει την αγάπη, να εξαλείψει κάθε αρετή, να εξεγείρει την ψυχή εναντίον του Θεού και της Εκκλησίας και, τελικά, να την οδηγήσει αιχμάλωτη στον άδη.


Η ψυχή μας δέχεται όχι μόνο τις εμπνεύσεις του Θεού και των φωτεινών αγγέλων, αλλά και την επενέργεια των σκοτεινών δαιμόνων. Έτσι γίνεται πεδίο μάχης ανάμεσα στο καλό και στο κακό.

Η ζωή μας πάνω στη γη είναι πόλεμος, αδιάκοπος πόλεμος. Αδυσώπητα μας πολεμούν οι νοητοί εχθροί μας με τα διάφορα πάθη… Σχεδόν κάθε καλή μου σκέψη, κάθε καλό μου αίσθημα, πρέπει να το υπερασπίζομαι με αγώνα… Το ληστρικό πλήθος των πονηρών πνευμάτων ενεργεί μέσα μου πρωί και βράδυ, νύχτα και μέρα, ακόμα και στα όνειρα!

Τι άντρο νοητών ληστών είναι η ψυχή μου! Πόσο μολυσμένη είναι η καρδιά μου! Πόσο παραμορφωμένη είναι μέσα μου η εικόνα του Θεού! Τι θύελλες ξεσηκώνουν τα πάθη μου!

Κύριε, βοήθησέ με στον αγώνα μου! Δυνάμωσε, παντοδύναμε Αρχηγέ, τους στρατιώτες Σου! Χωρίς Εσένα δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα.


Από το βιβλίο: Πνευματική Ανθολογία από τους βίους και τους λόγους των Αγίων της Ρωσίας. Ιερά Μονή Παρακλήτου, Ωρωπός Αττικής 2018, σελ. 67, 68, 70.

https://www.koinoniaorthodoxias.org/martiria-kai-didaxi/adiakopos-polemos-me-tous-nohtous-exthrous/

«…μια κάποια λύσις»

Βαγγέλης Παππάς

Για κάποιους σήμερα είναι δύσκολο να προσεγγίσουν την έννοια «ελληνικότητα». Υπάρχουν τόσες διαφορετικές θεωρήσεις, ενίοτε τόσο αντιφατικές, που στο τέλος η σημασία του όρου αποκόπτεται εντελώς από την αρχική του προέλευση κι ευτελίζεται σχεδόν μηδενιστικά. Για μια μερίδα διανοουμένων το ζήτημα αυτό παρουσιάζει εξαιρετικό ενδιαφέρον, μονάχα αν τυχόν εμποτιστεί στα νάματα της ταραγμένης εποχής μας και της μετανεωτερικότητας. Κατά μια έννοια επιχειρούν (ομολογουμένως με ιδιαίτερο κόπο κι αναποτελεσματικά) να μπολιάσουν τεχνηέντως την ελληνικότητα σε κάποιου είδους μορφές της μετανεωτερικότητας που ευνοούν την απροσδιοριστία και τον κατακερματισμό. Αν μη τι άλλο, τούτο το σύγχρονο αντιληπτικό καθεστώς υπηρετεί μετά παρρησίας και διακηρύσσει με πειστικότητα την αμφισβήτηση και την δυσπιστία απέναντι στον οικουμενικό λόγο, εφόσον δείχνει να έλκεται ισχυρά από την αποσπασματικότητα, το εφήμερο και την ασυνέχεια. Η μετανεωτερικότητα δείχνει να συμπαθεί την διάβρωση των εθνικών, πολιτισμικών και γλωσσικών ταυτοτήτων, προασπίζοντας με όλα τα δυνατά μέσα που διαθέτει την ετερογένεια και μια νέου τύπου ατομική ταυτότητα, ενίοτε με παρά – φύσιν αυτοπροσδιοριστικά χαρακτηριστικά, που απομπλέκεται από καθετί το εθνικό, κοινοτικό ή ακόμα και διαπροσωπικό. Δεν είναι, λοιπόν, καθόλου τυχαίο το γεγονός που στο τέλος αυτής της διαδρομής, η μετανεωτερικότητα αμφισβητεί πλήρως τις «μεγάλες αφηγήσεις». Κι αν ετούτη την αποστασιοποίηση επιχειρήσουμε να την διευρύνουμε κάπως, θα δούμε πως οι απόπειρες των σύγχρονων Ελλήνων διανοουμένων να μπολιάσουν την ελληνικότητα στο δέντρο αυτό, αποτυγχάνει διαρκώς κι εντελώς φυσικά (παρά τις αλλεπάλληλες και λυσσαλέες τους προσπάθειες) διότι απλούστατα, αδυνατούν να συνειδητοποιήσουν πώς ένα ξένο σώμα («η μεγάλη αφήγηση», η μακραίωνη πορεία των αξιών της ελληνικότητας) μπορεί να ενταχθεί στις «μικροαφηγήσεις» των μετανεωτερικών γούστων, που αψηφούν παντελώς τις, μεγάλης κλίμακας, οικουμενικές έννοιες.

Η ταυτότητα έχει ένα είδος αναγωγής. Δεν προσδιορίζει απαραίτητα μια παρούσα κατάσταση (η οποία ομολογουμένως θα μπορούσε να θεωρηθεί και ως συμπτωματική) αλλά κάποια μορφή αναφοράς και πολιτισμικής μετοχής. Βέβαια δεν υποχρεώνεται κανείς να ενεργοποιήσει αυτό το αξίωμα∙ ενδεχομένως και θα μπορούσε να το απεμπολήσει αν ήθελε, εφόσον η εμπειρία της ταυτότητας δεν διέρχεται μέσα από απατηλές και πλατιές λεωφόρους ανεμελιάς, αλλά μέσω της άσκησης, της αειμνηστίας και της γνώσης. Η «μεγάλη αφήγηση» της ελληνικότητας, δεν αφήνει και πολλά περιθώρια αμφιβολίας σχετικά με την συνέχεια του ελληνικού πολιτισμού. Και το γεγονός ότι οι Έλληνες της μετανεωτερικής εποχής επωμίζονται όλο αυτό το οικουμενικό κι ασύγκριτο βάρος των αξιών της ιδιόλεκτης παράδοσής τους, φαντάζει εξαιρετικά ενδιαφέρον, αν κρίνει κανείς το αντιφατικό κλίμα του περιβάλλοντος μέσα στο οποίο καλούνται να τελέσουν έναν ακόμη άθλο. Διότι αν μη τι άλλο, αυτό που ομολογουμένως κρίνεται καθοριστικά σήμερα είναι η αναποτελεσματικότητα των θολών μετανεωτερικών προθέσεων και μιας ελληνικότητας από την άλλη, που έδινε ανέκαθεν απαντήσεις στο παγκόσμιο δράμα, ενόσω οι πάντες στις μέρες μας αναζητούν στα τυφλά μια δήθεν νέα πρόταση ζωής. Θα λεγε κανείς πως η λύση των προβλημάτων βρίσκεται ακριβώς κάτω από την μύτη μας, αλλά προτιμούμε να παλινδρομούμε μέσα στις αδιέξοδες ατραπούς της παγκοσμιοποιημένης σύγχυσης, μην θέλοντας να αξιοποιήσουμε έστω και στο παραμικρό την απεραντοσύνη του πλούτου που μας κληροδοτήθηκε.

Μπορούμε να ισχυριστούμε μετά βεβαιότητας πως η ελληνική ταυτότητα είχε ανέκαθεν δύο κυρίαρχα χαρακτηριστικά: Πρώτα απ’ όλα την πνευματική ανοιχτωσιά, δηλαδή την διευρυμένη πρόσληψη ετερογενών στοιχείων από διάφορους άλλους πολιτισμούς, και δεύτερον, ένα πανάκριβο φίλτρο των ιδιαίτερων γνωρισμάτων της. Με πιο απλά λόγια, ήξερε να ενσωματώνει πληροφορίες που την ενδιέφεραν (ή ακόμα και να τις αναζητάει αν υπήρχε λόγος) πάντα όμως με το κριτήριο της ιδιόλεκτης παρουσίας της ως πρωτοπόρος και ιδιάζων πολιτισμός. Αυτή η πρακτική, όπως ήταν αναμενόμενο, της παρείχε φυσική και χρονική συνέχεια, μα πάνω απ’ όλα, διασφάλιζε την πεμπτουσία των απαράμιλλων αξιών της, προσφέροντάς δε και μια ακαταμάχητη αίσθηση αυτογνωσίας στους Έλληνες. Εξάλλου η έννοια της ελληνικότητας ουδέποτε περιοριζόταν από κάποιου είδους αυστηρά γεωγραφικά σύνορα, και η παραπάνω αίσθηση εμπεριείχε ένα ακαταδάμαστο στοιχείο πληρότητας στον φορέα της, όπου κι αν βρισκόταν αυτός, είτε μέσα στο πλαίσιο της πόλεως – κράτους κατά τους αρχαϊκούς και κλασικούς χρόνους, είτε σε κάποιο ελληνιστικό βασίλειο, είτε ακόμα κι όταν ο ελληνικός χώρος κατακτήθηκε από τους Ρωμαίους. Έχει δε εξαιρετική σημασία ν’ αναφέρουμε ότι κατά την διάρκεια της υποδούλωσης της Ελλήνων από την Ρώμη, αίφνης οι ρόλοι αντιστράφηκαν κατά έναν παράδοξο τρόπο, κι ενώ κανείς θα περίμενε το αυτονόητο, δηλαδή την παρακμή και τον σταδιακό αφελληνισμό των κατακτημένων, συνέβη τελικά το εντελώς αντίθετο∙ ακριβώς όπως εικονίζεται στην πανοπλία του αυτοκράτορα Αδριανού, σ’ έναν ανδριάντα του στην αρχαία αγορά των Αθηνών, όπου η θεά Αθηνά (σύμβολο του ελληνικού πολιτισμού διαχρονικά) κυριολεκτικά πατάει επάνω στην λύκαινα (σύμβολο της Ρώμης) με τον Ρωμύλο και τον Ρέμο να θηλάζουν απ’ αυτήν. Με απλά λόγια, η δύναμη του Λόγου και της Φιλοσοφίας, κοντολογίς το ελληνικό πνεύμα, υπερτερεί της «ρώμης» δηλαδή της δύναμης οποιασδήποτε κοσμοκρατορίας, όταν μάλιστα αυτή εκφράζεται δυναστικά μέσω της ισχύς και της στρατιωτικής κυριαρχίας. Σύμφωνα με τον Ρωμαίο «πλανητάρχη» της εποχής, Αδριανό, ο πολιτισμός «κατάπιε» την ωμή δύναμη, και κατ’ επέκτασιν είχε «καταπιεί» και τον ίδιο.

Κατά την ίδια λογική, η υπόθεση της ελληνικής ταυτότητας μ’ έναν αξιοθαύμαστο τρόπο διέτρεξε ακέραιη τους αιώνες, αν και η επιβίωσή της δεν υπήρξε ούτε εύκολη, ούτε όμως κι αυτονόητη. Στο «παρά πέντε» της πτώσης του Βυζαντίου, ο Πλήθων Γεμιστός από τον Μυστρά θα διατρανώσει εκείνο το: «Έλληνες εσμέν το γένος, ως η τε φωνή και η πάτριος παιδεία μαρτυρεί». Αυτή η φωνή, η γλώσσα δηλαδή (το «ομόγλωσσον» κατά τον Ηρόδοτο) αλλά και η παιδεία των πατέρων, η μακραίωνη παράδοση, το «ομότροπον» και «ομόθρησκον», συντόνισαν ευεργετικά τις κοινότητες των -και πάλι- υπόδουλων Ελλήνων κατά την διάρκεια της Τουρκοκρατίας. Δεν είναι καθόλου τυχαίο το γεγονός ότι, ίσως και για περισσότερο από 4 αιώνες, μέσα από ένα πλήθος σφαγιασθέντων νεομαρτύρων και μιας ασυνήθιστης εμμονής να κρατηθούν οπωσδήποτε τα «ιερά και τα όσια» του γένους, οι Έλληνες διέπλευσαν σχεδόν αλώβητοι τους διωγμούς και την φυσική ροπή της εποχής για αφελληνισμό. Ο άξονας, το κατάρτι πάνω στο οποίο σφιχτοδέθηκαν γερά κι έμειναν εκεί αμετακίνητοι σαν άλλος Οδυσσέας, ήταν εκείνο των ανεκτίμητων και πανάρχαιων αξιών του ελληνικού πνεύματος, ο ελληνικός τρόπος ζωής, η Ορθοδοξία και η αειμνηστία, οι μύθοι, το ψαλτήρι, το τραγούδι, τα σεμνά βήματα και τα λεβέντικα τινάγματα του χορού. Η ταυτότητα των Ελλήνων, καθώς αποδείχτηκε, δεν αρμολογείται από παραδοξότητες κι ανυπέρβλητες εξισώσεις, παρά από πράγματα απλά και ουσιώδη, ικανά όμως να αποκαλύψουν το μυστικό της αθανασίας για τούτο το γένος∙ δηλαδή την εμπειρία της κοινότητας.

Ν. Γ. ΑΥΓΕΛΗΣ - Η ΥΠΕΡΒΑΣΗ ΤΗΣ ΦΥΣΙΚΗΣ ΣΤΟΝ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ (2)

 Συνέχεια από: Πέμπτη 22 Απριλίου 2021

2. Η αντιδικία του Αριστοτέλη με τον Παρμενίδη και η θεμελίωση της Φυσικής.

Χρὴ τὸ λέγειν τε νοεῖν τ’ ἐὸν ἔμμεναι· ἔστι γὰρ εἶναι, μηδὲν δ’ οὐκ ἔστιν. (Β 6).

Διάφορες Μεταφράσεις: [Πρέπει το λέγειν και το νοείν να παραμένουν στο είναι· διότι στο είναι υπάρχουν, ενώ στο μηδέν δεν υπάρχουν.] / [Πρέπει να υπάρχει αυτό που γίνεται αντικείμενο της νόησης και του λόγου, ενώ το μηδέν δεν μπορεί να υπάρχει.] / [Ό,τι λέγεται και νοείται πρέπει αναγκαία να είναι· γιατί υπάρχει μόνο το είναι, το μηδέν δεν υπάρχει] / [Αυτό που λέγεται και νοείται πρέπει να είναι· γιατί μπορεί να είναι, ενώ το τίποτα δεν μπορεί] / [Είναι απαραίτητο να λέγεται και να νοείται πως το ον υπάρχει· Γιατί το Είναι υπάρχει, το μηδέν όμως δεν υπάρχει.]

Για τον Παρμενίδη δυο δρόμοι ανοίγονται : Το ον είναι, το μη ον δεν είναι. Το ον είναι η απόλυτη ταυτότητα, είναι εν, είναι αυτό που μένει σταθερό, αμετάβλητο, το ίδιο με τον εαυτό του. Και αυτό συμβαίνει, αφού αυτό μονάχα μπορούμε να σκεφτούμε. Μόνον οι προτάσεις ή οι σκέψεις μας που αναφέρονται στο ον έχουν νόημα. Εφόσον νους και Είναι συμπίπτουν στον Παρμενίδη (η διάσπαση ανάμεσα στα πράγματα και τις Ιδέες των πραγμάτων δεν έγινε ακόμη)[3], επόμενο είναι το ον να είναι το αμετάβλητο, γιατί ο νους δεν μπορεί να δεχθή την αλλαγή, γυρεύει τη σταθερότητα πίσω από τη μεταβολή. Άρα το μη ον δεν μπορεί να υπάρχη και, επομένως, ούτε η κίνηση ούτε η μεταβολή. Το ον, λοιπόν, για τον Παρμενίδη, είναι απέναντι στην πολλαπλότητα —τόσο γνώριμη και οικεία— το εν. Και αυτό το εν μόνον είναι. Η πολλαπλότητα που μας περιβάλλει φαίνεται ως ον, αλλά δεν είναι, είναι φαινόμενο. Η έννοια λοιπόν του όντος, κατά τον Παρμενίδη, περιλαμβάνει τρία πράγματα :

1. Το ον είναι εν.

2. Το ον είναι ακίνητο και αμετάβλητο.

3. Το ον μόνον είναι.

Ο Αριστοτέλης ελέγχει τη θέση αυτή του Παρμενίδη αρχίζοντας από την τελευταία άποψη : Το ον μόνον είναι. Στο σημείο αυτό δεν έχει να αντιμετωπίση μεγάλες δυσκολίες. οὐ γὰρ ἔτι ἀρχὴ ἔστιν, εἰ ἓν μόνον καὶ οὕτως ἓν ἔστιν. ἡ γὰρ ἀρχὴ τινὸς ἢ τινῶν. (Φυσ. 185 a 3-5) [Μετάφραση: Διότι παύει πια να λειτουργεί ως αρχή, αν το ον είναι ένα και αμετάβλητο. Αν είναι αρχή, πρέπει να είναι αρχή κάποιου ή κάποιων πέραν αυτού]. Αν ο Παρμενίδης ορίζη το ον σαν αυτό που είναι αποκλειστικά και μόνον, τότε αίρει την έννοια της αρχής, γιατί η αρχή είναι πάντα αρχή κάποιου πράγματος που απορρέει από αυτήν, που προσδιορίζεται από αυτήν. Αν όμως το ον είναι εν, ώστε μόνον αυτό να υπάρχη, τότε δεν μπορεί να είναι αρχή, γιατί δεν υπάρχει τίποτε που να είναι η αρχή του.

Το δεύτερο γνώρισμα του όντος, το ον είναι ακίνητο και αμετάβλητο, έχει μεγάλη σημασία για τον Αριστοτέλη. Η απάντησή του είναι χαρακτηριστική και σημαδεύει ολόκληρη τη φιλοσοφική σκέψη της Δύσης : ἡμῖν δ' ὑποκείσθω τὰ φύσει ἢ πάντα ἢ ἔνια κινούμενα εἶναι· (185 a 12-13) [Εμείς, όμως, ας πάρουμε ως δεδομένο ότι τα φυσικά όντα υφίστανται μεταβολή (είναι κινούμενα), είτε όλα είτε μερικά]. Έτσι ορίζει ο Αριστοτέλης τον βασικό χαρακτήρα των φύσει όντων: αυτό που βλέπει ως ουσιαστικό στη φύση είναι η κίνηση και μάλιστα με την ευρύτερη σημασία ως μεταβολή εν γένει. Ο Αριστοτέλης συλλαμβάνει την ουσία της φύσης μέσα από την έννοια της κίνησης. Πράγματι, αν κοιτάξωμε γύρω μας στον φυσικό κόσμο, αυτό γίνεται φανερό: το βασικό χαρακτηριστικό που μας παρουσιάζει είναι η κίνηση. δῆλον δ' ἐκ τῆς ἐπαγωγῆς (185 a 13-14) [Αυτό το δείχνει η επαγωγή].

Η θέση του Παρμενίδη αίρει ακριβώς την ουσία της φύσης. Γι’ αυτό και θεωρεί απόλυτα αναγκαίο ο Αριστοτέλης να αναιρέση την άποψη του Ελεάτη, γιατί αλλιώς η θεμελίωση της φυσικής επιστήμης είναι αδύνατη. Πράγματι, στο σημείο αυτό οι συνέπειες που έχει η θεωρία του Παρμενίδη για το ον είναι πολύ σημαντικές. Ο Παρμενίδης θα μπορούσε να ομολογήση πως η κίνηση αποτελεί βέβαια τον βασικό χαρακτήρα των φύσει όντων, αλλά έτσι θεωρημένο το φύσει ον δεν είναι καν ον, γιατί το ον μόνον είναι, κι αυτό είναι ακίνητο. Το φύσει ον, εφ' όσον υφίσταται μεταβολή, είναι φαινόμενο. Αλλά γνώση των φαινομένων δεν μπορεί να υπάρχη, άρα η φυσική ως γνώση των φύσει όντων είναι αδύνατη. Το ον, λοιπόν, αφού είναι ένα, δεν μπορεί να κινήται, γιατί η κίνηση είναι μεταβολή από το ένα στο άλλο. Για να υπάρχη κίνηση, πρέπει το ον να μην είναι ένα, αλλά πολλά. Αλλά το ον είναι ένα, άρα η κίνηση είναι αδύνατη. Ολόκληρη, λοιπόν, η φύση κατά τον Παρμενίδη είναι απλό φαινόμενο. Έτσι η φυσική επιστήμη καθίσταται προβληματική.

Σ’ ένα σημείο παρ’ όλα αυτά η θέση του Παρμενίδη είναι ορθή : ότι δηλαδή το ον είναι εν. Ούτε ο Πλάτων ούτε ο Αριστοτέλης θέλησαν να κλονίσουν την άποψη για το ενιαίο του όντος. Το ερώτημα του Αριστοτέλη είναι αν παρά την ενότητα του το ον είναι επίσης και πολλά, γιατί μόνον στην προκείμενη περίπτωση το φύσει ον θα μπορούσε να είναι.


Σημειώσεις

[3] Βλ. Martin Heidegger: Vorträge und Aufsätze (Διαλέξεις και δοκίμια), Tübingen 19592, 234 επ.

Ο ΝΙΤΣΕ ΚΑΙ Η ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ (1999) (3)

 Συνέχεια απο: Παρασκευή 26 Μαρτίου 2021

Ο ΝΙΤΣΕ ΚΑΙ Η ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ (1999) 

Τού HANS GEORG GADAMER.

          Θυμάμαι πάλι, σχετικά ότι όταν είδα να ανακοινώνεται η πρώτη σειρά μαθημάτων τού Χάιντεγκερ, στον τίτλο αναφερόταν η λέξη Δύση. Ακόμη και ο Χάιντεγκερ είχε την συνείδηση ότι για παράδειγμα στην Ιαπωνία και την Κίνα σκέφτονταν με άλλες κατηγορίες, οι οποίες δεν ήταν εκείνες της ευρωπαϊκής παραδόσεως. Και παρ’όλα αυτά σκεφτόταν ότι η επιστροφή στις αρχές της δικής μας μοιραίας πορείας μας είναι αναγκαία, αφού η μοντέρνα επιστήμη και η μοντέρνα τεχνική, έφεραν μία μεταμόρφωση του πλανήτη μας σε ένα μεγάλο εργοστάσιο. Δεν θέλω να μπω σε λεπτομέρειες αλλά θα ήθελα να πω μόνο: ακόμη και στην κριτική της έννοιας του Είναι των Ελλήνων, το οποίο μετέφρασε με την ατυχέστατη έκφραση της Vohandenheit (παρουσία), με το απλό στέκεται απέναντί μας, για να αντιθέσει την δική του "έννοια" της Zuhandenheit, του είναι που το ‘χω  του χεριού μου και την έννοια του Dasein, που είναι εκεί, του είναι-παρόν, είχε κινηθεί από το ερώτημα εάν δεν θα μπορούσαμε εμείς σήμερα να μάθουμε από τους Έλληνες κάτι που να αξίζει και για μας σήμερα!

          Θέσεις όμως οι οποίες πάνε πέραν αυτής της εννοιολογήσεως, οι οποίες είναι εις θέσιν να ανατρέψουν την απλή έννοια του στέκομαι απέναντι-για παράδειγμα θρησκευτικές εμπειρίες όπως το Χριστιανικό μήνυμα ή εμπειρίες του Βουδισμού και του Κομφουκιανισμού, δεν μας ωφελούν πολύ, εάν εμείς συνεχίζουμε να σκεφτόμαστε με τις δικές μας έννοιες! Οφείλουμε να δεχθούμε ότι στην γέννηση της δικής μας δυτικής φιλοσοφίας τα μαθηματικά είχαν μία βασική θεμελιώδη σημασία. Δεν υπάρχει όμως κάτι στις αρχές αυτής της φιλοσοφίας και ίσως και στον Αριστοτέλη, το οποίο δεν αντιστοιχεί εντελώς στην έννοια του είναι παρόν απέναντί μας; Νομίζω ότι αυτό συμβαίνει στην αριστοτελική διάκριση ανάμεσα στην δύναμη και την ενέργεια! Δύναμις είναι η ισχύς, εμείς γνωρίζουμε την λέξη “δυναμική” στην γλώσσα της μοντέρνας φυσικής. Ενέργεια είναι μία έκφραση που μόλις αναγνωρίζουμε στην λέξη “ενέργεια” διότι η μετάλλαξη που έφερε στην σημασία της η θεωρητική φυσική, είναι πολύ μεγάλη! Εάν θέλουμε να εισάγουμε γι’αυτό μία γερμανική λέξη-ο Χάιντεγκερ την είχε κατά νου με τον τρόπο του-τότε πρέπει να μεταφράσουμε ενέργεια με την λέξη “Vollzug”, ολοκλήρωση! Αυτό σημαίνει ότι μερικά πράγματα είναι εκεί μόνον όταν τα οδηγήσουμε στο τέλος τους, και όχι όταν τα λαμβάνουμε σαν αντικείμενα. Την στιγμή κατά την οποία στοχαζόμενος φέρομαι σ’αυτά, αυτά δεν είναι πλέον εκείνο που τά είχα δει. Το ίδιο ισχύει και για την αλήθεια, την ελληνική λέξη για το πραγματικό.

          Εάν αυτό είναι σωστό, είναι ένα όριο του οποίου δεν απέκτησαν την συνείδηση ούτε η μεταφυσική, ούτε οι επιστήμες του XVII αιώνος οι οποίες την αποκάλυψαν, ούτε και η φυσική, η οποία με τα αποτελέσματά της, μας διατηρεί όλους στην ζωή. Εάν η απλή παρουσία πρέπει να γίνει ίση με την “επιστημονική αλήθεια” και πρέπει να ισχύσει η αρχή: ένα “γεγονός” είναι αυτό που μπορεί να μετρηθεί, τότε είναι αλήθεια ότι με το νέο ξεκίνημα του XVII αιώνος εισήχθη μία πρόοδος η οποία οδηγεί στο τέλος στον μηδενισμό με την σημασία του Νίτσε, στην αιώνια επανάληψη του ιδίου, δηλαδή σε μία δραστηριότητα η οποία αναγνωρίζει μόνον αυτό που είναι εφικτό. Εδώ βρίσκουμε στον Χάιντεγκερ έννοιες πολύ διαφορετικές, ιδίως τήν έννοια του “παιχνιδιού” ή του “Ereignis”, συμβάντος, της εκδήλωσης. Όλο αυτό ηχεί σχεδόν σαν μία έκφραση του Νίτσε: δεν υπάρχουν γεγονότα, αλλά μόνον “ερμηνείες”.

          Τί πράγμα είναι λοιπόν η αλήθεια, εάν όλα αυτά είναι πραγματικά; Είναι μήπως μόνον η φανέρωση η οποία καθιστά παρόν κάτι; Ή μήπως είναι μία γνώση της λήθης, αυτού του μεγάλου ποταμού του απόκρυφου και ενδόμυχου, το οποίο όλοι οι πεθαμένοι κατορθώνουν μόνον για λίγες στιγμές να κρατήσουν, όταν στον Άδη τοποθετούνται στον ποταμό, μόνον όταν το αίμα του Οδυσσέα που θυσιάζει τους πλησιάζει! Τότε ο Αχιλλέας μπορεί να μάθει από τον Οδυσσέα ότι ο γιός του ο Νεοπτόλεμος υπήρξε ο νικητής τής Τροίας. Με ασύγκριτους στίχους ο Όμηρος μας περιέγραψε πώς τότε η σκιά του Αχιλλέως, χαρούμενα, επιστρέφει πίσω για να βυθιστεί κρυμμένη στην Λήθη.

          Ίσως λοιπόν αυτό που εννοήθηκε ήδη από τους πρώτους Έλληνες στην λέξη Αλήθεια να μην είναι μόνον η φανέρωση και η ομιλία που το καθιστά ρητό, σαφές, αλλά και η απόκρυψη και το κρύψιμο! Μπορούμε να το φανταστούμε εύκολα αυτό, ότι ο Χάιντεγκερ τοποθετήθηκε σ’αυτή την οδό διότι συνοδευόταν διαρκώς από την αναζήτηση του Θεού. Το θέμα είναι λοιπόν εάν εμείς δεν πρέπει να αρχίσουμε να μαθαίνουμε την υπερβατικότητα όχι μόνον σαν κάτι που ξεπερνά μόνον την γνώση μας αλλά μας καθιστά συνειδητούς και των ικανοτήτων μας να σκεφθούμε και να αντιληφθούμε. Αυτό θα ήταν ένας διαφωτισμός ο οποίος δεν μένει αποκλεισμένος σ’έναν άγονο δογματικό αθεϊσμό, διότι αποδέχεται ότι πολλά είναι κρυμμένα στην μνήμη μας, χωρίς να το γνωρίζουμε και γνωρίζει όμως ότι τα έχουμε διατηρήσει τόσο που συνεχίζουν να καθορίζουν την εμπειρία της ζωής μας. Γνωρίζουμε όλοι ότι ο Χάιντεγκερ μετά το πολιτικό του λάθος του 1933 ονειρεύτηκε ίσως με τον Χέλντερλιν ένα μήνυμα σωτηρίας ή ίσως το επιθύμησε!

          Θα μπορούσε να πούμε ότι ο Χάιντεγκερ, αφού στράφηκε προς τους Έλληνες, προσπάθησε επίσης με τον Νίτσε, να διαισθανθεί, όχι να σκεφθεί! “Το έργο τέχνης του μέλλοντος” όπως επίσης και να αποκτήσει νέες εμπνεύσεις από το πνεύμα που ζεί μέσα στην γλώσσα! Κατά βάθος θα πρέπει να σημαίνει κάτι το γεγονός ότι μέσα και μέσω της γλώσσας του Ομηρικού έπους, πώς το διδασκαλικό ποίημα του Παρμενίδη τόλμησε να προσφέρει τις πρώτες του θαρραλέες εννοιολογικές εκφράσεις όπως το όν, το “Είναι”, και ο Εμπεδοκλής μέσα στην ίδια γλώσσα ανακοίνωσε το δόγμα των τεσσάρων ριζών της καταγωγής του Είναι, οι οποίες στην συνέχεια οργανώθηκαν σαν τα τέσσερα στοιχεία! Εδώ βρίσκεται το αίνιγμα της λέξης (του λόγου) και της γλώσσας το οποίο παραμένει κρυμμένο.

          Θα έπρεπε να σταθώ με περισσότερες λεπτομέρειες στην σχέση ανάμεσα στην λέξη και την έννοια. Εάν ενώσω μ’αυτόν τον τρόπο λέξη και έννοια, τότε μου φαίνεται ότι έχει μεγάλη σημασία να δείξω ότι το μεγάλο προσόν της φιλοσοφίας των ημερών μας είναι το γεγονός ότι ο Χάιντεγκερ κατόρθωσε να μιλήσει εκ νέου για τις έννοιες και αυτό μ’έναν τέτοιο τρόπο ώστε εμείς δεν θα μπορέσουμε να πάμε τόσο εύκολα πέραν αυτού. Ίσως μία μέρα να έλθει ένας μεγάλος στοχαστής ο οποίος θα κατορθώσει να μεταμορφώσει και όλο αυτό σε νέες μορφές της αλήθειας. Αλλά εμείς δεν είμαστε τόσο μπροστά στα σίγουρα. Για την ώρα αντιθέτως πρέπει να δεχθούμε με τον Χάιντεγκερ, ότι ο σκοπός μας παραμένει ακόμη η κατανόηση αυτού του είναι όχι μόνον σαν το αληθινό, με την έννοια ότι είναι φανερό, του αποκεκαλυμένου Είναι, αλλά και σαν την αλήθεια της ολοκληρώσεως του Είναι-παρόν (πάρεστι) : του παρόν, της παρουσίας, στο οποίο αντικατοπτρίζεται τόσο το ένα όσο και το άλλο, και στο οποίο φανερά η αντίθεση ανάμεσα στην λέξη και στην έννοια εντείνεται δυνατά!

Συνεχίζεται

Αμέθυστος.

Sein und Cogitationes στ

 Συνέχεια από: Σάββατο 24 Απριλίου 2021

Sein und Cogitationes στ

Zu Heideggers Descartes-Kritik

Είναι και Συλλογισμοί (η ρέουσα ζωή τής συνείδησης σύμφωνα με τον Husserl)

Περί της κριτικής του Heidegger στον Descartes

Του Friedrich-Wilhelm von Herrmann,

στον συλλογικό τόμο Durchblicke, αφιέρωμα για τα 80α γενέθλια του Martin Heidegger

Εκδόσεις Vittorio Klostermann, Frankfurt am Main, 1970

Το Υπαρκτό δεν μπορεί ως παρόν μέσα στον αποκεκαλυμμένο χαρακτήρα του Είναι να αποκαλυφθεί για τον άνθρωπο, αλλά ο άνθρωπος ως αναπαριστών και αντικειμενοποιών παρουσιάζει μέσα στην διαδικασία της αναπαράστασης την υπαρκτικότητα (Seiendheit) ως αναπαραστατικότητα και την αλήθεια ως βεβαιότητα. Εδώ βέβαια δεν υφίσταται καμιά αυτοβουλία του ανθρώπου, αλλά, στοχαζόμενοι βάσει της ιστορίας του Είναι, εκείνη η μοίρα (Geschick) του Είναι, η οποία επιτρέπει στον άνθρωπο να αντιλαμβάνεται τον εαυτό του μόνο ως τον αναπαριστώντα εν μέσω του Υπαρκτού ως αναπαραστημένου,  επιτρέπει να την κατανοήσει ο άνθρωπος μόνο ως αναπαραστατικότητα και βεβαιότητα. Για την μοίρα αυτή της αυτό-απόκρυψης του Είναι ο Heidegger λέει: «Ο άνθρωπος δεν μπορεί να εγκαταλείψει την μοίρα αυτή της νεωτερικής του ουσίας από μόνος του, ή να τη διακόψει απαιτώντας εξουσία. Ο άνθρωπος όμως μπορεί να σκεφτεί προνοώντας, πως η υποκειμενικότητα της ανθρωπινότητας  δεν υπήρξε ποτέ ούτε η μοναδική δυνατότητα του όντος που βρίσκεται στην εκκίνηση του ιστορικού ανθρώπου, ούτε θα γίνει ποτέ»40.

