Το «Εγώ σκέπτομαι» του Kant και το «Εγώ είμαι» του Fichte 1
"Kants 'Ich denke' und Fichtes 'Ich bin'"
Konrad Cramer
Ο Konrad Cramer (1933–2013) ήταν σημαντικός Γερμανός φιλόσοφος και ένας από τους διακεκριμένους μελετητές της νεότερης φιλοσοφίας, ιδιαίτερα του Kant και του γερμανικού ιδεαλισμού. Ήταν γιος του φιλοσόφου Wolfgang Cramer. Σπούδασε φιλοσοφία, κοινωνιολογία, νομική, λατινική και ισπανική φιλολογία και το 1967 αναγορεύθηκε διδάκτορας στη Χαϊδελβέργη υπό την εποπτεία των Hans-Georg Gadamer και Dieter Henrich, με εργασία πάνω στην Κριτική του καθαρού λόγου. Από το 1982 δίδαξε φιλοσοφία στο Πανεπιστήμιο του Göttingen.
Τα βασικά πεδία της έρευνάς του ήταν:
η ιστορία της νεότερης φιλοσοφίας από τον Descartes έως τον Husserl,
η φιλοσοφία της υποκειμενικότητας και της αυτοσυνείδησης, η μεταφυσική, η φιλοσοφική θεολογία, η ηθική.
Υπήρξε τακτικό μέλος της Ακαδημίας Επιστημών του Göttingen και προήδρευσε στην επιτροπή που επέβλεπε την ακαδημαϊκή έκδοση των έργων του Kant. Είχε επίσης σημαντικές εργασίες για τους Spinoza, Leibniz, Hegel, Schleiermacher και Husserl.
Ένα από τα κεντρικά προβλήματα της φιλοσοφίας μετά τον Kant είναι το νόημα και η συστηματική λειτουργία της αυτοσυνείδησης. Η παρούσα μελέτη εξετάζει το ερώτημα πώς σχετίζονται η έννοια της αυτοσυνείδησης και το σκεπτόμενο υποκείμενο στον Kant με το «Εγώ» του Fichte, καθώς και ποιοι μπορεί να είναι οι σχετικοί λόγοι για την άποψη του Fichte ότι ο Kant, με τη διδασκαλία του περί του «Εγώ σκέπτομαι», ήδη «υποδείκνυε» την ύψιστη αρχή της Wissenschaftslehre (Η περί επιστήμης διδασκαλία), το «Εγώ είμαι».
Η σύγκριση του καντιανού «Εγώ σκέπτομαι» με την πορεία της επιχειρηματολογίας της § 1 της Wissenschaftslehre του Fichte δείχνει ότι ο Fichte ακολουθεί τον Kant ως προς τη θεωρητική θεμελίωση της αυτοσυνείδησης στις λειτουργίες της κρίσης. Με αυτόν τον τρόπο, ο Fichte υιοθετούσε μια θέση που είχε ήδη διατυπωθεί από τον Kant: ότι η έννοια της αυτοσυνείδησης εμπεριέχει τη σκέψη ενός υποκειμένου χωρίς υπόστρωμα, το οποίο παράγει αυτενεργώς τη γνώση της δικής του ύπαρξης.
I. Το «Εγώ σκέπτομαι» του Kant
1
Το εισαγωγικό χωρίο της § 16 της δεύτερης έκδοσης της Κριτικής του καθαρού λόγου του Kant έχει ως εξής:
«Το “Εγώ σκέπτομαι” πρέπει να μπορεί να συνοδεύει όλες τις παραστάσεις μου· διότι διαφορετικά θα παριστανόταν μέσα μου κάτι που δεν θα μπορούσε καθόλου να νοηθεί, πράγμα που σημαίνει ακριβώς ότι η παράσταση είτε θα ήταν αδύνατη είτε, τουλάχιστον, δεν θα ήταν τίποτε για μένα». (KrV, B 131 κ.ε.)
Έχει υποστηριχθεί ότι στην πρόταση που διατυπώνεται εδώ και πρόκειται να αιτιολογηθεί με την επακόλουθη πρόταση που εισάγεται με το «διότι», εισάγεται αυθαίρετα ένας προσδιορισμός της έννοιας της «παράστασης», ο οποίος δεν μπορεί να καταστεί εύλογος ούτε per se ούτε μέσω της αιτιολόγησης που προβάλλει υπέρ αυτού ο Kant. Σύμφωνα με αυτή την ένσταση, δεν θα έπρεπε να λέγεται: «Το “Εγώ σκέπτομαι” πρέπει να μπορεί να συνοδεύει όλες τις παραστάσεις μου», αλλά: «Το “Εγώ παριστάνω” πρέπει να μπορεί να συνοδεύει όλες τις παραστάσεις μου».¹
Η ένσταση αυτή μπορεί η ίδια να αξιοποιήσει ένα στοιχείο του επιχειρήματος που προβάλλει ο Kant για την εγκυρότητα της πρότασης του «Εγώ σκέπτομαι»: εάν το «Εγώ σκέπτομαι» δεν έπρεπε να μπορεί να συνοδεύει όλες τις παραστάσεις μου, τότε μια παράσταση για την οποία αυτό δεν θα ίσχυε «τουλάχιστον δεν θα ήταν τίποτε για μένα».
Η «σκέψη» προσδιορίζεται από τον Kant, κατά τρόπο τυπικά καθολικό, ως «γνώση μέσω εννοιών». Οι «έννοιες», πάλι, προσδιορίζονται ως «κατηγορήματα δυνατών κρίσεων», τα οποία αναφέρονται «σε κάποια παράσταση ενός ακόμη απροσδιόριστου αντικειμένου» (KrV, A 69/B 94).
Εάν, λοιπόν, η σκέψη είναι η χρήση εννοιών ως κατηγορημάτων δυνατών κρίσεων και εάν η διάνοια, ως «ικανότητα του σκέπτεσθαι», μπορεί ακριβώς γι’ αυτό «να παρασταθεί εν γένει ως ικανότητα του κρίνειν» (στο ίδιο), τότε οι ίδιες οι έννοιες αποτελούν ένα είδος παράστασης και η χρήση τους στην κρίση αποτελεί ένα ιδιαίτερο είδος του παριστάνειν. Αυτό το είδος του παριστάνειν αναφέρεται σε μια παράσταση ενός ακόμη απροσδιόριστου αντικειμένου κατά τέτοιον τρόπο, ώστε να προσδιορίζει το αντικείμενο αυτό.
Γι’ αυτό ο Kant μπορεί επίσης να πει ότι «μια έννοια δεν αναφέρεται ποτέ άμεσα σε ένα αντικείμενο, αλλά σε κάποια άλλη παράσταση του ίδιου […]. Η κρίση είναι, επομένως, η έμμεση γνώση ενός αντικειμένου και, συνεπώς, η παράσταση μιας παράστασης» (KrV, A 68/B 93).
Το ότι οι έννοιες και η χρήση τους —η σκέψη ως επιτέλεση μιας κρίσης— αποτελούν ένα ιδιαίτερο είδος παράστασης προκύπτει από ένα σημαντικό χωρίο της πρώτης ενότητας του πρώτου βιβλίου της Υπερβατολογικής Διαλεκτικής. Εκεί ο Kant στρέφεται εναντίον της καταχρηστικής χρήσης του όρου «ιδέα» και, για να την αποτρέψει, αναπτύσσει μια «κλίμακα» των «ειδών της παράστασης». Αναφέρει:
«Το γένος είναι η παράσταση εν γένει (repraesentatio). Σε αυτήν υπάγεται η παράσταση με συνείδηση (perceptio). Μια αντίληψη που αναφέρεται αποκλειστικά στο υποκείμενο, ως τροποποίηση της κατάστασής του, είναι αίσθηση (sensatio)· μια αντικειμενική αντίληψη είναι γνώση. Αυτή είναι είτε εποπτεία είτε έννοια (intuitus vel conceptus). Η πρώτη αναφέρεται άμεσα στο αντικείμενο και είναι ενική· η δεύτερη αναφέρεται έμμεσα, μέσω ενός γνωρίσματος που μπορεί να είναι κοινό σε περισσότερα πράγματα». (KrV, A 320/B 376 κ.ε.)
Σύμφωνα με αυτή τη διευκρίνιση, η «έννοια» είναι ένα «είδος παράστασης» που υπάγεται στο ανώτατο γένος «παράσταση εν γένει». Ειδικότερα, είναι, πρώτον, ένα είδος της «παράστασης με συνείδηση» —της αντίληψης— και, δεύτερον, ένα είδος παράστασης που ανήκει στην υποκατηγορία της «αντικειμενικής αντίληψης», δηλαδή της γνώσης. Η έννοια αντιπαρατίθεται με τη σειρά της προς την εποπτεία, την οποία ο Kant χαρακτηρίζει εδώ —κάπως παραπλανητικά— ως γνώση, καθόσον αυτή διακρίνεται από την απλή αίσθηση.
Αντιστοίχως, για τη «σκέψη» ισχύει ότι αποτελεί ένα είδος του παριστάνειν, το οποίο χρησιμοποιεί εκείνο το είδος παράστασης που είναι η έννοια.
Η ένσταση εναντίον του εισαγωγικού χωρίου της § 16 είναι τώρα ότι δεν είναι καθόλου προφανές γιατί μια παράσταση, οποιουδήποτε είδους, θα ήταν «τουλάχιστον για μένα ένα μηδέν», εάν δεν έπρεπε να μπορεί να συνοδεύεται από το «Εγώ σκέπτομαι». Γιατί μια παράσταση, για την οποία ισχύει η προϋπόθεση ότι είναι κάτι μέσα μου² και όχι κάτι μέσα σε κάποιον άλλο, να μην μπορεί να είναι κάτι για μένα ακριβώς επειδή αισθάνομαι ή εποπτεύω ότι είναι κάτι μέσα μου;
Μια παράσταση που είναι «κάτι μέσα μου» είναι και κάτι για μένα ακριβώς τότε, όταν δεν είναι απλώς κάτι μέσα μου και δεν είναι απλώς εν γένει μια συνειδητή παράσταση, με την έννοια ότι υπάρχει συνείδηση του γεγονότος πως αυτή υπάρχει,³ αλλά μόνο τότε —και, ακριβέστερα, ακριβώς τότε—, όταν έχω συνείδηση ότι είναι κάτι μέσα μου.
Από αυτό όμως, σύμφωνα με την ένσταση, δεν έπεται ότι μπορώ να έχω τη συνείδηση ότι μια παράσταση είναι κάτι μέσα μου —επομένως τη συνείδηση ότι μια παράσταση είναι «δική μου»— μόνο τότε, και ακριβέστερα ακριβώς τότε, όταν μπορώ να συνοδεύω αυτή την παράσταση με τη σκέψη ότι είναι δική μου.
Πρέπει βέβαια να γίνει δεκτό ότι οι παραστάσεις πρέπει να μπορούν να παρίστανται και μέσω εννοιών που αναφέρονται σε αυτές, εάν πρόκειται να μπορώ να τις αποδώσω στον εαυτό μου ως δικές μου. Διότι οι αυτοαποδόσεις παραστάσεων μπορούν προφανώς να πραγματοποιούνται μόνο όταν είμαι σε θέση να δώσω περιγραφές τους, οι οποίες τις χαρακτηρίζουν ως παραστάσεις του ενός ή του άλλου είδους.
Η απόφανση «Αυτή η παράσταση είναι δική μου» δεν αποτελεί καμία απολύτως απάντηση —και όχι απλώς μια ανεπαρκή απάντηση— στο ερώτημα: «Τι είδους παράσταση έχεις;». Οι περιγραφές όμως δεν ανήκουν στις αισθήσεις ή στις εποπτείες, αλλά πραγματοποιούνται μέσω της χρήσης εννοιών σε κρίσεις —στη δική μας περίπτωση, μέσω της χρήσης εννοιών που αφορούν είδη παραστάσεων.
Υπό αυτή την έννοια πρέπει πράγματι να ειπωθεί ότι σε κάθε αυτοαπόδοση παραστάσεων πρέπει να υπεισέρχεται ένα «Εγώ σκέπτομαι»: δηλαδή μια σκέψη από την πλευρά ενός υποκειμένου παραστάσεων, δυνάμει της οποίας το υποκείμενο προσδιορίζει τις παραστάσεις του μέσω εννοιών που εκφράζουν την ιδιαιτερότητά τους.
Από την άλλη πλευρά, η απόφανση «Αυτή η δική μου παράσταση είναι μια παράσταση του ενός ή του άλλου είδους» δεν αποτελεί ακόμη απάντηση στο ερώτημα τι σημαίνει ότι αποδίδω στον εαυτό μου ως δική μου μια παράσταση που έχει περιγραφεί με έναν ορισμένο τρόπο.⁴
Γιατί όμως η συνείδηση ότι μια παράσταση είναι δική μου να μην μπορεί να εμπεριέχεται σε μια αίσθηση ή, αν όχι σε μια αίσθηση, τουλάχιστον σε μια εποπτεία, και συγκεκριμένα σε εκείνη την εποπτεία του εαυτού μου την οποία ο ίδιος ο Kant χαρακτήρισε ως εσωτερική αντίληψη ή αυτοαντίληψη, διαμεσολαβημένη από την εσωτερική αίσθηση;
Έτσι, η θέση που διατυπώνει ο Kant στη § 16, ότι η απλή συνείδηση της δικότητας των παραστάσεων μπορεί να συγκροτηθεί μόνο μέσω ενός «Εγώ σκέπτομαι» —δηλαδή μέσω της σκέψης της δικότητάς τους—, εμπεριέχει μια προειλημμένη απόφαση, η οποία, στη συστηματική θέση όπου εισάγεται, εμφανίζεται εντελώς αθεμελίωτη και επιφέρει αντίστοιχες συνέπειες.
Διότι μόνο χάρη σε αυτή την προειλημμένη απόφαση μπόρεσε ο Kant να χαρακτηρίσει την παράσταση της δικότητας των παραστάσεων, η οποία συγκροτείται μέσω ενός «Εγώ σκέπτομαι», και μαζί με αυτήν την παράσταση του εαυτού μου ως υποκειμένου αυτών των παραστάσεων, ως «ενέργημα της αυτενέργειας» της παραστατικής ικανότητας· και, επομένως, να χαρακτηρίσει αυτή την παράσταση ως μια παράσταση που «δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι ανήκει στην αισθητικότητα» (KrV, B 132).
Μόνο χάρη σε αυτή την προειλημμένη απόφαση μπορούσε κατόπιν ο Kant να επιστρατεύσει την παράσταση του «Εγώ» για το πρόγραμμά του περί υπερβατολογικής παραγωγής των κατηγοριών της καθαρής διάνοιας.
Για να μην αποκλειστεί, λοιπόν, εξαρχής και «δογματικά» ο αισθητηριακός ή εποπτικός χαρακτήρας της παράστασης του «Εγώ», θα έπρεπε να είχε ειπωθεί: «Το “Εγώ παριστάνω” πρέπει να μπορεί να συνοδεύει όλες τις παραστάσεις μου».
Σημειώσεις:
¹ Έτσι ο Hossenfelder, 1978, σ. 100. Η τροποποίηση του προτασιακού περιεχομένου της εισαγωγικής πρότασης της § 16, η οποία πραγματοποιείται με αυτόν τον τρόπο, συνεπάγεται και μια αντίστοιχη τροποποίηση της αιτιολόγησής της (στο ίδιο).
² Μια ακριβέστερη ανάλυση της σημασίας της καντιανής διατύπωσης «κάτι μέσα μου», στο χωρίο «διότι διαφορετικά θα παριστανόταν μέσα μου κάτι […]», η οποία επιχειρεί να προσδιορίσει ως πεδίο αναφοράς αυτής της διατύπωσης τις παραστάσεις μέσα μου, βρίσκεται στο Cramer, 1987, ιδίως στην ενότητα III, σ. 181 κ.ε.
³ Σύμφωνα με τη διαίρεση της γενικής έννοιας «παράσταση εν γένει» από τον Kant, οι αισθήσεις, οι εποπτείες και οι έννοιες είναι «παραστάσεις με συνείδηση». Ο Kant όμως προφανώς δεν θεωρεί ότι η συνείδηση που συνδέεται με αυτές τις παραστάσεις και τις διακρίνει από τις «ασυνείδητες παραστάσεις» πρέπει να ταυτιστεί με εκείνη τη συνείδηση που υπάρχει όταν ένα υποκείμενο αποδίδει στον εαυτό του, ως δικές του, παραστάσεις οι οποίες είναι κάτι μέσα του. Διότι, σε αυτή την περίπτωση, κάθε «αντίληψη», για να μπορεί να θεωρηθεί αντίληψη, θα έπρεπε να αποτελεί παράσταση την οποία το υποκείμενο έχει ήδη αποδώσει στον εαυτό του, και δεν θα αρκούσε να εξασφαλίζεται απλώς η δυνατότητα της αυτοαπόδοσής της. Ακριβώς αυτό όμως αποτελεί την πρόθεση της διατύπωσης και της αιτιολόγησης της πρότασης του «Εγώ σκέπτομαι» στην αρχή της § 16. Εάν οι «παραστάσεις με συνείδηση» δεν είναι ακόμη eo ipso παραστάσεις μέσα μου, για τις οποίες έχω επίσης τη συνείδηση ότι είναι «κάτι μέσα μου», τότε προκύπτει βέβαια το ερώτημα με ποιον ακριβώς τρόπο επιθυμεί ο Kant να χρησιμοποιήσει την έννοια «συνείδηση».
⁴ Πρβλ. σχετικά Cramer, 1987, σ. 189 κ.ε., 194.
⁵ Πρβλ. επίσης σχετικά Cramer, 1987, σ. 168 κ.ε., 175 κ.ε.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου