Παρασκευή 31 Ιανουαρίου 2020

ΤΟ ΡΟΜΑΝΤΙΚΟ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ ΤΗΣ ΕΡΜΗΝΕΙΑΣ ΤΟΥ ΠΛΑΤΩΝΟΣ. (1)-επανάληψη

ΤΟ ΡΟΜΑΝΤΙΚΟ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ ΤΗΣ ΕΡΜΗΝΕΙΑΣ ΤΟΥ ΠΛΑΤΩΝΟΣ. 
Του Hans Kramer.

Ο ιστορικός είναι ένας προφήτης στραμμένος πρός τα πίσω. F Schlegel.
          
Η ερμηνεία του Πλάτωνος που δόθηκε απο τον Σλαϊερμάχερ και η επιρροή της στις σύγχρονες σπουδές.
         
Image result for ρομαντισμοςΕάν θα έπρεπε να τραβήξουμε μία διαχωριστική γραμμή η οποία θα σημάδευε την αρχή τής μοντέρνας εποχής όσον αφορά τις ερμηνείες τού Πλάτωνος, δέν υπάρχει αμφιβολία ότι αυτή θα έπρεπε να συμπίπτει με την έκδοση τής μεγάλης μεταφράσεως τών έργων τού Πλάτωνος την οποία επιμελήθη ο F.E.D. Σλαϊερμάχερ και δημοσιεύθηκε ανάμεσα στο 1804 και το 1828, με μία γενική εισαγωγή  η οποία χαράζει μία εικόνα του Πλάτωνος η οποία γνώρισε μία μεγάλη επιρροή όχι μόνον στην Γερμανία, αλλά σε όλη την Ευρώπη, και η οποία περιείχε μερικές ιδέες οι οποίες ήταν προορισμένες να αφήσουν εποχή, τουλάχιστον σ'ένα σημείο κλειδί.
          Οι ουσιώδεις γραμμές σύμφωνα με τις οποίες ο Σλαϊερμάχερ σχηματίζει την εικόνα του Πλάτωνος είναι οι παρακάτω:
          Κατ'αρχάς οι διάλογοι υπολογίζονται σαν έργα τέχνης όπου μορφή και περιεχόμενο συνδέονται με τρόπο που αποτελεί την δομή τους και επομένως είναι αξεχώριστα το ένα από το άλλο. Επομένως η κατανόηση τής μεθόδου και τού περιεχομένου τών διαλόγων ταυτίζονται ολοκληρωτικώς με την συστηματική κατανόηση τής φιλοσοφίας του με την καθολική έννοια.
          Και δεύτερον και κατά συνέπειαν, η έμμεση παράδοση η οποία μας αναφέρει πληροφορίες γύρω από τα προφορικά δόγματα του Πλάτωνος τα οποία παρουσίαζε στο εσωτερικό τής Ακαδημίας, υποβαθμίζεται ολοκληρωτικώς, και υπολογίζεται σαν εντελώς περιθωριακή, καθότι δέν εκφράζει τίποτε νεώτερο! Ανάμεσα στο εξωτερικό και το εσωτερικό δέν υπάρχει καμμία διαφορά περιεχομένων, οποιουδήποτε είδους!
          Όπως είναι γνωστό, για μάς, η πιό πλούσια και πιό σίγουρη πηγή πληροφοριών γύρω απο τα προφορικά δόγματα του Πλάτωνος είναι ο Αριστοτέλης. Και όπως είναι επίσης γνωστό, για τους μοντέρνους ερμηνευτές τού Αριστοτέλη, ένα πρόβλημα ιδιαιτέρως δύσκολο να βρεί την λύση του γεννιέται σ'εκείνα τα χωρία όπου αυτός μιλά για τον Πλάτωνα και του αποδίδει θεωρίες, οι οποίες όπως όλοι αναγνωρίζουν σήμερα, δέν συναντώνται στους διαλόγουςΚαι όμως η θέση την οποία λαμβάνει ο Σλαϊερμάχερ είναι εκπληκτική.
          Από το ένα μέρος προσπαθεί να αρνηθεί αυτές τις διαφορές και ισχυρίζεται ότι ο Αριστοτέλης "δέν επικαλείται ποτέ άλλες πηγές, αλλά αναφέρεται πάντοτε στα γραπτά που διαθέτουμε!". Αλλά αμέσως μετά προσπαθεί να δικαιολογήσει την δήλωσή του, η οποία βρίσκεται σε αντίφαση με τα δεδομένα που διαθέτουμε, δηλώνοντας επακριβώς: "και όπου, εδώ και εκεί, γίνεται αναφορά για άλλες χαμένες διδασκαλίες ή ίσως προφορικές, αυτές οι αναφορές δέν περιέχουν κάτι που δέν διαβάζεται στα γραπτά μας ή που διαφέρει εντελώς από αυτά".
          Έτσι λοιπόν σύμφωνα με τον Σλαϊερμάχερ η έμμεση παράδοση δέν προσθέτει τίποτε καινούργιο αναφορικά με τα γραπτά ή τουλάχιστον τίποτε που δέν θα μπορούσε να αλιευθεί και απο αυτά και επομένως δέν προσφέρει καμμία βοήθεια η ερμηνεία της! Τοιουτοτρόπως οι διάλογοι τού Πλάτωνος υπολογίζονται στην αυτάρκεια τους και δέν απαιτούν καμμία βοήθεια πέραν αυτών για να ερμηνευθούν!
          Και τρίτον, τελικώς ο Σλαϊερμάχερ είναι πεπεισμένος ότι στους διαλόγους περιέχεται μία ενότης σκέψεως, δηλαδή ένα αληθινό και πραγματικό σύστημα! Αυτό το σύστημα όμως δέν εκφράζεται ποτέ σ'έναν ξεχωριστό διάλογο, αλλά εκτυλίσσεται σε διαδοχικές στιγμές, βασισμένο σε ένα σύνθετο και ακριβές σχέδιο επικοινωνίας διδακτικού χαρακτήρος!
          Στην βάση αυτού του σχήματος ο Σλαϊερμάχερ διακρίνει τους Πλατωνικούς διαλόγους σε τρείς βασικές ομάδες : α) στοιχειώδεις, β) εκείνους που παρουσιάζουν το σύστημα με έμμεσο τρόπο και γ) εκείνους που παραθέτουν το σύστημα μ'έναν τρόπο εποικοδομητικό και άμεσο. Σ'αυτή την τριπλή διάκριση προσθέτει μία δεύτερη, ξανά τριαδικής υφής, σύμφωνα με την οποία α) μερικοί διάλογοι πρέπει να υπολογισθούν σαν βασικοί, β) άλλοι σαν συμπληρωματικοί, γ) ενώ άλλοι τέλος, πρέπει να θεωρηθούν ευκαιριακά γραπτά.
          Η καλλιτεχνική μορφή συλλαμβάνεται και πραγματοποιείται σύμφωνα με μία ενοποιό οπτική, την οποία ο Πλάτων πραγματοποιεί, επιβάλλοντας έναν συντονισμό πολύ καλά υπολογισμένο τών μερών με το όλον, τόσο στο εσωτερικό κάθε διαλόγου, όσο και στο παιχνίδι των σχέσεων ανάμεσα σε διάλογο και διάλογο και ανάμεσα σε κάθε διάλογο σε σχέση με το σύνολο του σε ένα ολοκληρωμένο όραμα! Η καλλιτεχνική μορφή πραγματοποιείται τέλος στο πεδίο του διαλόγου των γραπτών, με όλες τις συνέπειες που επιφέρει και επομένως με τις διάφορες μιμητικές στιγμές και τις σκηνικές αναπαραστάσεις που απαιτεί ο διάλογος. Και σ'αυτό το διαλογικό πλαίσιο συγκλίνουν επιπλέον διάφορες τεχνικές προφορικής επικοινωνίας , με την χρήση προσωπείων ή μεταφορικών σημείων. Και τέλος αποκτούν σπουδαιότητα τα παιχνίδια των αποριών, των διακοπών που προηγούνται των συμπερασμάτων και διάφορα άλλα μυστικά αυτού του είδους.
          Όποιος θέλει να κατανοήσει βαθειά την σκέψη του Πλάτωνος, σύμφωνα με τον Σλαϊερμάχερ, πρέπει να κατανοήσει καλά αυτή την καλλιτεχνική μορφή των γραπτών του, διότι μόνον μέσω αυτής εισερχόμαστε στα φιλοσοφικά περιεχόμενα που εκφράζουν.
          Η θέση της αυτάρκειας των πλατωνικών γραπτών και της συνθετικής ενότητος μορφής και περιεχομένου επιβλήθηκε στην μοντέρνα εποχή σαν ένα βασικό παράδειγμα βάσης. Σχεδόν όλοι οι μελετητές απέκρουσαν τον τρόπο με τον οποίο ο Σλαϊερμάχερ προσπαθούσε να πραγματοποιήσει αυτό το παραδειγματικό σχέδιο, μή αποδεχόμενοι ότι οι διάλογοι ξεδιπλώνουν την ενότητα του συστήματος με διαδοχικούς σταθμούς σύμφωνα με ένα διδακτικό σχέδιο, παρά το ότι αποδέχτηκαν την αυτάρκεια των γραπτών. Στον συγκεκριμένο τρόπο τής άρθρωσης τού παραδείγματος τής αυτάρκειας των Πλατωνικών γραπτών, την μεγαλύτερη επιρροή άσκησε παρ'όλα αυτά ο Σλέγκελ, όπως θα δούμε στην συνέχεια. Αλλά επειδή το παραδειγματικό πλαίσιο στην μορφή του, εκφράστηκε από τον Σλαϊερμάχερ στην γενική Εισαγωγή στην μετάφραση των διαλόγων του Πλάτωνος με διαύγεια και αυθεντία, σαν ο μεταφραστής ο οποίος προσπαθούσε να σταθεί όσο το δυνατόν, πιστότερος στο γράμμα τού κειμένου, είναι σωστό να ονομάσουμε τον Σλαϊερμάχερ τον κύριο δημιουργό του μοντέρνου παραδείγματος στις σπουδές του Πλάτωνος!
          Φυσικά θα μπορούσαμε να διαφωνήσουμε διότι πρός αυτή την κατεύθυνση στην οποία κινήθηκε ο Σλαϊερμάχερ είχαν ήδη προσπαθήσει να κινηθούν μερικοί και το '700, ακόμη και το '600. Αλλά όλα τα μεγάλα παραδείγματα δέν γεννιούνται έτσι ξαφνικά αλλά εμφανίζονται πάντοτε αποσπασματικές διατυπώσεις πρίν γεννηθεί η κατάλληλη στιγμή και ο κατάλληλος άνθρωπος που θα διατυπώσει πλήρως το παράδειγμα που θα επικρατήσει και θα εξασφαλίσει και την επίδραση του στον επιστημονικό κόσμο!
          Αυτό συνέβη και στην περίπτωση μας! Η αλληγορική ερμηνεία έφτανε στο τέλος της και δέν αποτελούσε πλέον ένα δυναμικό μοντέλο που θα κανόνιζε και θα πραγματοποιούσε την αλλαγή και ώς επί το πλείστον προσπαθούσαν οι περισσότεροι να τα βγάλουν πέρα με την άμεση παράδοση! Έτσι ο Σλαϊερμάχερ εμφανιζόμενος σαν ο μεγάλος μεταφραστής του Πλάτωνος έπεισε πλήρως την κατάλληλη στιγμή τον κόσμο των επιστημόνων.