Στο σημείο αυτό προσπαθούμε να διατυπώσουμε την ερώτηση, στην οποία αναφερθήκαμε εμμέσως πιο πάνω. Είναι ο στοχασμός περί του Είναι ως από-κάλυψης δυνατός μόνο εάν εγκαταλείψουμε την υπαρκτικότητα (Seiendheit) ως αναπαραστατικότητα (Vorgestelltheit); Είναι ο στοχασμός περί Υπαρκτού ως του παρόντος μέσα στην από-κάλυψη του Είναι μόνο με την εγκατάλειψη του Υπαρκτού ως αναπαραστημένου; Είναι ο στοχασμός περί της πηγαίας αλήθειας με την έννοια της μη-απόκρυψης με την εγκατάλειψη της αλήθειας ως βεβαιότητας και δεδομένου; Και τέλος: είναι ο στοχασμός περί του ανθρώπου ως εκείνου του υπαρκτού, το οποίο κατανοώντας προεξέχει μέσα στο ακάλυπτο Είναι (Unverborgenheit des Seins), μόνο τότε πραγματοποιήσιμος, όταν εγκαταλείψουμε τον άνθρωπο ως αναπαριστάνον ον; Με άλλα λόγια: αποκλείεται δηλαδή-θεωρώντας από την σκοπιά του πράγματος-η ανοιγόμενη ανοικτοσύνη του Είναι, μέσα στην οποία εμφανίζεται κατά πρώτον το Υπαρκτό ως αποκεκαλυμμένο, το Είναι του Υπαρκτού ως αναπαραστατικότητα; Απωθεί το περιεχόμενο (Anwesen-κτήμα, περιουσία) του Υπαρκτού μέσα στην από-κάλυψη του Είναι το γεγονός ότι αποτελεί αναπαράσταση μακριά από τον εαυτό του; Είναι το ακάλυπτο και η βεβαιότητα ασύμβατα μεταξύ τους; Αρνείται η τοποθέτηση του ανθρώπου ως όντος που προβάλλει από το ξέφωτο του Είναι την αγκίστρωση στην ανθρώπινη αναπαραστατική αναφορά προς το Υπαρκτό; Δεν θα ήταν δυνατόν να σκεφτούμε, πως με τον ερχομό της νεωτερικής φιλοσοφίας της συνείδησης, η οποία βρήκε στον Descartes τον ιδρυτή και πρόδρομο της, έχει διαπιστωθεί η σημασία μιας δομής μέσα στην ανθρώπινη αντίληψη του Είναι, αν και υπερτονισμένη και απολυτοποιημένη; Μέσα σε αυτή την απολυτοποίηση δεν μπορεί να φανεί ούτε η εκστατική ουσία του ανθρώπου, ούτε το Είναι ως αποκάλυψη, ούτε η αλήθεια ως το ακάλυπτο, ούτε το υπαρκτό ως αποκεκαλυμμένο. Ίσως όμως είναι δυνατόν, η υποκειμενικότητα του αναπαριστάνοντος υποκειμένου, η οποία στηρίζεται στον εαυτό της και εγκαθιδρύει τον εαυτό της, να υπερβαθεί, με το να εγκαταστήσουμε τον αναπαριστάνοντα άνθρωπο και το αναπαριστάμενο αντικείμενο, αυτό το αναφορικό όλο, πάλι μέσα στην πρωταρχική ανοικτοσύνη του ανθρώπου προς τον ακάλυπτο χαρακτήρα του Είναι, χωρίς να εγκαταλείψουμε την αναπαράσταση, ως ένα αυτοτελή και νόμιμο τρόπο ύπαρξης. Το ακάλυπτο του Είναι, η αποκαλυπτική ουσία της ιδιότητας αυτής, θα ήταν το πρόδρομο ξέφωτο, που αποκαλύπτει-περιλαμβάνει τον άνθρωπο και το αντικείμενο. Μόνο εφόσον ο άνθρωπος και το πράγμα είναι αποκαλυμμένα μέσα στον ακάλυπτο χαρακτήρα του Είναι, είναι ο άνθρωπος σε θέση να πλησιάσει το Υπαρκτό αναπαριστώντας, και το Υπαρκτό μπορεί να εμφανιστεί ως αντικείμενο της ανθρώπινης αναπαράστασης. Το ερέθισμα προς αυτά τα ερωτήματα το οφείλουμε στην σκέψη του Eugen Fink, και ιδιαιτέρως στο έργο του «Είναι, Αλήθεια, Κόσμος» (Sein, Wahrheit, Welt), όπου εντός του κοσμολογικού ορίζοντα των ερωτημάτων, το κεντρικό πρόβλημα είναι η εσωτερική συσχέτιση μεταξύ Είναι και ξέφωτου από την μια και Είναι και γνώσης από την άλλη41. Ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα που επισημαίνει το πρόβλημα αυτό, ας παραταθεί εδώ: «Η θεμελιώδης σχέση Είναι και γνώσεως δεν είναι χωρίς μια ουσιαστική αναφορά στη θεμελιώδη σχέση Είναι και ξέφωτου. Μπορεί να θεωρήσει κανείς, πως μια «γνώση» (διαπίστωση) των πραγμάτων μέσω ενός ανθρώπινου υποκειμένου, είναι δυνατή μόνο εάν προηγουμένως ο γνωρίζων άνθρωπος και το προς γνώσιν πράγμα έχουν ήδη «αναδυθεί». Πολύ πιο δύσκολο όμως είναι νά δει κανείς και να κατανοήσει, εάν ο προς-όψιν-ερχομός κάθε πεπερασμένου έχει μια εσωτερική, αναγκαία αναφορά προς την ανθρώπινη γνώση. Σε ποιο βαθμό ανήκει η γνώση των πραγμάτων (η ιδιότητα τους να μπορούν να γνωσθούν, Gewußtsein) μέσα στην ουσία του Είναι- η γνώση πως ανήκει ο άνθρωπος εκεί; Η θέση του ανθρώπου μέσα στον κόσμο καθορίζεται και από το γεγονός, πως η αυτοαποκάλυψη των πραγμάτων ανοίγεται στον άνθρωπο γνωσιακά»42. Η αναπαριστάνουσα συσχέτιση, που μπορούμε να την ονομάσουμε και αναφορά στη γνώση, δεν αιωρείται, αλλά είναι ενσωματωμένη στην πρόδρομη συσχέτιση προς το ξέφωτο του Είναι. Το Υπαρκτό που περιβάλλει τον άνθρωπο, είναι το αποκαλυμμένο και αναπαραστημένο, και αντίστοιχα εγνωσμένο ταυτόχρονα. Είναι αποκαλυμμένο εφόσον αναδύεται από τον ακάλυπτο χαρακτήρα του Είναι. Αυτό ισχύει όμως και για τον άνθρωπο ως Υπαρκτό εν μέσω του παγκοσμίως εξαπλωμένου Υπαρκτού-με τη διαφορά πως αυτός υπάρχει ως το Υπαρκτό που κατανοεί το Είναι, ως εκείνο το Υπαρκτό το οποίο περιβάλλεται από το κοσμικό ακάλυπτο χαρακτήρα του Είναι μαζί με όλα τα άλλα ενδοκοσμικά Υπαρκτά, το οποίο όμως παραμένει ταυτόχρονα ανοικτό για τον αποκαλυπτικό-τα πάντα συμπεριλαμβάνοντα ακάλυπτο χαρακτήρα του Είναι. Η ανθρώπινη όμως κατανόηση του Είναι δεν εξαντλείται στο να αντιλαμβάνεται το Υπαρκτό, μέσα από τον ακάλυπτο χαρακτήρα του Είναι, ως κάτι που έχει εγκαταλειφθεί στο ακάλυπτο και είναι παρόν εκεί. Ο άνθρωπος στέκει προς το Υπαρκτό, που τον περιβάλλει στις κοντινές ή απομακρυσμένες ζώνες, και με μια αναφορά αναπαράστασης και αντίστοιχα γνώσης, μέσα στην οποία (αναφορά) εμφανίζει το Υπαρκτό ως αποκεκαλυμμένο, αλλά και ταυτόχρονα ως αντικείμενο της γνώσης του. Η τάξη πραγμάτων, την οποία εδώ απλώς υπονοούμε, και στην οποία αποβλέπει η ερώτηση μας, μας εξαναγκάζει να επισημάνουμε μέσα στην ανθρώπινη κατανόηση του Είναι μια διαφορά που αποτελεί ένα ξεχωριστό είδος: η διαφορά μεταξύ του Είναι ως αποκεκαλυμμένος χαρακτήρας του Υπαρκτού, που πηγάζει από τον ακάλυπτο χαρακτήρα του Είναι, και του Είναι ως Υπαρκτό που είναι αναπαραστημένο ή εγνωσμένο, το οποίο αναφέρεται στη συσχέτιση της αναπαράστασης ή της γνώσης. Όλους τους ανθρώπινους τρόπους αναπαράστασης (cogitationes) και τις μορφές γνώσης, που από την πλευρά τους είναι ριζωμένα στην ανοικτοσύνη για τον κοσμικό ακάλυπτο χαρακτήρα του Είναι και της αποκαλυπτικής ουσίας του, τούς αντιλαμβανόμαστε ως τους χαρακτηριστικούς για τον άνθρωπο τρόπους παρουσίασης του Υπαρκτού.

Με τα ερωτήματα αυτά ανοίγεται πιθανόν ένας νέος δρόμος, πάνω στον οποίο οι αναλυτικές της προθέσεως έρευνες του Husserl , σε συσχέτιση προς τον πλούτο των βιωμάτων της συνείδησης, που είναι στο σύνολο τους μορφές της αναπαράστασης και της γνώσης, μπορούν να τύχουν επεξεργασίας με ένα θετικό τρόπο και να προσληφθούν. Μια τέτοια θετική επεξεργασία και πρόσληψη θα αποδειχθεί μόνο τότε ως πραγματοποιήσιμη, όταν θα είναι δυνατόν να καταδειχθεί, το ότι και το πως η συσχέτιση μεταξύ αναπαριστάνοντος και αναπαριστανόμενου ριζώνει μέσα στον τα πάντα συμπεριλαμβάνοντα-αποκαλύπτοντα ακάλυπτο χαρακτήρα του Είναι, που ταυτόχρονα προεξέχει μέσα στην κατανόηση του ανθρώπου, και με τον τρόπο αυτό υφέρπει στην αναφορά της αναπαράστασης.


                           Τέλος

ΣΧΟΛΙΟ: Ας δούμε όμως πώς κατέστη δυνατή η κατασκευή τού Καρτεσιανού ΕΓΩ τό οποίο γύρισε σελίδα στήν φιλοσοφία καί τήν θεολογία, δίνοντας σήμερα τήν ευκαιρία τής επανερμηνείας στόν Χάιντεγκερ, θεμελιώνοντας τοιουτοτρόπως τήν απόρριψη τής Αρχαίας Ελληνικής φιλοσοφίας καί τήν υποτιθέμενη συνέχειά της στόν Σχολαστικισμό.

Η ισχυρότερη πηγή αμφιβολίας, σύμφωνα με τον Descartes, είναι η ιδέα ενός παντοδύναμου Θεού:

         " “Ακλόνητα ριζωμένη στον νού μου είναι η προ πολλού υφιστάμενη γνώμη ότι υπάρχει ένας παντοδύναμος Θεός, ο οποίος με κάνει το είδος του πλάσματος που είμαι. Πώς γνωρίζω ότι δεν έγινε αίτιος να μην υπάρχει ή ούτε ουρανός ούτε εκτεινόμενο πράγμα ούτε σχήμα ούτε μέγεθος ούτε τόπος, ενώ συγχρόνως εξασφάλισε ότι όλα αυτά τα πράγματα θα φαίνονται σ’εμένα να υπάρχουν όπως ακριβώς κάνουν τώρα; Ακόμη περισσότερο, αφού ενίοτε πιστεύω ότι κάποιοι άλλοι πλανώνται σε περιπτώσεις όπου νομίζουν ότι διαθέτουν την πιο τέλεια γνώση, δεν είναι πιθανό να σφάλλω κατά παρόμοιο τρόπο κάθε φορά που προσθέτω δύο και τρία ή υπολογίζω τις πλευρές ενός τετραγώνου, ή σε κάποιο ακόμη πιο απλούστερο ζήτημα, εάν τούτο είναι νοητό;” (ΑΤ, 7:21 CSM, 2:14).

“Ο Descartes αρχίζει τον Δεύτερο Στοχασμό υποστηρίζοντας ότι είναι αναγκαίο να ανακαλύψουμε ένα αρχιμήδειο σημείο στο οποίο να στηριχθούμε για να αναζητήσουμε βεβαιότητα και ισχύ. Ανακαλύπτεται αυτό το σημείο στον ίδιο τον άνθρωπο. Ο Descartes ισχυρίζεται ότι ακόμη κι αν ο άνθρωπος εξαπατάται από κάποια κακόβουλη μεγαλοφυΐα, αναμφίβολα υπάρχει. «Αφήστε τον να με εξαπατά όσο μπορεί, ποτέ δεν θα καταφέρει να είμαι τίποτα ενόσω σκέπτομαι ότι είμαι κάτι. […] Αυτή η απόφανση είμαι, υπάρχω είναι κατ’ανάγκην αληθής οποτεδήποτε τίθεται από εμένα ή συλλαμβάνεται στον νου μου» (ΑΤ, 7:25 CSM, 2:17). 

Το αρχιμήδειο σημείο του Descartes είναι επομένως η βεβαιότητα της δικής του ύπαρξης. "

Τό ergo sum λοιπόν τού Καρτέσιου είναι ένα τείχος προστασίας τού ανθρώπου απέναντι στήν τρομακτική απειλή ενός παντοδύναμου θεού. Από εδώ ξεκινά ο Νέος Κόσμος. Αμέσως μετά τήν πτώση τής Κων/πόλεως. Υπάρχει λοιπόν ένα παραπέτασμα πού χωρίζει τήν διάνοιά μας από τό πνευματικό στοιχείο τήε φύσης μας, όπως ακριβώς υπάρχει ένα εωσφορικό παραπέτασμα στήν καρδία μας πού μάς χωρίζει από τά βάθη τής καρδίας όπου βρίσκεται ο νούς καί η χάρις τού βαπτίσματος. Αυτό τό αληθινό Εγώ κυριαρχεί σήμερα στό φιλοσοφικό καί ψυχολογικό τοπίο τής Ανατολής καί τής Δύσης μέ τό ένδυμα τού υπαρξισμού. Εισήλθε στήν ιστορία δημιουργώντας τό σιδηρούν παραπέτασμα καί διά τού οικουμενισμού θά ιδρύσει τό απόλυτο παραπέτασμα τής εποχής τού αντιχρίστου, προστατεύοντάς μας από τό θεό. Τά προστατευτικά μέτρα απέναντι στόν Χριστό Σωτήρα καί τήν Θ. Ευχαριστία είναι η αρχή τής απωλείας.

ΑΦΟΎ ΛΟΙΠΌΝ ΕΞΑΣΦΑΛΊΣΤΗΚΕ ΤΌ ΚΑΡΤΕΣΙΑΝΌ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΟ ΑΠΟ ΤΗΝ ΣΚΟΤΕΙΝΗ ΠΑΝΤΟΔΥΝΑΜΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΑΝΟΙΧΤΗΚΕ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ, ΣΕ ΜΙΑ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΧΩΡΙΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΟ ΠΟΥ ΕΙΧΕ ΣΑΝ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ ΤΗΝ ΑΧΡΗΣΤΕΥΣΗ ΤΟΥ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΟΥ. ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΠΛΕΟΝ ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΟ ΓΙΑ ΝΑ ΕΞΑΣΦΑΛΙΣΕΙ ΤΗΝ ΑΙΣΘΗΣΗ ΤΗΣ ΥΠΑΡΞΕΩΣ. ΑΝΤΙΚΑΘΙΣΤΩΝΤΑΣ ΔΕ ΤΗΝ ΦΥΣΗ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΜΕ ΤΗΝ ΦΥΣΗ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ ΚΑΘΙΣΤΑΤΑΙ ΔΥΝΑΤΗ ΑΥΤΗ Η ΑΦΥΣΙΚΗ ΕΝΩΣΗ -ΣΤΟ ΞΕΦΩΤΟ ΤΗΣ ΑΠΟΚΑΛΥΨΗΣ ΤΟΥ ΕΙΝΑΙ- Η ΕΝΩΣΗ ΤΩΝ ΑΝΤΙΘΕΤΩΝ, ΤΟΥ ΔΟΥΛΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΑΦΕΝΤΗ ΚΑΙ Η ΟΛΟΚΛΗΡΩΣΗ ΤΗΣ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟΛΟΓΙΑΣ ΤΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ. 

ΜΙΑ ΑΠΡΟΣΔΟΚΗΤΗ ΝΙΚΗ ΤΟΥ ΑΘΕΙΣΜΟΥ ΔΙΑ ΤΗΣ ΜΟΙΡΑΣ Η ΟΠΟΙΑ ΑΝΤΙΚΑΘΙΣΤΑ ΕΠΙΤΥΧΩΣ ΤΗΝ ΠΡΟΝΟΙΑ ΚΑΘΟΤΙ ΚΑΙ Ο ΖΑΡΑΤΟΥΣΤΡΑΣ ΜΕ ΤΟ ΕΓΩ ΤΟΥ ΠΕΡΑΣΕ ΑΠΟ ΜΠΡΟΣ ΜΑΣ ΣΑΝ ΙΣΚΙΟΣ ΚΑΙ ΕΦΥΓΕ.