Πέμπτη 30 Σεπτεμβρίου 2021

ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΠΙΣΤΗ ΣΤΟΝ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΟ ΑΝΘΡΩΠΟ (2)

 Συνέχεια από: Tρίτη 28 Σεπτεμβρίου 2021

ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΠΙΣΤΗ ΣΤΟΝ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΟ ΑΝΘΡΩΠΟ 

Τού HANS JONAS.

          Φιλοσοφικοί στοχασμοί στό έβδομο κεφάλαιο τής προς Ρωμαίους Επιστολής τού Αποστόλου Παύλου!     

18. Η Άβυσσος τής θελήσεως (συνέχεια).

  Έτσι λοιπόν βάσει αυτού τού υψηλότατα τυπικού χαρακτηριστικού, η “συνείδηση” είναι πάντοτε αυτοσυνειδησία, είναι δηλαδή ουσιωδώς αυτοστοχασμός, διαλογισμός και προσφέρει ήδη την δυνατότητα τόσο της ανθρώπινης ελευθερίας όσο και την συμπληρωματική αναγκαιότητα της αυτοάρνησης της. Και οι δύο αυτές δυνατότητες απορρέουν από την ίδια ρίζα στην ίδια τήν ενέργεια της πραγματοποιήσεως. Οπωσδήποτε όχι από την αγαθή αλληλεπίδραση ενός cogito me cogitare περιορισμένου ουδέτερα στην αναπαράσταση. Το Cogito (η σκέψη) καθότι απλή σκέψη, στοχασμός τής αναπαραστάσεως στον εαυτό της δεν είναι το καταγωγικό θεμέλιο τής αυτοσυνειδήσεως και τής ελευθερίας.

          Μάλλον στο πλαίσιο τής θελήσεως λαμβάνει χώρα η στοχαστική πρόοδος, τόσο αποφασιστική για την ελευθερία. Στην αφαιρετική τυπική σημασία τού cogito me cogitare αντιστοιχεί όχι μόνον το “Εγώ θέλω” αλλά ταυτοχρόνως και το “θέλω να θελήσω”, (volo me velle). Κάθε θέληση θέλει τον εαυτό της και σε κάθε στιγμή επιλέγει τον εαυτό της. Η θέληση έχει λοιπόν στον εαυτό της μία ενδόμυχη στοχαστικότητα περίσκεψη. Σ’αυτή οικοδομεί πρωταρχικώς τον εαυτό της σαν αυτό που είναι και χάρις σ’αυτό είναι ριζικά διακεκριμένη από κάθε απλή επιθυμία ή ώθηση, ένστικτο (appetitus κάθε τύπου). Η ώθηση στοχεύει απλώς σε κάτι, δεν είναι αυτοστοχαζόμενη, η όρεξη δεν είναι appetite me appetere, με τον ίδιο τρόπο κατά τον οποίο η θέληση είναι θέλω να θελήσω. Πρέπει να σημειώσουμε ότι η περίσκεψη τής θελήσεως είναι καθαυτή μία βούληση: η θέληση είναι μαζί θέλω κάτι και βεβαίωση του εαυτού της. Η διατύπωση λοιπόν δεν εκφράζεται μόνον σαν cogito me velle-σκέφτομαι να θελήσω- (σύμφωνα με το Καρτεσιανό μοντέλο) αλλά θέλω να θελήσω.

          Έτσι εννοημένη η θέληση δεν είναι μία επιπλέον και ιδιαίτερη φυσική λειτουργία ανάμεσα στις τόσες, καθορισμένη σαν όρεξη, ώθηση, επιθυμία, τάση κ.τ.λ. Ούτε συμπίπτει με μία καθαρή λύση, ούτε γενικώς είναι κάτι που εμφανίζεται και εξαφανίζεται, ώστε μερικές φορές να είναι παρούσα και μερικές νά απουσιάζει. Η “θέληση” είναι πάντοτε ένα “a priori” υποκείμενο στις ξεχωριστές ενέργειες της ψυχής, ικανή να καταστήσει δυνατά, καθότι ιδιαίτερα φαινόμενα τής διάνοιας, το “θέλω” όπως και το αντίθετό του-απουσία τής θελήσεως ή απαίτηση από αυτή. Η θέληση προηγείται από κάθε ξεκάθαρη λύση, κάθε ιδιαίτερη απόφαση, παρότι είναι καθαυτή, στην ουσιώδη της φύση, μία απόφαση πάνω στον εαυτό της συνεχώς σε ενέργεια-εκείνη η μόνιμη αυτό-αποφασιστικότητα από την οποία το υποκείμενο δεν μπορεί να κάνει χωρίς καταφεύγοντας στο άλλοθι κάποιας ελλείψεως τής θελήσεως, μίας ουδέτερης καταστάσεως ή αδιάφορης : και πράγματι η πρωτογενής απόφαση τής θελήσεως είναι καθαυτή σαν συνθήκη για την δυνατότητα αυτών των καταστάσεων, όσο και αν είναι αδιάφορες ή αντίθετες στην θέληση.

          Η “θέληση" η οποία λαμβάνει αυτή την μόνιμη απόφαση ή μάλλον η οποία υπάρχει σαν δυνατότης να ληφθεί, δεν είναι τίποτε άλλο από τον θεμελιώδη τρόπο υπάρξεως του Dasein γενικώς, και η λέξη σημαίνει απλώς το τυπικό-συστατικό γεγονός ότι το Είναι τού Dasein είναι τέτοιο ώστε σε κάθε μία από τις φανερώσεις του αποκαλύπτεται ένα ενδιαφέρον γι’αυτό ή για κείνο και ότι το τελικό ενδιαφέρον, ανάμεσα σε όλα τα δυνατά ενδιαφέροντα, είναι το δικό μου Είναι σαν τελευταίος σκοπός του ιδίου του Είναι. Εν συντομία, “θέληση” σημαίνει αυτό που εξηγεί ο Χάιντεγκερ με τον όρο “Μέριμνα”, φροντίδα. Η διατύπωση “είναι πρόβλημα(εκπόρευση) στον εαυτό του” υπογραμμίζει αυτό που εννοούμε με στοχαστικό χαρακτήρα τής θελήσεως.

          Αυτή  η στοχαστική δραστηριότης τής θελήσεως είναι η πρωταρχική ενέργεια τού Εγώ, το οποίο θεμελιώνεται στον εαυτό του. Σ’αυτή την πρόοδο εμπλέκεται η συνεχής αυτό-σύσταση του ηθικού, του ήθους του προσώπου, που αναπτύσσεται σαν σύνθεση-στο έργο τής κάθε στιγμής, σε μία συνεχή συγχώνευση-τής ηθικής αυτό-ταυτοποιήσεως τού Εγώ. Μόνον μέσω τής αυτό-συστάσεως στον στοχασμό τού ενδιαφέροντος-έστω και στον τρόπο τής αυτό-απόκρυψης-μπορεί να υπάρξει ένα ταυτόσημο υποκείμενο ικανό για την ευθύνη. Όλα τα ηθικά φαινόμενα-ελευθερία, επιλογή, υπευθυνότης, συνείδηση, ενοχή, ριζώνουν στην πρωτογενή στοχαστικότητα. Η παρουσία της apriori είναι το οντολογικό θεμέλιο τής ελευθερίας.

          Αλλά πώς κατανοείται το γεγονός ότι αυτή η ταυτοτική σκέψη μπορεί επίσης να εξηγήσει το αναγκαίο αδιέξοδο τής ελευθερίας, την αναπόφευκτη αυτοπαγίδευση της στον εαυτό της; Κάθε συμπέρασμα τής “ανεπάρκειας” με όρους ενοχής και ευθύνης οφείλει να την εννοήσει σαν μία αναγκαία ενέργεια, αλλά παρ’όλα αυτά απελευθερωτική, τής ίδιας τής ελευθερίας, όσο και αν φαίνεται παράδοξο. Η σκέψη και ο διαλογισμός (βούληση) τής θελήσεως είναι η έδρα τής θελήσεως. Η κυριαρχία γενικώς τής θελήσεως είναι και εκείνη τής ανελευθερίας. Πρέπει να υπάρχει επομένως ένας τρόπος σκέψης με τον οποίο γεννιέται η ανελευθερία-και ένας αναπόφευκτος τρόπος, εάν η θέση τού Παύλου, η Χριστιανική θέση τής ανεπάρκειας, δεν είναι μία απλή συκοφάντηση τού ανθρώπου (Νίτσε).

Συνεχίζεται

ΒΛΕΠΟΥΜΕ ΛΟΙΠΟΝ ΚΑΘΑΡΑ ΟΤΙ ΤΟ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΟ ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΑΠΟΛΗΓΕΙ ΣΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΕΙΝΑΙ ΑΔΥΝΑΤΟΝ ΝΑ ΠΙΣΤΕΨΕΙ ΣΤΟΝ ΚΥΡΙΟ Ή ΝΑ ΦΙΛΟΣΟΦΗΣΕΙ ΑΝΕΥ ΜΑΛΑΚΙΑΣ ΔΗΛ. ΧΩΡΙΣ ΑΥΤΟΑΝΑΦΟΡΑ. 

ΑΠΟΚΤΑ ΕΠΙΣΗΣ ΚΑΠΟΙΟ ΝΟΗΜΑ ΚΑΙ Η ΨΕΥΔΟΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΑΡΑ. Ο ΘΕΟΣ ΜΕ ΤΗΝ ΘΕΛΗΣΗ ΤΟΥ ΕΛΕΥΘΕΡΑ ΓΕΝΝΑ ΤΟΝ ΥΙΟ ΚΑΙ ΕΚΠΟΡΕΥΕΙ ΤΟ ΑΓΙΟ ΠΝΕΥΜΑ. Ο ΠΑΤΗΡ ΤΗΣ ΝΕΟΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ ΕΙΝΑΙ Η ΘΕΛΗΣΗ ΓΙΑ ΑΓΑΠΗ.

Αμέθυστος.

Το μεταφραστικό πρόβλημα του Παρμενίδη 132c6-7

Κρίτων Ζοάκος
Η μετάφρασή μου του πλατωνικού Παρμενίδη δύο χρόνια πριν ήταν αποτυχημένη. Κατά συνέπεια εξέπεσε στις τάξεις κάθε άλλης μετάφρασης του διαλόγου που προηγήθηκε. Οι αρχικές αμφιβολίες μου επικεντρώθηκαν στο απόσπασμα 132c6-7 που λέει:

Εἶτα οὐκ εἶδος ἔσται τοῦτο τὸ νοούμενον ἓν εἶναι, ἀεὶ ὂν τὸ αὐτὸ ἐπὶ πᾶσιν;

Τότε το μετέφρασα ως:

Έτσι, δε θα ήταν το είδος αυτό το ίδιο το αντικείμενο που σκέφτεται κανείς πως είναι ένα, πάντοτε το ίδιο υπεράνω όλων;

Προσέξτε πως το απόσπασμα περιέχει τις έξι κρισιμότερες λέξεις που φέρουν όλο το βάρος της διαδικασίας ανακάλυψης του νοήματος στα πλαίσια του Δυτικού πολιτισμού κατά την υπερδισχιλιετή πορεία του: εἶδος, ἓν, ὂν, τὸ αὐτὸ, και τα ρήματα νοεῖν/(νοούμενον) και εἶναι/(ἔσται).