ΕΔΩ ΠΝΙΓΟΝΤΑΙ ΚΑΙ ΟΙ ΔΙΑΛΟΓΟΙ ΤΩΝ "ΕΚΚΛΗΣΙΩΝ". ΣΤΟ ΓΡΑΜΜΑ.

Αμέθυστος. 

Αντίφαση και διαλεκτική (77)

Συνέχεια από:Πέμπτη 30 Ιανουαρίου 2020

ΑΝΤΙΦΑΣΗ ΚΑΙ ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ ΣΤΟΥΣ ΑΡΧΑΙΟΥΣ ΚΑΙ ΣΤΟΥΣ ΜΟΝΤΕΡΝΟΥΣ.
Του Enrico Berti.
         
                                               Κεφάλαιο ΙΙΙ.
         
ΜΕΤΟΠΙΣΗ ΤΗΣ ΑΝΤΙΦΑΣΕΩΣ ΚΑΙ “ΑΝΑΠΟΔΟΓΥΡΙΣΜΑ” ΤΗΣ ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗΣ ΤΟΥ ΕΓΕΛΟΥ ΣΤΟΝ ΜΑΡΞ ΚΑΙ ΣΤΟΝ ΜΑΡΞΙΣΜΟ.
          

Το ρεύμα τής μοντέρνας σκέψης, όπου πιο αποφασιστικά-παρότι με πολλές τροποποιήσεις- επανήλθε η Εγελιανή σύλληψη τής αντιφάσεως και τής διαλεκτικής, είναι χωρίς αμφιβολία ο Μαρξισμός, δηλαδή η σκέψη τού Μαρξ και όσων αναφέρονται με ακρίβεια περίπου, στην σκέψη του. Και πράγματι, οι μορφές τού ιδεαλιστικού νεοεγελιανισμού οι οποίες αναπτύχθηκαν ιδιαιτέρως στην Ιταλία και στην Αγγλία, προσπαθώντας να τακτοποιήσουν τό Είναι στην σκέψη, έδωσαν την εντύπωση ότι συλλαμβάνουν τήν αντίφαση και επομένως τήν διαλεκτική, σαν μία στιγμή και αντιστοίχως μία πρόοδο καθαρά ή πρωταρχικώς λογική, αποφεύγοντας μ’αυτόν τον τρόπο τις δυσκολίες πού συνδέονται με την πραγματική ύπαρξη τής αντιφάσεως. [Παρότι ο ιδεαλισμός ισχυρίζεται ότι η σκέψη είναι η αληθινή πραγματικότης, δηλαδή υπολογίζει την αντίφαση σαν τελείως πραγματική].
          Ενώ αντιθέτως ο Μαρξισμός εξ ’αιτίας τής ανατροπής τού συστήματος και τής διαλεκτικής τού Χέγκελ, με τήν υλιστική σημασία τών όρων, δεν δυσκολεύτηκε να κηρύξει τήν πραγματική ύπαρξη, την υλική, τής αντιφάσεως και έτσι έδωσε χώρο σε έναν πολύ ζωντανό διάλογο πάνω στο θέμα, τα αποτελέσματα τών οποίων διαλόγων συντρόφεψαν το ενδιαφέρον για τον ίδιο τον μαρξισμό αναλόγως των διαφορών τής μόδας στην αλληλοδιαδοχή τής εκάστοτε κουλτούρας. Η παραγωγή η οποία υπάρχει πλέον είναι ατελείωτη και διακρίνεται σ’αυτούς οι οποίοι ισχυρίζονται ότι οι “πραγματικές” αντιφάσεις για τις οποίες κάνει λόγο ο Μάρξ, δεν είναι αυθεντικές αντιφάσεις, δηλαδή παραβιάσεις τής αριστοτελικής αρχής τής μη-αντιφάσεως, και σ’αυτούς οι οποίοι ισχυρίζονται ότι είναι. Για να μην μακρυγορούμε στο θέμα όλης αυτής τής γραμματείας θα χρησιμοποιήσουμε την σύνθεσή της από τον M. MUGNAI τοποθετούμενοι στα επι μέρους μέχρις ότου εξέλθουμε από αυτό το χάος τού Μαρξισμού!
          Η πρώτη σημαντική τοποθέτηση του Μάρξ απέναντι στην αντίφαση περιέχεται όπως είναι φυσικό, στην κριτική τής Εγελιανής φιλοσοφίας τού κοινού δικαίου, τού 1843. Και φανερώνει αμέσως μία ξεκάθαρη συνείδηση  τού συγγραφέως, για τους διαφορετικούς τύπους τής αντιθέσεως με τους οποίους οφείλει να αναμετρηθεί. Κρίνοντας τήν δήλωση τού Χέγκελ σύμφωνα με την οποία ο πρίγκιπας θα έπρεπε να είναι ο μεσαίος όρος ανάμεσα σε δύο άκρα, δηλαδή στήν εξουσία τής κυβέρνησης και στην κοινωνία τών πολιτών, και βάσει τού συλλογισμού ή τής “λογικής αναφοράς”, το μέσον και τα άκρα είναι ανταλλάξιμα (πρόκειται για την γνωστή πρόταση a:b=b:c), ο Μάρξ παρατηρεί: “πραγματικές ακρότητες δεν μπορούν να μεσολαβηθούν μεταξύ τους, ακριβώς διότι είναι πραγματικά άκρα. Αλλά ούτε και χρειάζονται οποιαδήποτε μεσολάβηση, διότι είναι αντιθέτου φύσεως. Δεν έχουν τίποτε κοινό το ένα με το άλλο, δεν ολοκληρώνονται το ένα με το άλλο, δεν αναζητούνται το ένα με το άλλο. Το ένα δεν έχει στους κόλπους του πόθο, ανάγκη, δεν υπάρχει προκαταβολικώς τού άλλου”. Είναι φανερό ότι εδώ είμαστε στην παρουσία εκείνης που ο Χέγκελ, αλλά που ήδη ο Αριστοτέλης, ονόμαζε “απροσδιόριστη διαφορά” ή απλή διαφορά ανάμεσα στην οποία δεν υπάρχει αληθινή αντίθεση! Αμέσως μετά ο Μάρξ προσθέτει : “σ’αυτό μοιάζει να αντιτίθεται ο λόγος, les extremes se touchent, ότι δηλαδή ο βόρειος και ο νότιος πόλος έλκονται μεταξύ τους, όπως το θηλυκό και το αρσενικό φύλο… ο βόρειος πόλος και ο νότιος είναι και οι δύο πόλοι, η ουσία τους είναι ταυτόσημη, όπως ακριβώς και το θηλυκό φύλο και το αρσενικό είναι και τα δύο ένα γένος, μία ουσία, η ανθρώπινη ουσία. Βορράς και νότος είναι αντίθετοι προσδιορισμοί μίας ουσίας: η διαφορά μίας ουσίας στο πιο υψηλό της σημείο ανάπτυξης. Είναι η διαφοροποιημένη ουσία και σαν αυτός ο διαφοροποιημένος προσδιορισμός τής ουσίας. Αληθινά και πραγματικά άκρα θα ήταν ο πόλος και ο μη-πόλος, το ανθρώπινο γένος και το απάνθρωπο. Η διαφορά εδώ είναι μία διαφορά τής υπάρξεως, εκεί μία διαφορά τής ουσίας δύο ουσιών. Από την διαφορά επιστρέψαμε στην προσδιορισμένη διαφορά ή “αντίθεση”, με την Εγελιανή σημασία, η οποία θυμίζει, όπως το σημειώσαμε ήδη και όπως το αναγνώριζε και ο ίδιος ο Χέγκελ, την αριστοτελική αντίθεση ανάμεσα σε σχετιζόμενα (σχετικά) ή συσχετιζόμενα. Εδώ το παράδειγμα των πόλων παραπέμπει ακριβώς στην πολικότητα και η αναφορά τής ανάπτυξης, τής ουσίας και τής διαφοροποιημένης ουσίας, είναι αναφορές στην πολική αντίθεση τού Χέγκελ.
          Ο Μάρξ δεν λέει εάν αυτή η τελευταία είναι μία αληθινή και πραγματική αντίφαση, όπως ήταν για τον Χέγκελ, αλλά παρ’όλα αυτά δέχεται την ύπαρξη τής αντιφάσεως: δηλώνει δηλαδή ότι η αντίθεση ανάμεσα στον Πρίγκιπα και την κοινωνία τών πολιτών είναι μία αντίθεση, μάλιστα δε μία αντίφαση μόνον φαινομενική-καθότι, όπως είδαμε πιο πάνω είναι άκρα τα οποία δεν έχουν τίποτε κοινό- είναι μάλιστα “μία αντίφαση τού φαινομένου”, η οποία όμως “έχει μία λογική σε κάτι πιο βαθύ, δηλαδή σε μία ουσιώδη αντίφαση”, η οποία είναι “η αντίφαση τού πολιτικού κράτους με τον εαυτό του και επομένως τής κοινωνίας των πολιτών με τον εαυτό της”. Ας μην αναρωτηθούμε για την ώρα σε τί συνίσταται αυτή η αντίφαση τής κοινωνίας τών πολιτών: εκείνο που είναι ξεκάθαρο είναι ότι ο Μάρξ δηλώνει την ύπαρξή της και την υπολογίζει “ουσιώδη”, δηλαδή μη-φαινομενική, ούτε μόνον φαινομενική, αλλά κάτι παραπάνω. Θα δούμε λοιπόν ότι την μεταφέρει σε ένα διαφορετικό μέρος από εκείνο όπου την τοποθετεί ο Χέγκελ - και μπορούμε να πούμε ότι ο Μάρξ δέχεται τον ίδιο τύπο τής αντιφάσεως που δεχόταν ο Χέγκελ ακόμη και στην εργασία στην οποία τού ασκεί κριτική!
          Από το άλλο μέρος, στο ίδιο έργο, ο Μάρξ χρησιμοποιεί και διαφορετικά την αντίφαση: “δεν μπορούμε να κατηγορήσουμε τον Χέγκελ -δηλώνει- διότι περιγράφει το είναι τού μοντέρνου κράτους όπως αυτό είναι, αλλά επειδή πλασάρει αυτό που είναι σαν τήν ουσία τού κράτους. Ότι το λογικό είναι πραγματικό, αυτό ακριβώς είναι σε αντίφαση με την άλογη πραγματικότητα η οποία είναι  παντού το αντίθετο εκείνου πού εκφράζει, και εκφράζει το αντίθετο εκείνου που είναι, και αμέσως μετά υπονοεί μία φόρμα που ξεγελά τον εαυτό της, η οποία αντιφάσκει, μία φαινομενική φόρμα η οποία θα φανερωθεί σαν καθαυτή, ένα πρόσχημα! Εδώ αντίφαση σημαίνει αντίθεση με την πραγματικότητα και επομένως λάθος ερμηνείας, ανταλλαγή τής αληθινής πραγματικότητος με την φαινομενικότητα, οπότε μπορούμε να πούμε ότι κατά κάποιο τρόπο ο Μάρξ, κατηγορώντας τον Χέγκελ ότι είναι σε αντίφαση με την πραγματικότητα, χρησιμοποιεί την α.τ.μ.α. με αναιρετικό σκοπό. Έτσι λοιπόν στην ίδια εργασία από το ένα μέρος ο Μάρξ δέχεται τήν πραγματική ύπαρξη τής αντιφάσεως και από το άλλο, ισχυρίζεται ότι μία συζήτηση που είναι σε αντίφαση με την πραγματικότητα είναι μία συζήτηση λανθασμένη, θεωρώντας τήν αντίφαση σαν κάτι που πρέπει να αποφύγουμε! Είμαστε απέναντι σε μία αντίφαση ανάμεσα στον Μάρξ και τον Μάρξ, όπως εκείνη που φανερώσαμε ανάμεσα στον Χέγκελ και τον Χέγκελ;

Συνεχίζεται.
Αμέθυστος.

Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαιος: “Η εκπαίδευσις φαίνεται ότι αδιαφορεί πλέον διά την πνευματικήν φύσιν του ανθρώπου και στρέφει τους νέους πρωτίστως προς τον εαυτόν των και τας ανάγκας των παρά προς το κοινόν καλόν”


Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαιος:
“Η εκπαίδευσις φαίνεται ότι αδιαφορεί πλέον διά την πνευματικήν φύσιν του ανθρώπου και στρέφει τους νέους πρωτίστως προς τον εαυτόν των και τας ανάγκας των παρά προς το κοινόν καλόν”

Ομιλία στο πλαίσιο του λαμπρού εορτασμού της μνήμης των Τριών Ιεραρχών στο Φανάρι.
Με ιδιαίτερη λαμπρότητα τιμήθηκε στο Σεπτό Κέντρο της Πρωτοθρόνου Εκκλησίας της Κωνσταντινουπόλεως, σήμερα, Πέμπτη, 30 Ιανουαρίου, η μνήμη των Τριών Ιεραρχών και «Προστατών των Γραμμάτων». Στην ομιλία του ο Οικουμενικός Πατριάρχης υπογράμμισε τη σημασία να διαφυλάξουμε “ως κόρην οφθαλμού” την πνευματική κληρονομιά του Γένους, η οποία αποτελεί “ανάχωμα κατά των διαβρωτικών διά τον άνθρωπον και την ελευθερίαν του τάσεων του συγχρόνου πολιτισμού”, και να την μεταβιβάσουμε στη νέα γενιά, η οποία “είναι και σήμερα «νεότης αμελουμένη» (Ιωάννης Χρυσόστομος, PG 58, 504) και «αμελούσα» τον πνευματικόν της προορισμόν”.

“Δυστυχώς, η εκπαίδευσις φαίνεται ότι αδιαφορεί πλέον διά την πνευματικήν φύσιν του ανθρώπου και στρέφει τους νέους πρωτίστως προς τον εαυτόν των και τας ανάγκας των παρά προς το κοινόν καλόν, προς την «επιτυχίαν» παρά προς την διακονίαν. Η Εκκλησία προβληματίζεται διά το κυρίαρχον σήμερον «εκκοσμικευμένον ατομοκεντρικόν εκπαιδευτικόν σύστημα» (Εγκύκλιος Αγίας και Μεγάλης Συνόδου, § 9), το οποίον μεταδίδει εις τους νέους, εν ονόματι ενός δήθεν αμιγώς ανθρωπιστικού προσανατολισμού της παιδείας, ατομοκεντρικά και ευδαιμονιστικά πρότυπα.
Από την ανεξάντλητον πηγήν της Πατερικής σοφίας πρέπει να αντλή προσανατολισμόν η Παιδαγωγική και όχι να θεωρή ως κυρίαν κανονιστικήν αρχήν τα σύγχρονα πολιτισμικά δεδομένα. Είναι αυτονόητον ότι αι απόψεις περί του ανθρώπου, της προελεύσεως και του προορισμού του, περί της ευδαιμονίας και της ελευθερίας του, περί του ήθους και του πολιτισμού του, περί της τελικής προοπτικής της ζωής του, προσδιορίζουν αντιστοίχως και την θεώρησιν και την κατεύθυνσιν της παιδείας του. Οι Πατέρες είναι προστάται μιάς παιδείας, η οποία οδηγεί τους νέους από το «ίδιον» εις το «κοινόν», από το «άτομον» εις το «πρόσωπον», από την εσωστρέφειαν εις την αλληλεγγύην, από τον εγωκεντρισμόν εις την προσφοράν. Ο κλειστός προς τον συνάνθρωπόν του άνθρωπος εκπροσωπεί κατά τους Πατέρας μίαν κατ᾿ εξοχήν ηλλοτριωμένην μορφήν ανθρωπίνης υπάρξεως. Επί τη βάσει αυτών των αρχών θα δυνηθώμεν να βοηθήσωμεν την νέαν γενεάν να στραφή προς τα ουσιώδη και καίρια του βίου μέσα εις την πλήρη αντιφάσεων σύγχρονον πραγματικότητα. Μόνον τότε θα διασωθή η ιδέα του «δασκάλου» και του «μαθητού», η σοφία της παιδαγωγίας και το πνεύμα της μαθητείας. Μόνον τότε η παιδεία θα παραμείνη «θεραπεία ψυχής», «αγία αποστολή»”.

Προηγουμένως ο Παναγιώτατος είχε επισημάνει ότι η εορτή των Τριών Ιεραρχών είναι ευκαιρία επιστροφής στις πνευματικές ρίζες του Γένους, για να αντλήσουμε “νάματα ευσεβείας” και να ενδυναμωθούμε για την καλή μαρτυρία μας στον κόσμο.[Aυτό ακριβώς είναι τά άτομο]

  “Η αναφορά εις τους τρεις οικουμενικούς θεολόγους της Εκκλησίας είναι οδοδείκτης διά την ζωήν μας εις το παρόν και διά την πορείαν μας προς το μέλλον. Αξιοθαύμαστος;;; είναι η αφιέρωσίς των ψυχή τε και διανοία και σώματι εις τον Χριστόν και εις την Εκκλησίαν, εις την υπεράσπισιν του χριστιανικού δόγματος, η λιπαρά θεολογική και θύραθεν παιδεία των, η φιλάνθρωπος δράσις των και το ενδιαφέρον των διά την νεότητα. Οι Πατέρες ήσαν εκφρασταί μιάς θεολογίας, πιστής εις την παράδοσιν και ανοικτής εις τον κόσμον;;;, η οποία συνέδεε την πράξιν με την θεωρίαν, την πίστιν με την ζωήν, πάντοτε με διάθεσιν ποιμαντικήν – θεολογούσα «αλιευτικώς»-, πάντοτε με συγκεκριμένην αναφοράν εις τας υπαρξιακάς αναζητήσεις και τον εν Χριστώ αιώνιον προορισμόν του ανθρώπου.
Και η συνάντησις με την ελληνικήν σκέψιν δεν ήτο διά τους Πατέρας θεωρητική υπόθεσις, αλλά συνεδέετο με την σωτηρίαν μας. Αυτό το σωτηριολογικόν ενδιαφέρον υπήρξε καθοριστικός παράγων διά την εξέλιξιν της αξονικής διά την ιστορίαν της Εκκλησίας ταύτης συναντήσεως. Η επαφή με την ελληνικήν φιλοσοφίαν όχι μόνον δεν παρήγαγεν «εξελληνισμόν του Χριστιανισμού», ως διατείνονται δυτικοί κριταί της Πατερικής σκέψεως, αλλά ωδήγησεν εις τον «εκχριστια-νισμόν», τον «εκκλησιασμόν», το «βάπτισμα» του Ελληνισμού, δηλαδή εις την χρήσιν των φιλοσοφικών εννοιών διά την έκφρασιν της εκκλησιαστικής εμπειρίας, εις το «καινοτομείν τα ονόματα». Η θέσις των Πατέρων εν προκειμένω είναι το πρότυπον διά την σχέσιν ημών με τον πολιτισμόν γενικώτερον. Δεν πρέπει η στάσις του χριστιανού απέναντι εις τον πολιτισμόν να είναι αμυντική ούτε απορριπτική. Αυτό είναι η επιταγή της πίστεώς μας, η οποία μας καλεί εις μεταμόρφωσιν του πολιτισμού;;;. Και ο απαραίτητος όρος διά να συμβή αυτό είναι να γνωρίζωμεν τον πολιτισμόν, να τον μελετώμεν, να ασχολούμεθα με αυτόν. Δεν αλλάζουν τα πράγματα εξ αποστάσεως!
      Αυτός ο τρόπος του θεολογείν, με την διπλήν αναφοράν εις την παράδοσιν της πίστεως και εις την εκάστοτε σύγχρονον πραγματικότητα, έχει διαχρονικήν αξίαν και ισχύει και δι ημάς σήμερον. Και σήμερον η θεολογία καλείται να διατυπώση τον λόγον της εν ημίν ελπίδος έναντι των σημείων των καιρών. Εις χώρος, ο οποίος εις την εποχήν μας ευρίσκεται εις συνεχή κρίσιν λόγω των κοινωνικών αλλαγών, της κυριαρχίας της τεχνολογίας και του οικονομισμού, είναι η παιδεία. Είμεθα βέβαιοι, ότι επί τη βάσει των παραδοχών των Πατέρων δύναται να διατυπωθή μία εναλλακτική πρότασις παιδείας με πανανθρωπίνην εμβέλειαν”.

Ο Οικουμενικός Πατριάρχης έκανε ιδιαίτερη αναφορά στην πνευματική παρακαταθήκη των Τριών Ιεραρχών.

“Η παρακαταθήκη των Τριών Ιεραρχών εις τον χώρον της αγωγής της νέας γενεάς είναι η παιδεία του προσώπου. Γενικώτερον, η έννοια του προσώπου αποτελεί την μεγάλην προσφοράν των Πατέρων εις τον πολιτισμόν. «Το πρόσωπον ως έννοια και ως βίωμα είναι γέννημα και θρέμμα της Πατερικής Θεολογίας. Χωρίς αυτήν δεν είναι δυνατόν να κατανοηθεί ούτε να δικαιωθεί το βαθύτατον περιεχόμενόν του», σημειώνει ο Μητροπολίτης Περγάμου Ιωάννης (Από το προσωπείον εις το πρόσωπον», Χαριστήρια προς τιμήν του Μητροπολίτου Γέροντος Χαλκηδόνος Μελίτωνος, Θεσσαλονίκη 1977, σ. 287). Προσωποκεντρικός πολιτισμός είναι η αντίστασις εις τας αντικειμενοποιήσεις του ανθρώπου, είτε εις το όνομα της προόδου της επιστήμης και της τεχνολογίας, είτε χάριν της οικονομικής αναπτύξεως, του εθνικισμού, ποικίλων δογματισμών και φονταμενταλισμών, του ατομοκεντρισμού, του κολλεκτιβισμού θρησκευτικού ή κοσμικού τύπου. Ο πολιτισμός του προσώπου είναι άρνησις και ακύρωσις της λογικής του «μη – πολιτισμού» του Έχειν, χαρακτηριστικόν του οποίου είναι το «πλέον έχειν» και το «ακόρεστον» Ο Μέγας Βασίλειος παρομοιάζει τον άνθρωπον του Έχειν με τον Άδην, ο οποίος δεν χορταίνει θάνατον. «Ο άδης ουκ είπεν· αρκεί, ουδέ ο πλεονέκτης είπε ποτέ· αρκεί» (ΒΕΠΕΣ 57, 72, 3-4). Ο ιερός Χρυσόστομος είχε χαρακτηρίσει τας λέξεις «το εμόν και το σον» ως «ψυχρόν ρήμα... μυρίους πολέμους εις την οικουμένην εισαγαγόν». Τίποτε, κατά τον Χρυσορρήμονα, δεν υποδουλώνει τον άνθρωπον περισσότερον από το «πολλών δείσθαι» (Εις τον ρθ’ Ψαλμόν, PG 55, 279). Και σήμερα, σπουδαίοι στοχασταί προειδοποιούν ότι, εάν η παγκόσμιος κοινωνία παραμείνη προσανατολισμένη εις την ευημερίαν και δεν στραφή προς την αλήθειαν και την ελευθερίαν, είναι αδύνατον να επιβιώση.
Προσωποκεντρικόν ήθος εις τον χώρον της εκπαιδεύσεως είναι η παιδεία ελευθερίας και ευθύνης, το «ήθος του δασκάλου» και η «ασκητική της μαθητείας». Ο διδάσκαλος είναι εδώ περισσότερον από απλούς «εκπαιδευτικός», ο μαθητής είναι περισσότερον από «εκπαιδευόμενος», το σχολείον δεν είναι μόνον χώρος μεταδόσεως χρηστικών γνώσεων και πληροφοριών, αλλά πεδίον αγωγής αξιών, καλλιεργείας πνεύματος προσφοράς και κοινωνικής υπευθυνότητος. Τα πάντα εις το πλαίσιον αυτό φέρουν την σφραγίδα της προσωπικής μετοχής, της υπαρξιακής δεσμεύσεως και της αυτοπροσφοράς. Σκοπός της αγωγής εις το λεγόμενον «σχολείον του προσώπου» είναι, όπως έγραφεν ο φιλόσοφος και παιδαγωγός Βασίλειος Τατάκης, να απελευθερώνη τους νέους από την διαρκή απασχόλησιν με το τι αισθάνονται, με τα συναισθήματα, με τας επιθυμίας και την ικανοποίησίν των, με το «επιφανειακό, ψυχολογικό εγώ», και να μετατοπίζη το ενδιαφέρον των «από την επιφάνεια προς το βάθος του είναι» των, προς την ανάπτυξιν της «πνευματικής φύσεώς» των. (Η πορεία του ανθρώπου, Αθήναι 1984, σ. 59-60)”.

Η συνέχεια Αναστάσιος

ΑΝΑΠΤΕΡΩΝΕΤΑΙ ΠΡΑΓΜΑΤΙ Η ΕΝ ΗΜΙΝ ΕΛΠΙΣ ΒΛΕΠΟΝΤΑΣ ΟΤΙ Η ΤΕΤΑΡΤΗ ΥΠΟΣΤΑΣΙΣ ΤΟΥ ΣΟΛΟΒΙΕΦ ΕΝΣΑΡΚΩΘΗΚΕ ΣΤΟΝ ΤΕΤΑΡΤΟ ΙΕΡΑΡΧΗ ΚΑΙ ΔΗ ΣΤΗΝ ΜΗΤΕΡΑ ΜΑΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑ, ΣΤΟΝ ΓΕΡΩΝ κ. ΖΗΖΙΟΥΛΑ. 
ΕΤΣΙ ΕΝΩ ΕΜΕΙΣ ΟΛΟΙ ΕΟΡΤΑΖΑΜΕ ΤΟΥΣ ΤΡΕΙΣ ΙΕΡΑΡΧΕΣ Η ΜΗΤΕΡΑ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΕΟΡΤΑΖΕ ΤΟΝ ΤΕΤΑΡΤΟ.

Αμέθυστος

Ο υβριδικός πόλεμος για τον θρόνο της Ορθοδοξίας

Ο δημοσιογράφος και συγγραφέας Αλέξανδρος Μασσαβέτας στο βιβλίο του «Τρίτη Ρώμη» αναδεικνύει ένα ζήτημα ξεκάθαρα γεωπολιτικό πίσω από το φαινομενικά θρησκευτικό του πρώτο επίπεδο: τον υπόγειο πόλεμο δεκαετίας που η Μόσχα έχει κηρύξει στο Οικουμενικό Πατριαρχείο.
ΕΤΙΚΕΤΕΣ:
Επειτα από έντεκα χρόνια εντατικής ταξιδιωτικής έρευνας στην Κωνσταντινούπολη και στην ευρύτερη Τουρκία, καθώς και τρία εξαιρετικά επιτυχημένα οδοιπορικά βιβλία, ο Αλέξανδρος Μασσαβέτας επιστρέφει με την ίδια εξονυχιστική προσέγγιση και μελέτη, αλλά μια σαφώς διαφορετική θεματολογία. Η «Τρίτη Ρώμη» (Εκδόσεις Πατάκη) αναδεικνύει ένα ζήτημα ξεκάθαρα γεωπολιτικό, πίσω από το φαινομενικά θρησκευτικό του πρώτο επίπεδο: τον υπόγειο πόλεμο δεκαετίας που η Μόσχα έχει κηρύξει στο Οικουμενικό Πατριαρχείο.
«Η ρωσική διείσδυση στην Ελλάδα, μέσω ψευδοϊστορικών αφηγημάτων και διασυνδέσεων στην Εκκλησία και στον Τύπο, πάει πίσω πολλά χρόνια, ωστόσο την τελευταία εικοσαετία έχει κλιμακωθεί», αναφέρει με ανησυχία ο Μασσαβέτας, ο οποίος στο βιβλίο του συνθέτει ένα εξαιρετικά επίκαιρο ιστορικό πλαίσιο της δημιουργίας θρησκευτικών αποικιών από το Κρεμλίνο, με πρωτοφανή πολιτικά οφέλη. Η «Κ» συνάντησε τον δημοσιογράφο και συγγραφέα και συζήτησε εκτενώς για τον «υβριδικό πόλεμο» της Μόσχας στον ελληνικό χώρο, τον εξτρεμισμό της ρωσικής Ορθοδοξίας, αλλά και την ελληνική χριστιανοσύνη ως στοιχείο πολιτιστικής αναφοράς.

– Το νέο σας βιβλίο είναι σαφώς μια παρέκκλιση από τη συνήθη σας θεματολογία. Γιατί αποφασίσατε να ασχοληθείτε με τον αγώνα της Μόσχας για τον θρόνο της Ορθοδοξίας;
– Στην πραγματικότητα, το θέμα αποφάσισε να ασχοληθεί με εμένα. Παρότι ομολογουμένως δεν θρησκεύομαι, με ενδιέφερε πάντοτε η θρησκεία ως πολιτιστική αναφορά και ως στοιχείο αυτοπροσδιορισμού, και ειδικά στην Τουρκία όπου ζούσα ενόσω κλιμακωνόταν ο ισλαμισμός. Οταν έκανα την έρευνα για το τελευταίο μου βιβλίο για τις γειτονιές του Κεράτιου, λόγω του Φαναριού είχα ασχοληθεί αρκετά με το θέμα της οικουμενικότητας. Εκεί συνειδητοποίησα πως έχουμε να κάνουμε με δύο τινά: από τη μία το γεγονός πως η Τουρκία δεν την αναγνωρίζει, και από την άλλη πως η Ρωσία την αμφισβητεί. Κατάλαβα  τη σοβαρότητα της κατάστασης όταν μετά το πραξικόπημα του 2016 είχε κυκλοφορήσει μια ψευδεπίγραφη επιστολή δήθεν ενός πρώην Αμερικανού διπλωμάτη –ενώ στην πραγματικότητα ήταν των ρωσικών μυστικών υπηρεσιών– που έλεγε πως ο Ερντογάν δεν έχει ανάγκη τον Βαρθολομαίο και πως ο θρόνος της Ορθοδοξίας πρέπει να μεταφερθεί. Η ισχύς που έχει η Ελλάδα με το Πατριαρχείο είναι μεγάλη, και η Ρωσία θέλει να την τορπιλίσει από τα τέλη του 19ου αιώνα. Αυτό δεν έχει σταματήσει.
Από την άλλη, το βιβλίο ήταν και μια αντίδραση στο γεγονός πως όλοι με ρωτούν συνεχώς για τις μόνιμες απειλές από την Τουρκία. Θεωρώ πως σε αυτά τα αφηγήματα πάντοτε υπάρχει μια δόση υπερβολής. Ο Ερντογάν χρησιμοποιεί αυτή τη ρητορική ξεκάθαρα επειδή έχει εσωτερικά προβλήματα. Σε κάθε περίπτωση, πάντως, αν θέλουμε να θίξουμε ζητήματα γεωστρατηγικής απειλής, δεν έχει γίνει αντιληπτό πόσο σοβαρή είναι η γεωστρατηγική απειλή της Ρωσίας, η οποία έχει κάνει εδώ και χρόνια εξαιρετική δουλειά χειραγώγησης.

– Και όμως, παρά την πολυετή προσπάθεια χειραγώγησης, το ζήτημα έλειπε από τον δημόσιο διάλογο. Πώς καταφέρατε να αντλήσετε τις κατάλληλες πηγές για να την αναδείξετε;
– Πράγματι, πρόκειται για ένα θέμα που δεν ήταν ευρέως γνωστό. Εκεί που, ωστόσο, αυτό άλλαξε, ήταν με τις απελάσεις των Ρώσων διπλωματών, καθώς ολόκληρος ο μηχανισμός αυτός βγήκε στο φως της δημοσιότητας. Παρ’ όλα αυτά, ακόμα και τότε συνειδητοποίησα πως μέχρι και ο ενημερωμένος κόσμος δεν είχε καταλάβει το μέγεθος της χειραγώγησης και του «υβριδικού πολέμου».
Εκείνο που με βοήθησε πολύ στην έρευνα ήταν όταν έμαθα ρωσικά, και είχα πλέον πρόσβαση σε ρωσικές πηγές, όπου αναφέρονταν οι ίδιοι ανοιχτά στο ζήτημα. Ο στενός φίλος του Πούτιν, Βλαντιμίρ Γιακούνιν για παράδειγμα, έκανε λόγο για «ειρηνική επίθεση» – δηλαδή την εξαγορά, είτε κυριολεκτικά με χρήματα είτε με κολακείες, διαφόρων «παπαγάλων» οι οποίοι έχουν μεγάλο αντίκτυπο στον δημόσιο διάλογο. Στο αφήγημα που υφάνθηκε χρησιμοποιήθηκε μια εικόνα της Ορθοδοξίας, μια ψευδαίσθηση του Πούτιν ως ενός ηγέτη που κάνει τον σταυρό του, που είναι φιλέλληνας και που μας στηρίζει και στρέφεται εναντίον των Τούρκων. Αυτό ξεκινάει από τις αρχές της δεκαετίας του 2000, και έχει τρομερό αντίκτυπο έκτοτε. Η ρωσολαγνεία εξακολουθεί να επικρατεί και στα δύο άκρα του ελληνικού πολιτικού φάσματος.

– Πράγματι, μέχρι σήμερα η Ρωσία παραμένει πολύ ψηλά στην αντίληψη της ελληνικής κοινωνίας, και ο Πούτιν βρίσκεται πρώτος σε πολλές λίστες όπου οι Ελληνες καλούνται να κατατάξουν ξένους ηγέτες. Γιατί συμβαίνει αυτό;
– Στην Ελλάδα η ιστορική μνήμη, αλλά και η αμνησία, είναι επιλεκτική. Εχουμε ήδη βιώσει μια πολύ έντονη σύγκρουση συμφερόντων με τη βουλγαρική εξαρχία και το κίνημα του Πανσλαβισμού. Οι μνήμες της υπήρχαν μέχρι τον εμφύλιο – και πίσω από τη Βουλγαρία τότε βρισκόταν φυσικά η Ρωσία. Επίσης, τα τέλη του 19ου αιώνα οι Ρώσοι κατόρθωσαν να διεισδύσουν σε ένα από τα τέσσερα αρχαία Πατριαρχεία, εκείνο της Αντιόχειας, και μέσα από την πολύ εκτεταμένη επιχείρηση δολιοφθοράς τους, να περάσουν την ηγεσία του από Ελληνες ιερείς σε Αραβες, τους οποίους χειραγωγεί η Μόσχα. Ολα αυτά είναι σημαντικά κεφάλαια της Ιστορίας, αλλά έχουν ξεχαστεί, και γι’ αυτό προσπάθησα να τα επαναφέρω στο προσκήνιο.

– Στο βιβλίο αναφέρεστε στην Εκκλησία ως πολιτικό όργανο. Πιστεύετε, λοιπόν, πως πρέπει να έχουμε κοσμικότητα, και αν όχι, πώς πρέπει να οριοθετήσουμε τις σχέσεις Κράτους και Εκκλησίας;
– Η ρωσική προσπάθεια ήταν εξαιρετικά οργανωμένη και έγινε πολύ έξυπνα και διακριτικά μέχρι που έσκασε το πυροτέχνημα της τεράστιας επιχείρησης χειραγώγησης και εκβιασμού των μητροπολιτών από τους Ρώσους. Αν υπήρχε πλήρως διαχωρισμός Εκκλησίας και Κράτους, θα μπορούσε η Εκκλησία να κάνει ό,τι επιθυμεί, και να υποκύψει στα χρήματα, στους εκβιασμούς και στα τεχνάσματα της Μόσχας. Θα μπορούσε η Ρωσία να πετύχει και να κάνει την ελληνική κοινωνία να προσδεθεί στο άρμα της «Τρίτης Ρώμης». Το γεγονός πως το κράτος μπορεί σε τέτοιες περιπτώσεις να παρέμβει, δεν είναι κακό. Πρόκειται για θέμα εθνικού συμφέροντος και ασφαλείας.
Υπάρχουν χώρες όπως η Γεωργία, όπου το συναίσθημα είναι φιλοδυτικό και κυρίως πολύ αντιρωσικό λόγω της πικρής ιστορίας μεταξύ των δύο χωρών. Ο Πατριάρχης Ηλίας, όμως, ο οποίος είναι ιδιαίτερα απαρχαιωμένος στις κοινωνικές αντιλήψεις του, ηγείται από το 1977 μιας Εκκλησίας που είναι όχημα ρωσοφιλίας και προωθεί τη ρωσική συνωμοσιολογία εναντίον μιας σειράς ζητημάτων όπως του διαζυγίου και της ομοφυλοφιλίας. Θα μπορούσε να γίνει το ίδιο και εδώ, και φοβάμαι πως οι πιθανότητες θα ήταν μεγαλύτερες δίχως την ασπίδα του κράτους.
Πολιτιστική αναφορά
– Ποια είναι τελικά η σχέση σας με τη θρησκεία;
Με ενδιαφέρει η θρησκεία ακαδημαϊκά και πολιτιστικά. Σίγουρα δεν πιστεύω στο δόγμα, αλλά θα αυτοπροσδιοριζόμουν ως αγνωστικιστής. Δέχομαι τη θρησκεία ως βασική πολιτιστική αναφορά, και στο βιβλίο τη μελέτησα ως πολιτιστικό, κοινωνικό και πολιτικό φαινόμενο. Σίγουρα δεν μπορεί να με κατηγορήσει κανείς για μένος ή προκατάληψη απέναντι στη ρωσική Ορθοδοξία. Αναφέρω στο βιβλίο μου πως για εμένα δεν υπάρχει πιο ουράνιο και λατρευτικό φαινόμενο από τη ρωσική λειτουργία, με την πολυφωνία της. Αυτό που δείχνω, ωστόσο, είναι πως η Ρωσική Εκκλησία από την εποχή του Αγίου Πέτρου έγινε κρατική υπηρεσία, καθώς εκείνος κατήργησε το Πατριαρχείο, και επέβαλε την Ιερά Σύνοδο ως ανώτατο διοικητικό όργανο. Είναι μια Εκκλησία που έκτοτε έχει διατελέσει όργανο του κράτους με μια ιδεολογία πολύ αρτηριοσκληρωτική – που απέχει από το μειλίχιο χαρακτηριστικό της Ορθοδοξίας που φαντάζομαι ως στοιχείο πολιτιστικής αναφοράς του ελληνισμού. Θα σας φέρω ένα παράδειγμα: σε ένα ταξίδι μου επισκέφθηκα μια ρωσική ορθόδοξη εκκλησία στο Μπουένος Aϊρες, όπου δεν επέτρεψαν σε μια γυναίκα να εισέλθει επειδή φορούσε παντελόνι. Οπως με αποξενώνουν οι ορθόδοξοι Εβραίοι και το ριζοσπαστικό Ισλάμ, έτσι με αποξενώνει και αυτή η σκληροπυρηνική προσέγγιση.
ΚΑΚΟΣ ΣΥΜΒΟΥΛΟΣ Ο ΝΕΟΣ. Ο ΑΛΗΘΙΝΟΣ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑΣ ΦΑΝΕΡΩΝΕΤΑΙ ΜΕ ΤΗΝ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ. 
ΑΥΤΟΣ ΠΟΥ ΕΧΕΙ ΔΙΚΑΙΟ ΕΑΝ ΕΙΝΑΙ ΑΛΗΘΙΝΟΣ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΚΑΝΕΙ ΕΝΑ ΒΗΜΑ ΠΙΣΩ, ΟΠΩΣ ΜΑΣ ΔΙΔΑΣΚΕΙ Ο ΣΟΛΟΜΩΝ ΑΠΟ ΧΡΟΝΟΥΣ. ΤΟ ΟΦΘΑΛΜΟΝ ΑΝΤΙ ΟΦΘΑΛΜΟΥ ΠΟΥ ΕΦΑΡΜΟΖΕΙ Ο ΒΑΡΘΟΛΟΜΑΙΟΣ ΔΕΝ ΑΝΗΚΕΙ ΣΤΟΥΣ ΘΗΣΑΥΡΟΥΣ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ. ΟΠΩΣ ΜΑΣ ΔΙΔΑΣΚΟΥΝ ΚΑΙ ΟΙ ΠΑΛΑΙΟΗΜΕΡΟΛΟΓΙΤΕΣ. 
Ο ΜΑΝΙΧΑΙΣΜΟΣ ΚΙΝΕΙ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΑΛΛΑ ΔΕΝ ΑΝΗΚΕΙ ΟΥΤΕ ΣΤΗΝ ΣΦΑΙΡΑ ΤΗΣ ΣΟΦΙΑΣ, ΟΥΤΕ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΣΩΤΗΡΙΑΣ. ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΝ ΓΕΝΝΗΣΕ Ο ΜΑΝΙΧΑΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ ΚΑΙ ΤΗΝ ΟΝΟΜΑΣΕ ΠΟΛΙΤΕΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ. 
Ο ΝΕΟΣ ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΧΕΙΡΙΣΤΕΙ ΦΑΙΝΟΜΕΝΑ ΣΤΑ ΟΠΟΙΑ ΑΝΑΜΕΙΓΝΥΟΝΤΑΙ ΔΥΟ ΕΠΙΠΕΔΑ ΥΠΑΡΞΕΩΣ.
Αμέθυστος

Αλβανίας Αναστάσιος: «Με την Αυτοκεφαλία στην Ουκρανία παραβιάστηκαν τρεις θεμελιώδεις αρχές της Ορθοδόξου Εκκλησίας: Η Αποστολική Διαδοχή, η Θεία Ευχαριστία και η συνοδικότητα»

Σε πρόσφατη συνάντηση στα Τίρανα στις 29 Ιανουαρίου 2020, Ουκρανικής αντιπροσωπείας υπό τον επίσκοπο Βίκτωρα με τον Αρχιεπίσκοπο Αλβανίας Αναστάσιο, ο Μακαριώτατος Αλβανίας εξέφρασε την γνώμη του για την κρίση στην Ορθοδοξία και για την προσωπικότητα του Μητροπολίτη Ονουφρίου, σύμφωνα με άρθρο του Τμήματος Διεκκλησιαστικών σχέσεων της Ουκρανικής Εκκλησίας
«Γνωρίζω ότι ο Μακαριώτατος Μητροπολίτης Κιέβου και πάσης Ουκρανίας Ονούφριος, ο αγαπημένος Προκαθήμενος της Κανονικής Ουκρανικής Εκκλησίας, είναι ένας άνθρωπος μεγάλης προσευχής που κάνει ότι μπορεί για να αποφύγει τις συγκρούσεις και αναθέτει την ελπίδα του στο Θεό», είπε ο Μακαριώτατος Αρχιεπίσκοπος Αλβανίας Αναστάσιος.

"Επιμένω ότι στο τέλος, τα σχίσματα ξεπερνούνται μέ τίς Οικουμενικές Συνόδους και όχι με επιστολές ή τίποτα άλλο ... Επιθυμώ να σας αναφέρω ότι διαβάζω με μεγάλη προσοχή όλα όσα γράφονται για την Ουκρανία ή προέρχονται από αυτήν", Ανέφερε ο Αναστάσιος.
Στην πρόσφατη επιστολή του με την ευκαιρία της εορτής των Χριστουγέννων, ζήτησε από τον Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως να συγκαλέσει άμεσα μια Πανορθόδοξη Σύνοδο για την αντιμετώπιση της Ουκρανικής κρίσης.
Ο Αρχιεπίσκοπος Αναστάσιος τόνισε:
«Γνωρίζουμε όλες τις δοκιμασίες και όλα τα αντικανονικά πράγματα που συμβαίνουν σε σας. Ο Θεός δεν θα μας εγκαταλείψει, αυτό είναι βέβαιο. Αυτό που συμβαίνει στην Ουκρανική Ορθόδοξη Εκκλησία το βιώνω ως προσωπική τραγωδία. Δεν πρέπει οι πιστοί να χάσουν την ελπίδα τους.
Θα υπάρξει σίγουρα μία λύση. Είμαι βέβαιος. Και ξέρω ότι ο Μητροπολίτης Ονούφριος είναι ένας άνθρωπος προσευχής που αποφεύγει τις συγκρούσεις και την ένταση και αναθέτει την ελπίδα του στο Θεό.
Από τη στιγμή που αφιερώνουμε ολόκληρη τη ζωή μας στον Χριστό, είναι βέβαιο ότι θα δώσει κάποια στιγμή μία απάντηση. Πρέπει να σας πω ειλικρινά ότι αισθάνομαι άρρωστος, επί ένα χρόνο ήδη, όταν παρακολουθώ αυτά τα γεγονότα. Νιώθω ότι δεν συμβαίνει αυτό πολύ μακριά. Νιώθω ότι συμβαίνει σε μένα.

Αισθάνομαι ότι παραβιάστηκαν τρεις θεμελιώδεις αρχές της Ορθοδόξου Εκκλησίας: Η Αποστολική Διαδοχή, η Θεία Ευχαριστία και η συνοδικότητα. Η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν είναι μια συνομοσπονδία τοπικών Εκκλησιών, αλλά μια ενωμένη Εκκλησία.
Έχω τονίσει επανειλημμένα, ότι από την εποχή που ο «Πατριάρχης» Φιλάρετος Ντενισένκο είχε καταδικαστεί, καθαιρεθεί και αναθεματιστεί, δεν είχε κανένα δικαίωμα να χειροτονεί κανέναν. Ετσι οι "ιεράρχες" και "κληρικοί" της σχισματικής "Ορθόδοξης Εκκλησίας της Ουκρανίας" δεν έχουν Αποστολική Διαδοχή.

Έχω επίσης θρηνήσει όταν ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος επέλεξε να ενεργήσει με απερίσκεπτο και μονομερή τρόπο για τη χορήγηση Αυτοκεφαλίας στη σχισματική Ορθόδοξη «Εκκλησία» της Ουκρανίας».

Παρ 'όλα αυτά, εξέφρασε επίσης την έντονη αντίθεσή του, στην αντίδραση της Ρωσικής Εκκλησίας με τη διακοπή της κοινωνίας με το Πατριαρχείο Κωνσταντινούπολης και θεωρεί ότι αυτό αποτελεί εμπόδιο στην επίλυση της παρούσας κρίσης.
Ο Επίσκοπος Βίκτωρ εξέφρασε στο κανάλι telegram channel τις άριστες εντυπώσεις του για τη συζήτηση με τον Αρχιεπίσκοπο Αλβανίας Αναστάσιο, σημειώνοντας ότι «η μιάμιση ώρα της συνάντησης "έπεσε σαν μια στιγμή" και ο Αρχιεπίσκοπος Αναστάσιος διακρίνεται από ένα εξαιρετικό βάθος σκέψης και καθαρότητας νου. Το πρόσωπό του λάμπει με την αληθινή αγάπη του Χριστού. Εγκαταλείψαμε την Επισκοπή του Αρχιεπισκόπου με αίσθημα πνευματικής εκπλήρωσης και ανάληψης". 
πηγή

ΤΡΕΛΟ-ΓΙΑΝΝΗΣ

ΔΕΝ ΣΚΕΦΘΗΚΑΝ ΕΤΣΙ Ο ΑΓΙΟΣ ΜΑΞΙΜΟΣ Ο ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ, Ο ΜΕΓΑΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ, Ο ΜΕΓΑΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ. 
ΜΑΣ ΕΞΗΓΗΣΑΝ ΜΕ ΚΑΘΕ ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΠΟΥ ΩΘΗΣΑΝ ΤΟΥΣ ΑΙΡΕΤΙΚΟΥΣ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ ΝΑ ΑΡΝΗΘΟΥΝ ΤΟΝ ΚΥΡΙΟ, ΟΠΩΣ ΤΟΝ ΑΡΝΕΙΤΑΙ ΣΗΜΕΡΑ Ο ΒΑΡΘΟΛΟΜΑΙΟΣ.

Διάλογος Ορθοδόξου Θεολόγου και Προσωποκρατικού


ΠΡΟΣΩΠΟΚΡΑΤΗΣ: Γιατί ισχυρίζεσαι ότι δεν υπάρχει ορθόδοξη μεταφυσικη ή οντολογία;
ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ: Ο Χριστιανισμός ουδέποτε είχε, έχει και θα έχει οντολογία – μεταφυσική, διότι η οντολογία είναι μία φιλοσοφική προσπάθεια αναζήτησης του όντος. Η οντολογία προϋποθέτει την ύπαρξη συγγένειας αναιτίου αιτιώδους Όντος και αιτιατών νοητών όντων (ψυχές). Η θεολογία όμως δεν δέχεται την ύπαρξη συγγένειας μεταξύ του ανθρωπίνου νοός και της θείας πραγματικότητας αλλά δέχεται την ύπαρξη της πρώτης ως μίμιση, κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν, της δεύτερης. Ο μιμητικός τρόπος ύπαρξης του ανθρώπου δεν του αφήνει περιθώρια να κινηθεί προς την εύρεση και επανανανακάλυψη του Όντος. Γι’ αυτον ακριβώς τον λόγο ο Θεός εξίσταται ενεργητικά – αποκαλυπτικά της υπερουσίου κρυφιότητος του, αποκαλύπτεται Εκείνος σε εμένα πρώτος με σκοπό να γίνει μεθεκτός κατά το μέτρον του εφικτού. Επομένως ο μόνος τρόπος γνώσεως του θείου είναι η μετοχή μας στα άκτιστά του ιδιώματα, προόδους και ενέργειές Του.
ΠΡΟΣΩΠΟΚΡΑΤΗΣ: Ωραία ας δεχτώ την άποψη σου ότι η μεταφυσική είναι ανύπαρκτη για τον χριστιανισμό. Εσύ όμως δεν μπορείς παρά να δεχτείς το γεγονός ότι ο σχεσιακός τρόπος υπάρξεως του ανθρώπου έχει κάτι το υπερφυσικό, κάτι το υπαρξιακό, κάτι το οποίο τον κάνει να βρίσκεται στο μεθόριο της ύπαρξής του, κάτι το απόλυτα μοναδικό, κάτι το προσωπικό. Οπότε δεν υπάρχει δυαλιστική μεταφυσική αλλά μεταφυσική της σχέσεως, δηλ. Σχεσιακή οντολογία.
ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΘΕΟΛΟΓΟΣ: Ο κάθε σύγχρονος θεολόγος, έχοντας ως βάση της θεολογίας του την βιβλική – πατερική διδασκαλία, οφείλει να αρνηθεί την ύπαρξη σχεσιακής οντολογίας στον χριστιανισμό. Η σχέση δεν αποτελεί οντολογική κατηγορία αλλά ανήκει στα «προς τι» καθώς δηλώνει τον τρόπο επικοινωνίας των όντων στον πτωτικό κόσμο. Δεν είναι η σχέση αυτό που ξεχωρίζει τον άνθρωπο από τα λοιπά έλλογα όντα αλλά η ύπαρξη λογικής ψυχής. Οι σχέσεις «υιότητος», «πατρότητος», «μητρότητος» και ούτω καθεξής συναντώνται και στον άλογο αισθητό κόσμο καθώς δεν είναι αποκλειστικό ιδίωμα των ανθρώπων. Όλα αυτά τα είδη σχέσεων τα οποία ανήκουν στον μεταπτωτικό κόσμο την στιγμή του ανθρωπίνου θανάτου παύουν να υφίστανται. Η μόνη σχέση που παραμένει είναι αυτή με τον ζωοδότη Θεό, Θεός ο οποίος δια της υπακοής του ανθρώπου σε Αυτόν, αδελφοποιεί και ενοποιεί υπό την παντοδύναμον βλέψη του όλα τα έλλογα κτίσματα. Πως είναι δυνατόν λοιπόν η σχέση να αποτελεί οντολογική κατηγορία, αφού υφίσταται προσωρινώς?
ΠΡΟΣΩΠΟΚΡΑΤΗΣ: Μα δια των σχέσεων ο άνθρωπος σώζεται. Ο άνθρωπος ιδρύει σχέσεις ανυπότακτες στην φθορά και στον θάνατο, σχέσεις μοναδικές, σχέσεις οι οποίες δεν εγκλωβίζονται στην αναγκαιότητα της φύσεως. Η σχέση, ο «Άλλος», η ετερότητα είναι η πηγή της σωτηρίας μας. Μόνο μέσω του ανοίγματός μας στο άλλο σωζώμαστε.
ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΘΕΟΛΟΓΟΣ: Ο άνθρωπος μόνο δια της πίστεως, η οποία είναι η δια του νοός θεωρία του Θεού, δύναται να ενωθεί μετά του Θεού και αφού υπερβεί το σαρκικό φρόνημα και τον υλώδη τρόπο ζωής, τότε μόνον αποκτά την ικανότητα να βλέπει στο πρόσωπο του Χριστού τον άλλον. Όταν όμως παραμερίζεται η πίστη, η θεωρία και η μετοχή του ανθρώπου στις άκτιστες ενέργειες του Θεού και προβάλλονται ως κάτι δηθέν αφηρημένες και θεωρητικές έννοιες, οι οποίες δεν έχουν σχέση με την ανθρώπινη ζωή και όταν συνάμα θεωρείται ο κάθε άνθρωπος ως Χριστός και ιδιαιτέρως ο αλλοδαπός, τότε κάλλιστα μπορεί να γίνει λόγος για παραχάραξη της θεολογίας και για εκκοσμίκευσή της. Πρόκειται στην ουσία για μία θεολογία, η οποία λαμβάνει χώρα εκ των κάτω προς τα άνω και όχι εκ των άνω προς τα κάτω και η οποία εξυπηρετεί πολιτικά συμφέροντα και σκοπιμότητες. Εν κατακλείδι, είναι απαραίτητο να αναφερθεί ότι στο πρόσωπο του Χριστού βλέπει ο θεούμενος άνθρωπος τον άλλο και όχι στο πρόσωπο του άλλου τον Χριστό. Πράγμα που σημαίνει ότι μόνο δια της μετοχής του ανθρώπου στις άκτιστες θεοποιές ενέργειες του Θεού ενώνεται ο άνθρωπος πρωτίστως με τον Θεό και στην συνέχεια με τον συνάνθρωπο του, λόγω του ίδιου του Θεού. Και εν πάση περιπτώσει καλόν είναι να μου εξηγήσεις τι εννοείς ως «άλλο» γιατί πολλές φορές δεχόμαστε a priori όρους και απόψεις δίχως καμία επεξήγηση.
ΠΡΟΣΩΠΟΚΡΑΤΗΣ: Ο Άλλος είναι κάθε τι που δεν είναι εγώ. Απαιτείται πρόσληψη του άλλου για να γίνω εγώ αυτό που είμαι. Ο άλλος με ολοκληρώνει.
ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΘΕΟΛΟΓΟΣ: Πως μπορείς να κάνεις θεολογία αυτές τις καθαρά φιλοσοφικές απόψεις; Δεν γνωρίζεις ότι το εγώ και το εσύ (όπως γράφει ο κ. Γ. Καραλής) είναι αναγκαίες αυταπάτες, φαντασιακές συλλήψεις που εγκλωβίζουν στο σαρκικό και γεώδες φρόνημα. Δεν γνωρίζεις κατά τη στιγμή του θανάτου μας, η προσωπικότητα μας παύει να υπάρχει;
ΠΡΟΣΩΠΟΚΡΑΤΗΣ: Πρόσεχε μην μας βγεις και βουδιστής…
ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΘΕΟΛΟΓΟΣ: Διόλου, διότι δέχομαι ότι η υπόσταση του κάθε ανθρώπου διασώζεται, αυτό που καταργείται είναι η προσωπικότητα που οικοδομούμε κατά τον καιρό της επίγειάς μας ζωής, δια της χρήσεως του γνωμικού μας θελήματος. Κάθε άνθρωπος διαμορφώνει χαρακτήρα στον κόσμο που ζούμε. Αυτός ο χαρακτήρας είναι απότοκο βιολογικών, κοινωνικών και άλλων επιδράσεων. Με αυτήν την έννοια λοιπόν η προσωπικότητα του κάθε ανθρώπου παύει να υπάρχει όταν εκείνος πεθαίνει. Όσοι λοιπόν δεν προσπαθούν να απεγκλωβιστούν από τις σχέσεις τους και από την φαντασιακή θεώρηση του εαυτού τους, τρέμουν τον θάνατο. Ο σαρκικός άνθρωπος, ο οποίος βρίσκεται εγκλωβισμένος στον υλώδη τρόπο ζωής, πλάθει μία φαντασιακή εικόνα περί του εαυτού του και περί των ανθρώπων του κοινωνικού του περιγύρου. Έτσι ζεί σε μια εικονική πραγματικότητα η οποία τον εμποδίζει να δει το όντως Όν. Γι’αυτόν ακριβώς τον λόγο ο κοσμικός άνθρωπος φοβάται τον θάνατο, διότι δια του θανάτου αίρεται και εξαφανίζεται αυτή η φαντασιακή και εικονική πραγματικότητα, η οικοδομημένη μέσα στο γνωμικό θέλημα μας προσωπικότητά μας. Μία αιωνιότητα λοιπόν δίχως τον κοσμικό – γεώδη τρόπο ζωής είναι ανυπόφορη για τον άνθρωπο που διαθέτει τέτοιου είδους γήινα κριτήρια και γι’αυτό προτιμά να πιστεύει είτε στην ανυπαρξία οποιασδήποτε μορφής ζωής της ανθρώπινης υπόστασης μετά τον θάνατο, είτε στην ταύτιση πτωτικής και προπτωτικής – εσχατολογικής πραγματικότητας.
ΠΡΟΣΩΠΟΚΡΑΤΗΣ: Ομολογώ ότι με έβαλλες σε σκέψη…θα τα ξαναπούμε….
ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΘΕΟΛΟΓΟΣ: Καλό κατευόδιο.


ΚΑΙ ΜΕ ΤΗΝ ΕΝΑΝΘΡΩΠΙΣΗ ΤΙ ΕΓΙΝΕ; ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ 
"ο μόνος τρόπος γνώσεως του θείου νά είναι η μετοχή μας στα άκτιστά του ιδιώματα, προόδους και ενέργειές Του;"