Δευτέρα 29 Ιουνίου 2026

Δημήτριος Τσελεγγίδης: «Ὁ Θεός Λόγος καί “οἱ λόγοι τῶν ὄντων”»

 

Δημήτριος Τσελεγγίδης: «Ο Θεός Λόγος καί “οι λόγοι τών όντων”»


Σεβαστοί Πατέρες, κύριε Πρόεδρε του Συνεδρίου, κύριοι Σύνεδροι, αγαπητοί εν Χριστώ αδελφοί και αδελφές, χαίρομαι που βρίσκομαι για δεύτερη φορά στο βήμα και επικοινωνώ με ένα ακροατήριο ιδιαίτερα ανεβασμένο και με ιδιάζοντα χαρακτήρα, διότι συνδυάζει αυτό που λέμε Ελληνισμός και Ορθοδοξία. Η εισήγηση που προηγήθηκε από την κυρία Βουλγαράκη θα έλεγα ότι ενσάρκωσε αυτή την πραγματικότητα, τουλάχιστον στον δικό μου νου, με έναν καταπληκτικό τρόπο, που αισθάνθηκα και ως Έλληνας και ως Χριστιανός ότι έχουμε έναν ιδιαίτερο ρόλο μέσα στην Ιστορία, όχι γιατί μας αρέσει να το λέμε για να φανούμε ανώτεροι από κάποιους άλλους, αλλά γιατί είναι η ιστορική πραγματικότητα την οποία βεβαιώνουν τα ίδια τα πράγματα και ο ίδιος ο πανανθρώπινος πολιτισμός.

Μου έκανε εντύπωση —ίσως ξεφεύγω από τη δεοντολογία και αναφέρομαι σε μία εισήγηση που προηγήθηκε, αλλά θεωρώ χρέος μου να το πω— ότι ήταν μία εκπληκτική, που δεν την περίμενα, εισήγηση, όπου έγινε μία ζεύξη αυτών των δύο οντοτήτων, αυτών των δύο όψεων της ίδιας πραγματικότητας: πώς δηλαδή προετοιμάστηκε ο κόσμος ώστε να δεχτεί αυτό στο οποίο θα αναφερθώ εγώ.

Μίλησε για ένα κτιστό φως, σε τελευταία ανάλυση, το οποίο όμως είναι δημιούργημα του άκτιστου φωτός. Είναι αγαπητικό αποτέλεσμα αυτού του Δημιουργού και χαρήκαμε ιδιαίτερα αυτό το πράγμα, γιατί δόθηκε με έναν όχι απλά γλαφυρό τρόπο, σαφώς και ίδιον της τραγωδίας, αλλά με έναν ερμηνευτικό και βαθύ τρόπο.

Το θέμα όμως δεν είναι αυτό, και εγώ δεν είμαι καλός εγκωμιαστής. Μου βγήκε αυθόρμητα και το θεώρησα χρέος να το πω. Και θα φανεί ίσως και από όσα εγώ, μάλλον σύντομα, θα πω. Θα πω μερικά πράγματα στην αρχή πολύ συμπυκνωμένα και γρήγορα, τα οποία τα θεωρώ απαραίτητα και λόγω της ιδιότητάς μου και λόγω του ότι έτσι συλλαμβάνω το θέμα. Θα έρθω όμως στα περισσότερα, τα οποία θα είναι με παραδειγματικό τρόπο και θα τα καταλάβουν όλοι.

Όποιος έχει βέβαια πνευματικά αισθητήρια, οξυμένο το πνευματικό αισθητήριό του, θα πιάσει τουλάχιστον και το νοούμενο, αν δεν γνωρίζει κάποιες λέξεις τις οποίες δεν μπόρεσα να αποφύγω, γιατί έχουν ταυτιστεί με την ιδιότητά μου όχι απλώς ως θεολόγου, αλλά ως δογματικού θεολόγου. Δηλαδή εμείς οφείλουμε να ομιλούμε με απόλυτη ακρίβεια και να μη λέμε τίποτε περισσότερο από αυτό που αποκάλυψε ο ίδιος ο Θεός, χωρίς εκπτώσεις.

Όρισα εγώ το θέμα μου. Δεν ήθελα να έρθω εδώ, αλλά μετά από αυτά που μου λέχθηκαν ότι είναι το αντικείμενο με το οποίο θα απασχοληθεί το συνέδριο, θεώρησα ότι κατ’ εξαίρεση θα ήταν καλό να έρθω, για να πω μερικά πράγματα τα οποία δεν είναι συνήθη. Είναι πράγματα τα οποία και σε μένα, μπορώ να πω, και ως καθηγητή, ωρίμασαν περισσότερο τα τελευταία χρόνια και δεν βγήκαν στο κοινό. Δεν είναι πράγματα που ακούγονται τόσο. Τα θεωρητικά, τα πρακτικά, τα ακούει κανείς, αλλά μπορεί να τα αυτονομεί.

Εδώ είδαμε με έναν δημιουργικό τρόπο αυτό που ο καθένας μπορεί να παρακολουθήσει σε μία τραγωδία. Τα συμπεράσματα όμως και ο τρόπος με τον οποίο δόθηκαν από την κυρία Βουλγαράκη μάς βοηθάει ερμηνευτικά, με τη χειραγωγία αυτή, στο βαθύτερο περιεχόμενο όντως. Και αυτό θα προσπαθήσω να κάνω και εγώ, έτσι, εκ του προχείρου, γιατί δεν ετοιμάστηκα καθόλου ιδιαίτερα για να έρθω εδώ.

Το θέμα που έθεσα είναι: «Ο Θεός Λόγος και οι λόγοι των όντων». Οι λόγοι, εντός εισαγωγικών, έχουν ειδικό περιεχόμενο, στο οποίο θα αναφερθώ. Έβαλα μάλιστα και έναν υπότιτλο για να περιορίσω τα πράγματα: θα μιλήσω για την πρωτογενή αιτία και τον σκοπό υπάρξεως όλων των όντων, συμπεριλαμβανομένου και του ανθρώπου.

Ο μόνος κατά κυριολεξία Θεολόγος είναι το υποστατικό Φως, ο Θεός Λόγος, ο μόνος εκ του μη όντος δημιουργός όλων των όντων και η απώτερη εντελέχεια των όντων. Εντελέχεια είναι αριστοτελική έκφραση που σημαίνει τον εσωτερικό σκοπό υπάρξεως του κάθε όντος.

Ο άνθρωπος οικειώνεται χαρισματικά τη θεολογία όταν ενεργοποιηθούν τα πνευματικά αισθητήριά του. Τότε βλέπει, ακούει, γεύεται και ζει υπαρξιακά, δηλαδή ψυχοσωματικά, τον Τριαδικό Θεό. Τότε ομιλεί αυθεντικά για τον Θεό και την κτίση. Δεν διανοείται και δεν πιθανολογεί. Λέγει αυτά που βλέπει ως αυτόπτης και αυτήκοος. Τότε η θεολογία του είναι αποτέλεσμα της θεοπτείας του.

Αυτός είναι ο λόγος που έχουμε λίγους μέσα στην Εκκλησία με τον τίτλο, κυριολεκτικά, του Θεολόγου. Είναι τρεις οι Θεολόγοι: ο Άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος, ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος και ο Άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος. Και όπως η Εκκλησία είναι μία, μία είναι και η αυθεντική θεολογία της.

Το λέω για να επικαιροποιήσω τον λόγο μου, γιατί σήμερα γίνεται λόγος για πολλές εκκλησίες και για πολλές θεολογίες, τις οποίες η επιστήμη της σημερινής εποχής τις έχει νομιμοποιήσει. Φυσικά δεν το αποδέχομαι, και έχω τόσους λόγους γι’ αυτό.

Είναι λοιπόν η θεολογία για την οποία μιλώ τώρα εκείνη που προκύπτει από τη χαρισματική θεοπτεία των θεωμένων της, των διαβεβηκότων εν θεωρία —θεωρία ίσον θεοπτεία— κατά τον Άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο. Κάθε άλλη θεολογία είναι διανοητική, επιστημονική πιθανολογία· είναι ανθρώπινη, ακαδημαϊκή γνώση βιβλικών και πατερικών καταθέσεων, με όλη τη σχετικότητά τους.

Η θέα, η φωνή, η ζωή και η λειτουργία των όντων προϋποθέτουν την πνευματική εμπειρία της θεοπτείας, μέσα από την οποία αποκαλύπτεται βιωματικά και εμπειρικά ο λόγος τους, δηλαδή η αιτία και ο σκοπός τους, αλλά και η χωροχρονική ένταξη της λειτουργίας τους. Κάθε λέξη εδώ θέλει μεγάλη ανάλυση, αλλά από τα παραδείγματα θα γίνει κατανοητό.

Ο Απόστολος Παύλος, ως θεόπτης, μας πληροφορεί ότι τα πάντα δι’ αυτού, του Λόγου, του Υιού του Θεού, και εις αυτόν έκτισται. Μέσα σε μία μικρή πρόταση μας δίνει την απάντηση γιατί υπάρχουμε, γιατί υπάρχουν όλα εκείνα τα οποία θεωρούμε ασήμαντα ίσως και βλαβερά, και οτιδήποτε άλλο λέει ίσως και η σύγχρονη επιστήμη. Τα σχετικοποιεί, αν θέλετε, και τα αμφισβητεί, δίδοντάς τους το θετικό περιεχόμενο του Δημιουργού τους, εκείνου δηλαδή ο οποίος έθεσε, σε ένα κτιστό επίπεδο, τον εαυτό του μέσα στα όντα.

Έτσι κατανοείται, μετά από αυτά που είπα —και κλείνω— γιατί η κοσμολογία της Εκκλησίας είναι οργανικό κεφάλαιο της θεολογίας της, χωρίς την οποία, τη θεολογία δηλαδή, δεν μπορεί να ερμηνευτεί ο κόσμος και η ύπαρξή του και η λειτουργία του.

Πώς αποκαλύπτονται όμως οι λόγοι των όντων και η φωνή τους; Από το ίδιο το Άγιο Πνεύμα, μέσα από το στόμα του προφητάνακτος Δαβίδ. Θα μπορούσα να σας αναφέρω πολλά σημεία, για αυτούς οι οποίοι όμως εκκλησιάζουν τη ζωή τους ολόκληρη και πηγαίνουν στην Εκκλησία ξέροντας πότε πρέπει να πηγαίνουν, όπως, κυρία Βουλγαράκη, ξέρει κανείς πότε πηγαίνει στο θέατρο, ποια ώρα ξέρει και είναι εκεί.

Τι εννοώ; Με συγχωρείτε, δεν θέλω να γίνω αιχμηρός, αλλά είναι κάτι που παραλείπουμε και αυτό ερμηνεύει τη φτώχεια μας. Δηλαδή στην Εκκλησία πάμε —επειδή είναι και ελεύθερο και αβίαστο βέβαια— και θα μας βολέψει όποτε και τα λοιπά. Όμως στην Εκκλησία πρέπει να πηγαίνουμε με το χτύπημα της καμπάνας, δηλαδή με το «Ευλογητός ο Θεός». Ακούμε τόσο σημαντικά πράγματα, τα οποία, να το πω με ένα απλό παράδειγμα, είναι ό,τι για τη νοικοκυρά το προζύμι προκειμένου να κάνει ψωμί· τόσο απαραίτητο δηλαδή είναι. Δεν έχει βάση σε αυτά που θα ακούσει· ακόμη κι αν κοινωνήσει —δεν απαξιώνουμε το μυστήριο, απεναντίας— αλλά δεν τον αγγίζει. Κάτι αισθάνθηκε, αλλά δεν πήρε αυτό για το οποίο πήγε.

Θα περιοριστώ μόνο σε ένα, γιατί βλέπω και την ώρα που με κυνηγάει. Είμαι και λίγο αργός σε αυτά, να με συγχωρείτε. Ο Ψαλμωδός λέει μία καταπληκτική κατάθεση. Σημειωτέον ότι ο ίδιος ο Κύριος είπε για τον προφητάνακτα Δαβίδ ότι τα είπε εν Πνεύματι Αγίω αυτά που είπε.

Προσέξτε, γιατί κάνουμε τραγικά λάθη μέσα στην Εκκλησία και μετά λέμε γιατί υπάρχουν αυτά τα συμπτώματα σε εμάς και γενικότερα. Λέει, και θα πω ποιο είναι το τραγικό λάθος το οποίο και εγώ έκανα για τους λόγους των όντων και τη φωνή τους: «Οἱ οὐρανοὶ διηγοῦνται δόξαν Θεοῦ, ποίησιν δὲ χειρῶν αὐτοῦ ἀναγγέλλει τὸ στερέωμα». Νομίζω είναι σαφές. «Οὐκ εἰσὶ λαλιαί, οὐδὲ λόγοι, ὧν οὐχὶ ἀκούονται αἱ φωναὶ αὐτῶν. Εἰς πᾶσαν τὴν γῆν ἐξῆλθεν ὁ φθόγγος αὐτῶν καὶ εἰς τὰ πέρατα τῆς οἰκουμένης τὰ ῥήματα αὐτῶν».

Δηλαδή ο Θεός μιλάει από το κάθε ον για τον σκοπό για τον οποίο υπάρχει και τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί. Πλην όμως τα πράγματα δεν γίνονται μαγικά, όπως τα παιδικά που προωθούνται με μαγικό τρόπο, αλλά με θεμελιώδεις προϋποθέσεις.

Αυτά λέγονται λοιπόν. Δεν θα πω άλλα, γιατί «πᾶσα πνοὴ αἰνεσάτω τὸν Κύριον», όρη, βουνοί, θάλασσα, χάλαζα και τα λοιπά. Είναι γεμάτο. Γι’ αυτό είπα: για έναν που πάει στην Εκκλησία, δεν του κάνω εγώ τώρα ξενάγηση στο σπίτι του. Ξέρει αυτά τα πράγματα, αλλά τον υποψιάζω ότι αυτά δεν λέγονται ποιητική αδεία. Έτσι νόμιζα και εγώ.

Και όταν λέω «νόμιζα και εγώ», όχι ως παιδάκι. Αφού πήγα στην ακαδημαϊκή θεολογία, αφού δεν άκουσα τίποτε γι’ αυτά —και θα σας πω πότε τα άκουσα— βέβαια τα άκουγα από τον άγιο πατέρα μου, ο οποίος ήταν ιερέας και τα έβλεπε και τα ζούσε. Άρα δεν υπάρχουν; Άρα λέγονται ποιητική αδεία; Άρα τα λέει επειδή είναι ευσεβής; Έτσι αδίκησα τον εαυτό μου, αδικώντας την αλήθεια και τον πατέρα μου.

Αλλά ποια είναι η πραγματικότητα; Πως δεν λέγονται ποιητική αδεία· προκύπτουν από τη χαρισματική εμπειρία, την οποία βεβαίως είχε ο πατέρας μου, στον οποίο αναφέρομαι, και το πιστοποιούσε αυτό ο Θεός δι’ απολύτως συγκεκριμένων πραγμάτων και θαυμάτων. Δεν είναι το θέμα μου όμως αυτό. Θα τα αφήσω όλα αυτά και θα πάω σε μία κάρτα μόνο, όπου θα συμπτύξουμε και θα αναλύσουμε παράλληλα την πιστοποίηση αυτών των πραγμάτων που υπαινιχθήκαμε, για να δούμε με πολύ απλό, παραδειγματικό τρόπο αυτά που είπαμε: ότι έβαλε ο Θεός ο ίδιος όχι μόνο ως αιτία, αλλά και ως σκοπό του κάθε όντος μέσα του.

Πώς βεβαιώνεται; Έτσι, επειδή μας το λέει, εμείς να το πιστέψουμε; Ή έχουμε τη δυνατότητα αυτή του Ψαλμωδού, που δεν είναι η εξαίρεση, ότι τα όντα μέσα τους μιλούν, και μιλούν σε εμάς, και μιλούν μεταξύ τους, αλλά μιλούν —το σπουδαιότερο— με τον ίδιο τον Θεό;

Θα σας το πω έτσι, με πολύ απλό λόγο, όπως μου συνέβη. Ήμουν νεαρός ακόμη· μάλλον στην πρώτη βαθμίδα του καθηγητή, λέκτορας ακόμη. Γνωριζόμουν και βλεπόμασταν πολύ συχνά με τον Άγιο Εφραίμ τον Κατουνακιώτη, τον Άγιο Παΐσιο, τους σύγχρονους Αγίους, και αυτούς ακόμη που δεν αγιοκατατάχθηκαν. Όλοι είχαν την ίδια συχνότητα, πρέπει να ξέρετε· τη συχνότητα που μας είπε και ο Άγιος Παΐσιος, που είναι η ταπείνωση και η αγάπη: η ταπείνωση για πρόσληψη, η αγάπη για έκφραση.

Αυτά όμως, προσέξτε, τα νομίσαμε εμείς ότι είναι αρετές, κτιστές δηλαδή, να το κάνουμε αφού είναι καλό. Η ταπείνωση —πώς θα το κάνεις αυτό το βράδυ; Αυτά, όπως τα είπα συμπτυγμένα στην αρχή, είναι υπόθεση μετοχής. Τι είπε ο Χριστός; «Μάθετε ἀπ’ ἐμοῦ, ὅτι πρᾷός εἰμι καὶ ταπεινὸς τῇ καρδίᾳ».

Για να μιλήσω και με τον γλωσσικό κώδικα της κυρίας Βουλγαράκη εδώ, τι τους είπε δηλαδή; Πρώτα πρέπει να ξέρουμε ελληνικά, να πάμε στη ρίζα μαζί. Αυτό είναι πολύ σπουδαίο: το «μαθαίνω». Η λέξη αυτή, «μάθηση» και «μαθαίνω», οικειώθηκε από τη γλώσσα της Καινής Διαθήκης. Η γλώσσα της Καινής Διαθήκης είναι αυτή των αρχαίων ημών προγόνων.

«Μαθαίνω» δεν σημαίνει πληροφορούμαι ακουστικώς κάτι, άρα το έμαθα, αλλά έχω υπαρξιακή σχέση με αυτό που το λέμε αντικείμενο της μάθησης. Στην προκειμένη περίπτωση, ως θεολόγος μιλώ, έχουμε υποκείμενο της μάθησης, που είναι ο ίδιος ο Θεός, τον οποίο όχι απλώς βεβαίως ακούμε —και καλό είναι να ακούμε τον Λόγο του Θεού— αλλά δεν αρκεί. Τον άκουσαν και εκείνοι που τον σταύρωσαν, οι εκπρόσωποι στην καθέδρα του Μωυσέως και όλοι οι άλλοι, όπως αναφέρθηκε η κυρία Βουλγαράκη σε αυτούς.

Δηλαδή ποιοι τον σταύρωσαν; Αυτοί που ευεργετήθηκαν κατάφορα από αυτόν. Αφήνω το νομικό θέμα, ότι δεν είχαν βάση πουθενά αυτά. Πλην όμως, γιατί συνέβησαν αυτά; «Εἰ γὰρ ἔγνωσαν, οὐκ ἂν τὸν Κύριον τῆς δόξης ἐσταύρωσαν».

Θα μου δώσετε κανένα-δυο λεπτά ακόμη, γιατί μου έρχονται μερικά τα οποία είναι πολύ ζωντανά και θα σας αρέσουν.

Νεαρό πρόσωπο, σε ηλικία 17 χρονών, μου εκμυστηρεύτηκε το εξής: παρουσιάστηκε ο Χριστός ζωντανός, με το σώμα Του, και το παιδί έπαθε με αυτά που είδε· δηλαδή είδε τον Χριστό χαρισματικά, όχι απλώς με το ιστορικό σώμα Του, αλλά με τη δόξα Του, δηλαδή με τη θεότητά Του.

Και Του είπε: «Χριστέ μου, πώς μπόρεσαν;» Ρωτάει ο Χριστός: «Ποιοι να μην ξέρουν τι; Πώς μπόρεσαν;» «Πώς μπόρεσαν να Σε σταυρώσουν;» Γιατί το παιδί έβλεπε τον Κύριο όχι με κεκαλυμμένη τη θεότητα, όπως Τον έβλεπαν οι σταυρωτές Του, αλλά φανερούμενη, αποκαλυπτόμενη.

Λέω: «Γιατί το ρώτησες αυτό;» «Μα», λέει, «εγώ έπαθα μόνο που Τον είδα. Πέρα από αυτό που εξέπεμπε ως δόξα, ήταν η γλυκύτητα αυτής της αγάπης Του, η οποία με έλιωνε· η χαρά και η ειρήνη την οποία μου μετέδιδε η παρουσία Του. Και απορούσα, γιατί είδα τα χέρια Του και τα πόδια Του, τα οποία έχουν αυτό το τεκμήριο της ιστορικής αλήθειας».

Λέτε, η Ανάσταση δεν τα θεράπευσε σκοπίμως; Αφού ενίκησε τον θάνατο, θα θεράπευε αυτά. Τα άφησε εις τεκμήριο. Και στη συνέχεια λέει ο Χριστός: «Γιατί, πώς μπόρεσαν;» Και λέει: «Ένα τέτοιο έγκλημα είναι η σταύρωσή Σου». Λέει: «Μα μήπως και εσύ;»

Προσέξτε, έχουμε θεοπτεία. Προσέξτε να μην ωραιοποιούμε τα πράγματα και τα πάμε σε έναν χώρο ιδεολογικό. Το ότι καθαιρόμεθα προκειμένου να δούμε από τον Κύριο δεν σημαίνει ότι έχουμε ταυτιστεί μαζί Του. Έχουμε την ατέλειά μας. Και ο Κύριος —και είναι το τεκμήριο αυτό γνησιότητας αυτής της θεοπτείας— μας διορθώνει. Και λέει του προσώπου αυτού: «Μήπως εσύ δεν με σταυρώνεις;» «Χριστέ μου, εγώ Σε σταυρώνω;» «Ναι, καθημερινώς». Και αναφέρεται σε κάποιες πράξεις που ξέρω, που ήξερα κι εγώ, και ήμουν κι εγώ κατάπληκτος γιατί αυτά τα προσέλαβε ο Κύριος ως σταύρωση.

Για να μη σμικρύνουμε κάποια πράγματα και λέμε: «Αυτό δεν είναι τίποτα· τι είπα; Ανόητε, βλάκα, τούτο και το άλλο». Και φυσικά τα είπε ο Κύριος ότι είναι. Είτε τα πάρεις ως προαπαιτούμενα του φόνου είτε ως προστάδια είτε ως άλλη έκφραση του φόνου, ένα είναι σίγουρο: θα πας εκεί που πάει ο φονιάς. Γι’ αυτό είπε: «Ἐὰν μὴ περισσεύσῃ ὑμῶν ἡ δικαιοσύνη πλεῖον τῶν γραμματέων καὶ Φαρισαίων». Τι έκαναν οι Φαρισαίοι; Έκαναν αυτά και εκείνα. Αλλά τώρα αυτά δεν έχουν τόπο για μας; Αυτές οι αμαρτίες είχαν συνέπειες.

Αυτό όμως είναι θεοφάνεια. Αφού έκανε αυτά, γιατί παρουσιάστηκε ο Κύριος; Για να δώσει το μήνυμα της θεραπείας: ότι, ενώ τηρείς το θέλημά μου, θα ξέρεις ότι εγώ θα βρίσκομαι αόρατος πλέον, όχι ορατός· θα βρίσκομαι κοντά σου και θα σε ενισχύω. Ενώ τηρείς το θέλημά μου· το κλειδί δηλαδή είναι αυτό.

Με συγχωρείτε, δεν έλεγξα τον χρόνο. Αυτό ήταν εν παρόδω: ότι δηλαδή ο Θεός είναι παρών, είναι θεατός, αλλά αυτό δεν μας βγάζει από την πραγματικότητα, και μάλιστα την πραγματικότητα του καθαυτό είναι μας, που είμαστε πραγματικά. Και παρά ταύτα μας προσλαμβάνει, εφόσον έχουμε τη μετάνοια και εφόσον τηρούμε τις εντολές.

Πάμε τώρα στον Άγιο Εφραίμ τον Κατουνακιώτη. Εκεί λοιπόν, σε μία συζήτηση που είχα μαζί του, μου είπε το εξής: ότι βλέπει τα διάφορα όντα να ευχαριστούν και να δοξολογούν τον Κύριο. Και ενώ εμείς οι άνθρωποι, που έχουμε πλουτίσει και με τη λογική και με το αυτεξούσιο και με τόσα περισσότερα προσόντα από την άλογη κτίση, δεν προβαίνουμε σε μία τέτοια καθημερινή στάση ζωής. Μιλάμε για στάση ζωής, όχι πάμε στη δοξολογία στην Εκκλησία και μετά αρχίζουμε τις δικές μας δοξολογίες.

Λοιπόν, εγώ είχα αντίρρηση, διότι έτσι είχα διδαχτεί, δυστυχώς: ότι τα λογικά όντα υμνούν και δοξάζουν τον Θεό. Τα ζώα, τα φυτά, πολύ περισσότερο η ανόργανη ύλη, πώς να δοξολογήσει τον Θεό; «Μου το εξηγείτε, σας παρακαλώ;»

Ο παπα-Εφραίμ, για όσους δεν τον ξέρουν, τότε είχε σαράντα χρόνια στην έρημο. «Εγώ είμαι εδώ πέρα σαράντα χρόνια. Έχω ξεχάσει τα ελληνικά, πάνω στα βράχια. Δεν μπορώ να σας τα εξηγήσω αυτά. Εγώ σου λέω τι βλέπω». Αλλά σου το έλεγε με έναν τέτοιο τρόπο που δεν αμφιβάλλεις εκείνη τη στιγμή καθόλου· αλλά καταλαβαίνεις ότι εσύ είσαι μάλλον τυφλός και μάλλον τελείως απληροφόρητος. Ούφο είσαι εσύ.

Οπότε εγώ προβληματίστηκα, επειδή τότε δεν είχα ακόμα αυτόν τον γλωσσικό κώδικα για να επικοινωνούμε σε αυτό το επίπεδο, πράγμα που έγινε αργότερα βέβαια. Στη συνέχεια, με μία λέξη, μου άνοιξε η όρεξη σε μία περιοχή η οποία ήταν η πεμπτουσία της θεολογίας μας, για την οποία εγώ δεν είχα ακούσει, παρά μόνο αυτά που σας είπα κατά κάποιον τρόπο: ότι οι καθ’ αυτό θεολόγοι αυτοί είναι και μετά μιλάνε.

Άφησα όμως τη μάθηση· ότι η μάθηση είναι υπόθεση εμπειρικής οικειώσεως του μορφωτικού αγαθού, αυτού το οποίο, στην προηγούμενη περίπτωση, είναι ο ίδιος ο Θεός. Και λέει: «Μάθετε ἀπ’ ἐμοῦ», λέει ο Χριστός. Δηλαδή: γνωρίστε με εμένα. Φυσικά, για να Τον γνωρίσεις, πρέπει να Τον δεις, να Τον ακούσεις.

Εγώ είχα παράδειγμα με το παιδί αυτό, σε νεαρή ηλικία —και είχε σχέση, σημειώστε το, με τα σαρκικά αμαρτήματα— επειδή αντιστάθηκε. Έχω και άλλα τέτοια παραδείγματα νέων ανθρώπων στην εποχή μας που αντιστάθηκαν στον πειρασμό της σαρκός. Γι’ αυτό εμφανίστηκε ο Χριστός, για να πει ότι θα είμαι και θα σε ενισχύω για αυτό το πράγμα. Τον σταύρωνε ως προς τα άλλα πεπραγμένα, για να μη νομίζει ότι είναι και κάτι, και ότι μόνο εφόσον βρίσκεται σε αυτήν την ταπεινή σχέση τήρησης του θελήματός μου θα μπορεί να αντιστέκεται στον πειρασμό της σαρκός σε αυτήν την εφηβική ηλικία.

Η μάθηση λοιπόν για την οποία μιλάει ο Χριστός —και αμέσως βάζει και τα κριτήρια και τα τεκμήρια αποδείξεως του πράγματος, δηλαδή ότι έλαβε το ζητούμενο— είναι ότι αυτό που λέει, «Μάθετε ἀπ’ ἐμοῦ, ὅτι πρᾷός εἰμι καὶ ταπεινὸς τῇ καρδίᾳ», είναι μία βιωματική, εμπειρική πραγματικότητα, την οποία οικειώνεσαι μόνο όταν τη γεύεσαι.

Για να τη γευτείς όμως —και είπα προηγουμένως, άρχισα να λέω, ότι δεν είναι αυτά αρετές— είναι κατηγορήματα του ίδιου του Θεού. Ταπεινός δεν υπάρχει, εκτός από τον Θεό· δεν υπάρχει κανένας.

Αυτός ο οποίος γνώρισε τον Θεό ως ταπεινό έχει μείνει κατάπληκτος από το γεγονός της μικρύνσεώς Του προκειμένου να κοινωνήσει μαζί σου. Έχει μείνει από αυτό που λέμε εμείς αγάπη, το οποίο είναι ασύγκριτο μέγεθος. Δηλαδή είναι άλλου γένους η αγάπη για την οποία μας μιλάει ο Χριστός: να αγαπάμε τους ανθρώπους και γενικότερα την κτίση. Είναι η αγάπη του Πατρός προς τον Υιό και η αγάπη του Υιού προς τον Πατέρα. Είναι η αγάπη εκείνη την οποία έδωσε εν μυστηρίῳ, με άκτιστο τρόπο δηλαδή, στους μαθητές-αποστόλους για να κηρύξουν· και αυτή την αγάπη ζητάει να έχουν μεταξύ τους.

Ενώ εμείς την έχουμε περιορίσει σε ένα επίπεδο συναισθηματικό, αν θέλετε ακόμη και λογικό και κοινωνικό, και νομίζουμε ότι βαυκαλιζόμαστε πως έχουμε αγάπη. Και έτσι μας λένε και οι άλλοι ότι έχουμε αγάπη, έχουμε χαμόγελα. Αυτά είναι τελείως κοσμικά πράγματα. Δεν θα πούμε πόσο άρρωστα είναι και πόσο μας αποπροσανατολίζουν από το γεγονός ότι δεν είναι αυτού του γένους.

Δηλαδή τι θέλω να πω τώρα σχετικά με τον Χριστό; Ότι η γνώση αυτή, ότι είναι πράος ο Χριστός, φυσικά τότε θα είναι και κατά πρώτον αυτού ο οποίος το έμαθε, το γεύτηκε. Και το «ταπεινός τῇ καρδίᾳ» θα το μάθει όταν το πάθει.

Και θα μου πείτε τώρα: όταν είναι σε μία κατάσταση ειρήνης, σε μία κατάσταση καλή, ευφορίας, και του λένε καλά λόγια, μήπως είναι αυτό; Όχι. Μας λέει ο Χριστός: «Καὶ εὑρήσετε ἀνάπαυσιν ταῖς ψυχαῖς ὑμῶν».

Αμέσως μας έδωσε τα τεκμήρια. Δηλαδή ποια; Το δέντρο, λέει, γνωρίζεται από τον καρπό. Ο καρπός λοιπόν αυτός είναι του Αγίου Πνεύματος. Είναι άκτιστος. Τα χαρακτηριστικά αυτού του καρπού μάς τα δίνει ο Απόστολος Παύλος. Εγώ θα τα ονομάσω οι πολυβιταμίνες του, οι οποίες, λέει, είναι η αγάπη, η χαρά, η ειρήνη, η αγαθοσύνη, η πίστη, η πραότης, η εγκράτεια και τα λοιπά. Και όχι μόνο βέβαια.

Αυτός που το γεύεται το γνωρίζει· αλλά τότε το πιστοποιεί πρώτον ο ίδιος υπαρξιακώς αυτό και μετά και οι άλλοι που έχουν αυτά τα αξιολογικά κριτήρια: κατ’ αρχήν, την τήρηση των εντολών δηλαδή, αλλά και τα τεκμήρια της γεύσης του καρπού του Αγίου Πνεύματος. Μιλάμε δηλαδή για άλλου γένους πράγματα.

Αυτό λοιπόν... Κοιτάξτε τώρα. Θα τα συμπτύξω όσο μπορώ. Στη συνέχεια, επειδή μου άνοιξε η όρεξη —και μου άνοιξε άγρια η όρεξη— και αισθάνθηκα τη φτώχεια, ότι αν αυτά δεν τα γνωρίζεις, για ποια πράγματα μιλάς;

Έτσι λοιπόν, τώρα... Θα ηχογραφείται κιόλας και τα λοιπά, αλλά είναι μία πραγματικότητα την οποία θα την πω με δύο λόγια και λίγο καλυμμένη.

Πήγα στον Άγιο Εφραίμ και του λέω: «Εγώ έχω καταλάβει ότι λάθος είμαι εδώ που είμαι. Διότι αυτά για τα οποία κλήθηκα να μιλώ, για τη Δογματική Θεολογία δηλαδή, είναι τόσο υψηλά και μακριά από μένα, που αισθάνομαι σαν να με βάφτισαν καθηγητή της Ιατρικής στο πιο υψηλό βάθρο εκεί των χειρουργικών και λεπτών αυτών επεμβάσεων, και εγώ δεν έχω μπει στο χειρουργείο. Και πώς εγώ; Δεν είναι αναίδεια και δεν είναι επικίνδυνο για μένα να μιλώ για αυτά τα πράγματα, αφού δεν τα είδα και δεν τα γεύτηκα πραγματικά;

Έχω τον λογισμό —παύλα πειρασμό— να σηκωθώ και να φύγω για λόγους αξιοπρέπειας. Βεβαίως εγώ δεν πήγα εκεί που βρέθηκα αυτοβούλως, και δεν ήθελα καθόλου, και έχω πει και βαριές κουβέντες. Όμως το οικονόμησε ο Θεός έτσι και δεν ήξερα γιατί.

Οπότε», του λέω, «ή θα πρέπει να τα δω, να τα γευτώ, οπότε μένω, ή, αν δεν γίνει αυτό, για λόγους αξιοπρέπειας πρέπει να φύγω». Και μου απαντά: «Αυτά που λες στο πανεπιστήμιο είναι σωστά». Δεν του είπα ποτέ τι λέω. «Τα έβλεπες. Όμως αυτό που ζητάς δεν γίνεται εφάπαξ. Θα το πάρεις σε δόσεις».

Δόξα τῷ Θεῷ, αυτό είναι αλήθεια. Τώρα θα μου πείτε: και γιατί τα λες αυτά; Δεν είναι προσωπικά δεδομένα; Τι να καυχηθώ, αφού είναι δώρο, αφού μου το γνώρισε;

Οφείλω να πω ότι αυτά που είπα δεν τα είπα μόνο γιατί είναι η έκφραση των Πατέρων, και μάλιστα η διαδοχική συμφωνία των Πατέρων. Είναι θεολογία, δηλαδή η προσωπική γεύση αποκάλυψης του Θεού· και το τεκμήριο ότι πραγματικά είναι αυτό, πρώτα για σένα, αλλά και για τους άλλους που έχουν τη δυνατότητα να ελέγχουν τα πράγματα. Και αυτό το οφείλω.

Αν το λέω λοιπόν τώρα, το λέω ως έκφραση ευγνωμοσύνης και ευχαριστίας, γιατί, δι’ ευχών του, το πήρα, όπως το είπε. Ας πούμε, έτσι γινόταν.

Τι έγινε λοιπόν στη συνέχεια; Μένω τώρα στο θέμα μου και όχι στο γενικό πλαίσιο μέσα από το οποίο μιλάει ο ορθόδοξος θεολόγος.

Ένας άλλος, ο οποίος δεν έχει αγιοκαταταχθεί ακόμη, είναι ο πατήρ Χαράλαμπος, πρώην ηγούμενος της Μονής Διονυσίου, από τη συνοδεία του Αγίου Ιωσήφ. Εκεί λοιπόν, ο οποίος ήταν ο άνθρωπος της προσευχής, τον οποίο γνώρισα και συζήτησα πάνω σε αυτό το θέμα, μου είπε: «Θα σου πω ένα περιστατικό. Το ίδιο το περιστατικό μιλάει από μόνο του».

Έτσι τον συνάντησα κι εγώ, όπως τον συνάντησε ένας φυσικός, να ψαρεύει με το αγκίστρι στο λιμανάκι. Του λέει: «Ξέρεις η θάλασσα τι νόμους έχει; Τι είδη από ψάρια; Ξέρεις τι σύνθεση έχει η γη;» Φυσικά του έλεγε κάποια από αυτά στο κέντρο της. «Ξέρεις για τον γαλαξία μας; Υπάρχουν και άλλοι γαλαξίες» κτλ.

Οπότε ο πατήρ Χαράλαμπος του λέει: «Σταμάτα. Αυτά που μου λες δεν χωράνε στο κεφάλι μου. Σε αφήνω και φεύγω».

Προσέξτε τώρα ένα άλλο χαρακτηριστικό αυτών των ανθρώπων. Πού πήγε; Πήγε κατευθείαν —που σημαίνει όχι τυχαία· είναι η μεθοδολογία του— εκεί που δεν έχουμε εμείς. Μας λέει να πούμε κάτι, θέλουμε να κάνουμε κάτι, εγώ αποφασίζω. Όχι. Πηγαίνουμε στην πηγή πάσης γνώσεως. Αυτός που μας δημιούργησε και μας έβαλε και τον σκοπό. Εφόσον έχουμε σκοπό να ευαρεστήσουμε στο θέλημά Του, πρέπει να το αναζητήσουμε.

Ποιο είναι; Πήγε και στάθηκε μπροστά στην εικόνα του Χριστού και Του λέει: «Χριστέ μου, αυτά που μου έλεγε ο φυσικός εκεί πέρα στη θάλασσα, έτσι είναι;» Και του απαντάει διά ζώσης ο Χριστός ότι κάποια από αυτά είναι έτσι.

«Καλά, Χριστέ μου, υπάρχουν τέτοια πράγματα και εγώ δεν έχω ιδέα για τέτοια πράγματα;» Και του λέει ο Χριστός: «Γιατί θες να τα μάθεις;» Λέει: «Γίνεται;» «Πώς δεν γίνεται;»

Προσέξτε τώρα τη σχέση, τη χαρισματική, πώς επιβεβαιώνεται από την ίδια την επιστήμη. Και όταν μιλάω για την επιστήμη, μιλάω για την κορυφή της κορυφής της επιστήμης.

Οπότε λέει: «Βλέπω τον εαυτό μου στο κελί μέσα να μικραίνει, έχοντας απόλυτη συνείδηση του είναι μου. Να μικραίνει, να μικραίνει, να μικραίνει». Και μετά ο αγράμματος αυτός άνθρωπος είπε ότι «έγινα ένα μόριο». Μετά όμως έγινα ακόμη μικρότερος· έγινα ένα άτομο. Και μετά, λέει, τόσο πολύ μίκρυνα μαζί με τον Χριστό, έγινα ένα σωματίδιο.

Προσέξτε τη λέξη «σωματίδιο»: στοιχειώδες σωμάτιο δηλαδή. Και με πήρε, μπήκαμε στη θάλασσα. Τι ήταν αυτά που είπε ο φυσικός; Σταγόνα στον ωκεανό.

Εκεί να δεις γνώσεις, εκεί να δεις νόμους που λειτουργούν και τα λοιπά· τα είδη των ψαριών. Μετά οι διαστρωματώσεις της γης, το κέντρο της γης. Πραγματικά, ότι έχει υψηλότατες θερμοκρασίες, σε αεριώδεις καταστάσεις, τα μέταλλα και τα λοιπά.

Περάσαμε από το κέντρο, βγήκαμε από την άλλη μεριά, πήγαμε στη Σελήνη, στον ήλιο, στον γαλαξία. Μετά πήγαμε σε άλλο γαλαξία, σε άλλους γαλαξίες, και μετά φύγαμε και πήγαμε σε άλλους ουρανούς. Μετά από αυτά ξαναβρέθηκα στο κελί και άρχισα να μεγαλώνω. Έγινα πάλι άτομο, έγινα στη συνέχεια μόριο και μετά πήρα τις φυσικές μου διαστάσεις.

Βλέπετε ότι η γνωστοποίηση αυτή είναι κατά μετοχήν και είσαι μέσα. Έχει τεράστια σημασία για αυτό που θα σας πω στη συνέχεια, αν μου δώσετε χρόνο.

Βλέπουμε εδώ άλλα δύο τινά, τα οποία συνηγορούν σε αυτήν την κατεύθυνση. Οικονόμησε ο Θεός και είχα γνωρίσει και τον Άγιο Πορφύριο. Όπως ξέρετε, ο Άγιος Πορφύριος σήμερα είναι ο προστάτης της διαστημικής τεχνολογίας και επεμβαίνει στις όποιες δυσκολίες, όπου σηκώνει τα χέρια η NASA.

Και απάντησε και στο ερώτημα που θέτει η επιστήμη: έχει τελικά πέρας το σύμπαν ή δεν έχει; Άλλοι λένε ναι ή όχι. Όταν ερωτήθηκε: «Έχει τελικά πέρας το σύμπαν;», απάντησε: «Βέβαια έχει». Βέβαια, εγώ ως θεολόγος το καταλαβαίνω, αλλά ο επιστήμων δεν είναι θεολόγος. «Και πού το ξέρεις εσύ;» «Αφού πήγα».

Προσέξτε τον εμπειρικό τρόπο· εμπειρικότατος. Βρέθηκα, το είδα. Όπως λέμε: γνωρίζει το τάδε φαγητό. Επομένως το έχει φάει κιόλας. Άπαξ και πει ότι το έχει φάει, τα λέει όλα.

Ένα ακόμη παράδειγμα. Ίσως δεν θα με ξαναβρείτε. Οπότε συγχωρήστε μου τα παραδείγματα. Δεν ξέρω αν θα ζήσω.

Πάμε τώρα στον Άγιο Παΐσιο. Κοιτάξτε πώς έρχονται τα περιστατικά, πώς τα φέρνει ο Θεός με έναν πολύ φυσικό τρόπο κατά τα άλλα. Νεαρός εγώ, 19-20 χρονών. Γίνεται το 1969. Τον γνώρισα βέβαια επί 25 χρόνια.

Κοιτάξτε, μη φαντάζεστε τίποτα από αυτά που φαντάζονται οι άνθρωποι: τον γνώρισε τόσα χρόνια, τόσες ώρες. Ανθρωποώρες, δεν μιλάμε. Έχεις τον Άγιο Χαράλαμπο, τον Άγιο Άνθιμο —και αυτός παίρνει σειρά—, τον Άγιο Γεράσιμο· όλους αυτούς, ναι. Αλλά όλα αυτά που νομίζετε είναι πλεονεκτήματα, και μέχρι ένα σημείο είναι, είναι φοβερά μειονεκτήματα. Διότι έχεις εμπλουτιστεί με πράγματα που αναμένει ο Θεός να δει και κάποιον καρπό από αυτά. Έτσι, όχι απλώς να τα έχεις στην αποθήκη σου.

Λοιπόν, πήγα στον Άγιο Παΐσιο, νεαρός, ενθουσιώδης —ξέρετε τώρα οι επιστήμονες— και του λέω για την προσσελήνωση, πώς οι αστροναύτες πήγανε στη Σελήνη και τα λοιπά: «Πάτερ Παΐσιε...». Μη γνωρίζοντας τότε ότι ο Άγιος Παΐσιος παρακολουθούσε όχι μόνο αυτά, αλλά και όλα αυτά που ήθελα να του πω. Εντάξει, τα διαπίστωσα αργότερα. Αλλά τότε είχε το αστείο του πράγματος ότι ο Άγιος Παΐσιος ήταν τόσο αδιάφορος, σαν να του έλεγα το πιο αδιάφορο πράγμα της ζωής μας.

Και αυτό με προκαλούσε εμένα. Ανέβαζα τον λόγο μου. Λέω: «Τι έχετε να πείτε; Να κάνετε μία αποτίμηση της επιστήμης, η οποία έφτασε στο σημείο που δεν είχε φτάσει ποτέ. Πώς το βλέπετε;»

«Τι να σου πω, Δημήτρη;» Όσοι τον ξέρετε, θα τον θυμάστε. «Τα ευλογημένα μου, τι να σου πω; Αυτά δεν χρειάζονται. Ξόδεψαν τόσο μυαλό, τόσα χρήματα, τόση ενέργεια, για να πάνε στη Σελήνη, και τόσα χρόνια, ενώ θα μπορούσαν να πάνε με το κάψιμο ενός παξιμαδιού. Ήταν η τροφή τους».

Επειδή σε όλα είχε μία ευφυΐα και το έφερνε και έκανε και λογοπαίγνια, λέω εγώ μέσα μου: ευφυολόγημα είναι, αλλά ας μην τον απαξιώσω. Γιατί αισθάνθηκα ότι απαξίωσε την επιστήμη και, μέσω αυτής, και εμένα. Οπότε έμεινα εκεί. Και όταν μου είπε αυτό το πράγμα, εμένα μου έμεινε: «με το κάψιμο ενός παξιμαδιού». Ή λογοπαίγνιο κάνει ή εκ πείρας ομιλεί.

Κατάλαβα όμως ότι δεν έλεγε ποτέ τίποτε παρά μόνον, όπως μου έλεγε ο παπα-Εφραίμ: «Εγώ δεν λέω τίποτε εάν δεν μου το πει ο Χριστός». Και συνέβη αυτό το πράγμα μία φορά, που δεν μου είπε. Λέω: «Γιατί δεν μου λέτε;» Λέει: «Γιατί δεν έχω πληροφορία». «Μήπως είναι αυτό;» «Όχι, αυτό δεν είναι». Λέω: «Αφού ξέρετε ότι δεν είναι αυτό, πείτε μου ποιο είναι». Λέει: «Δεν μπορώ να σου πω». «Γιατί;» «Δεν έχω πληροφορία».

Λέω μέσα μου: θα πάω τώρα στον Άγιο Παΐσιο και θα το πάρω. Λέω: «Για πρώτη φορά δεν μπορώ να σου πω γιατί. Δεν έχω πληροφορία». Πάω στον παπα-Γιάννη πάνω· το ίδιο πράγμα. Λέω: εντάξει, πήραμε την απάντηση. Οι Άγιοι δεν είναι παντογνώστες. Αυτό μου έμεινε αμέσως. Και λέω: να που ρωτάνε. Στον Κύριο ρωτάνε, όχι στους Αγίους. Οι Άγιοι θα σου πούνε, είτε εν ζωή είτε μετά θάνατον, μόνο τόσα όσα θα τους επιτρέψει· εάν τους επιτρέψει και όσα θα τους επιτρέψει ο Κύριος των πάντων.

Εν πάση περιπτώσει, με τον Άγιο Παΐσιο έμεινα εγώ σε ένα πράγμα. Λίγο πριν την κοίμησή του τώρα πάμε. Το θέμα για μένα είναι ανοιχτό. Έχει πράξει κάτι ο Άγιος Παΐσιος το οποίο εγώ δεν μπορούσα να κατανοήσω τότε, διότι ήταν, κατά τη γνώμη μου, αδικία. Και πώς το έκανε αυτός ο άγιος άνθρωπος;

Είχε και πρόβλημα υγείας, δεν μπορούσα να τον δω. Όμως, εξαιτίας μιας αφορμής, έναν χρόνο μετά την κοίμησή του, έθεσα το ερώτημα. Βρεθήκαμε με τον Άγιο Παΐσιο· μου έλυσε αυτό το πρόβλημα. Έλεγα και στον αγαπητό Κωνσταντίνο: μου έλυσε και την άλλη παρεξήγηση που είχα απέναντί του. Δηλαδή όλα τα δεχόμουν, αλλά δεν μπορούσα να δεχτώ αυτόν τον έντονο πατριωτισμό του. Οπότε τον κατάλαβα και αυτόν. Τον κατάλαβα.

Τι θα πει «τον κατάλαβα»; Το είδα. Τι είδα δηλαδή; Είδα με το γεγονός αυτό, στο οποίο θα αναφερθώ εν τάχει, ότι κινηθήκαμε χωρίς καύσιμα. Αμφότεροι. Όχι να δεις να κινείται ο άλλος· να κινηθείς κι εσύ χωρίς καύσιμο, χωρίς καμία ενέργεια, χωρίς καμία αντίσταση αέρος, αλλά και με μία ταχύτητα την οποία μετά από δέκα χρόνια είχα τη δυνατότητα —γιατί ήρθαν έτσι τα πράγματα— να τη συγκρίνω, να τη δω συγκριτικά με τα ταχύτερα μέσα επικοινωνίας. Και μου φάνηκε το αεροπλάνο, δηλαδή, που μας είπαν τότε, όταν πήγαινα στην Αμερική, ότι τρέχει με χίλια την ώρα, ότι ήταν ούτε σαν ένα κάρο. Η ταχύτητα με την οποία κινούμασταν ήταν πολύ, πολύ ανώτερη των δορυφόρων και τα λοιπά· στην ταχύτητα περίπου του φωτός.

Αλλά αυτό έχει σημασία μόνο ως προς τα καύσιμα που λέω, αλλά και ως γνώση της εμπειρικής αλήθειας ότι δεν χρειάζονται τα καύσιμα. Για την πατρίδα μου θα πω μόνο αυτό.

Είδαμε λοιπόν με έναν εκπληκτικό τρόπο, και από πολύ ψηλά και χωρίς όλες τις άλλες αντιστάσεις, αλλά είχαμε τη δυνατότητα να βλέπουμε σαν να είχαμε στα μάτια φακό μεγεθυντικό τα επί της γης. Το εκπληκτικό —αυτά τώρα δεν είναι του παρόντος— είναι ότι φτάσαμε λοιπόν και είδαμε την Αγγλία, την Ολλανδία, την Ισπανία, τη Γαλλία, την Ιταλία.

Μόλις μπήκαμε στον ελλαδικό χώρο, έμεινα κατάπληκτος. Όσο κι αν εμείς ταξιδεύαμε μεσημέρι, ταξιδεύαμε μέσα σε ένα άλλο φως, βέβαια υπέρτερο του ηλίου. Όμως η Ελλάδα εξέπεμπε εκ των κάτω τόσο εντονότερο φως από εμάς —γι’ αυτό το αναφέρω συγκριτικά— γιατί ο Άγιος Παΐσιος ήταν μέσα στο φως του Χριστού, στο μέτρο βέβαια της δικής μας δεκτικότητας. Η Ελλάδα όμως είχε φως κατά πολύ ανώτερο αυτού του φωτός μέσα στο οποίο κινούμασταν. Και ήταν σαν να ήταν διαφανής, και από κάτω ήταν προβολείς εκατομμυρίων και δισεκατομμυρίων κεριών φωτός.

Και εγώ έκπληκτος, γιατί συζητούσα με το πρόβλημα που είχα, το οποίο μου το έλυσε τέλεια, και εγώ ανακουφίστηκα. Και λέω: «Τι γίνεται εδώ; Περάσαμε τόσες χώρες· αυτό μόνο στην Ελλάδα το βλέπουμε. Γιατί;»

«Ε, βρε ευλογημένε μου», λέει, «τόσοι Άγιοι βρίσκονται κάτω από αυτά τα χώματα· τόσα αίματα και τόσοι ιδρώτες ασκητών» και τα λοιπά. Μόλις το είπαμε αυτό —δηλαδή δέκατα του δευτερολέπτου γινόταν αυτό, ένας ήχος, φωνή δηλαδή, όπως σκέφτεται κανείς τόσο γρήγορα— βρεθήκαμε στο Αιγαίο.

Λέω: «Στο Αιγαίο το ίδιο πράγμα; Καλά, στο Αιγαίο γιατί πάλι το ίδιο φως;» «Ε, βρε ευλογημένε, μόνο στην περίοδο των τετρακοσίων ετών έπνιξαν οι εχθροί της πίστεως», και τα λοιπά και τα λοιπά, «τόσους και τόσους μάρτυρες». Και με αυτό, στη συνέχεια, μπήκαμε στην Ασία.

Να τελειώσω όμως, γιατί έτσι δεν θα τελειώσω και θα γίνετε συνένοχοι. Τι ήθελα να πω με αυτό το πράγμα; Εγώ δεν επιθυμούσα με κανέναν τρόπο, λόγω και της ιδιότητάς μου, ας πούμε, ως θεολόγου —που εννοώ ότι ο κάθε άνθρωπος, και ο διανοητικά καθυστερημένος και ο μεγαλοφυής, και ο μικρός και ο μεγάλος, και η γυναίκα και ο άνδρας και τα λοιπά, είναι απόλυτα ίσοι εξαιτίας του Αγίου Χρίσματος που έχουν πάρει, της Βασιλείας του Θεού εντός τους— και επομένως δεν μπορούμε εμείς να κάνουμε αξιολογική διαβάθμιση ενός άλλου ανθρώπου· πολύ περισσότερο, εννοώ, ως ολόκληρο έθνος.

Και επειδή έβλεπα αυτό το πράγμα από δύο σεβαστά μου πρόσωπα, πρώτον τον πατέρα μου, ο οποίος ήταν από τον Πόντο και ο οποίος είχε κάνει τη διαδρομή μέχρι τη Βηρυτό, την οικογένεια του παππού και τα λοιπά, με τα πόδια, σημειωτέον, και τα λοιπά, έλεγε για την πατρίδα. Έλεγα: τι έχει πάθει, ας πούμε; Και δεν τελείωνε σε όλη τη ζωή. Και μετά που γνώρισα και τον Άγιο Παΐσιο, ίδια γεύση. Τους σεβόμουν· δεν μπορούσα όμως να το αποδεχθώ εξαιτίας, αν θέλετε, των θεολογικών προκαταλήψεων —εντός εισαγωγικών.

Γιατί εμείς δηλαδή οι Έλληνες; Τι έχουμε εμείς; Να όμως από τα λίγα —γιατί δεν είναι αυτό το θέμα μου, καταλάβατε— θεόθεν πλέον η πληροφόρηση ότι η Ελλάδα ως οντότητα έχει κάτι διαφορετικό. Και ως προς τα στοιχεία στα οποία αναφέρεστε εσείς, που προετοιμάζουν αυτό το πράγμα το οποίο αφορά την ανθρωπότητα. Γιατί ο Χριστός, όταν είπε στον Φίλιππο, που τον ρώτησαν δύο Έλληνες —Έλληνες σημαίνει εθνικοί, προσέξτε— «καὶ νῦν ἐδοξάσθη ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου» κτλ., αφορά τη δόξα Του, η οποία είναι άκτιστη, και είναι ο Σταυρός Του.

Ο Σταυρός του Χριστού έκανε κοινό το Σώμα, όχι απλώς με κάποιους Ιουδαίους που πίστεψαν, όπως ήταν οι μαθητές, αλλά με τους Έλληνες, που σημαίνει όλη την ανθρωπότητα, δηλαδή τους εχθρούς του Θεού —θεσμικά μιλάμε τώρα. Αυτό το πράγμα μεταποιήθηκε ιστορικά. Τώρα δεν μιλάμε φυλετικά και ρατσιστικά. Το είδαμε ιστορικά να επιβεβαιώνεται εν τοις πράγμασι. Αυτό δεν μου το άλλαζε κανένας.

Σας λέω, όταν δεν το είχα δει αυτό το πράγμα, εγώ έμενα στην άποψη ότι, εντάξει, Άγιοι είναι και ο πατέρας σου είναι άγιος και ο Άγιος Παΐσιος είναι άγιος, αλλά και οι Άγιοι κάνουν λάθη. Εδώ έκανα λάθος· εγώ δεν έκανα λάθη; Αλλά είδα ότι έκανα λάθος και σε αυτό.

Λοιπόν, πάμε τώρα να πούμε για την περίπτωση του μικροκόσμου, η οποία ελκύει ιδιαίτερα. Μου δίνετε, θέλω, πέντε-έξι λεπτά να το πω για τον μικρόκοσμο τώρα.

Γνωστός λαϊκός —επειδή τώρα διαρκώς αναφερόμαστε σε Αγίους και πάει το μυαλό μας σε μοναχούς, ασκητές, μητροπολίτες, επισκόπους, θεσμικά πρόσωπα. Δεν είναι έτσι όμως το πράγμα. Ο Χριστός δεν έχει καμία δυσκολία να αποκαλυφθεί στον οποιονδήποτε.

Αυτός για τον οποίο θα μιλήσω είναι ένας άνθρωπος λαϊκός, έγγαμος, πολύτεκνος· δεν θα δώσω άλλα στοιχεία. Ο οποίος είχε την εξής εμπειρία, ανάλογη του πατρός Χαραλάμπους, η οποία όμως του πατρός Χαραλάμπους είναι στον μακρόκοσμο. Κοιτάξτε τώρα στον μικρόκοσμο.

Δεν είπα κάποια λεπτομέρεια που έχει επιστημονικό χαρακτήρα, αλλά ιδιαίτερα το εξής: ότι μου είπε καθηγητής φίλος της θεωρητικής φυσικής —γιατί τα θέματα αυτά τα πυρηνικά είναι θέματα κυρίως της θεωρητικής φυσικής, από την οποία ξεκινούν— ότι ο όρος «σωματίδιο», χρονικά, σε σχέση με το πότε το είπε ο πατήρ Χαράλαμπος, άργησε να εμφανιστεί στον επιστημονικό χώρο είκοσι πέντε χρόνια. Δηλαδή δεν υπήρχε αυτή η λέξη, η έννοια και η πραγματικότητα. Γνωστοποιήθηκε μετά από είκοσι πέντε χρόνια. Ήξερε τι έλεγε ο πατήρ Χαράλαμπος: ότι τον έκανε μικρότερο και από τα ηλεκτρόνια.

Πάμε τώρα λοιπόν στη φυσική, στη μικροφυσική. Μπαίνει κι αυτός· τον έβαλε ο Χριστός μέσα στον πυρήνα και έζησε τη χαρά των ηλεκτρονίων· με πόση χαρά κινούνται. Δηλαδή δεν είναι γνωστοποίηση εξ αντικειμένου, αλλά υπαρξιακή. Έζησε αυτήν τη χαρά που ζούνε αυτά που λέμε ότι δεν έχουν ζωή. Φυσικά δεν έχουν ζωή, αλλά έχουν τον σκοπό της υπάρξεώς τους, που είναι η δοξολογία του Θεού, και αυτήν έκαναν.

Το κλείνω λέγοντας ένα προσωπικό γεγονός που σχετίζεται με έναν καθηγητή της πυρηνικής φυσικής, με τον οποίο είχαμε μία συνεργασία. Τον έβαλα ως μέλος συμβουλευτικής επιτροπής σε ένα διδακτορικό. Είχα έναν φυσικό, στον οποίο δώσαμε ένα θέμα: η ενέργεια κατά τη σύγχρονη φυσική και κατά τον Άγιο Γρηγόριο Παλαμά.

Του ζήτησα να μπει μέλος. Μου είπε: «Τι δουλειά έχω; Τι σχέση έχει η φυσική επιστήμη με την ενέργεια του Θεού;» Του λέω: «Εγώ θα μιλήσω και θα αξιολογήσω τα θεολογικά· εσύ θέλω να μου πεις αν αυτά που θα πει ο φυσικός ανταποκρίνονται στη σύγχρονη φυσική».

Τέλος πάντων, για να μην τα πολυλογούμε, επειδή κάθε χρόνο γίνεται η έκθεση, ας πούμε, προόδου, θα πήγαινα να υπογράψει. Λέει: «Όχι, θα έρθω εγώ, γιατί έχω και ένα ραντεβού με γυναίκα σε αυτό· πέντε λεπτά θα γίνει, θα φύγω». Μία η ώρα έπρεπε να είναι και στο σπίτι. Ήρθε εκεί, μου κάνει την ερώτηση, αρχίζω εγώ να του εξηγώ ότι η γνώση που έχουμε εμείς για την ενέργεια και τα λοιπά είναι βιωματική και δεν είναι θεωρητική. Δεν μας την είπε ο Θεός έτσι απλώς, αλλά την είδαμε, τη ζούμε και τα λοιπά. Και ανέφερα σε σύνοψη αυτά που είπα σε εσάς.

Κράτησαν το ενδιαφέρον του τρεις ώρες. Δεν ήθελε να φύγει ούτε να πάει στο ραντεβού του. Αλλά τι έγινε; Ενώ οι πυρηνικοί φυσικοί έχουν μία φυσική υπεροψία και έναντι όλων των άλλων επιστημών, και ενώ ήταν ψηλός, γύρω στα δύο μέτρα, έφυγε ενάμισι. Δηλαδή κυριολεκτώ. Εγώ δεν μπορούσα πλέον να μιλώ, επειδή μιλούσα από το πρωί και είχε πάει η ώρα κοντά τέσσερις. Μιλούσα συνεχώς, δεν ακουγόμουν, και σκυφτός, σκυφτός, δεν ήθελε να χάσει λέξεις από τα λεγόμενα, τα οποία φυσικά ήταν κατάθεση μιας εμπειρίας. Δεν ήταν δικές μου διανοητικές συλλήψεις και τα λοιπά.

Και ήθελα να πω ότι στον λόγο των βιωμάτων της Εκκλησίας, των λόγων των Αγίων, των αποκαλυπτικών, δεν υπάρχει αντίλογος. Οι πάντες, οι αρνητές, όσο κι αν είναι —γιατί κάτι έχουν μέσα τους κι αυτοί οι αρνητές— μπροστά στην αλήθεια, την αποκάλυψη δηλαδή του πράγματος, και επειδή όλοι γίναμε κατ’ εικόνα από την αλήθεια, μένουμε εκστατικοί και την αποδεχόμαστε.

Θα ήθελα να σας ζητήσω εκ καρδίας συγγνώμη για την υπέρβαση αυτή που έκανα. Δεν τη σκόπευα, ειλικρινά. Ήθελα έτσι να πω κάποια, μέσες άκρες, αλλά μου ξέφυγε ο λόγος.

Είναι κάτι που μου συμβαίνει όμως. Με συγχωρείτε και πάλι.

Δεν υπάρχουν σχόλια: