Σάββατο 27 Ιουνίου 2026

Giovanni Reale - ΣΩΚΡΑΤΗΣ (47)

 Συνέχεια από: Πέμπτη 25 Ιουνίου 2026

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Η΄

Η ΑΝΑΤΡΟΠΗ ΤΗΣ ΚΛΙΜΑΚΟΣ ΤΩΝ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΩΝ ΑΞΙΩΝ ΒΑΣΕΙ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΑΝΤΙΛΗΨΕΩΣ «ΠΕΡΙ ΨΥΧΗΣ» ΚΑΙ ΤΟ ΑΠΟΓΕΙΟ ΤΗΣ ΣΩΚΡΑΤΙΚΗΣ ΗΘΙΚΗΣ

Η ΘΕΩΡΙΑ ΤΗΣ ΑΡΕΤΗΣ ΩΣ ΓΝΩΣΕΩΣ ΚΑΙ ΤΑ ΣΥΝΥΦΑΣΜΕΝΑ ΠΡΟΣ ΑΥΤΗΝ ΠΑΡΑΔΟΞΑ ΤΗΣ ΣΩΚΡΑΤΙΚΗΣ ΗΘΙΚΗ
Σ

ΟΙ ΝΕΕΣ ΑΝΤΙΛΗΨΕΙΣ ΠΕΡΙ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, ΑΥΤΟΚΥΡΙΑΡΧΙΑΣ ΚΑΙ ΑΥΤΑΡΚΕΙΑΣ

Η ΠΡΩΤΗ ΔΙΑΤΥΠΩΣΗ ΚΑΙ ΠΡΑΓΜΑΤΟΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΠΕΜΠΟΛΗΣΗ ΤΗΣ ΒΙΑΣ

Ο ΗΡΩΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΣΩΚΡΑΤΟΥΣ ΚΑΙ Η ΕΥΔΑΙΜΟΝΙΑ ΤΟΥ

Εἰσαγωγικές παρατηρήσεις

Το περιεχόμενο τοῦ κεφαλαίου αὐτοῦ εἶχε ἤδη προαναγγελθεῖ στὸ βιβλίο μας Storia della filosofia antica. Ἐδῶ θὰ περιοριστοῦμε μόνον σὲ ὁρισμένες συμπληρώσεις.

Ἤδη ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τῆς συγγραφῆς τοῦ ἔργου αὐτοῦ εἴχαμε κατανοήσει τὴ νέα ἀντίληψη περὶ «ἀρετῆς» καὶ εἴχαμε καταλήξει στὸ συμπέρασμα ὅτι ἡ ἐπανάσταση στον τομέα τῶν παραδοσιακῶν ἀξιῶν τῆς ἀρχαίας Ἑλλάδος πραγματοποιήθηκε ἀπὸ τὸν Σωκράτη βάσει ἀκριβῶς τῆς ἀνακαλύψεώς του ὅτι ἡ φύση τοῦ ἀνθρώπου ἔγκειται στὴν ψυχή. Ἔννοιες ὅπως «αὐτοκυριαρχία», «ἐσωτερικὴ ἐλευθερία» καὶ «αὐτάρκεια» ἐπαναπροσδιορίσθηκαν ἀπὸ τὸν Σωκράτη βάσει ἀκριβῶς τῆς νέας ἀντιλήψεώς του περὶ ἀνθρώπου ὡς ψυχῆς, ἀπὸ κοινοῦ μὲ ἄλλες βασικές ἠθικὲς ἀρχές, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ ἡ θεωρητική θεμελίωση τῆς ἀνατροπῆς τῆς βίας.

Ἐπὶ πλέον, θα προσπαθήσουμε να διευκρινίσουμε ἐν μέρει τα λεγόμενα «παράδοξα» τῆς σωκρατικῆς ἠθικῆς, τὴν ἀντίληψη περὶ εὐτυχίας καὶ τὴν ἔννοια μὲ τὴν ὁποία μπορεῖ καὶ ὀφείλει κανεὶς νὰ ἀναφέρεται στὸν Σωκράτη ὡς «ήρωα», βασιζόμενος στὶς ιδέες μεγάλων ἑρμηνευτῶν καὶ σπουδαίων στοχαστών.

Ἡ νέα ἔννοια τῆς «ἀρετῆς» καὶ ἡ ἀνατροπή τῆς παραδοσιακῆς κλίμακος ἀξιῶν


Ὁ Πλάτων κατενόησε καὶ δὲν ἔπαψε νὰ ἐπιβεβαιώνει ὅτι ἡ ἀνωτερότητα τοῦ Σωκράτους ἔναντι τῶν Σοφιστῶν ἔγκειτο κυρίως στὸ ἑξῆς:
Ο Σωκράτης, καθὼς εἶχε ἀντιληφθεῖ ὅτι ὁ ἄνθρωπος ξεχωρίζει χάρη στὴν ψυχή του, ἦταν σε θέση νὰ κατανοήσει ἐκεῖνο ποὺ οἱ Σοφιστές δὲν κατάφερναν νὰ ἐξηγήσουν ἀπὸ θεωρητικῆς ἀπόψεως, δηλαδή σὲ τί συνίσταται ἡ ἀνθρώπινη «ἀρετή». Αὐτή, κατὰ τὸν Σωκράτη, δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι τίποτε ἄλλο ἐκτὸς ἀπὸ ἐκεῖνο ποὺ ἐπιτρέπει στὴν ψυχὴ νὰ εἶναι καλή, νὰ εἶναι ὅπως αὐτὴ πρέπει νὰ εἶναι ἐκ φύσεως. Συνεπῶς, ἡ καλλιέργεια τῆς ἀρετῆς συμπίπτει μὲ τὴ φροντίδα τῆς ψυχῆς, μὲ τὴ βελτίωσή της ἐντὸς τῶν ὁρίων τοῦ ἐφικτοῦ, μὲ τὴν ὁλοκλήρωση τῆς ἠθικῆς καὶ νοητικῆς προσωπικότητας. Ἡ ἀρετὴ ἀποτελεῖ τὸν σκοπό πρὸς τὸν ὁποῖο ὁ ἄνθρωπος τείνει ἐνδομύχως, δηλαδὴ τὴν εὐτυχία του.

Τί ἐστί, λοιπόν, ἀρετή;

Ἡ ἀπάντηση τοῦ Σωκράτους εἶναι πασίγνωστη: ἡ ἀρετὴ (κάθε μία καὶ ὅλες οἱ ἀρετές μαζί) εἶναι «ἐπιστήμη» ἢ «γνώση». Τὸ ἀντίθετο τῆς ἀρετῆς, τὸ ἁμάρτημα (τὸ κάθε ἕνα ξεχωριστὰ καὶ ὅλα τὰ ἁμαρτήματα μαζί), εἶναι στέρηση τῆς «ἐπιστήμης» καὶ τῆς «γνώσεως», δηλαδή «ἄγνοια».

Ἡ σοφία, ἡ δικαιοσύνη, ἡ ἐγκράτεια, τὸ σθένος, ἡ ἱερότης, τὰ ὁποῖα οἱ Ἕλληνες θεωροῦσαν ὅτι ἦσαν πολύ διαφορετικά μεταξύ τους, συνιστοῦν γιὰ τὸν Σωκράτη ἕνα ταυτόσημο πράγμα ποὺ ἐκδηλώνεται ποικιλοτρόπως: τὴ «γνώση».

Ὅλες οἱ πηγές μας συμφωνοῦν στὸ σημεῖο αὐτό, πράγμα τὸ ὁποῖο πιστοποιεῖται καὶ ἀπὸ τὶς μαρτυρίες ποὺ θὰ ἀναφέρουμε. Ἐξ ἄλλου, ὅποιος μᾶς ἀκολούθησε ὡς ἐδῶ θὰ ἔχει παρατηρήσει τὴ συνοχή αὐτοῦ τοῦ ἰσχυρισμοῦ καὶ τὴν προϋπόθεση ἐπὶ τῆς ὁποίας αὐτὸς στηρίζεται: ἐὰν ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἡ ψυχή του, καὶ ἐὰν ἡ ψυχὴ εἶναι ἡ νόηση, μὲ ἄλλους ὅρους τὸ συνειδητό ἐγώ, τότε ἡ ἀρετή, δηλαδὴ ἐκεῖνο ποὺ καθιστᾶ ἐφικτὴ τὴν ἐν λόγῳ ἐπίγνωση καὶ τὴ νόηση, δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ ἐπιστήμη καὶ γνώση.

Ὑπὸ τὶς προϋποθέσεις αὐτές, ὁ Σωκράτης ἀνατρέπει τὴν παραδοσιακή κλίμακα ἀξιῶν ἐπὶ τῆς ὁποίας στηριζόταν ὡς τότε ὅλος ὁ Ἑλληνισμὸς καὶ τὴν ὁποία ἀκόμα καὶ αὐτοὶ οἱ Σοφιστές δὲν εἶχαν προσβάλει. Πράγματι, οἱ θεμελιώδεις ἀρχὲς τῆς παράδοσης ἦσαν συνυφασμένες κυρίως μὲ τὸ σῶμα, τὴ ζωή, τὴν ὑγεία, τὴ σωματικὴ ρώμη, τὴν ὀμορφιὰ ἢ μὲ τὰ ἐξωτερικὰ ἀγαθὰ (τὸν πλοῦτο, τὴν ἐξουσία, τὴ φήμη κ.ά.).

Μιὰ μικρή ποιητική σύνθεση, τὴν ὁποία συνήθιζαν νὰ τραγουδοῦν στὰ συμπόσια, συνοψίζει ἄριστα τὰ σημεῖα-κλειδιὰ τῆς παραδοσιακῆς κλίμακας ἀξιῶν:
Τὸ μέγιστο ἀγαθὸ ποὺ μᾶς δίνεται εἶναι ἡ ὑγεία,
ἔπειτα ἔρχεται ἡ ὀμορφιὰ ἀπὸ τὸ σῶμα.
Ὁ πλοῦτος δίχως ἀπάτη εἶναι τὸ τρίτο,
καὶ ὕστερα μὲ τοὺς φίλους νὰ ἀπολαμβάνουμε τὴ νιότη.


Ἡ ξεκάθαρη ἱεραρχική προτεραιότητα τῆς ψυχῆς ἔναντι τοῦ σώματος καὶ ἡ ταύτιση τοῦ ἀληθινοῦ ἀνθρώπου μὲ αὐτὴν καὶ ὄχι πλέον μὲ τὸ σῶμα ἐπιδέχεται μετὰ βεβαιότητος ἐὰν ὄχι τὴν κατάργηση, τουλάχιστον τὴ μετάθεση σὲ δεύτερο ἐπίπεδο τῶν ἐπιφανειακῶν ἀξιῶν τῆς ἐμφάνισης καὶ τὴν ἀνάδυση σὲ πρῶτο τῶν ἐσωτερικῶν ἀξιῶν τῆς ψυχῆς, ἰδιαίτερα τῆς γνώσης ποὺ τὶς περιλαμβάνει ὅλες.

Ὁ Πλάτων, στὸ Συμπόσιο, λέγει γιὰ τὸν Σωκράτη διὰ στόματος ᾿Αλκιβιάδη:

Πιστεύσετε μέ: οὔτε εὔμορφος ἂν εἶναι κανεὶς τοῦ κάμνει καμμιὰν ἐντύπωσιν (τουναντίον μάλιστα· ἀδιαφορεῖ εἰς βαθμόν ποὺ κανεὶς δὲν θὰ τὸ ἐπίστευε), οὔτε πλούσιος ἂν εἶναι, οὔτε ἄλλο τίποτ᾽ ἂν κατέχῃ ἀπὸ τὰ χαρίσματα ποὺ καλοτυχίζει ὁ κόσμος. Ὅλα αὐτὰ τὰ προσόντα τὰ θεωρεῖ τελείως ἀνάξια καὶ ἡμᾶς ἕνα τίποτε, σᾶς διαβεβαιῶ, καὶ ὅλην του τὴν ζωὴν ἐξακολουθεῖ νὰ ὑποκρίνεται τὸν ἀφελῆ καὶ ν᾿ ἀστειεύεται συνεχώς μὲ τοὺς ἄλλους 2.

Τῆς ἴδιας γνώμης εἶναι καὶ ὁ Ξενοφῶν, ὁ ὁποῖος, ἀναφερόμενος σὲ ἕναν διάλογο μεταξύ Σωκράτους καὶ Εὐθυδήμου, γράφει τὰ ἑξῆς:
«Κοντεύει, ὦ Σωκράτη», εἶπε, «κατ᾿ ἐξοχὴν ἀναντίρρητον ἀγαθὸν νὰ εἶναι ἡ εὐτυχία». «Ἐὰν δὲν τὴν ἀπολέσῃ κανείς», εἶπεν, «ὦ Εὐθύδημε, ἀπὸ ἀγαθὰ ποὺ δέχονται ἀντίρρησιν». «Ποῖον δέ», εἶπε, «θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ δέχεται ἀντίρρησιν ἀπὸ τὰ συντελοῦντα εἰς τὴν εὐτυχίαν;» «Τίποτε», εἶπε, «φθάνει νὰ μὴ προσθέσωμεν εἰς τὴν εὐτυχίαν ἢ κάλλος ἢ δύναμιν ἢ πλοῦτον ἢ δόξαν ἢ καὶ τίποτε άλλο ἀπὸ τὰ τοιαῦτα». «᾿Αλλά, μὰ τὸν Δία, θὰ προσθέσωμεν», είπε· «διότι πῶς θὰ ήμπορούσε κανείς νὰ ευτυχή χωρίς αυτά;» «Μὰ τὸν Δία», εἶπε, «θά προσθέσωμεν λοιπόν πράγματα, ἐξ αἰτίας τῶν ὁποίων πολλὰ καὶ δυσάρεστα συμβαίνουν εἰς τοὺς ἀνθρώπους· διότι ἀφ᾿ ἑνὸς μὲν πολλοί ἕνεκα τοῦ κάλλους των διαφθείρονται ἀπὸ ἐκείνους ποὺ ἕλκονται πρὸς τοὺς ὡραίους, πολλοὶ δὲ ἀφ᾽ ἑτέρου, ἐπειδὴ ἕνεκα τῆς δυνάμεώς των ἐπιχειροῦν μεγαλύτερα (ἀπὸ ὅσον ἡμποροῦν) ἔργα, περιπίπτουν εἰς ὄχι μικρά δυστυχήματα, πολλοὶ δὲ ἕνεκα τοῦ πλούτου των μαλθακύνονται καὶ ἐπειδὴ τοὺς ἐπιβουλεύονται, καταστρέφονται, πολλοὶ δὲ ἕνεκα τῆς δόξης των καὶ τῆς πολιτικῆς των δυνάμεως μεγάλα κακὰ παθαίνουν» 3.

Ἀπὸ τὴν ἀνάγνωση τῶν κειμένων θὰ μποροῦσε νὰ συμπεράνει κανεὶς ὅτι τὰ ἀγαθὰ καὶ οἱ παραδοσιακὲς ἀξίες ἔχουν τελείως ἀπορριφθεῖ ἀπὸ τὸν Σωκράτη. Αὐτό, ὅμως, δὲν ἀληθεύει. Ὁ Πλάτων καταλήγει – ὡς ἕναν βαθμό – στὰ συμπεράσματα αὐτά, ἐπειδὴ στόχος του εἶναι ὄχι μόνον νὰ διευκρινίσει καὶ νὰ ὑποτάξει ἱεραρχικῶς τὸ σῶμα στὴν ψυχή, ἀλλὰ καὶ νὰ ἀντιτάξει τὸ πρῶτο στὴ δεύτερη, προσδιορίζοντάς το ὡς φυλακὴ τῆς ψυχῆς. ᾿Αντιθέτως, ὁ Σωκράτης – δευτερευόντως βέβαια καὶ πάντοτε ὑπὸ τὸν ἔλεγχο καὶ τὴν κυριαρχία τῆς ψυχῆς – κατόρθωσε νὰ προσδώσει κάποια ἀξία στὰ παραδοσιακά ἰδανικά, κατὰ τὸν βαθμό ποὺ δὲν ἐννόησε τὸ σῶμα ὡς ἀντίθεση τῆς ψυχῆς ἀλλὰ ὡς ἐργαλεῖο της 4.

Ποιὰ ἦταν ἡ ἐκτίμηση τοῦ Σωκράτους γι' αὐτὲς τὶς ὑλικὲς ἀξίες;


Ὁ Σωκράτης ἐξήρτησε τὴν πραγματική ἀξία ὅσων ὁ Ἑλληνισμός θεωροῦσε ἐκ παραδόσεως ὡς καθ' ἑαυτὰ «ἀγαθά» ἀπὸ τὴν ὀρθὴ χρήση τους, ὑποστηρίζοντας ὅτι ἡ ὀρθὴ χρήση ἐξαρτᾶται ἀποκλειστικῶς ἀπὸ τὴ γνώση.

Ἰδοὺ ἡ σαφέστερη καὶ πλέον περιεκτική σχετική περικοπὴ ποὺ ἔχουμε στη διάθεσή μας, ἡ ὁποία προέρχεται ἀπὸ τὸν Εὐθύδημο τοῦ Πλάτωνος:
«Δηλαδή», εἶπα, «Κλεινία, πάει νὰ πῆ πὼς γιὰ ὅλα, ὅσα πρὶν εἴπαμε ἀγαθά, τὸ ζήτημα γι᾿ αὐτὰ δὲν εἶναι ὅτι ἀπὸ μόνα τους, ἀπὸ τὴ φύση τους εἶναι ἀγαθά, ἀλλά, ὅπως φαίνεται, ἄλλο εἶναι· ἂν ἔχουν γιὰ ὁδηγό τους τὴν ἀμάθεια, τότε εἶναι μεγαλύτερα κακὰ ἀπὸ τὰ ἀντίθετὰ τους, ὅσο μὲ περισσότερη δύναμη ὑπηρετοῦν τὸν ὁδηγό τους, ποὺ εἶναι κακός· ἂν ὅμως τὰ ὁδηγῆ ἡ φρόνηση καὶ μαζί της καὶ ἡ σοφία, εἶναι μεγαλύτερα ἀγαθά, μὰ μονάχα τους δὲν εἶναι οὔτε καλὰ οὔτε κακά, καὶ οὔτε ἔχουν καμμιὰν ἀξία». «Ἔτσι», εἶπε, «ἀποδείχνεται, ὅπως φαίνεται, καθὼς ἐσὺ λές». «Ποῦ καταλήγομε λοιπὸν ἀπὸ ὅσα εἶπαμε; Ὄχι σὲ τοῦτο, ὅτι ἀπὸ τὰ ἄλλα τίποτε δὲν εἶναι οὔτε καλό, οὔτε κακό, καὶ ἀπὸ τοῦτα δῶ τὰ δυό, ἡ σοφία εἶναι τὸ καλὸ καὶ ἡ ἀμάθεια τὸ κακό;»5.

Ἂς ἐπιστρέψουμε τώρα στη σωκρατικὴ σύνδεση τῆς ἀρετῆς μὲ τὴ γνώση καὶ στὶς ἐπιπτώσεις της.

Σημειώσεις
1. Πβ. G. REALE, Storia della filosofia antica, τόμ. 1, σσ. 331-335.
2. ΠΛΑΤΩΝΟΣ, Συμπόσιον, 216 d-e.
3. ΞΕΝΟΦΩΝΤΟΣ, ᾿Απομνημονεύματα, ΙV 2, 34.
4. Σχετικῶς μὲ τὸ ζήτημα αὐτὸ πβ. Γ. ΒΛΑΣΤΟΥ, Σωκράτης. Εἰρωνευτής καὶ ἠθικὸς φιλόσοφος.
5. ΠΛΑΤΩΝΟΣ, Εὐθύδημος, Βιβλιοθήκη ᾿Αρχαίων Συγγραφέων, ᾿Αθήνα, Ζαχαρόπουλος, 281 e - 282 a

Δεν υπάρχουν σχόλια: