Συνέχεια από Τετάρτη 12. Αυγούστου 2026
Η σχέση του Schelling προς τον Αριστοτέλη 2
Philosophisches Jahrbuch 47, 1934, σσ. 84–112
Philosophisches Jahrbuch 47, 1934, σσ. 84–112
Του δρος Karl Eswein,
Μόναχο
Το καθολικό και το επιμέρους
Παράλληλα προς το εννοιολογικό ζεύγος ουσία ή ύλη και μορφή, στον Schelling συναντούμε και τη χρήση των εννοιών του καθολικού και του επιμέρους,¹ οι οποίες έχουν επίσης μεγάλη σημασία τόσο στον Hegel όσο και στην καντιανή διδασκαλία περί κατηγοριών.
Το «καθολικό» αντιστοιχεί στον Schelling στην «ουσία» ή στο πανθεϊστικό υποκείμενο, ενώ το «επιμέρους» αντιστοιχεί στη «μορφή» ή στο αντικείμενο. Το «καθολικό» είναι, ως οὐσία, ως υποστατική ουσιότητα, η Ιδέα των ιδεών, το Απόλυτο· ενώ το «επιμέρους» είναι οι επιμέρους Ιδέες του Πλάτωνα, τις οποίες ο Αριστοτέλης μετέτρεψε στα ιδιαίτερα γένη και στις μορφές, τα οποία όμως εξακολουθούν να διαθέτουν μια οὐσία ως υποστατική ουσιότητα.
Η καθολική ουσιότητα διαιρείται, λοιπόν, στον Schelling σε επιμέρους ουσιότητες, οι οποίες εμφανίζονται στη φύση ως γένη και στο ψυχικό υποκείμενο ως παραστάσεις Ιδεών.
Η σχέση μεταξύ ουσίας και υποκειμένου
Ο J. Geyser ανέλυσε, στη Θεωρία της γνώσεως του Αριστοτέλη, τη σχέση μεταξύ «ουσίας» και «υποκειμένου». Η θεωρησιακή χρήση που κάνει ο Schelling αυτών των εννοιών δεν συμπίπτει, φυσικά, με τα πορίσματα της σύγχρονης αριστοτελικής έρευνας. Όταν όμως ο Geyser ορίζει, μεταξύ άλλων, την έννοια της ουσίας στον Αριστοτέλη ως εξής:²
«Η ουσία ενός πράγματος είναι το καθορισμένο καθ’ εαυτό ιδιαίτερο είναι του, το οποίο προϋποτίθεται ως υποκείμενο όλων των άλλων δυνατών κατηγορημάτων που μπορούν να αποδοθούν σε αυτό»,
βλέπουμε ότι ήδη στον Αριστοτέλη υπάρχει μια ορισμένη σχέση μεταξύ ουσίας και υποκειμένου, την οποία τόσο ο Schelling όσο και ο Hegel τονίζουν ιδιαίτερα με τον ορισμό της απόλυτης υποστάσεως ως υποκειμένου.
Οι ουσιότητες ή οι μορφές του Αριστοτέλη εμφανίζονται αντικειμενικά μέσα στα πράγματα του εμπειρικού κόσμου και υποκειμενικά μέσα στις έννοιες. Οι τελευταίες, όμως, διαμορφώνονται στον άνθρωπο μόνο με τη βοήθεια της επαγωγής και του νοῦ ποιητικοῦ.¹
Στον Αριστοτέλη, επομένως, εξακολουθεί πάντοτε να υφίσταται ένας ορισμένος δυϊσμός μεταξύ υποκειμένου και αντικειμένου, παρά τις εμφανείς σχέσεις ταυτότητας μεταξύ νοήσεως και Είναι· στον Schelling, αντιθέτως, υποκείμενο και αντικείμενο είναι ένα μέσα στην περιεκτική ουσία του Απολύτου. Το Απόλυτο, ως καθολική ουσία, αποτελεί το θεμέλιο χάρη στο οποίο η νόηση και το Είναι συμπίπτουν.