Στον διάλογο ο Πλάτων παρουσιάζει τον Παρμενίδη να προτείνει στον Σωκράτη το άνωθεν απόσπασμα ως συμπέρασμα ενός επιχειρήματος που δείχνει πως το είδος δεν μπορεί να είναι μια σκέψη (νόημα), ενάντια σε ό,τι είχε υποθέσει ο Σωκράτης νωρίτερα. Ο τελευταίος συμφωνεί: το είδος δεν μπορεί να είναι μια σκέψη. Είναι ο ίδιος ο Παρμενίδης που ήταν διάσημος, όπως ο Πλάτων γνώριζε καλά, για τη ρήση του “τὸ γὰρ αὐτὸ νοεῖν ἐστίν τε καὶ εἶναι” μεταφραζόμενο συνήθως ως “είναι το ίδιο το να σκέπτεται κανείς και το να είναι.” Προφανώς, η μετάφραση του ελληνικού ρήματος νοείν στο αγγλικό σκέφτομαι (to think)-κάτι που έκανε μέχρι σήμερα κάθε μεταφραστής του διαλόγου-πρέπει να προσεχθεί περισσότερο. Αυτό που σημαίνει το ρήμα στα ελληνικά απομακρύνεται όλο και περισσότερο από τη σημασία του αγγλικού ρήματος to think όσο περισσότερο εξετάζει κανείς τη χρήση του στα σωζόμενα αρχαϊκά και κλασσικά ελληνικά κείμενα από τον Όμηρο έως τον Πλάτωνα.

Το ρήμα νοείν σημαίνει τη δραστηριότητα μιας οντότητας που αποκαλείται νόος (νοῦς), μια αρχαιότατη ελληνική λέξη άγνωστης ετυμολογίας που εντοπίζεται πρωταρχικά, σχεδόν χίλια χρόνια πριν τον Όμηρο, σε πλάκες Γραμμικής Β ως μέρος κύριων αρσενικών ονομάτων (Ἰφί-νοος, Αἰγί-νοος). Τούτος ο νόος μεταφράζεται συνήθως ως νους (mind) ή διάνοια (intellect) στην ανεξέταστη βάση του ότι οι αρχαίοι Έλληνες εννοούσαν με τη λέξη νόος το ίδιο πράγμα που καλούμε εμείς οι νεωτερικοί και μετανεωτερικοί Νου, Διάνοια, Συνείδηση, Λόγο (Reason) ή Λόγο (Vernunft). Tα προβλήματα που προκύπτουν από αυτή τη νεωτερική προκατάληψη του νοήματος του αρχαιοελληνικού νοῦ πολλαπλασιάζονται μόλις αρχίσουμε να αναλογιζόμαστε τις βαθιές διαφωνίες σχετικά με τον Νου και τη Συνείδηση που χαρακτηρίζουν την σύγχρονη γνωσιακή επιστήμη και τις προγενέστερες φιλοσοφικές επιστημολογίες. Σε κάθε περίπτωση, το ρήμα νοεῖν εκφράζει τη δραστηριότητα του νοῦ: το νοεῖν είναι αυτό που αυτός ο αμφιλεγόμενος νοῦς πράττει.

Η πρώτη αναφορά του ρήματος νοεῖν βρίσκεται στα Ομηρικά έπη, την Ιλιάδα και την Οδύσσεια όπου, στις διάφορες μορφές του, εμφανίζεται 142 φορές. Αυτές οι 142 περιπτώσεις έχουν αποδοθεί μεταφραστικά με μια τεράστια ποικιλία διαφορετικών τρόπων. Ένας Άγγλος μεταφραστής επιστράτευσε 20 διαφορετικά αγγλικά ρήματα και 6 διαφορετικές περιφράσεις, ένας Γερμανός 28 ρήματα και 7 περιφράσεις, δύο Νεοέλληνες 22 ρήματα και 10 περιφράσεις, ένας Λατίνος 21 ρήματα και 3 περιφράσεις, δύο Ιταλοί 24 ρήματα και 6 περιφράσεις, ενώ ένας Ισπανός 25 ρήματα και 11 περιφράσεις. Στην αγγλική γλώσσα, τα νοήματα των ρημάτων που χρησιμοποιήθηκαν σε αυτές τις επτά γλώσσες στις προαναφερθείσες μεταφράσεις είναι τα acknowledge (αναγνωρίζω), to advise (συμβουλεύω-ομαι), deliberate (μελετώ), discern (διαχωρίζω), decree (διατάζω), decide (αποφασίζω), see (βλέπω), feel (νιώθω), mean (σημαίνω), intend (σκοπεύω), perceive (αντιλαμβάνομαι), suspect (υποπτεύομαι), understand (κατανοώ), think (σκέφτομαι), want (θέλω) , intuit (διαισθάνομαι), κ.λπ. κάπου 70 διαφορετικά ρηματικά νοήματα συν 52 διαφορετικές περιφράσεις για ένα σύνολο 122 διαφορετικών μη ελληνικών εκφράσεων που προσπαθούν να αποδώσουν το μοναδικό ελληνικό ρήμα νοεῖν. Αλλά αν ο Όμηρος ήθελε να εκφράσει κάποιο από τα 122 αυτά νοήματα που οι μεταφραστές απέδωσαν στο νοεῖν είχε στη διάθεσή του καταλληλότερα ρήματα από εκείνο. Για παράδειγμα, μπορούσε να πει ἀναγιγνώσκω και όχι νοεῖν, εάν εννοούσε συμβουλεύω ή μελετώ θα επέλεγε νουθετῶ ή παρεναίω ή βουλεύω κι όχι νοεῖν, για το αποφασίζω θα επέλεγε να πει κρίνω, για το διατάζω, ἐθέλω, για το βλέπω, ὀρῶ, για το νιώθω, ἀΐω, για το σημαίνω, σημαίνω, για το σκέφτομαι θα διάλεγε φρονέω, δοκέω or οἴομαι, για το σκοπεύω, μενοινάω. Δεν του έλειπαν του Ομήρου τα κατάλληλα ρήματα για να εκφράσει τα νοήματα που οι κατοπινοί μεταφραστές του πιστεύουν πως πρέπει να αποδώσουν στο κείμενό του. Αλλά εκείνος διάλεξε το μοναδικό νοεῖν κι όχι τις εναλλακτικές προτάσεις των μεταφραστών.

Κατά πάσα πιθανότητα, τόσο στην πριν τη γραφή αρχαϊκή όσο και στην μετά την εισαγωγή της γραφής κλασσική Ελλάδα, το ρήμα νοεῖν χρησιμοποιούνταν για να εκφράσει όλο το αδιάλειπτο φάσμα των γνωστικών, κριτικών και βουλητικών όψεων των πράξεων μέσω των οποίων οι άνθρωποι σχετίζονται με τις γύρω συνθήκες, δηλαδή την πράξη της απόδοσης νοήματος στα πράγματα, τα γεγονότα και τις καταστάσεις του περιβάλλοντος κόσμου. Μια αντίληψη σχετικά με ένα αντικείμενο ή κατάσταση δεν είναι ποτέ ένα απομονωμένο, αποστειρωμένα «εγκεφαλικό» γνωστικό γεγονός. Η αντίληψη (intuition στο πρωτότυπο σ.τ.Μ.) είναι αδιαχώριστο χαρακτηριστικό της απλής πράξης του σχετίζεσθαι, της εγκαθίδρυσης μιας σχέσης με το εν λόγω αντικείμενο, γεγονός, ή κατάσταση. Δύο άλλες όψεις αυτής της απλής πράξης του σχετίζεσθαι είναι η αξιολόγηση του αντικειμένου/γεγονότος/ κατάστασης (τι σημαίνει αυτό για μένα;) και η προετοιμασία της βούλησης να αναλάβει δράση ως προς το αντικείμενο/γεγονός/κατάσταση (τι να κάνω και τι όχι). Αντίληψη-αξιολόγηση-πράξη είναι οι τρεις όψεις της απλής πράξης του ανθρώπινου υποκειμένου του σχετίζεσθαι με τα αντικείμενα, τα γεγονότα και τις καταστάσεις του πραγματικού κόσμου. Αυτή η απλή πράξη είναι το νοεῖν, μια πράξη του νοῦς. Όπως οι τρεις πλευρές του τριγώνου, δεν μπορούν να υπάρξουν ως πλευρές εκτός του τριγώνου: το νοεῖν είναι το τρίγωνο, η αντίληψη, η αξιολόγηση και η βουλητική δράση είναι οι πλευρές του. Η ύπαρξή τους αναδύεται μέσα από την πράξη του νοεῖν. Αυτό εξηγεί την πλούσια πολυσημία, την πολλαπλότητα των σημασιών του. Υπάρχουν πολλά είδη και βαθμοί αντιληπτικής κατανόησης, πολλές βαθμίδες και τρόποι αξιολόγησης, από τον πιο συνεσταλμένο έως τον πιο κατηγορηματικό, όπως και πολλοί τρόποι να εκδηλώσουμε τη θέλησή μας για πράξη-από τον αποτροπιασμό, τη διαφυγή, την αποφυγή, τον προσεκτικό σχεδιασμό, την δοκιμαστική σύμπλευση έως την πλήρη «ερωτική» εμπλοκή. Και υπάρχουν αντίστοιχα πολλά ρήματα και περιφράσεις για να εκφραστούν όλα αυτά-τουλάχιστον 70 και 52 αντίστοιχα, όπως μετρήσαμε παραπάνω στο δείγμα μας των μεταφράσεων στις επτά γλώσσες.

Τα σωζόμενα γραπτά στοιχεία καταδεικνύουν πως το ακροατήριο των ομιλούντων την ελληνική γλώσσα από τον Όμηρο έως τον Πλάτωνα κατανοούσε το ρήμα νοεῖν συμπεριληπτικά ως προς όλα αυτά τα νοήματα-καταλάβαιναν δηλαδή όλο το αδιάλειπτο φάσμα των νοημάτων, όχι μόνο μια συγκεκριμένη όψη, μια ζώνη μήκους κύματός του. Κάτι τέτοιο υπονοεί έναν εντελώς διαφορετικό τρόπο σκέψης που αποκαλύπτεται στον αρχαιοελληνικό λόγο, ξένο προς τους ομιλούντες τις νεωτερικές γλώσσες. Στα αρχαία ελληνικά υπάρχουν πολλές άλλες τέτοιες λέξεις, διαφορετικές από τα συνώνυμα αλλά παρόμοιες, αν και όχι ταυτόσημες, με αυτό που οι νεωτερικοί γλωσσολόγοι αποκαλούν πολύσημα, δηλαδή λέξεις με ταυτοχρόνως παρόντα διαφορετικά νοήματα (όπως το νοεῖν) οι οποίες δημιουργούν παρόμοια προβλήματα στους νεωτερικούς μεταφραστές. Κάποιες από τις γνωστότερες είναι οι εξής:

λόγος (logos) ≥ collection (συλλογή), ratio (ορθός λόγος), definition (ορισμός), speech (ομιλία), discourse (διάλογος), etc.;

ἀρχή (arche) ≥ origin (καταγωγή), beginning (ξεκίνημα), principle (αξίωμα), authority (αυθεντία), sovereignty (κυριαρχία), empire (αυτοκρατορία), magistracy (δικαστικό αξίωμα), κ.λπ.

τέλος (telos) ≥ end (τέλος χρονικό), achievement (κατόρθωμα), completion (ολοκλήρωση), goal (στόχος), purpose (σκοπός), cessation (κατάπαυση), accomplishment (εκπλήρωση), consummation (τελειοποίηση), coming to pass (κάτι που περνά χρονικά και χάνεται) , fulfillment (εκπλήρωση), performance(επιτέλεση), execution of office (εκτέλεση καθήκοντος), tax (φόρος), κ.λπ.

νόμος (nomos) ≥ habit (συνήθεια), custom (έθιμο), convention (σύμβαση), law (νόμος), melody statute (μελωδική γραμμή), ordinance (θεσμός), order (τάξη) κ.λπ.

χρῆμα (chrema) ≥ need (ανάγκη), needful things (αναγκαία πράγματα), property (ιδιοκτησία), money (λεφτά), treasure (θησαυρός), things (πράγματα), stuff (πράγματα), matter (ύλη), things that must be done (κάτι που πρέπει να γίνει), business (δουλειά), κ.λπ.

στοιχεῖον (stoicheion) ≥ element (στοιχείο), component (μέρος), simple sound (ένας μόνος ήχος), letter (γράμμα), irreducible ultimate component of matter (πρωταρχικά σωματίδια ύλης), number, (αριθμός) κ.λπ.

ξένος (xenos) ≥ guest (προσκεκλημένος) , friend (φίλος), visitor (επισκέπτης), stranger (άγνωστος), wanderer (περιπλανώμενος), alien (άγνωστος), foreigner (ξωμερίτης), unfamiliar (ανοίκειος), unusual (ασυνήθιστος), strange (παράξενος), hireling (μισθοφόρος) κ.λπ. και βεβαίως, υπάρχει η οὐσία (ousia) και το ὂν (on) – το είναι— το θρυλικό πολύσημο της ελληνικής φιλοσοφίας το οποίο, κατά τη γνωστή παρατήρηση του Αριστοτέλη[i], είναι μια λέξη που χρησιμοποιείται με πολλούς τρόπους αλλά πάντοτε σε αναφορά προς ένα και μόνο πράγμα. Τέλος, υπάρχει και το ἕν (hen, the one) του οποίου η περίπλοκη πολλαπλότητα των νοημάτων ερευνάται στον διάλογό μας, τον Παρμενίδη.

Είναι σε αυτό το πλαίσιο τούτης της διαβρωτικής πολυσημίας της αρχαίας ελληνικής γλώσσας, τόσο ξένης και ανυπόφορα ενοχλητικής για τη νεωτερική μας πρακτική, που το σημασιολογικό πρόβλημα του ρήματος νοεῖν και του εκτελεστικού του οργάνου, του νοῦ, θα ειδωθεί καλύτερα. Κατά τη διάρκεια της περιόδου από τον Όμηρο έως τον Πλάτωνα ο νοῦς θεωρούνταν μια ικανότητα, μια δύναμη, παρόμοια με τις σωματικές αισθήσεις όραση, ακοή, αφή, γεύση και όσφρηση, και νοεῖν. Είναι διάσημη η ρήση του Αριστοτέλη ότι οι «αρχαίοι» θεωρούσαν το νοεῖν κάτι σωματικό όπως οι αισθήσεις [ii]. Αυτή η σωματική κατανόηση του νοεῖν ήταν καταφανής στη χρήση του ρήματος από τον Όμηρο ως τον Θέογνη[iii], τον Αναξαγόρα[iv] και πιθανόν επίσης στον Παρμενίδη[v].

Ο Σωκράτης είναι ο πρώτος που βλέπει το νοεῖν ως μια μη σωματική πράξη μιας άυλης ικανότητας, του νοῦ, αυστηρώς ανάλογο των σωματικών πράξεων των πέντε σωματικών αισθήσεων. Οι αισθήσεις και το αισθάνεσθαι διαφέρουν από τον νοῦ και το νοεῖν ως προς τα αντικείμενα στα οποία είναι σχεδιασμένα να απευθύνονται: τα αντικείμενα των αισθήσεων είναι υλικά αντικείμενα, εικόνες, ήχοι, μυρωδιές, γεύσεις και υφές. Τα αντικείμενα του νοῦ είναι άυλα διανοητικά αντικείμενα. Κατά τα άλλα, ο νοῦς και οι σωματικές αισθήσεις λειτουργούν παρομοίως μέσα από τη αντίληψη/αξιολόγηση/βουλητική δράση ως προς τα αντικείμενά τους αντίστοιχα. Ένα απλό παράδειγμα του πως το να αντιλαμβάνεται/αξιολογεί/πράττει βουλητικά κάποιος είναι οι αδιαχώριστες όψεις μιας και της αυτής πράξης μπορεί να καταδειχθεί μέσω των σωματικών αισθήσεων. Μόλις η οσφρητική ικανότητα εντοπίσει μια άσχημη μυρωδιά, η αξιολόγηση ότι πρόκειται για άσχημη μυρωδιά και η αποφυγή της συμβαίνουν αδιαλείπτως και ταυτοχρόνως με την αντίληψή της, ενώ μόλις διαισθανθεί μια ευχάριστη μυρωδιά, η αξιολόγηση ότι πρόκειται για ευχάριστη μυρωδιά και η ηδονική εισπνοή της συμβαίνουν επίσης αδιαλείπτως και ταυτοχρόνως με την αντίληψή της. Το ίδιο συμβαίνει με τις υπόλοιπες αισθήσεις: η αντίληψη του οπτικού, ηχητικού, γευστικού ή απτικού αντικειμένου λαμβάνει χώρα ταυτόχρονα και αξεδιάλυτα από την αξιολόγηση και την προαίρεσή μας έναντί τους. Αυτό συμβαίνει τόσο αδιάλειπτα που στην πραγματικότητα συχνά δεν είμαστε σίγουροι εάν η προαίρεσή μας απέναντί τους προηγείτο ή προκάλεσε την αξιολόγησή τους ή ακόμη και την αντίληψή τους.

Γεγονός είναι πως δεν αντιλαμβανόμαστε απλά, δεν είναι μόνον το ότι βλέπουμε, ακούμε, αγγίζουμε, γευόμαστε ή μυρίζουμε πράγματα. Τα βλέπουμε και τα ακούμε αξιολογώντας τα και κρίνοντάς τα, δηλαδή ως αγαθά ή φαύλα ή αδιάφορα, που είτε μας ελκύουν είτε μας απωθούν είτε μας αφήνουν αδιάφορους σε διαφορετικό βαθμό. Η αξιολόγηση και η αντίδραση είναι αξεχώριστες από την αντιληπτική αίσθηση: το να αντιλαμβανόμαστε τα αντικείμενα είναι μια πράξη απόδοσης αξιών σε αυτά, δηλαδή να τα συναισθανόμαστε, με αισθήματα που είναι συναισθήματα (e-motions στο πρωτότυπο, σ.τ.Μ.), δηλαδή αφετηρίες για κίνηση (motion στο πρωτότυπο, σ.τ.Μ.), για δράση. Η δράση του σωκρατικού νοῦ, το σωκρατικό νοεῖν διατηρεί αυτόν τον κριτικό, αξιολογικό και παραινετικό για δράση χαρακτήρα που παρατηρούμε και στη δράση των σωματικών αισθήσεων. Στον Φαίδωνα[vi], για παράδειγμα, ο Σωκράτης υποστηρίζει πως ο νοῦς είναι η αιτία για την πράξη του της αναζήτησης του καλύτερου, και επιπλέον, στον Φίληβο αναπτύσσει τον ισχυρισμό πέραν της δικής του περίπτωσης και υποστηρίζει πως κάθε έλλογο ον (πᾶν τὸ γιγνῶσκον) κυνηγά (θηρεύει) οδηγημένο προκειμένου να οικειοποιηθεί το αγαθό. Σε αυτό το πλαίσιο, η δράση που υποδηλώνεται από το ρήμα νοεῖν δεν περιορίζεται μόνον στην απλή αντίληψη ενός νοητικού αντικειμένου, γεγονότος ή κατάστασης μέσω κάποιου καντιανού Καθαρού Λόγου: είναι η αντίληψή του μαζί με την αξιολόγησή του, η απόδοση αξιών που εκτείνονται από το αγαθό ως το κακό συμπεριλαμβανομένης και κάθε ενδιάμεσης μετριότητας, ενώ ταυτόχρονα και αδιάλειπτα υιοθετεί μια στάση κατάλληλων διαφόρων βαθμών ελκυστικότητας, αποστροφής ή αδιαφορίας.

Εμφανέστατα, το να μεταφράζει κανείς το ρήμα νοεῖν στο άνωθεν απόσπασμα του Παρμενίδη με το αγγλικό «to think» όπως κάθε μεταφραστής έχει κάνει, συμπεριλαμβανομένου και του εαυτού μου, δεν αποδίδει το νόημα στο οποίο απέβλεπε το ελληνικό πρωτότυπο. Τα ρήματα think, cogito και τα συγγενικά τους στις νεώτερες γλώσσες αποδίδουν μια σειρά από νοήματα που κανένα τους δεν αντιστοιχεί στο νοεῖν. Οι διαφορές είναι πολυάριθμες: τα νεότερα ρήματα τείνουν να διαχωρίζουν με προσοχή την αντίληψη, την αξιολόγηση και την κινητοποίηση, να τις βλέπουν σαν διαχωρισμένες και περιχαρακωμένες πράξεις και να προσθέτουν σε αυτές άλλες νοητικές πράξεις όπως η φαντασία, ο ορθός λόγος, ο μαθηματικός υπολογισμός, ο διαλογισμός, η αμφιβολία κ.ά. αποδίδοντάς τα όλα αυτά αδιάκριτα με το ρήμα think.

Στο καρτεσιανό σχήμα (αλλά και στο πιο ανεπτυγμένο καντιανό) το οποίο είναι ακόμη και σήμερα το κυρίαρχο μοντέλο συγκρότησης των (δυτικών) γλωσσών μας, κάθε νοητικό γεγονός, σύλληψη, κρίση, επιχείρημα, ιεράρχηση, αμφιβολία, ρεμβασμός, φαντασίωση, παραίσθηση κ.λπ. είναι ένα cogitatio, μια σκέψη ξεκάθαρα διαχωρισμένη από κάθε άλλο τέτοιο παρόμοιο νοητικό γεγονός. Το ρήμα «σκέφτομαι» (to think) σημαίνει απλώς το να υφίσταται κανείς υπό την επήρεια οποιουδήποτε τέτοιου νοητικού γεγονότος. Το καρτεσιανό cogito ergo sum πρωταρχικά διαμορφώθηκε ως dubito ergo sum, δεδομένου του ότι ο Ντεκάρτ βλέπει την αμφιβολία σαν μια ξεχωριστή κατηγορία της σκέψης. Θα μπορούσε εξίσου καλά να το διατυπώσει ως alicunor ergo sum, “Έχω παραισθήσεις άρα υπάρχω”, και να έχει την ίδια αποδεικτική ισχύ.

Στις νεωτερικές μας γλώσσες το σκέφτομαι σημαίνει συλλαμβάνω νοητικά, κρίνω, σκέφτομαι σύμφωνα με τον ορθό λόγο, ταξινομώ, αμφιβάλλω, ονειροπολώ, φαντάζομαι, έχω παραισθήσεις κ.λπ. και στη γραμματική του μορφή μπορεί να είναι μεταβατικό ή αμετάβατο και αυτοπαθές. Για παράδειγμα, κατά το the Oxford English Dictionary, στη μεταβατική μορφή του το «σκέφτομαι» σημαίνει το να διαμορφώνω κάτι στον νου, τη νοητική σύλληψη, το να έχω μια ιδέα στον νου μου ή μια αντίληψη, το να πράττω νοητικά, το να διαλογίζομαι, να αλλάζω γνώμη, να αναστοχάζομαι κάτι, να θεωρώ κάτι. Στην αμετάβατη μορφή του σημαίνει το να ασκώ τον νου μου, δηλαδή τη διάνοια, με οποιονδήποτε ενεργητικό τρόπο, να διαμορφώνω συνεκτικές ιδέες κάθε είδους, το να διαμορφώνω στον νου μια σειρά από ιδέες (train of thought), το να διαλογίζομαι. Καμία από αυτές τις χρήσεις δεν είναι κατάλληλη για να μεταφραστεί το νοεῖν του αποσπάσματός μας. Αντιθέτως, εκεί το νοεῖν σημαίνει να αντιλαμβάνομαι, να κρίνω και να τίθεμαι έναντι κάτινος βουλητικά ως μια μοναδική αδιαχώριστη πράξη που συσχετίζει τον υποκειμενικό νοῦ με το αντίστοιχο εξωτερικό αντικείμενο, όπου το υποκείμενο και το αντικείμενο δρουν και δέχονται τη δράση του ενός στο άλλο. Το να χρησιμοποιείται το «σκέφτομαι» για λόγους μετάφρασης του νοεῖν μολύνει την μεταφραστική προσπάθεια με έναν θανάσιμο ιό. Η διηνεκής αποτυχία να καταλάβουμε τον πλατωνικό Παρμενίδη και ο αέναος υποβιβασμός του στην αμφίβολη κατάσταση του αινιγματικού και του αμφιλεγόμενου έχει τις ρίζες του στη χρήση του «σκέφτομαι» και των συγγενικών του λέξεων στις δυτικοευρωπαϊκές γλώσσες προς μετάφραση του νοεῖν.

Ίσως αυτό που χρειάζεται είναι η κατασκευή από την κοινωνία μιας γλωσσικής πρακτικής στηριζόμενης στην εκτεταμένη χρήση των πολυσήμων που κυριαρχούσαν στην αρχαϊκή και κλασική ελληνική γλώσσα από τον Όμηρο έως τον Πλάτωνα. Το πρόβλημα του μεταφραστή δεν βρίσκεται στην επιλογή των λέξεων με το αντίστοιχο νόημα. Είναι το πρόβλημα του να προσπαθήσει να επαναφέρει έναν από καιρό χαμένο τρόπο του να σχετίζεται κανείς με τον γύρω του κόσμο και τα αντικείμενά του. Στον αρχαϊκό και κλασσικό ελληνικό λόγο τα μοτίβα του καταδεικνύουν την βαθιά πεποίθηση πως ο άνθρωπος κατέχει μια κοινή ιδιότητα– νοῦς– σχεδιασμένη να αλληλεπιδρά με μια συγκεκριμένη τάξη εξωτερικών αντικειμένων: τα νοητά (noeta=intelligibles), τα οποία καθεαυτά από τη φύση τους είναι σχεδιασμένα να αλληλεπιδρούν με τον νοῦ, ακριβώς όπως οι πέντε κοινές σωματικές αισθήσεις σχεδιάστηκαν για να αλληλεπιδρούν με μια συγκεκριμένη τάξη εξωτερικών αντικειμένων, δηλαδή τα αἰσθητά (aestheta=sensibles), τα οποία επίσης από τη φύση τους είναι σχεδιασμένα να αλληλεπιδρούν με τις σωματικές αισθήσεις. Οι ιδιότητες αυτές είναι κοινές με την έννοια ότι οι πράξεις τους είναι ξεκάθαρα καταφανείς σε όλους, έτσι όπως εκδηλώνονται στον εξωτερικό κόσμο. Ιστορικές διαδικασίες ανά τους αιώνες στον δυτικό πολιτισμό οδήγησαν στη διαμόρφωση της άποψης πως ο νους είναι μια ιδιωτική κι όχι μια κοινή ιδιότητα, και ενέδυσε αυτόν τον ιδιωτικό νου με έναν τίτλο που δεν τον είχε κερδίσει εκείνος, διεκδικώντας για λογαριασμό του μια παρόμοια θέση με τον κλασικό ελληνικό νοῦ. Μια προσεκτικότερη εξέταση των γλωσσικών πρακτικών της αρχαϊκής και κλασικής Ελλάδας θα καταδείξει πως το μυαλό (mind) και ο νοῦς είναι δύο πολύ διαφορετικά πράγματα. Με τον ίδιο τρόπο, η σκέψη και το νοεῖν είναι επίσης δύο πολύ διαφορετικά πράγματα.

Η στάση του αποσυνδεδεμένου, «αντικειμενικού», ασώματου και καθαρού «διασκεπτικού νοείν» του ιδιωτικού νου όπως τον κατανοούν οι διανοούμενοι του καρτεσιανού μοντερνισμού δεν έχει αντίστοιχο στο σωκρατικό νοεῖν, ούτε καν στο προσωκρατικό νοεῖν του κοινού νοῦ της αρχαϊκής και κλασικής ελληνικής γλώσσας. Αν και ασώματο, το σωκρατικό νοεῖν είναι αντίληψη που διαθέτει κριτική ικανότητα, συναίσθημα, θέτει στόχους και είναι προσανατολισμένη προς τη δράση: οποιοδήποτε νοητικό αντικείμενο αντιλαμβάνεται το κρίνει ως «αγαθό» ή το αντίθετό του, προκειμένου να το οικειοποιηθεί ή να το απορρίψει. Έτσι διατηρεί τον χαρακτήρα της προσωκρατικής χρήσης της λέξης, η οποία επιτρέπει στη λυρική ποιήτρια Σαπφώ [viii] να περιγράψει τα συναισθήματά της προς εκείνες που αγαπά ως το «νόημά» της, τη δραστηριότητα του νοῦ.


Μετάφραση από το αγγλικό κείμενο: Αλέξιος Κακουλίδης

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[i] Αριστοτέλης, Μετά Τα Φυσικά IV 1003a33-34: “τὸ δὲ ὂν λέγεται μὲν πολλαχῶς, ἀλλὰ πρὸς ἓν καὶ μίαν τινὰ φύσιν, καὶ οὐχ ὁμωνύμως, ἀλλ’ ὥσπερ …”

[ii] Αριστοτέλης, Περί Ψυχής III.427a27: “πάντες γὰρ οὖτοι (οἱ ἀρχαῖοι) τὸ νοεῖν σωματικὸν ὥσπερ τὶ αἰσθαίνεσθαι ὑπολαμβάνουσιν”

[iii] Greek Elegiac Poetry (Loeb Classical Library #258) , Theognis 1163-4: “ὀφθαλμοὶ καὶ γλῶσσα καὶ οὔατα καὶ νόος ἀνδρῶν ἐν μέσσῳ στήθεων ἐν συνετοῖς φύεται”

[iv] Αναξαγόρας, Απόσπασμα DK B12 describes nous as the finest and purest and mightiest of corporeal things, but a corporeal thing nevertheless: “ἔστι γὰρ λεπτότατον τε πάντων χρημάτων καὶ καθαρώτατον καὶ γνώμην γε περὶ παντὸς πᾶσαν ἴσχει καὶ ἰσχύει μέγιστον”

[v] Παρμενίδης, Απόσπασμα DK B16: «ὡς γὰρ ἑκάστοτ’ ἔχει κρᾶσιν μελέων πολυπλάγκτων, τὼς νόος ἐνθρώποισι παρίσταται»

[vi] Πλάτων, Φαίδων 99a8-b2: “ὡς μέντοι διὰ ταῦτα ποιῶ ἃ ποιῶ, καὶ ταῦτα νῷ πράττων, ἀλλ’ οὐ τῇ τοῦ βελτίστου αἱρέσει, πολλὴ ἂν καὶ μακρὰ ῥᾳθυμία εἴη τοῦ λόγου”

[vii] Πλάτων, Φίληβος 20d7-10: “τόδε γε μήν, ὡς οἶμαι, περὶ αὐτοῦ ἀναγκαιότατον εἶναι λέγειν, ὡς πᾶν τὸ γιγνῶσκον αὐτὸ [i.e., τὸ ἀγαθόν] θηρεύει καὶ ἐφίεται βουλόμενον ἑλεῖν καὶ περὶ αὑτὸ κτήσασθαι, καὶ τῶν ἄλλων οὐδὲν φροντίζει πλὴν τῶν ἀποτελουμένων ἅμα ἀγαθοῖς”

[viii] Greek Lyric (Loeb Classical Library #142), Sappho 41: “ταὶς κάλαισ’ ὔμμιν <τὸ> νόημμα τὦμον οὐ διάμειπτον”

Στην εικαστική πλαισίωση της σελίδας, κολάζ του Οδυσσέα Ελύτη.

Ο μεγάλος άγιος της Γεωργίας Γαβριήλ ο διά Χριστόν σαλός και Ομολογητής († 1995)

 


Η συνέχεια...

ΤΡΕΛΟ-ΓΙΑΝΝΗΣ: Ο μεγάλος άγιος της Γεωργίας Γαβριήλ ο διά Χριστόν σαλός και Ομολογητής († 1995) (trelogiannis.blogspot.com)

Δ.Κούβελας: «Που μπορεί να κρύβεται τόσο μίσος σε μια χώρα; - Απέχθεια για κάθε μορφής ελευθερία και σκέψη»


«Τελικά ο μόνος τρόπος επιβίωσης Αγάδων είναι η ύπαρξη ραγιάδων και ρουφιάνων»


Μια γενικής φύσεως φιλοσοφική αναζήτηση έκανε ο καθηγητής Κλινικής Φαρμακολογίας, Δημήτρης Κούβελας.

Ο Δ.Κούβελας έκανε ανάρτηση στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης με την οποία έθεσε το ερώτημα «που μπορεί να κρύβεται τόσο μίσος σε μια χώρα;».

Η ανάρτησή του

«Γενικής φύσεως φιλοσοφική αναζήτηση.

Κάθε ομοιότητα με την πραγματικότητα είναι τυχαία!

Που μπορεί να κρύβεται τόσο μίσος σε μια χώρα;

Απέχθεια για κάθε μορφής ελευθερία, κάθε μορφής σκέψη, έκφραση και ανοχής;

Τελικά ο μόνος τρόπος επιβίωσης Αγάδων είναι η ύπαρξη ραγιάδων και ρουφιάνων.

Η φανατική προσήλωση στο κυρίαρχο δόγμα των φανατικά δουλοπρεπών, κάθε τύπου προσκυνημένων, είναι κεντρική ιδεολογία των θλιβερά βολεμένων.

Είναι μόνο ο φόβος; Είναι τα 400 χρόνια Οθωμανικής κυριαρχίας; Είναι η απουσία διαφωτισμού; Είναι η έλλειψη κλασικής παιδείας; Είναι η αποκοπή από τις παραδόσεις και τις αξίες;

Είναι ο ωχαδελφισμός; Είναι απλώς έλλειψη καλού γούστου;

Ίσως να απαντηθούν αυτά τα ερωτήματα μια μέρα.


Ελπίζω μόνο να ζούμε μέχρι τότε!»


ΠΝΕΥΜΑ ΑΡΓΙΑΣ, ΠΕΡΙΕΡΓΕΙΑΣ, ΦΙΛΑΡΧΙΑΣ, ΑΡΓΟΛΟΓΙΑΣ.
ΑΥΤΟ ΤΟ ΠΝΕΥΜΑ ΟΣΟ ΚΑΙ ΑΝ ΠΡΟΣΠΑΘΟΥΜΕ ΝΑ ΤΟ ΚΡΥΨΟΥΜΕ ΝΤΥΝΕΤΑΙ ΜΕ ΤΗΝ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΜΑΣ, ΤΟ ΟΝΟΜΑΖΟΥΜΕ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΤΗΤΑ, ΕΓΩ, ΕΧΕΙ ΜΟΝΟΝ ΕΝΑΝ ΣΚΟΠΟ: ΝΑ ΜΑΣ ΔΙΝΕΙ ΕΣΩΤΕΡΙΚΑ ΤΗΝ ΒΕΒΑΙΟΤΗΤΑ ΟΤΙ ΕΙΜΑΣΤΕ ΑΝΩΤΕΡΟΙ ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΛΛΟΝ ΚΑΙ ΤΡΕΦΕΤΑΙ ΑΠΟ ΤΟΝ ΣΗΜΕΡΙΝΟ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟ ΤΗΣ ΑΤΟΜΙΚΟΤΗΤΟΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΕΞΑΤΟΜΙΚΕΥΣΗΣ ΜΕ ΤΙΣ ΕΙΔΙΚΟΤΗΤΕΣ ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜΗΣ, ΟΝΟΜΑΣΤΗΚΕ ΒΟΥΛΗΣΗ ΓΙΑ ΔΥΝΑΜΗ (Η ΒΟΥΛΗΣΗ ΑΦΟΡΑ ΤΟΥΣ ΑΛΛΟΥΣ, ΤΟΥΣ ΠΟΛΛΟΥΣ), ΣΗΜΕΡΑ ΟΝΟΜΑΖΕΤΑΙ ΒΟΥΛΗΣΗ ΓΙΑ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΕΞΑΤΟΜΙΚΕΥΣΗ ΤΗΣ, ΑΓΑΠΗ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΑΛΛΟΥΣ, ΤΗΝ ΕΤΕΡΟΤΗΤΑ. ΕΠΕΙΔΗ ΔΕ Ο ΘΕΟΣ ΑΓΑΠΗ ΕΣΤΙ, ΑΓΑΠΩΝΤΑΣ ΤΟΥΣ ΑΛΛΟΥΣ ΕΙΜΑΙ ΣΑΝ ΘΕΟΣ, ΚΑΤΑ ΜΕΤΟΧΗΝ. 
ΑΥΤΟ ΤΟ ΠΝΕΥΜΑ ΕΙΝΑΙ ΔΑΙΜΟΝΙΚΟ, ΠΑΡΑΓΩΓΟ ΤΗΣ ΠΤΩΣΕΩΣ, ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ ΣΤΗΝ ΥΠΟΤΑΓΗ ΣΤΟΝ ΝΟΜΟ Ή ΣΤΗΝ ΑΝΤΙΔΡΑΣΗ ΣΤΟΝ ΝΟΜΟ. ΕΚΠΑΙΔΕΥΕΤΑΙ  ΑΛΛΑ ΔΕΝ ΜΑΘΗΤΕΥΕΙ. ΒΑΣΙΛΕΥΕΙ ΣΤΗΝ ΓΡΑΦΕΙΟΚΡΑΤΙΑ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΣΗΜΕΡΙΝΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ. ΚΑΘΙΣΤΑ ΤΗΝ ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΚΤΗΝΟΤΡΟΦΙΚΗ ΜΟΝΑΔΑ Η ΟΠΟΙΑ ΣΥΝΤΗΡΕΙΤΑΙ ΜΕ ΠΡΟΒΑΤΑ Ή ΒΟΟΕΙΔΗ, ΜΕ ΚΥΒΕΡΝΗΤΕΣ Ή ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΥΣ, ΠΟΙΜΕΝΕΣ, ΟΙ ΟΠΟΙΟΙ ΕΠΙΒΑΛΛΟΥΝ ΤΗΝ ΥΠΟΤΑΓΗ, ΠΡΟΣΤΑΤΕΥΟΝΤΑΣ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΛΥΚΟΥΣ, ΜΕ ΤΟ ΑΖΗΜΙΩΤΟ.
ΕΙΝΑΙ ΠΝΕΥΜΑ ΣΩΜΑΤΙΚΟ ΚΑΙ ΕΠΕΒΛΗΘΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΔΙΑΦΩΤΙΣΜΟ.

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΤΥΠΟΥ ΤΟΥ ΠΡΟΕΔΡΟΥ ΤΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΣ ΕΛΕΥΘΕΡΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΓΙΩΡΓΟΥ ΤΡΑΓΚΑ ΣΤΗΝ ΠΑΤΡΑ


Τετάρτη 29 Σεπτεμβρίου 2021

Αφοπλισμένοι σαν αστακοί

Αμοιβαίες υποχωρήσεις = η Ελλάς υποχωρεί από τα δίκαιά της και η Τουρκία υποχωρεί σε όσα ζητάει από εμάς

Έχει ξαναγραφεί εδώ και, δυστυχώς, ουδείς ξενίστηκε από τη φράση: η Ελλάδα, και πυρηνικά όπλα να αποκτήσει, αν η ηγέτιδα τάξη της δεν είναι αντάξια του ιστορικού βάρους του έθνους μας θα ηττάται ακόμα κι από ημιθανή κρατίδια όπως τα Σκόπια (από τα οποία ηττηθήκαμε αναιμάκτως και ολοσχερώς, δωρίζοντάς τους όνομα, εθνότητα και γλώσσα).

Τα παραπάνω δεν είναι απαισιόδοξα, αλλά ρεαλιστικά. Στηρίζονται σε απτά δεδομένα, τα οποία προοιωνίζονται τα χειρότερα για την πορεία της χώρας. Στη συνέντευξη που έδωσε ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης, από το Μουσείο του Λούβρου, στο κεντρικό δελτίο ειδήσεων της ΕΡΤ και στους δημοσιογράφους Νίκο Αλιάγα και Αντριάνα Παρασκευοπούλου, είπε το ακόλουθο μνημειώδες: «Δεν υπάρχουν άλλοι κανόνες για να λύνονται αυτά τα ζητήματα παρά μόνο το Διεθνές Δίκαιο. Εμείς αποδείξαμε και στην περίπτωση της Ιταλίας, και στην περίπτωση της Αιγύπτου ότι μπορούμε να κάνουμε τέτοιου είδους συμφωνίες. Συμφωνίες που απαιτούν, ναι, θα το πω ανοιχτά, και κάποιες αμοιβαίες υποχωρήσεις προκειμένου  να μπορούμε να πετύχουμε τελικά λύσεις που θα είναι προς όφελος όλων».

Η εικόνα ενός πρωθυπουργού να ανακοινώνει πρόθεση για εθνικές υποχωρήσεις την ίδια στιγμή που επισφραγίζει συμφωνία για αγορά φρεγατών τελευταίας τεχνολογίας από τη Γαλλία είναι και πρωτοφανής και ανεξήγητη και αξιοθρήνητη.

Μπορείτε να φανταστείτε τι θα γινόταν αν ο Πούτιν, την ίδια στιγμή που ανακοίνωνε την επιχειρησιακή ετοιμότητα και τη δυνατότητα μαζικής παραγωγής των πυραύλων Avangard*, δήλωνε ότι είναι έτοιμος για υποχωρήσεις στη διένεξη της Ρωσίας με την Ιαπωνία για την κυριαρχία στις Κουρίλες νήσους;

Μήπως αυτό το υπερμέγεθες πυρότουβλο που εκτοξεύτηκε από το πρωθυπουργικό κοσμοδρόμιο είναι αποτέλεσμα κάποιων ηλιθιωδέστατων συμβουλών που δέχθηκε από συμβούλους της συμφοράς;

Τελικά, μήπως εξοπλιζόμαστε για να παραδοθούμε και είμεθα… αφοπλισμένοι σαν αστακοί;

*Ο βαλλιστικός πύραυλος Avangard είναι ένα από τα τελευταία οπλικά συστήματα αιχμής που διαθέτουν οι Ρώσοι. Είναι «πρακτικά αόρατος», όπως τον έχει χαρακτηρίσει ο Ρώσος πρόεδρος Βλαντιμίρ Πούτιν, με βεληνεκές 6.000 χιλιόμετρα και ο οποίος αναπτύσσει ταχύτητα ίσως και μεγαλύτερη των 33.000 χλμ./ώρα.

Αφοπλισμένοι σαν αστακοί | ΕΙΔΗΣΕΙΣ (newsbreak.gr)

Ο χρυσός κανόνας «Καθώς θέλετε ίνα ποιώσιν υμίν οι άνθρωποι, και υμείς ποιείτε αυτοίς ομοίως»


Αγίου Λουκά Αρχιεπισκόπου Κριμαίας

«Και καθώς θέλετε ίνα ποιώσιν υμίν οι άνθρωποι, και υμείς ποιείτε αυτοίς ομοίως, και ει αγαπάτε τους αγαπώντας υμάς, ποία υμίν χάρις εστί; και γαρ οι αμαρτωλοί τους αγαπώντας αυτούς αγαπώσι. και εάν αγαθοποιήτε τους αγαθοποιούντας υμάς, ποία υμίν χάρις εστί; και γαρ οι αμαρτωλοί το αυτό ποιούσι. και εάν δανείζητε παρ’ ων ελπίζετε απολαβείν, ποία υμίν χάρις εστί; και γαρ αμαρτωλοί αμαρτωλοίς δανείζουσιν ίνα απολάβωσι τα ίσα. πλην αγαπάτε τους εχθρούς υμών και αγαθοποιείτε και δανείζετε μηδέν απελπίζοντες, και έσται ο μισθός υμών πολύς, και έσεσθε υιοί υψίστου, ότι αυτός χρηστός εστίν επί τους αχάριστους και πονηρούς, γίνεσθε ουν οικτίρμονες, καθώς και ο πατήρ υμών οικτίρμων εστί» (Λκ. 6, 31, 36).
Τόσο απλά λόγια! Είναι τόσο απλά και τόσο φυσικά ώστε ο άνθρωπος, όταν πρώτη φορά ακούει ότι πρέπει να φέρεται στους άλλους έτσι όπως ήθελε οι άλλοι να φέρονται σ’ αυτόν, αισθάνεται αμηχανία. Κύριε!
Πώς μόνος μου δεν το σκέφτηκα! Όλα τα σπουδαία και μεγάλα πράγματα είναι απλά και όλη η διδασκαλία του Χριστού είναι καταπληκτικά απλή.
Απευθυνόταν στους ανθρώπους με απλή καρδιά. Την δέχτηκαν οι απλοί αλιείς από την Γαλιλαία και έγιναν φως για όλο τον κόσμο.
Τον Χριστό ζητούσαν και μετά Τον ακολούθησαν κυρίως απλοί άνθρωποι γιατί ο λόγος Του είναι απλός και εύκολα αγγίζει την καρδιά του ανθρώπου. Όλη η διδασκαλία Του είναι κατανοητή και όμως πόσο μακριά απ’ αυτή είναι η δική μας πραγματικότητα!
Σπάνιο πράγμα να φερόμαστε στους ανθρώπους όπως θα θέλαμε να μας φέρονται αυτοί.
Περιμένουμε από τους άλλους να μας σέβονται αλλά οι ίδιοι τους ταπεινώνουμε, θέλουμε να μας βοηθάνε, όταν υπάρχει ανάγκη, αλλά οι ίδιοι ποτέ δεν σκεφτόμαστε πως να βοηθήσουμε τον πλησίον.
Τι σημαίνει αυτό;
Γιατί είναι έτσι τα πράγματα;
Γιατί δεν φερόμαστε στους ανθρώπους όπως θέλουμε να μας φέρονται αυτοί;
Δεν συμπεριφερόμαστε έτσι με όλους τους ανθρώπους. Στους πιο στενούς συγγενείς μας, στους ανθρώπους που αγαπάμε, στην γυναίκα μας, στα παιδιά μας, στον πατέρα και την μητέρα μας, φερόμαστε έτσι όπως το λέει ο Χριστός στις εντολές του, τους αγαπάμε σαν τον εαυτό μας και δεν τους κάνουμε αυτά που θα ήταν δυσάρεστα για μας αν μας τα κάνανε οι άλλοι.
Ποια μητέρα, η οποία με όλη την καρδιά της αγαπάει το παιδί της, δεν προσφέρει σ’ αυτό όλη την αγάπη και την τρυφερότητα που έχει, ακόμα και την ζωή της; Έτσι ακολουθεί το νόμο του Χριστού.
Σ’ αυτούς όμως που ονομάζουμε πλησίον αλλά στην πραγματικότητα τους θεωρούμε ξένους δεν φερόμαστε με τον ίδιο τρόπο.
Τι μας εμποδίζει να τους φερόμαστε έτσι όπως φερόμαστε σ’ αυτούς που αγαπάμε; Ο εγωισμός και η φιλαυτία μας, γιατί μόνο τον εαυτό μας αγαπάμε.
Γι’ αυτό είμαστε καλοί με τους συγγενείς μας, επειδή τους αγαπάμε, και ψυχροί με τους άλλους, γιατί δεν τους αγαπάμε.
Τον εαυτό μας φροντίζουμε και τον αγαπάμε και τους ανθρώπους γύρω μας δεν τους αγαπάμε, συχνά τους πικραίνουμε και τους προσβάλλουμε.
Και αυτό που ζητά από μας ο Κύριος είναι τόσο φυσικό, τόσο καθαρό και τόσο ιερό «Και καθώς θέλετε ίνα ποιώσιν υμίν οι άνθρωποι, και υμείς ποιείτε αυτοίς ομοίως».
Και στη συνέχεια λέει: «Και εάν αγαθοποιήτε τους αγαθοποιούντας υμάς, ποία υμίν χάρις εστί;… πλην αγαπάτε τους εχθρούς υμών και αγαθοποιείτε και δανείζετε μηδέν απελπίζοντες, και έσται ο μισθός υμών πολύς, και έσεσθε υιοί υψίστου».
Δύσκολο πράγμα ζητάει από μας ο Κύριος Ιησούς Χριστός.
Θέλει να αγαπάμε τους εχθρούς μας.
Μήπως αυτό είναι εύκολο; Όχι, αλλά πάρα πολύ δύσκολο.
Να αγαπάνε τους εχθρούς τους μαθαίνουν αυτοί που έχουν καθαρή καρδιά, που με όλη την καρδιά τους αγαπάνε τον Θεό και τηρούν τις εντολές του, αυτοί που μέσα τους κατοικεί το Άγιο Πνεύμα, το πνεύμα της ταπείνωσης, αυτοί που όλο το είναι τους διαποτίζεται από αγάπη.
Αυτοί που έμαθαν να αγαπάνε τους εχθρούς και τους ανθρώπους που τους μισούσαν, νικούσαν με αγάπη τους αντιπάλους τους.
Με τη δική τους αγάπη μάζευαν πάνω στο κεφάλι των εχθρών τους αναμμένα κάρβουνα, έκαναν την καρδιά τους να καίει και μ’ αυτό τον τρόπο από εχθρούς τους κάνανε φίλους.
Ο Κύριος λέει να μην περιμένουμε ανταπόδοση για το καλό που κάνουμε στους άλλους και μας υπόσχεται μεγάλη ανταμοιβή, μας υπόσχεται αιώνια χαρά και αγαλλίαση και λέει ότι θα γίνουμε υιοί του Υψίστου.
«Γίνεσθε ουν οικτίρμονες, καθώς και ο πατήρ υμών οικτίρμων εστί»… «Ότι αυτός χρηστός εστιν επί τους αχαρίστους και πονηρούς». Στέλνει βροχή σε όλους τους ανθρώπους, και καλούς και μη, και τον ήλιο διατάζει να φωτίζει όλο τον κόσμο.
Πού βρίσκεται η ρίζα της ευσπλαχνίας;
Η ρίζα της ευσπλαχνίας είναι η συμπόνοια.
Η συμπόνοια είναι το πιο χαρακτηριστικό γνώρισμα της αγάπης.
Εκεί όπου υπάρχει η αγάπη υπάρχει και η συμπόνοια, γιατί δεν μπορεί να αγαπάει κανείς και να μην συμπάσχει.
Δεν μπορεί να μην βοηθάει αυτούς που έχουν ανάγκη.
Και το κάνει χωρίς να περιμένει τίποτα, καμία ανταπόδοση.
Από την καθαρή αγάπη πηγάζει η ευσπλαχνία, αυτή μας κάνει να πραγματώνουμε αυτές τις εντολές του Χριστού, να δανείζουμε σ’ αυτούς που δεν περιμένουμε να πάρουμε πίσω και να κάνουμε άλλα διάφορα έργα.
Αυτόν που έτσι ενεργεί περιμένει μεγάλη χαρά, αυτός θα κληθεί υιός του Υψίστου.
Ξέρετε τι λέει ο Κύριος Ιησούς Χριστός για την φοβερά του Κρίση, γιατί θα δικαιωθούν οι δίκαιοι;
Μόνο εξαιτίας της αγάπης τους και για τα έργα της αγάπης που είχαν κάνει.
Θα κληθούν υιοί του Υψίστου και θα λάμψουν σαν τα άστρα του ουρανού. Και αυτοί που δεν είχαν αγάπη και δεν έκαναν έργα ελεημοσύνης θα κληθούν υιοί του διαβόλου και θα μοιραστούν μαζί του την αιώνιο βάσανο.
Από τον Άγιο Ιωάννη τον Θεολόγο, το μέγα απόστολο της αγάπης, έχουμε μάθει ότι η αγάπη είναι πλήρωμα όλου του νόμου.
Η ευσπλαχνία είναι και αυτή όλος ο νόμος του Χριστού, διότι και αυτή πηγάζει από αγάπη.
Τι λοιπόν πρέπει να κάνουμε για να αποκτήσουμε την αγάπη;
Ω, αυτό είναι μεγάλη υπόθεση, είναι ο σκοπός της ύπαρξής μας, όλης της ζωής μας.
Γι’ αυτό μας έπλασε ο Θεός, για να Τον πλησιάζουμε.
Γι’ αυτό ζούμε, για να γίνουμε υιοί του Υψίστου, για να τελειοποιούμαστε και να Τον ποθούμε.
Ποιο δρόμο πρέπει να ακολουθήσουμε;
Να πορευόμαστε διά μέσου της στενής πύλης, την ακανθώδη και τεθλιμμένη οδό, χωρίς να φοβόμαστε την θλίψη και τον πόνο γιατί είναι η αρχή του καλού.
Πρέπει να ακολουθήσουμε την οδό των θλίψεων, εφαρμόζοντας στη ζωή μας τις εντολές του Χριστού.
Με ακούραστη προσευχή και νηστεία πρέπει να επιδιώκουμε την στενή κοινωνία με τον Θεό.
Αυτοί έχουν αποκτήσει την αγάπη που σαν τον άγιο Σεραφείμ του Σαρόβ μέρα και νύχτα προσεύχονταν και ζούσαν στην εγκράτεια.
Τις καρδιές τέτοιων ανθρώπων ο Κύριος καθαρίζει από κάθε ακαθαρσία, διότι το Άγιο Πνεύμα μόνο στην ταπεινή καρδιά μπορεί να κατοικήσει.
Πρέπει να αποκτήσουμε την πραότητα και την ταπείνωση και τότε θα έλθει η θεία αγάπη.
Υπάρχει ανάγκη πολλά να ζητάμε όταν μετανοούμε και προσευχόμαστε για τις αμαρτίες μας.
Αλλά η πρώτη μας αίτηση πρέπει να είναι αυτή, να καθαρίσει από την κακία ο Κύριος την καρδιά μας και να μας χαρίσει τις αρετές, την πραότητα, την ταπείνωση και την θεία αγάπη.
Ας μην ξεχνάμε ποτέ την πιο χρήσιμη προσευχή, αυτή στην οποία ζητάμε αγάπη.
Να προσεύχεστε και με τα δικά σας λόγια, έτσι όπως σας φωτίσει ο Θεός.
Μπορείτε, για παράδειγμα, με τον εξής τρόπο· «Κύριε, δώσ’ μου την θεία αγάπη, μάθε με να αγαπάω όλους τους ανθρώπους, και αγενείς και αναιδείς, ακόμα και ανόητους και ασεβείς, όπως Εσύ, Κύριε, όλους μας αγαπάς, τους καταραμένους και αμαρτωλούς ανθρώπους».

Από το βιβλίο, Αγίου Λουκά Αρχιεπισκόπου Κριμαίας, “Λόγοι και Ομιλίες”, τόμος γ’, των εκδόσεων Ορθόδοξος Κυψέλη.

Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος: ''Εκκλησία και Κοινωνία''

ieronimos ekkl koin

Του Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος Ιερωνύμου Β'

Οι κοινωνικές αντιλήψεις, η στάση ζωής, η συµπεριφορά, η δράση, το ήθος εν γένει των διαφόρων κοινωνικών οργανισµών καθώς και των επιµέρους µελών της κοινωνίας καθορίζονται και προσδιορίζονται αποφασιστικά από τις θεολογικές, θρησκευτικές, φιλοσοφικές, ιδεολογικο-πολιτικές πεποιθήσεις, τα "πιστεύω" τους.

Είναι σαφές ότι η διδασκαλία και ο τρόπος βίου της Εκκλησίας, αλλά και του κάθε γνησίου και αυθεντικού Χριστιανού, ο οποίος λαµβάνει σοβαρά την πίστη του και εφαρµόζει στην καθηµερινή του ζωή τα πιστεύµατα της πίστεώς του, καθορίζονται από το παράδειγµα λόγων και πράξεων του Θείου Ιδρυτού της Πίστεως, του Κυρίου µας, και από τις θεολογικές, φιλοσοφικές, ανθρωπολογικές και ηθικές αρχές, όπως αυτές αποτυπώνονται στα θεµελιώδη ιερά Κείµενά της.

Με άλλα λόγια, η διδασκαλία, οι θέσεις, οι απόψεις της Εκκλησίας, αλλά και τού Χριστιανού, προκύπτουν και καθορίζονται από την Αγία Γραφή, τα κείµενα των Πατέρων της Εκκλησίας, των Συνόδων, αλλά και από τη βιοτή των κατ’ εξοχήν αυθεντικών µαθητών του Χριστού, δηλαδή των Αγίων Του, "των καθ’ εκάστην γενεάν ευαρεστησάντων" τω Θεώ.

Το τελευταίο έχει ιδιαίτερη σηµασία, ακριβώς διότι µας βοηθά να διακρίνουµε το αυθεντικό από το κίβδηλο, το αληθές από το ψευδές, αυτό που είναι χρήσιµο και ωφέλιµο να ακολουθήσουµε από εκείνο που οφείλουµε να απορρίψουµε ως ψυχοφθόρο και πνευµατικά επιβλαβές.

Σύµφωνα µε την ευαγγελική και πατερική παράδοση, η σωτηρία µας, η οποία αποτελεί τη θεµελιώδη και πρωταρχική επιδίωξη του καθενός µας, δεν έχει µόνο κάθετη αναφορά προς τον Θεό, αλλά και οριζόντια προς τον συνάνθρωπό µας.

Με άλλα λόγια, τη σωτηρία µας "καθορίζει" η στάση µας προς τον Θεόν (η πίστη µας σε Αυτόν ως τον αληθινό Θεό και Σωτήρα µας) και η στάση µας προς τον συνάνθρωπο, ως εικόνα του Θεού.

Δεν νοείται καλός Χριστιανός χωρίς αυτός να είναι συνάµα και καλός άνθρωπος. Το αντίθετο –δηλαδή κακός άνθρωπος και καλός Χριστιανός– είναι φύσει αδύνατο.

Μάλιστα, ακόµη και ο καλός άνθρωπος, αν δεν είναι γνήσιος και αυθεντικός Χριστιανός, παραµένει τρόπον τινά ατελής πνευµατικά και ηθικά, αφού ο Χριστός αποτελεί, ως σεσαρκωµένος Θεός, δηλαδή και ως άνθρωπος, τον κατ’ εξοχήν τέλειο άνθρωπο, τον οποίο καλούµεθα να µιµηθούµε, γινόµενοι κατά χάριν Χριστοί, δηλαδή τέλειοι, κεχαριτωµένοι άνθρωποι.

Η Εκκλησία και ο Χριστιανός δεν είναι άσχετοι µε την ευρύτερη κοινωνική ζωή, αλλά έχουν θεµελιώδη κοινωνική ευθύνη, η οποία τους υπαγορεύει να εργάζονται σταθερά και εποικοδοµητικά για την επικράτηση τού Θείου Θελήµατος στον κόσµο, για τη ριζική, ελεύθερη, όµως, και οικειοθελή −κατά Χριστόν− µεταµόρφωση της Κοινωνίας και του Κόσµου, για την αγάπη, την ειρήνη, τη δικαιοσύνη, την καταλλαγή µεταξύ των ανθρώπων και την αρµονική συνύπαρξή τους, την έκλειψη της διχόνοιας, των διχασµών και την εκπλήρωση της ενότητας και της οµόνοιας, τη δύναµη της Αναστάσεως και την προσδοκία τής εν Χριστώ σωτηρίας και της αιώνιας ζωής.

Η Κοινωνία µας αλλάζει ραγδαία, περισσότερο ραγδαία όσο ποτέ άλλοτε στην ανθρώπινη ιστορία, και σε αυτό συµβάλλει καθοριστικά η τροµακτική ανάπτυξη των θετικών επιστηµών, της τεχνολογίας, των τηλεπικοινωνιών και της ενηµέρωσης, οι οποίες διαδραµατίζουν τεράστιο ρόλο στη διαµόρφωση της ζωής των ανθρωπίνων κοινωνιών, άλλοτε θετικά και άλλοτε αρνητικά.

Μαζί µε τη ραγδαία τεχνολογική ανάπτυξη και την υπερσυνδεσιµότητα και άλλα φαινόµενα και γεγονότα, όπως οι εντεινόµενες δηµογραφικές ανισορροπίες (υπογεννητικότητα v. υπεργεννητικότητα), η παρατηρούµενη κλιµατική αλλαγή (ανθρωπογενής ή µη), η έλλειψη πόρων, η αυξανόµενη αστικοποίηση πληθυσµών, οι µετακινήσεις πληθυσµών, οι κοινωνικές και οικονοµικές ανισότητες, οι πολεµικές συγκρούσεις, η ανελευθερία διαφόρων ιδεολογικών ή θρησκευτικών συστηµάτων, η µεγέθυνση της µεσαίας τάξεως και η αύξηση της κατανάλωσης, η µετατόπιση του οικονοµικού κέντρου προς την Ανατολή και τον Νότο, αλλά και η αλλαγή πολλών κοινωνικών αντιλήψεων σε διάφορους τοµείς (ανθρώπινα δικαιώµατα, ελευθερίες, έθνος, σεξουαλικότητα), δηµιουργούν νέες καταστάσεις και προκλήσεις σε τοπικό, περιφερειακό αλλά και παγκόσµιο επίπεδο, προκλήσεις για τα Κράτη, τις Κοινωνίες, την Εκκλησία του Χριστού, τις διάφορες θρησκείες, τον καθένα µας.

Η Κοινωνία υπήρξε πάντοτε κοινότητα δυναµική, σήµερα όµως ακόµη περισσότερο, µε την έννοια ότι, µολονότι πολλά πράγµατα αλλάζουν, ορισµένες σταθερές του ανθρωπίνου βίου παραµένουν οι ίδιες, ορισµένα προτάγµατα παραµένουν επίκαιρα, ίσως πιο επίκαιρα απ’ ό,τι παλαιότερα, εξ αιτίας ακριβώς των πρωτοφανών πολυδιάστατων και πολυεπίπεδων αλλαγών, που λαµβάνουν χώρα σε παγκόσµια κλίµακα, των ζητηµάτων και των αναγκών που οι εν λόγω αλλαγές δηµιουργούν.

Ακριβώς εντός αυτού του πλαισίου, σήµερα, όσο ποτέ άλλοτε, η Κοινωνία µας έχει ανάγκη του Μηνύµατος του Ευαγγελίου, ακριβώς επειδή οι καιροί µας παρουσιάζουν βαθύτατη µετάλλαξη, τάσεις µετάβασης από ένα παράδειγµα σε ένα άλλο, συχνά σύγχυση και δυστυχώς πολυδιάστατη αξιακή παρακµή.

Τι, ακριβώς, έχουν ανάγκη οι άνθρωποι; Πολλά θα µπορούσα να αναφέρω. Χάριν, όµως, οικονοµίας του χώρου, θα αναφερθώ σε δύο θεµελιώδη ευαγγελικά µηνύµατα µε πανανθρώπινη και διαχρονική σηµασία: Το µήνυµα της αγάπης και το µήνυµα της συγγνώµης.

Η αγάπη αποτελεί το θεµέλιο του κηρύγµατος του Ευαγγελίου. Τα πάντα έπραξε ο Θεός από αγάπη: Δηµιούργησε τον κόσµο, τον άνθρωπο, απέστειλε τον Υιόν Του, ώστε να ζήσουµε δι’ Αυτού.

Κατά τον Θείο Απόστολο Παύλο, "η αγάπη µακροθυµεί, χρηστεύεται, η αγάπη ου ζηλοί, η αγάπη ου περπερεύεται, ου φυσιούται, ουκ ασχηµονεί, ου ζητεί τα εαυτής, ου παροξύνεται, ου λογίζεται το κακόν, ου χαίρει επί τη αδικία, συγχαίρει δε τη αληθεία, πάντα στέγει, πάντα πιστεύει, πάντα ελπίζει, πάντα υποµένει. Η αγάπη ουδέποτε εκπίπτει" (Α’ Προς Κορινθίους, κεφ. 13).

Ο µοναδικός αυτός "ύµνος της αγάπης" παραµένει ες αεί ένα από τα θεµελιωδέστερα θεοανθρωποκεντρικά µηνύµατα του Ευαγγελίου, τα οποία έχουν τη δύναµη και τη δυναµική να µεταλλάξουν ανθρώπους και ολάκερες κοινωνίες, να επιφέρουν την πολυπόθητη δικαιοσύνη, την ειρήνη, την καταλλαγή.

Η συγγνώµη αποτελεί θεµελιώδες επακολούθηµα και προϊόν της αγάπης. Η συγγνώµη, ασφαλώς, δεν µας καλεί να ξεχάσουµε.

Είναι αδύνατο να ξεχάσουµε, και πολλές φορές µάλιστα είναι και αντιπαραγωγικό. Οφείλουµε να θυµόµασθε για να µην ξαναζήσουµε το κακό.

Η επιλογή, όµως, της συγγνώµης δείχνει σαφέστατα ότι το κακό δεν µας κατευθύνει, διότι η συγγνώµη −παραδόξως− δεν αποτελεί ήττα, υποχώρηση ή απώλεια, αλλά απόλυτη και ριζική ρήξη µε το κακό.

Η συγγνώµη φέρνει την καταλλαγή µεταξύ των ανθρώπων.

Επειδή, όµως, είµαστε συχνά ανίκανοι να αγαπήσουµε αληθινά και εγκάρδια και κατά συνέπεια και να συγχωρήσουµε, καταλήγουµε στην κάθε είδους βία (προσωπική εντός µας και εναντίον αυτού τούτου του εαυτού µας –µε τις κακίες, τα πάθη και τις εξαρτήσεις µας–, διαπροσωπική εναντίον τού πλησίον µας, διαφυλετική εναντίον τού ξένου, έµφυλη, ενδο-οικογενειακή κ.ά.).

Έτσι, το κακό καθίσταται φαύλος κύκλος, αναπαράγεται. Ίνα µη το κακόν αθάνατον γένηται", ο Θεός απέστειλε τον Υιό Του, ο Οποίος υπήρξε και υπάρχει "εις τον αιώνα" το τέλειο υπόδειγµα της συγγνώµης και της αγάπης, µέχρι Σταυρού, ο Οποίος Χριστός "ηµίν κατέλιπε τύπον ασφαλούς διαγωγής", καθ’ ότι αληθής Θεάνθρωπος.

Αυτές, λοιπόν, οι αρετές, δηλαδή η αγάπη και η συγγνώµη, καθορίζουν τη ζωή του Χριστιανού, ασφαλώς µαζί µε πολλές άλλες, όπως η ταπεινοφροσύνη, η διάκριση, η ελεηµοσύνη, η δικαιοσύνη, η ειρήνη, και αυτές τις αρετές καλείται ο γνήσιος και αυθεντικός Χριστιανός να εφαρµόσει στη ζωή του εντός και έναντι του εαυτού του, αλλά και προς τον πλησίον του.

Και αν τις εφαρµόσει ως τα πιστεύµατά του, τότε θα µεταµορφώσει ριζικά όχι µονάχα τον εαυτό του (πράγµα κατ’ εξοχήν αναγκαίο), αλλά και τους γύρω του και έτσι θα λειτουργήσει ευεργετικά για την Κοινωνία, µεταµορφώνοντάς τη σε µια Κοινωνία αγάπης και συγγνώµης, όπου θα βασιλεύουν οι αρετές της δικαιοσύνης, της αποδοχής, και όπου αγάπη και συγγνώµη θα αποτελούν πάντοτε την αφετηρία µιας νέας αρχής.

Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος: ''Εκκλησία και Κοινωνία'' (romfea.gr)


Ο ΑΠΟΛΥΤΟΣ ΜΙΝΙΜΑΛΙΣΜΟΣ.ΑΛΛΑ ΖΗΤΑΕΙ ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ. ΝΑ ΕΙΜΑΣΤΕ ΜΑΞΙΜΑΛΙΣΤΕΣ.

Ο ΗΘΙΚΟΣ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ (23)

 Ο ΗΘΙΚΟΣ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ 

Τού Pierre Aubenque

Ο Σκοπός καί τά Μέσα.

Σε σχέση με τον Πλατωνισμό, του οποίου η αρετή, επειδή δέν ενδιαφέρεται για τις συνθήκες τής πραγματοποιήσεως της, κινδυνεύει να μείνει "πλατωνική" και σε αντίθεση με εκείνο που θα είναι αργότερα ο ηθικισμός του Κάντ, ο Αριστοτέλης δέν διστάζει λοιπόν να εισάγει την τεχνική στιγμή τής ικανότητος στην ανάλυση τών συνθηκών τής δυνατότητος τής "καλής πραξης", δηλαδή και τής ηθικής πράξεως και του ευτυχούς τέλους ταυτοχρόνως. Η εξάσκηση της ηθικής αρετής με επιτυχία προϋποθέτει την φρόνηση, δηλαδή την σωστή απόφαση σχετικά με τα μέσα, "η ηθική αρετή επιστατεί στον σκοπό και η φρόνηση μάς οδηγεί να πραγματοποιήσουμε τις πραξεις που μας οδηγούν σ'αυτόν (1145 α 6). Η Ακόμη: "η ηθική αρετή εξασφαλίζει την ορθότητα του σκοπού που επιδιώκουμε και η φρόνηση την ορθότητα των μέσων για να εξασφαλίσουμε αυτόν τον σκοπό" (1144 α 6-9). Μερικοί ερμηνευτές του Αριστοτέλη (D.JAllanM.Nussbaum) αμφέβαλλαν ότι μπορεί να βρεί την λειτουργία της η φρόνηση στην ορθή επιλογή των μέσων, διότι, εάν ήταν έτσι, θα την συγχέαμε με την ικανότητα. Αλλά η αντίρρηση ισχύει μόνον εφόσον ξεχάσουμε ότι η φρόνηση είναι η ικανότης του ενάρετου. Με άλλα λόγια κινείται, εξ ορισμού, απο μία καλή θέληση, απο μία θέληση δηλαδή η οποία κατευθύνεται αληθινά πρός το αγαθό. Οπωσδήποτε δέν μπορούμε να πράξουμε σωστά εάν δέν τείνουμε πρός το αγαθό, καί η καλή θέληση είναι αναγκαία συνθήκη τής καλής πράξεως. Αλλά με την θεωρία τής φρόνησης ο Αριστοτέλης μας διδάσκει ότι η καλή θέληση δέν είναι μία επαρκής συνθήκη για την καλή πράξη. Για να πράξουμε το καλό, πρέπει να προβλέψουμε μερικά μέσα που θα οδηγήσουν στην πραγματοποίησή της, και μάλιστα καλύτερα ακόμη, στην καλύτερη δυνατή πραγματοποίησή της. Η φρόνηση είναι η αρετή τής καλής αποφάσεως. Δηλαδή δέν αποφασίζουμε γύρω απο τον σκοπό, ο οποίος δίνεται φυσικά απο την κατάστασή μας, σαν ζωντανών ανθρώπων που ζούν σε μία κοινότητα και γενικότερα, απο την ανθρώπινη κατάσταση μας, η οποία επιδιώκει την ευτυχία. Το χωρίο αυτό της Ηθικής Νικομάχειας γύρω απο την απόφαση αξίζει να το δούμε ολόκληρο, όχι μόνον για την κομψότητα των αναλύσεων που περιέχει αλλά επίσης και ιδιαιτέρως, για το σημαντικό μέγεθος των συνεπειών της:

          "Δέν αποφασίζουμε για τους σκοπούς, αλλά για τα μέσα με τα οποία θα τους κατακτήσουμε. Και πράγματι ένας ιατρός δέν αποφασίζει εάν πρέπει να θεραπεύσει, ούτε ένας ρήτωρ εάν πρέπει να πείσει, ούτε ένας πολιτικός εάν πρέπει να εγκαταστήσει μία καλή κυβέρνηση, ούτε κάποιος άλλος αποφασίζει για τον σκοπό. Αλλά απο την στιγμή που θα τεθεί ο σκοπός, εξετάζουμε με ποιόν τρόπο και με πιά μέσα αυτός μπορεί να κατακτηθεί. Και εάν το τέλος και ο σκοπός είναι δυνατόν να αποκτηθούν με περισσότερα μέσα, εξετάζουμε με ποιό θα αποκτηθεί με τον πιό εύκολο και όμορφο τρόπο. Εάν όμως ο σκοπός μπορεί να αποκτηθεί με ένα μόνον μέσο, εξετάζουμε με ποιόν τρόπο μπορεί να πραγματοποιηθεί με αυτό το μέσο και με ποιό άλλο μέσο θα αποκτηθεί με την σειρά του το μέσο, έως ότου φτάσουμε στην πρώτη αιτία, η οποία στην τάξη της ανακάλυψης, είναι η τελευταία. Αυτός που αποφασίζει φαίνεται να διενεργεί μία έρευνα και μία ανάλυση με τον ακόλουθο τρόπο, σαν να κατασκευάζει ένα γεωμετρικό σχήμα, και αυτό που είναι τελευταίο στην ανάλυση είναι πρώτο στην κατασκευή. Και εάν συναντήσει κάτι αδύνατο, τότε παραιτείται: όπως για παράδειγμα, εάν χρειάζεται χρήμα και είναι αδύνατον να το αποκτήσει. Εάν όμως το πράγμα φανερωθεί εφικτό, τότε ετοιμάζεται για την πράξη" (1112 b 11-27).

          Αυτό το κείμενο, το οποίο αφορά τόσο την τεχνική πράξη όσο και την ηθική, δείχνει ότι η αναζήτηση (η συζήτηση) η οποία οδηγεί στην απόφαση, συνίσταται σε μία αναδρομική ανάλυση η οποία, υποθέτοντας πραγματοποιημένο τον σκοπό, αναρωτιέται ποιά αιτία τον παρήγαγε, ποιά αιτία μπόρεσε να δημιουργήσει αυτή την αιτία και συνεχίζει τοιουτοτρόπως, μέχρι να φτάσουμε σε μία πραγματοποιήσιμη αιτία του χεριού μας, μετά απο την οποία θα αποφασίσουμε να την βάλουμε σε εφαρμογή για να παράγουμε το αποτέλεσμα που επιθυμούμε.

          Εδώ λοιπόν περικλείεται μία ακριβής μέθοδος, ανάλογη με την ανάλυση των γεωμετρών, οι οποίοι για να κατασκευάσουν ένα σχήμα, τό προϋποθέτουν κατασκευασμένο, χρησιμοποιώντας τις ιδιότητές του σαν μέσα για την κατασκευή του. Αλλά δυστυχώς τα ηθικά προβλήματα δέν λύνονται τόσο εύκολα όσο τα προβλήματα της γεωμετρίας. Καθώς στην γεωμετρία η τάξη των λόγων μπορεί να διανυθεί και στις δύο κατευθύνσεις, ενώ η ηθική πράξη εγγράφεται σ'έναν ταυτόχρονο χρόνο άδηλο, τυχαίο και ανεπίστροφο, ο οποίος απαγορεύει κάθε απόλυτο υπολογισμό σχετικά με την επάρκεια των μέσων. Δεδομένης της αστάθειας και της συνθετότητος των συγκεκριμένων καταστάσεων, υπάρχουν πάντοτε πολλά μέσα ή διάφορα σύνολα μέσων, τα οποία μπορούν να συλληφθούν. Η φρόνημη απόφαση, λοιπόν θα είναι εκείνη η οποία, συγκρίνοντας τα διαθέσιμα μέσα και το μεγαλύτερο ή μικρότερο ταίριασμα των αποτελεσμάτων τους στο επιδιωκόμενο τέλος, επιλέγει με έναν αναπόφευκτο κίνδυνο κάποιου λάθους, εκείνα τα μέσα τα οποία "θα μας οδηγήσουν στην ευκολότερη και καλύτερη επίτευξη του σκοπού". Λοιπόν, εάν θέλω να σώσω κάποιον ο οποίος πνίγεται, δέν πρέπει να ριχθώ στο νερό-ιδιαιτέρως αν δέν γνωρίζω κολύμπι-αλλά να ζυγίσω με ταχύτητα την αποτελεσματικότητα των διαθέσιμων μέσων. Την παρέμβασή μου, αλλά επίσης, εάν αυτό δέν διαθέτει λογικές προοπτικές επιτυχίας, την χρησιμοποίηση άλλων μέσων (βάρκες, σχοινιά κ.τ.λ.) και τον απαραίτητο χρόνο που είναι απαραίτητος για να χρησιμοποιηθούν όλα αυτά τα μέσα. Όλα αυτά λοιπόν είναι ουσιώδη στοιχεία της αποφάσεως. Μπορεί να μήν υπάρχει διαθέσιμο κανένα χρήσιμο μέσον ή όλα τα μέσα άμεσου χρήσεως να είναι ανεπαρκή, τότε λοιπόν φτάνουμε στην περίπτωση την οποία προβλέπει ο Αριστοτέλης όταν λέει: "εάν σκοντάψουμε σε κάτι αδύνατον, τότε εγκαταλείπουμε!"

          Μπορούμε να εγκατελείψουμε την προσπάθεια να κάνουμε το καλό, όταν δέν υπάρχουν τα μέσα για να το πραγματοποιήσουμε; Ο Αριστοτέλης δέν οπισθοχωρεί απέναντι σ'αυτό το ενδεχόμενο το οποίο όπως γνωρίζουμε θα απορρίψει με δύναμι ο Κάντ. Για τον Κάντ, η κατηγορική προσταγή τής ηθικής είναι απόλυτη και πρέπει να ολοκληρωθεί χωρίς ενδοιασμούς, όσες και αν είναι οι προοπτικές επιτυχίας και οι συνέπειες της. "Πρέπει, επομένως μπορείς," δηλώνει ο Κάντ. Με άλλους λόγους, η δύναμις πρέπει να τεθεί στην υπηρεσία τού δέοντος, ακόμη και αν είναι χωρίς ελπίδα, και αντιστρόφως η άσκηση του δέοντος δέν πρέπει να υποταχθεί στον υπολογισμό της πραγματοποιήσεως του. Ο Κάντ λέει : ο υπολογισμός της δυνατότητος επιτυχίας, ο οποίος μπορεί να οδηγήσει σε παραίτηση, είναι ενα άλλοθι της αργίας και της ανευθυνότητος. Ο Αριστοτέλης όμως απαντά: μία πράξη χωρίς προοπτική είναι μία καθαρή επιδειξιομανία (καθώς η επίδειξη είναι αυτή η ίδια ένα πάθος) και αντί να παράγει περισσότερη ευτυχία ( η οποία αντιστοιχεί στο φυσικό της τέλος), διατρέχει τον κίνδυνο να προκαλέσει μία διπλή δυστυχία: δηλαδή εάν ριχτώ στο νερό χωρίς να γνωρίζω κολύμπι, στο τέλος θα υπάρχουν δύο πνιγμένοι αντί για έναν.

Συνεχίζεται

ΣΧΟΛΙΟ: Aς προσέξουν ιδιαιτέρως αυτό τό σημείο, οι εκκλησιαστικές καί παραεκκλησιαστικές οργανώσεις οι οποίες πνίγοναι σήμερα μαζί μέ τόν πνιγμένο, πόσο προτεσταντική είναι η ηθική τους πράξη, η οποία αγιάζει τά μέσα, καί  βαπτίζεται ορθόδοξη. Είναι η ηθική τού Εγώ, η οποία δέν έχει θέση στήν ορθοδοξία.

Σ' ΑΥΤΟ ΤΟ ΠΡΕΠΕΙ ΕΠΟΜΕΝΩΣ ΜΠΟΡΕΙΣ ΒΑΣΙΖΕΤΑΙ Η ΝΕΩΤΕΡΙΚΗ ΕΚΔΟΧΗ ΤΟΥ ΕΓΩ Η ΟΠΟΙΑ ΣΤΗΝ ΘΕΣΗ ΤΗΣ ΣΚΕΨΗΣ(cogito) ΤΟΠΟΘΕΤΕΙ ΤΗΝ ΘΕΛΗΣΗ.