Παρασκευή, 4 Αυγούστου 2017

HANS URS VON BALTHASAR--ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ (THEO-LOGIK) (18)-Η νέα αίρεση

Συνέχεια από Δευτέρα, 17 Ιουλίου 2017

                                           HANS URS VON BALTHASAR
                                     ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ  (THEOLOGIK)
                                                 Τρίτος Τόμος
             ΤΟ ΠΝΕΥΜΑ ΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ  (DER GEIST DER WAHRHEIT)
        (Οι δύο προηγούμενοι τόμοι: 1) Αλήθεια τού κόσμου (Wahrheit der Welt), 2)    Αλήθεια τού Θεού (Wahrheit Gottes) )
                                                      Johannes Verlag, 1987

                                        2.  OΙ ΠΑΤΕΡΕΣ. ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΠΡΟΣΩΠΟ

                                                  β)   Τριάδα και αριθμός
    
Δεν μπορούμε να αποφύγουμε εδώ πλέον ένα πρόβλημα που αξίζει να το ‘φοβόμαστε’, το πώς σχετίζονται δηλ. οι θεїκές υποστάσεις (Hypostasen) με τον αριθμό. Κι ας ακούσουμε κατ’ αρχάς τον Βασίλειο, που λέει απέναντι στους Αρειανούς, ότι δεν απαρίθμησε στην εντολή για το βάπτισμα τον Πατέρα, τον Υιό και το Πνεύμα, ούτε και τους ονόμασε «πρώτον, δεύτερον και τρίτον, ούτε και (με το…) ένα, δύο, τρία» ο Χριστός· γιατί δεν αλλάζει, δεν μεταβάλλεται με την προσθήκη ενός αριθμού μια ουσία (συνεχίζει ο Βασίλειος). «Γιατί βρίσκεται εντελώς πάνω απ’ τον αριθμό το ακατάληπτο, εσείς που τα ξεύρετε όλα», και είχε διακηρύξει ως άρρητο το όνομα του Θεού, υποδηλώνοντάς το μόνο με διάφορα σύμβολα και αναγγέλλοντας έτσι την υπεροχή του απέναντι σε όλες τις ουσίες η ιουδαїκή ευσέβεια. «Αν πρέπη όμως παρ’ όλ’ αυτά να απαριθμήσουμε, ας μην παραχαράξουμε τουλάχιστον την αλήθεια. Και ή θα τιμήσουμε με σιωπή τα άρρητα πράγματα, ή θα αριθμήσουμε με ευσεβή φόβο τα ιερά. Ένας είναι ο Θεός και Πατέρας, ένας ο γεγεννημένος Υιός, ένα και το Άγιο Πνεύμα. Ονομάζουμε δε για τον εαυτό της (μοναχή monachi) την κάθε υπόσταση, κι αν νομίζη κανείς ότι πρέπει να την αριθμήση, ας μην παραπλανηθή σε μιαν πολυθεїστική ιδέα μετρώντας δίχως πνεύμα (άψυχα και αφυώς…). Γιατί δεν μετράμε εδώ σύμφωνα με την προσθήκη ενός αριθμού…» (Περί Αγίου Πνεύματος 18 – «Πατέρα και Υιόν και άγιον Πνεύμα παραδιδούς ο Κύριος, ου μετά αριθμού συνεξέδωκεν. Ου γαρ είπεν, ότι εις πρώτον και δεύτερον και τρίτον· ουδέ εις έν και δύο και τρία, αλλά δι’ ονομάτων αγίων την γνώσιν τής προς σωτηρίαν αγούσης πίστεως εχαρίσατο. Ώστε το μεν σώζον ημάς η πίστις εστίν, ο δε αριθμός σημείον γνωριστικόν τού ποσού τών υποκειμένων επινενόηται. Αλλ’ οι πανταχόθεν εαυτοίς τας βλάβας επισυνάγοντες, και τη του αριθμείν δυνάμει κατά τής πίστεως κέχρηνται· οίγε ουδενός τών άλλων εκ της του αριθμού προσθήκης αλλοιουμένου, ούτοι επί τής θείας φύσεως ευλαβούνται τον αριθμόν, μη δι’ αυτού τής οφειλομένης τώ Παρακλήτω τιμής υπερβώσιν το μέτρον. Αλλ’, ω σοφώτατοι, μάλιστα μεν υπέρ αριθμόν έστω τα ανέφικτα, ως η παλαιά τών Εβραίων ευλάβεια ιδίοις σημείοις το ανεκφώνητον όνομα του Θεού διεχάρασσε, και εκ τούτου την κατά πάντων υπεροχήν παριστώσα. Εί δε άρα δει και αριθμείν, μήτοιγε και εν τούτω κακουργείν την αλήθειαν. Ή γαρ σιωπή τιμάσθω τα άρρητα, ή ευσεβώς αριθμείσθω τα άγια. Εις Θεός και Πατήρ, και είς μονογενής Υιός, και έν Πνεύμα άγιον· επειδάν δε συναριθμήσαι δέη, ουχί απαιδεύτω αριθμήσει προς πολυθεḯας έννοιαν εκφερόμεθα»…).  Έχει προφανώς υπ’ όψιν του την ιδέα μιας πολλαπλότητας, που δεν εκφράζεται αριθμητικά ο Βασίλειος· επηρεασμένος όπως έχει αποδειχθή απ’ τον Πλωτίνο  [Ο  John Rist απέδειξε πώς δέν ευσταθεί] , που κατανοούσε ως μιαν τριπλή, αλλά μη απαριθμούμενη ενότητα τις τρεις υποστάσεις του (το Ένα, τον Νου και την Ψυχή). Υπάρχει όμως σαφώς το πρόβλημα των «ιδανικών αριθμών» τού Πλάτωνα (κατά τα Μετ. Α 6, 987 b του Αριστοτέλη) πίσω απ’ τον Πλωτίνο, καθώς προσπαθούσε ως γνωστόν να ταυτίση στην αρχαιότητα τις ιδέες μάλλον με αριθμούς, οι οποίοι και θα προέκυπταν (μιλώντας ‘αθροιστικά’) απ’ την ένωση της (απολύτου) ενότητας με το απροσδιόριστο (άπειρονapeiron), ο Πλάτων. Όπως όμως και να φαίνεται στα επί μέρους αυτή η θεωρία, το σίγουρο είναι ότι είχε υπ’ όψιν του, με τη μεσολάβηση του Πλωτίνου, κάτι αντίστοιχο προς τους «ιδανικούς αριθμούς» όταν δίσταζε να εισάγη τον αριθμό στην Αγία Τριάδα ο Βασίλειος   (( Σημ. τ. μετ.: Μεγάλο το της απιστίας κρίμα… Αυτοί οι ‘θεο-λογικούντες’ σπεύδουν προς οποιαδήποτε άλλη κατεύθυνση απ’ το να ανοίξουν την ψυχή τους στην εκ του Θεού αγιότητα…Εδώ θά τόν βοηθούσε οπωσδήποτε τό κατ' εικόνα άν δέν ήταν απλώς κακόδοξος )) .
       Διαπιστώνονται απ’ αυτό το κείμενο δυό δρόμοι για την εποχή τών Πατέρων: ο ένας θα χρησιμοποιήση τη ‘μισήν’ άδεια τού Βασίλειου, να εισάγη τον αριθμό στη διδασκαλία περί Τριάδος, συναρτώντας τον ταυτόχρονα με την τάξη (taxis) τών προελεύσεων   (( ίσως τη ‘σειρά’, που λέει και ο Ζηζιούλας… )) · ενώ ο άλλος θα είναι συγκρατημένος όπως και ο Βασίλειος, και θα προσημάνουν αυτοί οι δυό δρόμοι εκείνο το οποίο και θα χαρακτηρίση ως τον «μεταφυσικόν αριθμό» ο Θωμάς Ακινάτης.
         Τον πρώτο δρόμο τον ακολουθεί ο Γρηγόριος Νύσσης, που αντιτείνει μεν στον Ευνόμιο, ότι «δεν παράγεται κατά (σύμφωνα με…) την αριθμητική τάξη η διαφορά τών φύσεων· δεν μεταβάλλουν τη φύση τους, είτε τα αριθμεί κανείς πράγματι είτε όχι, τα αριθμούμενα πράγματα· αναγνωρίζεται όμως η ποσότητα των πραγμάτων με τον αριθμό». Είναι ωστόσο σαφές, ότι δεν είναι τίποτε άλλο παρά ο «πραγματικός προσδιορισμός ενός εκάστου» (ιδία περιγραφήidia perigraphe) αυτή η «ποσότητα», κι ότι δεν θέλει να εκφράση τίποτα άλλο με τον αριθμό στην Τριάδα παρά την τάξη (taxis) τών προελεύσεων στη μία και αδιαίρετη φύση ο Γρηγόριος. Ως προς τον δεύτερο δρόμο μπορούμε ήδη να αναφέρουμε τον Τερτυλλιανό, που διστάζει απ’ τη μια να συνδυάση τη θεїκή ενότητα με τον αριθμό – και θα τον ακολουθήση σ’ αυτό ο Αμβρόσιος - , χαρακτηρίζοντας όμως απ’ την άλλη ως ένα απλό και αναγκαίο βοήθημα στην Οικονομία την αρίθμηση των προσώπων. Ο Ναζιανζηνός εννοεί την εκπληρούμενη μέσω τής Τριάδας ενότητα του Θεού: «Μια τέλεια Τριάδα από τρεις Τέλειους, μια απλή Μονάδα (Monade) που υπερβαίνεται λόγω τού πλούτου τής πραγματικότητας, μια Δυάδα που ‘προσπερνάται’ (γιατί ‘υπερβάλλει’ την ύλη και το είδος, τα δυό συστατικά στοιχεία τών σωματικών πραγμάτων), και χαρακτηρίζεται ως Τριάδα λόγω τής τελειότητάς της, καθώς υπερβαίνει Πρώτη μια σύνθεση όπως η Δυάδα, για να αποφευχθή ο περιορισμός (ως Μονάδα) ή και η διάλυση στο άπειρο (ως Δυάδα) μιας Θεότητας» (Λόγος ΚΓ’ 8 – Όλη η παράγραφος έχει ως εξής στο πρωτότυπο: «Εγώ δε θεότητος αρχήν εισάγων άχρονον και αχώριστον και αόριστον, την τε αρχήν τιμώ, και τα εκ της αρχής επίσης· την μεν ότι τοιούτων αρχή· τα δε ότι ούτως και τοιαύτα και εκ τοιούτου, μήτε τώ ποτέ, μήτε τή φύσει, μήτε τώ σεπτώ διειργόμενα δεν διαφέρουν…-· έν όντα διηρημένως και διαιρούμενα συνημμένως, ει και παράδοξον τούτο ειπείν· ουχ ήττον επαινετά τής προς άλληλα σχέσεως, ή καθ’ εαυτό έκαστον νοούμενόν τε και λαμβανόμενον. Τριάδα τελείαν εκ τελείων τριών, μονάδος μεν κινηθείσης δια το πλούσιον, δυάδος δε υπερβαθείσης (υπέρ γαρ την ύλην και το είδος εξ ών τα σώματα), Τριάδος δε ορισθείσης δια το τέλειον (πρώτη γαρ υπερβαίνει δυάδος σύνθεσιν), ίνα μήτε στενή μένη η θεότης, μήτε εις άπειρον χέηται. Το μεν γαρ αφιλότιμον, το δε άτακτον· και το μεν ιουδαїκόν παντελώς, το δε ελληνικόν και πολύθεον» - Άλλο Πνεύμα…). Ο μαθητής τού Γρηγορίου Ευάγριος είναι ‘τυπικός’: «Ομολογούμε όχι κατά τον αριθμό, αλλά σύμφωνα με τη φύση την ενότητα τού Θεού. Γιατί ό,τι και να ονομαστή ο αριθμός μετά το ένα, ούτε είναι πραγματικά ένα ούτε απλή φύση». Για να φτάση στην τελική συνέπεια ο Μάξιμος Ομολογητής: «Ακόμα κι αν δοξάζουμε ως Τριάδα και ως Μονάδα την υπερέχουσα των πάντων θεότητα, δεν είναι ωστόσο ούτε Τριάδα ούτε Μονάδα κατά τον τρόπο που γνωρίζουμε απ’ τους αριθμούς». «Είναι εντελώς αληθινά Τριάδα η Μονάδα, γιατί έτσι υφίσταται, και είναι εντελώς αληθινά Μονάδα η Τριάδα, γιατί μ’ αυτόν τον  τρόπο υπάρχει και είναι». «Γιατί δεν είναι κάτι το κοινό και ‘γενεαλογικό’ η ενότητα της Τριάδας, που θα μπορούσε και να διακριθή με μιαν αφηρημένη διαφορά απ’ τα μέρη που περιέχει. Δεν ‘ξεδιπλώνεται’ δηλ. σε Τριάδα η ενότητα, κι ακόμα λιγότερο συντίθεται σε ενότητα η τριαδικότητα.  (( Ούτε μιαν ‘κατάφαση’ δεν μας ‘προσφέρει’ ο κ. Μπαλτάσαρ… )) .
         Tο πρόβλημα το ‘παραλαμβάνει’ (κυριολεκτικά: το ‘αρπάζει’…) ο Θωμάς (Ακινάτης…), ο οποίος και διακρίνει (ξεκινώντας ασυνείδητα απ’ τους ιδανικούς αριθμούς τού Πλάτωνα) την ποσοτική απ’ τη μεταφυσική ενότητα και πολλαπλότητα, η οποία ‘μεταφυσική’ ενότητα μπορεί να χρησιμοποιηθή στον Θεό και μόνο, διαθέτοντας ‘χώρο’ για μιαν πολλαπλότητα, που δεν έχει όμως καμμιά σχέση με τον διαχωρισμό (divisio), τον οποίον μάλλον και συνενώνει. Όπως δεν χωρίζονται, αν εκφράζονται από έναν ή από περισσότερους, το Είναι και οι μεταφυσικές του ιδιότητες, το ίδιο ισχύει και για τις ιδιότητες της θεїκής φύσεως ή ουσίας (που δεν μπορούν να χωριστούν μεταξύ τους), αλλά και για τις θεїκές (προσωπικές) σχέσεις· ανήκουν (δηλ. …) στην πολλαπλότητα της θεїκής ενότητας, απορρίπτοντας ωστόσο κάθε διαχωρισμό. Θα ‘δημιουργήση’ δε εδώ ένα τετελεσμένο ο Χέγκελ, καθ’ όσον αφορά στην κατανόηση κι όχι στη λογική γι’ αυτόν η αρίθμηση, η οποία λογική γνωρίζει ως κίνηση, σχέση-αναφορά και συνένωση τη θεωρητική ενότητα. Η εξωτερικότητα του αριθμού μένει στον προθάλαμο του πνεύματος, το οποίο είναι μια τρισυπόστατη τελικά ζωή.   (( Σημ. τ. μετ.: Είναι χαρακτηριστικό όλης τής σύγχρονης Δύσης, η παντελής άγνοια και αδιαφορία για το τι έχει ‘συμβή’ στο ελληνικό ‘Βυζάντιο’ μετά τον άγιο Μάξιμο Ομολογητή – ο οποίος κι αυτός παραποιείται… Αυτό που ‘φοβούνται’ αυτοί οι άνθρωποι είναι η αγιότητα, η οποία και καταρρίπτει ως χάρτινους πύργους όλα τα κατασκευάσματα της διανοίας τους, με τα οποία ωστόσο επιδίωξαν και κατάφεραν να κυριαρχήσουν σ’ αυτόν τον κόσμο… )) .
       Αν θέλη να πη κανείς, κοιτώντας πίσω στη διδασκαλία περί Πνεύματος του 4ου αιώνα, κάτι το θετικό για την τονισμένη αγνωσία τού «τρόπου υπάρξεώς» του (“tropos tes hyparxeos”), του τρόπου «εκπόρευσής» του, κάτι που θα το χαρακτηρίζη ως θεїκή υπόσταση (Ηypostase), μπορεί να παρουσιάση αρκετούς κοινούς δρόμους τών Αλεξανδρινών (του Αθανάσιου και του Δίδυμου) και των Καππαδοκών.
         1.  Ο πρώτος είναι θεμελιώδης και αυτονόητος: Ξεκινώντας απ’ την παράδοση της ομολογίας τού βαπτίσματος (βασισμένης στον Ματθ. 28, 19) και της εκκλησιαστικής Λειτουργίας (Liturgie): εδώ στηρίζεται και κάθε θεωρία.
         2.  Ο δεύτερος συναρτάται στενά με τον πρώτο: ξεκινώντας απ’ τις μαρτυρούμενες στη Γραφή επενέργειες του Πνεύματος, που μας επιτρέπουν να συμπεράνουμε την υποστατική του ιδιαιτερότητα. Ο Αθανάσιος, που αναγνωρίζει στις επιστολές προς Σεραπίωνα την ιδιαίτερη υπόσταση του Πνεύματος, το βλέπει να συνδέεται στενώτατα κατ’ οικονομίαν (ὅkonomisch) με τον Χριστό, εμφανιζόμενο ως η ακτινοβολούσα (κατά τον Παύλο) λάμψη του· και να ενεργή μαζί με τον Υιό τη θέωση του ανθρώπου    (( Σημ. τ. μετ.: Θέλουν δεν θέλουν, ως άπιστοι θα κόβουν και θα ράβουν… )) . Ενώ ‘βλέπει’ την ίδια στενή σύνδεση και ο Δίδυμος:  «όπου είναι το Άγιο Πνεύμα, εκεί είναι αμέσως και ο Υιός»· «ο Υιός, που έρχεται στο όνομα του Πατρός, φέρει την ιδιαιτερότητα και το όνομα του Πατρός μαζί του και ονομάζεται γι’ αυτό Υιός Θεού. Επειδή όμως αποστέλλεται στο όνομα του Υιού και του Πατρός το Άγιο Πνεύμα, και διαθέτει την ιδιαιτερότητα (ιδιορρυθμία…) του Υιού, καθ΄όσον αυτός είναι Υιός, όχι όμως και την υιότητά του, ώστε να είναι και Υιός του, αποδεικνύει αυτό ότι συνδέεται σε ενότητα με τον Υιό». Καθ’ όσον εισάγει σε όλην την αλήθεια, που φέρνει ο Υιός, το «Πνεύμα τής αλήθειας», φανερώνει και τη θεότητά του. Και μπορεί «να (μας…) μεταφέρη απ’ το νεκρό γράμμα στο ζωντανό Πνεύμα, όπου και βρίσκεται η αλήθεια όλης τής Γραφής   (( όλη η αλήθεια της Γραφής, θα λέγαμε εμείς… )) , και προσθέτοντας συνεχώς καινούργιο στο παλιό   (( πάνε, ξεχάστηκαν τα παλιά ασκιά… )) , θα (μας…) οδηγήση σε όλην την αλήθεια». Είναι «ο Κύριος της διδασκαλίας» και το «πλήρωμα της δωρεάς», κι ακόμα κι όταν εκχυθή στις καρδιές, δείχνει τη θεότητά του, γιατί μόνον ο Θεός μπορεί να κατοική στις καρδιές. Γνωρίζει όμως κι ο (Μέγας…) Βασίλειος τον στενόν σύνδεσμο Υιού και Πνεύματος: «Οράται μόνον στο Πνεύμα – εν Πνεύματι… - ο Υιός, γιατί δεν μπορεί να χωρισθή η εικόνα απ’ το φως» (Περί Αγίου Πνεύματος, 26 – Aς διαβάσουμε άλλη μια φορά ΟΛΟ το συγκεκριμένο ‘απόσπασμα’, για να δούμε τη διαφορά, όπως η μέρα με τη νύχτα, ανάμεσα σε μας, τους ‘σύγχρονους ανθρώπους’, και τους αγίους: «Δεύτερος δε νους ουδέ αυτός απόβλητος· ότι ώσπερ εν τω Υιώ οράται ο Πατήρ, ούτως ο Υιός εν τω Πνεύματι. Η τοίνυν εν τω Πνεύματι προσκύνησις την ως εν φωτί γινομένην τής διανοίας ημών ενέργειαν υποβάλλει, ως εκ των προς την Σαμαρείτιν ειρημένων αν μάθοις. Εν τοπω γαρ είναι την προσκύνησιν εκ της εγχωρίου συνηθείας ηπατημένην ο Κύριος ημών μεταδιδάσκων, εν Πνεύματι και αληθεία χρήναι προσκυνείν έφησεν, εαυτόν λέγων δηλαδή την αλήθειαν. Ώσπερ ουν εν τω Υιώ προσκύνησιν λέγομεν, την ως εν εικόνι τού Θεού και Πατρός, ούτω και εν τω Πνεύματι, ως εν εαυτώ δεικνύντι την του Κυρίου θεότητα. Διο και εν τη προσκυνήσει αχώριστον από Πατρός και Υιού το Πνεύμα το άγιον. Έξω μεν γαρ υπάρχων αυτού, ουδέ προσκυνήσεις το παράπαν· εν αυτώ δε γενόμενος ουδενί τρόπω αποχωρίσεις από Θεού· ου μάλλον γε ή τών ορατών αποστήσεις το φως (όπως αν απομακρύνης από τα ορατά το φως…). Αδύνατον γαρ ιδείν την εικόνα τού Θεού τού αοράτου μη εν τω φωτισμώ τού Πνεύματος. Και τον ενατενίζοντα τη εικόνι αμήχανον της εικόνος αποχωρίσαι το φως. Το γαρ του οράν αίτιον εξ ανάγκης συγκαθοράται τοίς ορατοίς. Ώστε οικείως και ακολούθως δια μεν του φωτισμού τού Πνεύματος το απάγαυσμα της δόξης τού Θεού καθορώμεν, δια δε του χαρακτήρος, επί την ού εστιν ο χαρακτήρ και η ισότυπος σφραγίς αναγόμεθα»…). «Όπως οράται στον Υιό ο Πατέρας, έτσι οράται στο Πνεύμα ο Υιός». «Το Πνεύμα τής αλήθειας εξυμνεί τον Υιό, παρουσιάζοντας σαφέστατα στον εαυτό του την αλήθεια, και φανερώνοντάς την ως Πνεύμα τής αλήθειας του Χριστού, που είναι η δύναμη και η σοφία τού Θεού, στη δική του (του Πνεύματος) μεγαλοπρέπεια. Χαρακτηρίζει δε ως Παράκλητος τα χαρίσματα του Παράκλητου που το αποστέλλει, γνωστοποιώντας στο κύρος του τη μεγαλειότητα εκείνου (τού Πατέρα), απ’ τον οποίον και εκπορεύεται». – «Όπως λέει ο Υιός, ότι “Σε δόξασα Πατέρα πάνω στη γη, εκπλήρωσα τα έργα σου, που με έστειλες να ολοκληρώσω”, έτσι λέει και για το Άγιο Πνεύμα, πως “Θα με δοξάση, γιατί θα λάβη απ’ τα δικά μου και θα σας τα αναγγείλη”». Ενώ αναφέραμε ήδη και τα εξής: «Και όπως θα ανυψωθούμε μέσα απ’ την αόρατη εικόνα (τον Χριστό)  (( ; ))  στη θέα τής εξαίσιας αρχικής εικόνας (τού Πατρός), έτσι παρίσταται αχώριστα (στον Υιό) το Πνεύμα τής γνώσης (Gnosis), που παρέχει μέσα απ’ τον εαυτό του (εν εαυτώ…) τη θεωρητική δύναμη της εικόνας (τού Χριστού) σε κείνους, που χαίρονται βλέποντας την αλήθεια, επιτελώντας τη δυνατότητα όρασης (δείξειν – deixein) όχι απ’ έξω, αλλά οδηγώντας μας να κατανοήσουμε μέσα απ’ τον ίδιον του τον εαυτό (εν εαυτώ…). “Στο φως σου βλέπουμε το φως”, τον φωτισμό δηλ. του Πνεύματος. Δείχνοντας έτσι στον εαυτό του (εν εαυτώ - en heautoi) τη μεγαλοπρέπεια του Υιού». Ο δε Γρηγόριος Νύσσης μιλά, στην ίδια συνάφεια, για μιαν «κυκλική κίνηση αμοιβαίων δοξασμών», περατώνοντας μ’ αυτό την απόδειξή του για τη θεότητα του Πνεύματος    (( Σημ. τ. μετ.: Είπαμε: ‘Πιστεύει’ ο Μπ. ότι και οι Πατέρες εκείνοι δεν ήταν παρά Μπαλτάσαρ τής εποχής τους… Τέτοια ‘υπερπλασία’… )) .
        3.  Yπάρχει και μια τρίτη ‘άποψη’ που διατρέχει όλες τις ‘πραγματείες’ περί Πνεύματος αυτών τών Πατέρων: ότι ενεργούν δηλ. από κοινού οι θεїκές υποστάσεις στον κόσμο, αντίστοιχα όμως με την προσωπική της ιδιαιτερότητα η κάθε μια. Ο Αθανάσιος ανάγει στην κοινή προέλευση του Υιού και του Πνεύματος απ’ τον Πατέρα το ότι «είναι μια και μοναδική η ενέργεια της Αγίας Τριάδος», ενώ ο Δίδυμος τονίζει αυτήν την κοινή ‘πράξη’ μέσα (εντός…) στις διαφορετικές αποστολές τών Προσώπων, όπου είναι το Πνεύμα που ολοκληρώνει τις θεїκές ‘πράξεις’, κάτι που το υπογραμμίζει και ο Βασίλειος, και το αναδεικνύει ακόμα μια φορά ο Γρηγόριος Ναζιανζηνός (ο Θεολόγος…).
       Μέσα απ’ αυτούς τούς τρεις, ανερχόμενους απ’ την Οικονομία στη «Θεολογία», κι απ’ τις ενέργειες του Πνεύματος στη θεότητά του ‘δρόμους’, επιτυγχάνουν να αποδείξουν, μέσα στον αντιαρειανικό τους αγώνα, την «ομοουσιότητα» τού Πνεύματος με τον Πατέρα και τον Υιό, δίχως να είναι υποχρεωμένοι να μιλήσουν για τη ‘φύση’ (για τον ‘τρόπο’…) τής εσω-θεїκής του προέλευσης, οι Πατέρες.


        ( συνεχίζεται )

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...