Υπόσταση και υποκείμενο
Σύμφωνα με τον Geyser,² εκείνο που διαχωρίζει κυρίως τον Αριστοτέλη από την εμπειριστική αντίληψη της γνώσεως είναι οι μεταφυσικές του απόψεις. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι στον Αριστοτέλη υπάρχουν στενές σχέσεις μεταξύ του υποκειμένου και της κατεξοχήν υποστάσεως.
Διότι, σύμφωνα με τον Geyser,³ αυτό που γίνεται αντιληπτό μέσω των αισθήσεων στον Αριστοτέλη είναι:
«η φανέρωση του Είναι μιας ορισμένης υποστάσεως και μπορεί, γι’ αυτό, να οδηγήσει το πνεύμα στη γνώση αυτής της υποστάσεως, εφόσον το πνεύμα διαθέτει, εκτός από τον αισθητό οφθαλμό, και έναν δεύτερο, πνευματικό οφθαλμό, του οποίου το ιδιαίτερο αντικείμενο είναι οι υποστάσεις, όπως τα συμβεβηκότα αποτελούν το ιδιαίτερο αντικείμενο των δυνάμεων της αισθητηριακής αντιλήψεως· δηλαδή, εφόσον η γνώση διαθέτει, εκτός από αντιλήψεις και παραστάσεις, και τις μη αισθητές έννοιες, οι οποίες διαφέρουν ουσιωδώς από αυτές».
Με βάση αυτές τις έρευνες, ο Geyser εντόπισε στον Αριστοτέλη μια «εποπτεία της ουσίας»,⁴ μια θέαση των καθαρών μορφών του αντικειμενικού.
Και στον Schelling υπάρχουν ιδιαίτερες σχέσεις μεταξύ υποστάσεως και υποκειμένου, οι οποίες συμπίπτουν περίπου με εκείνες μεταξύ ουσίας και υποκειμένου. Το Απόλυτο, ο Θεός, ως ουσία κατά την πρώτη περίοδο του Schelling, είναι γι’ αυτόν η υπόσταση, η οποία, όπως και στον Spinoza, αποτελεί μια ενότητα που περιλαμβάνει τα πάντα και έξω από την οποία δεν υπάρχει ούτε ζωή ούτε πραγματικότητα.
Για τον Schelling δεν υπάρχουν ατομικές υποστάσεις, όπως στον Αριστοτέλη·⁵ αντιθέτως, το είναι τους αίρεται μέσα στο Απόλυτο. Ο Θεός βρίσκεται σε αιώνια δραστηριότητα· διαχέει τις Ιδέες του ως ενεργές δυνάμεις μέσα στο σύμπαν μέσω των δυνάμεων —Potenzen— και τις επαναπροσλαμβάνει στον εαυτό του μέσω του επιμέρους υποκειμένου, δηλαδή μέσω της γνώσεως των Ιδεών από αυτό και της πνευματικής του εργασίας με τις Ιδέες.
Ο Θεός ως υποκείμενο και ο επιμέρους άνθρωπος ως υποκείμενο συμπίπτουν στον Schelling με την καθολική υπόσταση. Η πνευματική δραστηριότητα του Θεού ως υποστάσεως είναι ταυτόσημη με τη λεγόμενη «διανοητική εποπτεία». Οι αρχικές πηγές της, όπως ήδη αναφέρθηκε, ανάγονται στον Πλάτωνα και στον Πλωτίνο· η άμεση σύλληψή της παρακινήθηκε από τον Kant και τον Fichte, παρουσιάζει όμως αριστοτελικά χαρακτηριστικά, στον βαθμό που αποτελεί μια μεταφυσική και όχι γνωσιοθεωρητική «θέαση των καθαρών μορφών του αντικειμενικού» και όχι θέαση υπερβατικών ουσιοτήτων, όπως στον Πλάτωνα.
Θα μπορούσε επίσης να κατασκευαστεί μια ιδιαίτερη σχέση του Schelling προς τον Αριστοτέλη, εάν επισημαίνονταν τα προβλήματα της ταυτότητας και της αδιαφορίας, τα οποία ουσιαστικά εισήγαγε στη φιλοσοφία ο Αριστοτέλης και τα οποία διαδραματίζουν τόσο σημαντικό ρόλο στο θεωρησιακό σύστημα του Schelling.
Ωστόσο, δεν υπάρχει καμία βάση για να υποστηριχθεί ότι ο Schelling άντλησε αυτές τις σκέψεις απευθείας από τον Αριστοτέλη, μολονότι και ως προς αυτό θα μπορούσαν να γίνουν ενδιαφέρουσες συγκρίσεις. Οι αρχές της ταυτότητας και της διαφοράς, ως γνωστόν, συζητήθηκαν εντατικά στη μεσαιωνική φιλοσοφία με αφετηρία τον Σταγειρίτη. Ο Schelling τις γνώριζε σε κάποιον βαθμό, όπως γνώριζε επίσης τις αντιλήψεις του Kant, του Fichte και του Leibniz για την αρχή της ταυτότητας.
Ο διάλογος «Bruno»
Από τα επόμενα φιλοσοφικά έργα του Schelling, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει για εμάς ο διάλογος Bruno oder über das göttliche und natürliche Prinzip der Dinge (Bruno ή περί της θείας και φυσικής αρχής των πραγμάτων) του 1802.¹ Όπως αναφέρει ο Kuno Fischer,² ο Schelling άντλησε τον ενθουσιασμό του για τον Giordano Bruno από τα αποσπάσματα που είχε παραθέσει ο Jacobi από το έργο του τελευταίου Von der Ursache, dem Prinzip und dem Einen (Περί της αιτίας, της αρχής και του Ενός) και τα οποία είχε προσθέσει στη δεύτερη έκδοση των Briefe über die Lehre des Spinoza (Επιστολή για τη διδασκαλία του Σπινόζα).
Η συζήτηση του Jacobi για τη φιλοσοφία του Spinoza και του Bruno έδωσε ισχυρές παρορμήσεις όχι μόνο στον Schelling, αλλά και στη θεωρησιακή σκέψη του γερμανικού ιδεαλισμού γενικότερα. Παρά τις ανατρεπτικές καινοτομίες του, ο Bruno εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τον Αριστοτέλη, τον νεοπλατωνισμό και τη σχολαστική. Χρησιμοποιεί σε ευρεία έκταση την ορολογία τους· πρόκειται κυρίως για τις έννοιες «αρχή, αίτιο, ύλη, μορφή, δύναμη, ενέργεια, ουσία, υπόσταση».
Η μελέτη του Giordano Bruno έδωσε πιθανότατα στον Schelling την ισχυρότερη ώθηση να ασχοληθεί σταδιακά, παράλληλα με τη μελέτη του νεοπλατωνισμού, και με τη φιλοσοφία του Αριστοτέλη, και να στηριχθεί σε αυτήν κατά την τελευταία του περίοδο.
Η διδασκαλία περί των σφαιρών
Στον Bruno⁴ ο Schelling, παρακινημένος από τον Ιταλό φιλόσοφο, αναπτύσσει ένα είδος αρμονίας των ουράνιων σφαιρών, η οποία, ως γνωστόν, βρήκε την πρώτη φιλοσοφική της έκφραση στον πυθαγορισμό και συζητήθηκε εντατικά όχι μόνο από τον Πλάτωνα, αλλά και από τον Αριστοτέλη, τον Πλωτίνο και άλλους.
Στα ουράνια σώματα, ιδίως στον ήλιο και στους πλανήτες, οι Ιδέες εμφανίζονται, σύμφωνα με τον Schelling, με ορατή μορφή·² ενσαρκώνουν την αρχή της αδιαφορίας, ενώ τα επιμέρους φυσικά πράγματα επάνω στα ουράνια σώματα, και ιδίως επάνω στη γη, παρουσιάζουν μόνο ασθενή «ομοιώματα των Ιδεών», δηλαδή τη διαφορά τους, μια θαμπή αντανάκλασή τους.
Επειδή οι Ιδέες αποκαλούνται από τον Schelling, κατά τη μέση περίοδό του, επίσης «μακάρια όντα» ή «θεοί»,³ τα ουράνια σώματα εμφανίζονται, όπως και στον Αριστοτέλη και γενικότερα στην ελληνική φιλοσοφία, κατ’ αναλογία προς τις μυθολογίες πολυάριθμων λαών, ως θεοί. Μόνο όμως στον Schelling ταυτίζονται άμεσα με τις Ιδέες.
Αυτή η αντίληψη, η οποία φαίνεται παράλογη, καθίσταται κατανοητή, εάν λάβουμε υπόψη ότι στον Schelling, ως διάδοχο του Kant, ο αισθητός εξωτερικός κόσμος της εμπειρίας —πράγμα που πρέπει πάντοτε να τονίζεται— αποτελεί απλώς «φαινόμενο»⁴ και δεν διαθέτει κατεξοχήν είναι απέναντι στην Ιδέα, η οποία είναι η ουσία και το θεμέλιο του «φαινομένου».
Στους πλανήτες οι Ιδέες καθίστανται ορατές ως θεϊκά αρχέτυπα. Φυσικά, ο Schelling δεν διανοήθηκε να ανακηρύξει, κατά τον τρόπο πρωτόγονων φυσιολατρικών λαών, τα ουράνια σώματα θεούς, στον βαθμό που αποτελούν υλικές μάζες· θεϊκή μέσα σε αυτά είναι μόνο η Ιδέα.
Το καθολικό και το επιμέρους
Παράλληλα προς το εννοιολογικό ζεύγος ουσία ή ύλη και μορφή, στον Schelling συναντούμε και τη χρήση των εννοιών του καθολικού και του επιμέρους,¹ οι οποίες έχουν επίσης μεγάλη σημασία τόσο στον Hegel όσο και στην καντιανή διδασκαλία περί κατηγοριών.
Το «καθολικό» αντιστοιχεί στον Schelling στην «ουσία» ή στο πανθεϊστικό υποκείμενο, ενώ το «επιμέρους» αντιστοιχεί στη «μορφή» ή στο αντικείμενο. Το «καθολικό» είναι, ως οὐσία, ως υποστατική ουσιότητα, η Ιδέα των ιδεών, το Απόλυτο· ενώ το «επιμέρους» είναι οι επιμέρους Ιδέες του Πλάτωνα, τις οποίες ο Αριστοτέλης μετέτρεψε στα ιδιαίτερα γένη και στις μορφές, τα οποία όμως εξακολουθούν να διαθέτουν μια οὐσία ως υποστατική ουσιότητα.
Η καθολική ουσιότητα διαιρείται, λοιπόν, στον Schelling σε επιμέρους ουσιότητες, οι οποίες εμφανίζονται στη φύση ως γένη και στο ψυχικό υποκείμενο ως παραστάσεις Ιδεών.
Η σχέση μεταξύ ουσίας και υποκειμένου
Ο J. Geyser ανέλυσε, στη Θεωρία της γνώσεως του Αριστοτέλη, τη σχέση μεταξύ «ουσίας» και «υποκειμένου». Η θεωρησιακή χρήση που κάνει ο Schelling αυτών των εννοιών δεν συμπίπτει, φυσικά, με τα πορίσματα της σύγχρονης αριστοτελικής έρευνας. Όταν όμως ο Geyser ορίζει, μεταξύ άλλων, την έννοια της ουσίας στον Αριστοτέλη ως εξής:²
«Η ουσία ενός πράγματος είναι το καθορισμένο καθ’ εαυτό ιδιαίτερο είναι του, το οποίο προϋποτίθεται ως υποκείμενο όλων των άλλων δυνατών κατηγορημάτων που μπορούν να αποδοθούν σε αυτό»,
βλέπουμε ότι ήδη στον Αριστοτέλη υπάρχει μια ορισμένη σχέση μεταξύ ουσίας και υποκειμένου, την οποία τόσο ο Schelling όσο και ο Hegel τονίζουν ιδιαίτερα με τον ορισμό της απόλυτης υποστάσεως ως υποκειμένου.
Οι ουσιότητες ή οι μορφές του Αριστοτέλη εμφανίζονται αντικειμενικά μέσα στα πράγματα του εμπειρικού κόσμου και υποκειμενικά μέσα στις έννοιες. Οι τελευταίες, όμως, διαμορφώνονται στον άνθρωπο μόνο με τη βοήθεια της επαγωγής και του νοῦ ποιητικοῦ.¹
Στον Αριστοτέλη, επομένως, εξακολουθεί πάντοτε να υφίσταται ένας ορισμένος δυϊσμός μεταξύ υποκειμένου και αντικειμένου, παρά τις εμφανείς σχέσεις ταυτότητας μεταξύ νοήσεως και Είναι· στον Schelling, αντιθέτως, υποκείμενο και αντικείμενο είναι ένα μέσα στην περιεκτική ουσία του Απολύτου. Το Απόλυτο, ως καθολική ουσία, αποτελεί το θεμέλιο χάρη στο οποίο η νόηση και το Είναι συμπίπτουν.
Υπόσταση και υποκείμενο
Σύμφωνα με τον Geyser,² εκείνο που διαχωρίζει κυρίως τον Αριστοτέλη από την εμπειριστική αντίληψη της γνώσεως είναι οι μεταφυσικές του απόψεις. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι στον Αριστοτέλη υπάρχουν στενές σχέσεις μεταξύ του υποκειμένου και της κατεξοχήν υποστάσεως.
Διότι, σύμφωνα με τον Geyser,³ αυτό που γίνεται αντιληπτό μέσω των αισθήσεων στον Αριστοτέλη είναι:
«η φανέρωση του Είναι μιας ορισμένης υποστάσεως και μπορεί, γι’ αυτό, να οδηγήσει το πνεύμα στη γνώση αυτής της υποστάσεως, εφόσον το πνεύμα διαθέτει, εκτός από τον αισθητό οφθαλμό, και έναν δεύτερο, πνευματικό οφθαλμό, του οποίου το ιδιαίτερο αντικείμενο είναι οι υποστάσεις, όπως τα συμβεβηκότα αποτελούν το ιδιαίτερο αντικείμενο των δυνάμεων της αισθητηριακής αντιλήψεως· δηλαδή, εφόσον η γνώση διαθέτει, εκτός από αντιλήψεις και παραστάσεις, και τις μη αισθητές έννοιες, οι οποίες διαφέρουν ουσιωδώς από αυτές».
Με βάση αυτές τις έρευνες, ο Geyser εντόπισε στον Αριστοτέλη μια «εποπτεία της ουσίας»,⁴ μια θέαση των καθαρών μορφών του αντικειμενικού.
Και στον Schelling υπάρχουν ιδιαίτερες σχέσεις μεταξύ υποστάσεως και υποκειμένου, οι οποίες συμπίπτουν περίπου με εκείνες μεταξύ ουσίας και υποκειμένου. Το Απόλυτο, ο Θεός, ως ουσία κατά την πρώτη περίοδο του Schelling, είναι γι’ αυτόν η υπόσταση, η οποία, όπως και στον Spinoza, αποτελεί μια ενότητα που περιλαμβάνει τα πάντα και έξω από την οποία δεν υπάρχει ούτε ζωή ούτε πραγματικότητα.
Για τον Schelling δεν υπάρχουν ατομικές υποστάσεις, όπως στον Αριστοτέλη·⁵ αντιθέτως, το είναι τους αίρεται μέσα στο Απόλυτο. Ο Θεός βρίσκεται σε αιώνια δραστηριότητα· διαχέει τις Ιδέες του ως ενεργές δυνάμεις μέσα στο σύμπαν μέσω των δυνάμεων —Potenzen— και τις επαναπροσλαμβάνει στον εαυτό του μέσω του επιμέρους υποκειμένου, δηλαδή μέσω της γνώσεως των Ιδεών από αυτό και της πνευματικής του εργασίας με τις Ιδέες.
Ο Θεός ως υποκείμενο και ο επιμέρους άνθρωπος ως υποκείμενο συμπίπτουν στον Schelling με την καθολική υπόσταση. Η πνευματική δραστηριότητα του Θεού ως υποστάσεως είναι ταυτόσημη με τη λεγόμενη «διανοητική εποπτεία». Οι αρχικές πηγές της, όπως ήδη αναφέρθηκε, ανάγονται στον Πλάτωνα και στον Πλωτίνο· η άμεση σύλληψή της παρακινήθηκε από τον Kant και τον Fichte, παρουσιάζει όμως αριστοτελικά χαρακτηριστικά, στον βαθμό που αποτελεί μια μεταφυσική και όχι γνωσιοθεωρητική «θέαση των καθαρών μορφών του αντικειμενικού» και όχι θέαση υπερβατικών ουσιοτήτων, όπως στον Πλάτωνα.
Θα μπορούσε επίσης να κατασκευαστεί μια ιδιαίτερη σχέση του Schelling προς τον Αριστοτέλη, εάν επισημαίνονταν τα προβλήματα της ταυτότητας και της αδιαφορίας, τα οποία ουσιαστικά εισήγαγε στη φιλοσοφία ο Αριστοτέλης και τα οποία διαδραματίζουν τόσο σημαντικό ρόλο στο θεωρησιακό σύστημα του Schelling.
Ωστόσο, δεν υπάρχει καμία βάση για να υποστηριχθεί ότι ο Schelling άντλησε αυτές τις σκέψεις απευθείας από τον Αριστοτέλη, μολονότι και ως προς αυτό θα μπορούσαν να γίνουν ενδιαφέρουσες συγκρίσεις. Οι αρχές της ταυτότητας και της διαφοράς, ως γνωστόν, συζητήθηκαν εντατικά στη μεσαιωνική φιλοσοφία με αφετηρία τον Σταγειρίτη. Ο Schelling τις γνώριζε σε κάποιον βαθμό, όπως γνώριζε επίσης τις αντιλήψεις του Kant, του Fichte και του Leibniz για την αρχή της ταυτότητας.
Ο διάλογος «Bruno»
Από τα επόμενα φιλοσοφικά έργα του Schelling, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει για εμάς ο διάλογος Bruno oder über das göttliche und natürliche Prinzip der Dinge (Bruno ή περί της θείας και φυσικής αρχής των πραγμάτων) του 1802.¹ Όπως αναφέρει ο Kuno Fischer,² ο Schelling άντλησε τον ενθουσιασμό του για τον Giordano Bruno από τα αποσπάσματα που είχε παραθέσει ο Jacobi από το έργο του τελευταίου Von der Ursache, dem Prinzip und dem Einen (Περί της αιτίας, της αρχής και του Ενός) και τα οποία είχε προσθέσει στη δεύτερη έκδοση των Briefe über die Lehre des Spinoza (Επιστολή για τη διδασκαλία του Σπινόζα).
Η συζήτηση του Jacobi για τη φιλοσοφία του Spinoza και του Bruno έδωσε ισχυρές παρορμήσεις όχι μόνο στον Schelling, αλλά και στη θεωρησιακή σκέψη του γερμανικού ιδεαλισμού γενικότερα. Παρά τις ανατρεπτικές καινοτομίες του, ο Bruno εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τον Αριστοτέλη, τον νεοπλατωνισμό και τη σχολαστική. Χρησιμοποιεί σε ευρεία έκταση την ορολογία τους· πρόκειται κυρίως για τις έννοιες «αρχή, αίτιο, ύλη, μορφή, δύναμη, ενέργεια, ουσία, υπόσταση».
Η μελέτη του Giordano Bruno έδωσε πιθανότατα στον Schelling την ισχυρότερη ώθηση να ασχοληθεί σταδιακά, παράλληλα με τη μελέτη του νεοπλατωνισμού, και με τη φιλοσοφία του Αριστοτέλη, και να στηριχθεί σε αυτήν κατά την τελευταία του περίοδο.
Η διδασκαλία περί των σφαιρών
Στον Bruno⁴ ο Schelling, παρακινημένος από τον Ιταλό φιλόσοφο, αναπτύσσει ένα είδος αρμονίας των ουράνιων σφαιρών, η οποία, ως γνωστόν, βρήκε την πρώτη φιλοσοφική της έκφραση στον πυθαγορισμό και συζητήθηκε εντατικά όχι μόνο από τον Πλάτωνα, αλλά και από τον Αριστοτέλη, τον Πλωτίνο και άλλους.
Στα ουράνια σώματα, ιδίως στον ήλιο και στους πλανήτες, οι Ιδέες εμφανίζονται, σύμφωνα με τον Schelling, με ορατή μορφή·² ενσαρκώνουν την αρχή της αδιαφορίας, ενώ τα επιμέρους φυσικά πράγματα επάνω στα ουράνια σώματα, και ιδίως επάνω στη γη, παρουσιάζουν μόνο ασθενή «ομοιώματα των Ιδεών», δηλαδή τη διαφορά τους, μια θαμπή αντανάκλασή τους.
Επειδή οι Ιδέες αποκαλούνται από τον Schelling, κατά τη μέση περίοδό του, επίσης «μακάρια όντα» ή «θεοί»,³ τα ουράνια σώματα εμφανίζονται, όπως και στον Αριστοτέλη και γενικότερα στην ελληνική φιλοσοφία, κατ’ αναλογία προς τις μυθολογίες πολυάριθμων λαών, ως θεοί. Μόνο όμως στον Schelling ταυτίζονται άμεσα με τις Ιδέες.
Αυτή η αντίληψη, η οποία φαίνεται παράλογη, καθίσταται κατανοητή, εάν λάβουμε υπόψη ότι στον Schelling, ως διάδοχο του Kant, ο αισθητός εξωτερικός κόσμος της εμπειρίας —πράγμα που πρέπει πάντοτε να τονίζεται— αποτελεί απλώς «φαινόμενο»⁴ και δεν διαθέτει κατεξοχήν είναι απέναντι στην Ιδέα, η οποία είναι η ουσία και το θεμέλιο του «φαινομένου».
Στους πλανήτες οι Ιδέες καθίστανται ορατές ως θεϊκά αρχέτυπα. Φυσικά, ο Schelling δεν διανοήθηκε να ανακηρύξει, κατά τον τρόπο πρωτόγονων φυσιολατρικών λαών, τα ουράνια σώματα θεούς, στον βαθμό που αποτελούν υλικές μάζες· θεϊκή μέσα σε αυτά είναι μόνο η Ιδέα.
ΕΚΛΕΚΤΙΚΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ Η ΟΠΟΙΑ ΣΤΗΡΙΖΕΤΑΙ ΣΤΗΝ ΥΠΟΘΕΤΙΚΗ ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ ΣΤΗΝ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΙΚΗ ΣΚΕΨΗ ΤΟΥ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΚΑΡΤΕΣΙΟΥ.
Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ ΕΚΤΕΘΕΙΜΕΝΗ ΣΤΑ ΜΕΓΑΛΑ ΕΜΠΟΡΙΚΑ ΚΕΝΤΡΑ ΤΥΠΟΥ MALL ΟΠΟΥ ΕΚΛΕΚΤΕΣ ΨΥΧΕΣ ΠΑΙΡΝΟΥΝ ΙΔΕΕΣ ΓΙΑ ΝΑ ΟΛΟΚΛΗΡΩΣΟΥΝ ΤΑ ΟΡΑΜΑΤΑ ΤΟΥΣ.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου