Δευτέρα 29 Ιουνίου 2026

Giovanni Reale - ΣΩΚΡΑΤΗΣ (48)

  Συνέχεια από: Σάββατο 27 Ιουνίου 2026

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Η΄

Η ΑΝΑΤΡΟΠΗ ΤΗΣ ΚΛΙΜΑΚΟΣ ΤΩΝ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΩΝ ΑΞΙΩΝ ΒΑΣΕΙ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΑΝΤΙΛΗΨΕΩΣ «ΠΕΡΙ ΨΥΧΗΣ» ΚΑΙ ΤΟ ΑΠΟΓΕΙΟ ΤΗΣ ΣΩΚΡΑΤΙΚΗΣ ΗΘΙΚΗΣ

Η ΘΕΩΡΙΑ ΤΗΣ ΑΡΕΤΗΣ ΩΣ ΓΝΩΣΕΩΣ ΚΑΙ ΤΑ ΣΥΝΥΦΑΣΜΕΝΑ ΠΡΟΣ ΑΥΤΗΝ ΠΑΡΑΔΟΞΑ ΤΗΣ ΣΩΚΡΑΤΙΚΗΣ ΗΘΙΚΗ
Σ

ΟΙ ΝΕΕΣ ΑΝΤΙΛΗΨΕΙΣ ΠΕΡΙ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, ΑΥΤΟΚΥΡΙΑΡΧΙΑΣ ΚΑΙ ΑΥΤΑΡΚΕΙΑΣ

Η ΠΡΩΤΗ ΔΙΑΤΥΠΩΣΗ ΚΑΙ ΠΡΑΓΜΑΤΟΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΠΕΜΠΟΛΗΣΗ ΤΗΣ ΒΙΑΣ

Ο ΗΡΩΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΣΩΚΡΑΤΟΥΣ ΚΑΙ Η ΕΥΔΑΙΜΟΝΙΑ ΤΟΥ

Τὰ «παράδοξα» τῆς σωκρατικῆς ἠθικῆς καὶ ἡ σημασία τους

Ἡ σωκρατική θεωρία τῆς ταύτισης τῆς ἀρετῆς μὲ τὴν ἐπιστήμη εἶχε τρεῖς συνέπειες:

α) κατ' ἀρχάς, ὅπως τονίσαμε παραπάνω, συνεπάγετο τὴν ἑνοποίηση τῶν παραδοσιακῶν ἀρετῶν, ὅπως ἡ σοφία, ἡ δικαιοσύνη, ἡ ἐγκράτεια, ἡ ρώμη καὶ ἡ ἱερότης, σὲ μία ἑνιαία ἀρετή, καθ' ὅσον ἡ κάθε μία ἀπ' αὐτὲς ἀνάγεται οὐσιαστικῶς σὲ γνώση.
β) συνεπάγετο ὅτι τὸ ἀντίθετό της, δηλαδὴ τὸ ἁμάρτημα, ἦταν ἡ ἄγνοια, τὸ ἀντίθετο τῆς γνώσεως.
γ) τέλος, καθιστοῦσε σαφὲς ὅτι ὅσοι πράττουν τὸ κακὸ δὲν τὸ κάνουν ἐν γνώσει τους, δηλαδὴ ἐπειδὴ τὸ ἐπιθυμοῦν, ἀλλὰ ἀπὸ ἄγνοια.

Τὶς θεωρίες αὐτὲς ἀναπτύσσει μὲ ἐξαίσιο τρόπο καὶ εἰς βάθος ὁ Πλάτων στὸν Πρωταγόρα μὲ τὴν ὑποστήριξη τῶν τυπικῶν σωκρατικῶν μεθόδων. Ἐξ ἄλλου, ἐπιβεβαιώνονται πολλάκις καὶ σὲ ἄλλους διαλόγους 6. Οἱ ὑπόλοιπες πηγές ποὺ μᾶς δίδουν πληροφορίες σχετικῶς μὲ τὰ σημεῖα αὐτὰ συμφωνοῦν ἐπ' αὐτοῦ ἀπολύτως. Διαβάζουμε, λόγου χάριν, στὸν Ξενοφῶντα:
Τὴν σοφίαν δὲ καὶ τὴν σωφροσύνην δὲν τὰς ἐξεχώριζεν, ἀλλὰ ἐκεῖνον μέν, ὁ ὁποῖος γνωρίζει καὶ τὰ καλὰ καὶ τὰ ἀγαθά, ὥστε νὰ τὰ ἐκτελῇ, καὶ ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ἠξεύρει τὰ ἄσχημα, ὥστε νὰ τἀποφεύγῃ, τὸν ἔκρινε σοφὸν καὶ σώφρονα. Ὁσάκις δὲ ἠρωτᾶτο προσέτι, ἂν ἐκείνους μὲν ποὺ γνωρίζουν τὶ πρέπει νὰ κάμνουν, ὅμως κάμνουν τὰ ἀντίθετα, τοὺς νομίζει σοφούς χωρίς θέλησιν· «καθόλου περισσότερον», εἶπεν, «ἀπὸ ἀσόφους χωρὶς θέλησιν, διότι νομίζω, ὅτι ὅλοι προτιμοῦν νὰ κάμνουν ἀπὸ ὅσα δύνανται ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα νομίζουν ὅτι τοὺς συμφέρουν πάρα πολύ. Φρονῶ λοιπόν, ὅτι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι δὲν πράττουν ὀρθῶς, οὔτε σοφοί οὔτε σώφρονες εἶναι». Εἶπε δὲ, ὅτι καὶ ἡ δικαιοσύνη καὶ κάθε ἄλλη ἀρετή εἶναι σοφία. Διότι καὶ τὰ δίκαια καὶ ὅλα τὰ ἐνάρετα ἔργα εἶναι καὶ καλὰ καὶ ἀγαθὰ καὶ οὔτε ἐκεῖνοι ποὺ τὰ γνωρίζουν ἠμποροῦν τίποτε ἄλλο ἀντὶ αὐτῶν νὰ προτιμήσουν, οὔτε ἐκεῖνοι ποὺ δὲν τὰ γνωρίζουν, ἠμποροῦν νὰ τὰ ἐκτελοῦν, ἀλλὰ καὶ, ἐὰν τὰ ἐπιχειροῦν (τὰ καταπιάνωνται), ἀποτυγχάνουν· κατ᾿ ἀκολουθίαν αὐτῆς τῆς ἐξηγήσεως καὶ τὰ καλὰ καὶ τἀγαθὰ οἱ μὲν σοφοὶ τὰ ἐκτελοῦν, οἱ δὲ μὴ σοφοὶ δὲν ἠμποροῦν, ἀλλὰ καὶ ἐὰν τὰ ἐπιχειροῦν, ἀποτυγχάνουν. Ἐπειδὴ λοιπὸν καὶ τὰ δίκαια ἔργα καὶ τὰ ἄλλα τὰ καλὰ καὶ ἀγαθὰ ὅλα ἐκτελοῦνται μὲ τὴν ἀρετήν, εἶναι φανερόν, ὅτι καὶ ἡ δικαιοσύνη καὶ κάθε ἄλλη ἀρετὴ εἶναι σοφία7.

Ὁ ᾿Αριστοτέλης ἐπιβεβαιώνει:
Σωκράτης μὲν οὖν λόγους τὰς ἀρετὰς ᾤετο εἶναι (ἐπιστήμας γὰρ εἶναι πάσας), ἡμεῖς δὲ μετὰ λόγου8. [Μετάφραση: «Ο Σωκράτης λοιπόν θεωρούσε ότι οι αρετές είναι ταυτόσημες με τον λόγο (ή με μορφές γνώσεως), διότι πίστευε ότι όλες είναι επιστήμες· εμείς όμως θεωρούμε ότι οι αρετές δεν είναι ο ίδιος ο λόγος, αλλά υπάρχουν μαζί με τον λόγο». Οι αρετές δεν είναι καθαυτές λόγος ή επιστήμη, αλλά έξεις της επιθυμητικής δυνάμεως που κατευθύνονται από τον λόγο.]

Ἐπιπροσθέτως:
᾿Απορήσειε δ᾽ ἄν τις πῶς ὑπολαμβάνων ὀρθῶς ἀκρατεύεταί τις, ἐπιστάμενον μὲν οὖν οὐ φασί τινες οἷόν τε εἶναι· δεινὸν γὰρ ἐπιστήμης ἐνούσης, ὡς ᾤετο Σωκράτης, ἄλλο τι κρατεῖν καὶ περιέλκειν αὐτὴν ὥσπερ ἀνδράποδον, Σωκράτης μὲν γὰρ ὅλως ἐμάχετο πρὸς τὸν λόγον ὡς οὐκ οὔσης ἀκρασίας· οὐθένα γὰρ ὑπολαμβάνονται πράττειν παρὰ τὸ βέλτιστον, ἀλλὰ δι' ἄγνοιαν. [Μετάφραση: «Θα μπορούσε όμως κανείς να απορήσει πώς είναι δυνατόν κάποιος, ενώ έχει ορθή αντίληψη, να παρασύρεται από την ακρασία. Μερικοί υποστηρίζουν ότι δεν είναι δυνατόν να συμβαίνει αυτό σε κάποιον που πραγματικά γνωρίζει· διότι θα ήταν παράδοξο, όπως πίστευε ο Σωκράτης, ενώ υπάρχει μέσα του η γνώση, να κυριαρχεί κάτι άλλο πάνω της και να τη σέρνει από εδώ και από εκεί σαν δούλο. Ο Σωκράτης, πράγματι, αντιμαχόταν εντελώς αυτή την άποψη, επειδή θεωρούσε ότι η ακρασία δεν υπάρχει· διότι, κατά τη γνώμη του, κανείς δεν ενεργεί αντίθετα προς αυτό που είναι το καλύτερο, αλλά το κάνει εξαιτίας άγνοιας». Ή σε πιο ελεύθερη νεοελληνική απόδοση: Προκύπτει όμως το ερώτημα: πώς είναι δυνατόν κάποιος να γνωρίζει ποιο είναι το σωστό και παρ' όλα αυτά να πράττει το αντίθετο; Μερικοί θεωρούν ότι αυτό είναι αδύνατο, γιατί θα ήταν παράλογο να υπάρχει γνώση μέσα στον άνθρωπο και ταυτόχρονα να κυριαρχεί πάνω της κάτι άλλο, σύροντάς την σαν να ήταν σκλάβος. Ο Σωκράτης απέρριπτε πλήρως την ύπαρξη της ακρασίας, αφού πίστευε ότι κανείς δεν πράττει συνειδητά ενάντια στο καλύτερο· όποιος πράττει το κακό, το κάνει μόνο επειδή αγνοεί το αληθινό αγαθό].

Οἱ δυὸ αὐτὲς σωκρατικές αρχές, σύμφωνα μὲ τὶς ὁποῖες ἡ ἀρετὴ εἶναι ἐπιστήμη καὶ κανεὶς δὲν ἁμαρτάνει ἑκουσίως, οἱ ὁποῖες ἐπρόκειτο νὰ ἐπιδράσουν γενικῶς στὴ διαμόρφωση τῆς ἠθικῆς τοῦ ἑλληνικοῦ κόσμου, ἀπετέλεσαν ἀντικείμενο πολυάριθμων συζητήσεων καὶ λογομαχιῶν. Πολλοὶ ἐρευνητές ἔκριναν πὼς τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ Σωκράτης ἐβάσισε ἐξ ὁλοκλήρου τὴν ἠθικὴ στὴ γνώση καὶ στὴ λογικὴ ἀποδεικνύει ὅτι ἔπασχε ἀπὸ «διανοουμενισμό» καὶ ὅτι ἀγνοοῦσε σχεδόν παντελῶς τὸν ρόλο ποὺ διαδραματίζει ἡ βούληση στὸν καθορισμό τῆς ἠθικῆς πράξεως, καθὼς καὶ τὴν ἐν γένει σπουδαιότητα ὅλων τῶν μή-λογικῶν καὶ ἀνορθολογικῶν συνιστωσῶν οἱ ὁποῖες καθορίζουν τὴν ἀνθρώπινη πράξη. Ἄλλοι μελετητές, κατόπιν ἐμβριθοῦς μελέτης, προσπάθησαν νὰ ἀποδείξουν ὅτι ἡ κατηγορία περί «διανοουμενισμοῦ» τοῦ Σωκράτους δὲν εἶναι, βεβαίως, ἀβάσιμη, ὅμως θὰ πρέπει νὰ ἐπανεκτιμηθεί, καθ' ὅσον οἱ δυὸ σωκρατικὲς ἀρχές, ἐὰν ἐκτιμηθοῦν ὑπὸ τὸ πρίσμα τῆς ἐποχῆς στὴν ὁποία διετυπώθησαν, ἀποδεικνύονται λιγότερο παράδοξες ἀπ' ὅ,τι φαίνονται ἐκ πρώτης ὄψεως.

Κατὰ τὴ γνώμη μας, οἱ ἰσχυρισμοὶ τῶν πρώτων ἐμπεριέχουν ἕνα μεγάλο ποσοστὸ ἀλήθειας, παρ' ὅτι καὶ οἱ ἀπόψεις τῶν δεύτερων δὲν εἶναι ἐντελῶς ἀπορριπτέες, τουλάχιστον στὴν ἱστορική-ἑρμηνευτική διάστασή τους.

Βεβαίως, σὲ ἕναν σημερινό ἄνθρωπο, ὁ ὁποῖος ἔχει πλέον βαθύτερες γνώσεις γύρω ἀπὸ τὴν ἀνθρώπινη φύση σὲ σχέση μὲ τοὺς ἀρχαίους καὶ ἐννοεῖ τὴν «ἐπιστήμη» καὶ τὴ «γνώση» μὲ πολύ διαφορετικό τρόπο, ὁ ἰσχυρισμὸς ὅτι ἡ ἀρετὴ εἶναι ἐπιστήμη καὶ τὸ ἁμάρτημα ἄγνοια ἠχεῖ ὄντως παράδοξος. Ἡ ἐντύπωση αὐτή, ὅμως, μπορεῖ νὰ ἀπαλυνθεῖ, ἐὰν ἀποστασιοποιηθοῦμε, ἔστω καὶ ἐλάχιστα, ἀπὸ τὴ νοοτροπία μας καὶ ἀντιμετωπίσουμε τὸν ἰσχυρισμὸ ὡς ἀποτέλεσμα τῆς ἱστορικῆς στιγμῆς κατὰ τὴν ὁποία ἀνεδείχθη ἡ σωκρατική διανόηση. Ὅπως ἤδη τονίσαμε, τόσον ἡ κοινή γνώμη ὅσον καὶ οἱ ἴδιοι οἱ Σοφιστές (παρ' ὅλο ποὺ θεωροῦνται «δάσκαλοι τῆς ἀρετῆς») διέκριναν στις διάφορες ἀρετές (δικαιοσύνη, ἱερότης, ρώμη, ἐγκράτεια, σοφία) τὴν ὕπαρξη μιᾶς πολλαπλότητας ἀξιῶν, γεγονὸς ποὺ δὲν τοὺς ἐπέτρεπε νὰ ἀντιληφθοῦν τὸ στοιχεῖο ποὺ τις συνδέει: τη συνάφεια ἐκείνη ποὺ καθιστά κάθε μία ἀπ' αὐτὲς ἀρετὴ καὶ δικαιολογεῖ τὴν ἀρετὴ ὡς τὸν κοινό παρονομαστή ὅλων.

Μὲ τὸν ὅρο ἀρετὴ ὁ κοινός ἄνθρωπος (σὲ μεγάλο βαθμό, μάλιστα, καὶ οἱ ἴδιοι οἱ Σοφιστές) ἐννοοῦσε ὅ,τι ἐννοοῦσαν οἱ ποιητές καὶ ἡ παράδοση: κάτι τὸ ὁποῖο βασίζεται στὰ ἤθη, στις συνήθειες καὶ στις πεποιθήσεις τῆς ἑλληνικῆς κοινωνίας, χωρὶς νὰ στηρίζεται σὲ αὐστηρὰ ὀρθολογικά θεμέλια.

Ὁ Σωκράτης, ὡς ἐκ τούτου, ἀπέναντι στὴν ἀρετὴ καὶ στὸν ἠθικὸ βίο τοῦ ἀνθρώπου τηρεῖ ἀναλογικῶς τὴν ἴδια στάση ποὺ τηροῦσαν οἱ Προσωκρατικοί ἀπέναντι στὴ φύση καὶ οἱ Σοφιστές – ὄχι πάντοτε ἐπιτυχημένα – ἀπέναντι στὸν ἄνθρωπο: προσπαθεῖ νὰ ὑποτάξει τὸν ἀνθρώπινο βίο στὴν κυριαρχία τοῦ «λόγου», ὅπως ἀκριβῶς ἐκεῖνοι εἶχαν ὑποτάξει στὴ δική του κυριαρχία τὸν ἐξωτερικό κόσμο. Γι' αὐτὸν ἡ ἀρετὴ δὲν εἶναι καὶ δὲν δύναται νὰ εἶναι μία απλή προσαρμογή ούτε στὰ ἤθη οὔτε στὶς συνήθειες οὔτε καὶ στὶς πεποιθήσεις οἱ ὁποῖες τυγχάνουν κοινῆς ἀποδοχῆς: πρέπει νὰ εἶναι κάτι ἄλλο, κάτι τὸ ὁποῖο νὰ δικαιολογεῖται ὀρθολογικῶς καὶ νὰ θεμελιώνεται στὸν λόγο.

Ὑπὸ τὴν ἔννοια αὐτήν, ὁ Σωκράτης ἰσχυρίζεται ὅτι ἡ ἀρετὴ εἶναι γνώση. Προφανώς, δὲν πρόκειται γιὰ ὁποιαδήποτε γνώση. Δὲν πρόκειται, λόγου χάριν, γιὰ τὴ γνώση ποὺ χαρακτηρίζει τις τέχνες καὶ τις τεχνικές, ἀλλὰ γιὰ τὴν ὕψιστη καὶ ἀνώτερη γνώση: τὴν ἐπιστήμη γιὰ τὸ τί εἶναι ὁ ἄνθρωπος καὶ τί εἶναι καλὸ καὶ ὠφέλιμο γι' αὐτὸν (δηλαδή, μὲ σημερινούς όρους, γιὰ τὴν οὐσία τοῦ ἀνθρώπου καὶ γιὰ τὶς ὕψιστες ἠθικὲς ἀξίες).

Τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ Σωκράτης δὲν ἀνέπτυξε τὴ γνώση αὐτὴ περὶ τοῦ ἀνθρώπου καὶ τῶν ἠθικῶν ἀξιῶν ὡς τὸ τέλος καὶ δὲν ἔφθασε στη βαθύτερη οὐσία της δὲν μειώνει σὲ τίποτε τὴν ἀξία τῆς θεμελιώδους ἀνακαλύψεώς του. Ἐναπόκειται πλέον στὸν Πλάτωνα νὰ ἐμβαθύνει στὴν ψυχὴ καὶ νὰ καταδείξει τὴν πορεία της πρὸς τὴ γνώση τοῦ ᾿Αγαθοῦ. Ὁ Σωκράτης, ὅμως, ὅπως παρατηρήσαμε στὴν προηγούμενη παράγραφο, εἶναι ἐκεῖνος ποὺ ὑποδεικνύει ρητῶς τὴ γραμμή πλεύσεως: τὸ ἀληθινὸ ἐγὼ τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἡ ψυχή του, ἤτοι ἡ νόησή του· καὶ ἐπειδὴ ἡ ψυχὴ εἶναι ἔδρα ὅλων τῶν ὑπέροχων ἀνθρωπίνων ἀξιῶν, οἱ πραγματικὲς ἀξίες δὲν μπορεῖ παρὰ νὰ εἶναι οἱ ἀξίες τῆς ψυχῆς, δηλαδὴ οἱ ἀξίες που βασίζονται στη νόηση, ἡ ὁποία τείνει στὴν ἀναζήτηση τοῦ ᾿Αγαθοῦ. Μ᾿ αὐτὸν τὸν τρόπο, ὁ ἰσχυρισμὸς ὅτι ἡ ἀρετὴ εἶναι ἐπιστήμη καὶ τὸ ἁμάρτημα ἄγνοια παύει νὰ εἶναι – τουλάχιστον ὡς ἕναν βαθμό – τόσο παράδοξος.

Πιὸ δύσκολη μπορεῖ νὰ ἀποδειχθεῖ ἡ δικαιολόγηση τῆς δεύτερης ἀρχῆς: ὁ ἄνθρωπος θέλει μόνον τὸ καλὸ καὶ ὄχι τὸ κακό, καὶ ὅποιος πράττει τὸ κακό, τὸ πράττει ἀκουσίως· γεγονὸς τὸ ὁποῖο συνεπάγεται ὅτι οὐδεὶς ἁμαρτάνει ἑκουσίως.

Δὲν ὑπάρχουν ἄραγε ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι ὁμολογοῦν ὅτι ἐν γνώσει τους κάνουν πράγματα ποὺ θεωροῦν ἐσφαλμένα; Δὲν εἶναι μήπως γιὰ ὅλους πρόδηλο τὸ περίφημο ρητό video meliora proboque, sed deteriora sequor (βλέπω τὰ καλλίτερα καὶ τὰ ἐπιδοκιμάζω, ἀλλὰ ἀκολουθῶ τὰ χειρότερα);

Ασφαλῶς. Ὁ Σωκράτης, ἐν τούτοις, θέλει νὰ ἀποδείξει ὅτι πίσω ἀπὸ ὅλα αὐτὰ ὑποκρύπτεται κάτι τὸ ὁποῖο εἶναι πολὺ πιὸ σύνθετο ἀπ᾿ ὅ,τι φαίνεται. Ὁ Taylor παρέχει τὴν ἀκόλουθη ἐξήγηση: «Ἡ “ἠθικὴ ἀδυναμία”, τὸ γεγονὸς ὅτι οἱ ἄνθρωποι πράττουν αὐτὸ ποὺ οἱ ἴδιοι κρίνουν κακό, καὶ τὸ πράττουν δίχως παρότρυνση, εἶναι μία πολύ κοινὴ ἐμπειρία καὶ δὲν πρέπει νὰ πιστέψουμε ὅτι ὁ Σωκράτης προτίθεται νὰ τὴν ἀναιρέσει. Πρόθεση τοῦ Σωκράτους εἶναι νὰ ὑποστηρίξει ὅτι τὸ γνωμικὸ ποὺ χρησιμοποιήσαμε ἐδῶ εἶναι ἀκατάλληλο γιὰ τὴν ἀνάλυση τοῦ ἐν λόγῳ γεγονότος. Ὁ ἄνθρωπος συχνά πράττει τὸ κακό, μολονότι αὐτὸ εἶναι κακό. Οὐδείς πράττει τὸ κακό, ἐπειδὴ ἀπλῶς βλέπει ὅτι εἶναι κακό, ὅπως μπορεῖ κάποιος ἀντιστοίχως νὰ πράξει τὸ καλό, ἐπειδὴ ἁπλῶς τοῦ φαίνεται ὅτι εἶναι καλό. Ένας ἄνθρωπος ὀφείλει πρῶτα νὰ πεισθεῖ καὶ νὰ θεωρήσει τὸ κακὸ ὡς καλό πρὶν ἀποφασίσει νὰ τὸ πράξει. Ὅπως ἀναφέρεται στὸν Γοργία, σὲ όλους μας ὑπάρχει μία βασικὴ ἐπιθυμία ἡ ὁποία εἶναι ἀδύνατον νὰ ξεριζωθεῖ: Ἡ ἐπιθυμία τοῦ καλοῦ καὶ τῆς εὐτυχίας. Κατὰ τοῦτο εἶναι δυνατὸν νὰ προτιμοῦμε τὰ φαινόμενα ἀπὸ τὴν πραγματικότητα, τὴν ἐξωτερικὴ εἰκόνα (π.χ. τῆς ἐξουσίας καὶ τοῦ πλούτου) ἀπὸ τὸ πράγμα καθ' ἑαυτό. Οὐδείς, όμως, μπορεῖ νὰ ἐπιθυμήσει τὴν ψευδαίσθηση τοῦ καλοῦ ἢ τῆς εὐτυχίας ἀντὶ τῆς πραγματικότητάς τους. Τούτη εἶναι καὶ ἡ μοναδική περίπτωση στὴν ὁποία ἡ σκιὰ δὲν μπορεῖ νὰ θεωρηθεί σημαντικότερη τῆς οὐσίας. Τὸ νὰ θεωρεῖ κανεὶς ὅτι τὸ ἁμάρτημα εἶναι ἀκούσιο συνεπάγεται ὅτι ὁ μοχθηρὸς δὲν μπορεῖ ποτὲ νὰ ὑποκινήσει τὸ ἀντικείμενο ποὺ ἐποφθαλμιᾶ ἡ καρδιά του, ὅπως καὶ ἡ καρδιὰ ὅλων, εἴτε τὸ γνωρίζει εἴτε ὄχι [...]. Συνεπῶς, ἐὰν ὁ ἄνθρωπος θεωροῦσε πραγματικὰ ὡς βέβαιη καὶ ἀξιόπιστη ἀλήθεια – ἡ ὁποία δὲν δημιουργεῖ ἀμφιβολία μεγαλύτερη τῆς ἀμφισβητήσεως τῆς ὑπάρξεώς της – ὅτι τὰ λεγόμενα καλά τοῦ σώματος καὶ οἱ κτήσεις δὲν εἶναι τίποτε ἐν σχέσει πρὸς τὸ καλό της ψυχῆς, καὶ ἐὰν γνώριζε ποιὸ εἶναι τὸ καλό της ψυχῆς, τίποτε ποτὲ δὲν θὰ τὸν ὠθοῦσε νὰ πράξει τὸ κακό. Τὸ πράττειν τὸ κακὸ βασίζεται πάντοτε σὲ μιὰ λάθος ἐκτίμηση γιὰ τὸ τί εἶναι τὸ ἀγαθό. Ὁ ἄνθρωπος πράττει τὸ κακό, ἐπειδὴ ἀποσκοπεί στὸ νὰ οἰκειοποιηθεῖ τὸ καλό, νὰ ἀποκομίσει πλοῦτο, ἐξουσία, ἀπόλαυση, δίχως νὰ ὑπολογίσει τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ ἐνοχὴ ἀπὸ τὴν ὁποία καταλαμβάνεται ἔτσι ἡ ψυχὴ ὑπερισχύει ἀπεριορίστως τῶν ὑποτιθέμενων ἀποκτημάτων» 10.

Σημειώσεις
6. Πβ. Εἰσαγωγή στο PLATONE, Protagora, μτφρ.- εἰσαγ.- σημ. G. Reale, Milano, Rusconi Libri, 1998.
7. ΞΕΝΟΦΩΝΤΟΣ, Ἀπομνημονεύματα, ΙΙΙ 9, 4.
8. ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΟΥΣ, Ἠθικά Νικομάχεια, VI 13, 1144 b 28.
9. Αὐτόθι, VII 2, 1145 b 23.
10. A.E. TAYLOR, Socrate, σσ. 105 κ. ἐξ.

Δεν υπάρχουν σχόλια: