Σάββατο 4 Ιουνίου 2016

Πρωτοπρ. Θεόδωρος Ζήσης, Υπόμνημα για την απόρριψη του συνοδικού κειμένου "Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν χριστιανικόν κόσμον" (1)

ΥΠΟΜΝΗΜΑ
ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΠΟΡΡΙΨΗ ΤΟΥ ΣΥΝΟΔΙΚΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ
«ΣΧΕΣΕΙΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΛΟΙΠΟΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΟΝ ΚΟΣΜΟΝ»
Πρωτοπρεσβύτερος Θεόδωρος Ζήσης
Ὁμότιμος Καθηγητής Α.Π.Θ.
1. Πρῶτοι χωρὶς ἴσους οἱ Προκαθήμενοι. Ὑποκαθιστοῦν τὸ σῶμα τῶν Ἐπισκόπων
2. Πρῶτο σὲ σημασία καὶ κινδύνους τὸ θέμα: «Σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρὸς τὸν λοιπὸν χριστιανικὸν κόσμον»
3. Ἡ ἐκκλησιολογικὴ ἀνατροπὴ τῶν ἀρχῶν τοῦ 20οῦ αἰῶνος διεκδικεῖ πανορθόδοξη ἔγκριση
4. Προέλευση τοῦ συνοδικοῦ κειμένου καὶ κρυφὲς ἐπιδιώξεις του
5. Ἡ πανθομολογούμενη ἀποτυχία τῶν Θεολογικῶν Διαλόγων
6. Ἀντὶ νὰ ἀναφερθοῦν στὴν ἀποτυχία τῶν Διαλόγων τὴν ἔκρυψαν
7. Ἀποκρύπτουν τὶς δυσμενεῖς ἐξελίξεις στὸν χῶρο τοῦ Οἰκουμενισμοῦ καὶ μεθοδεύουν τὴν πανορθόδοξη ἀποδοχή του
8. Σημαντικοὶ σταθμοὶ τοῦ ἀντιοικουμενιστικοῦ ἀγῶνος τῶν τελευταίων ἐτῶν
9. Προσθαφαιρέσεις καὶ ἀλλαγὲς στὸ συνοδικὸ κείμενο προσβάλλουν τὴν ἐκκλησιολογική μας ταυτότητα
10. Τὸ παναιρετικὸ «Παγκόσμιο Συμβούλιο Ἐκκλησιῶν» ἀποτιμᾶται θετικά
11. Νεοεποχίτικος συγκρητισμὸς ἐπικίνδυνος στὰ κείμενα τοῦ Π.Σ.Ε.
12. Ἡ σκοτεινὴ καὶ γριφώδης παράγραφος 20. Ἡ ἐκκλησιαστικότητα καὶ τὸ βάπτισμα τῶν αἱρετικῶν
15. Γιὰ τὶς συμπροσευχὲς οὔτε κουβέντα
Ἐπίλογος

1. Πρῶτοι χωρὶς ἴσους οἱ Προκαθήμενοι. Ὑποκαθιστοῦν τὸ σῶμα τῶν Ἐπισκόπων
Ἐπὶ ἕνα αἰώνα σχεδιάζουν καὶ προσπαθοῦν ἐξωεκκλησιαστικὰ κέντρανὰ προωθήσουν τὸν συγκρητιστικὸ Οἰκουμενισμὸ καὶ νὰ τὸν νομιμοποιή­σουν χρησιμοποιώντας ἡγετικὲς μορφὲς ἐντὸς τῆς Ἐκκλησίαςκληρικοὺςκαὶ θεολόγουςοἱ ὁποῖοι εἴτε συνειδητὰ καὶ ἐκ πεποιθήσεως εἴτε ἀπὸἄγνοια καὶ καλὴ πρόθεσησυμμαχοῦν καὶ συνεργάζονται στὴνἐκθεμελίω­ση τῆς Ἐκκλησίας καὶ στὴν παρεμπόδιση τῆς ἐν Χριστῷσωτηρίας τῶν ἀνθρώπων.
Ἐπειδὴ παρὰ τὶς προσπάθειές τους δὲν ἔχουν καταφέρει σημαντικὰ ἀποτελέσματα, ὅπως οἱ ἴδιοι ὁμολογοῦν, ἔχουν ἐναποθέσει τώρα τὶς ἐλπίδες τους καὶ πράττουν τὸ πᾶν μὲ ταπεινωτικὲς ὑποχωρήσεις καὶ παραχωρήσεις, ἀντισυνοδικὲς καὶ ἀπολυταρχικὲς μεθοδεύσεις, ὥστε πάσῃ θυσίᾳ νὰ συνέλθει ἡ Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδος καὶ νὰ ἐπιβάλει θεσμικὰ καὶ ἐπίσημα τὸν ἀπορριπτόμενο ἀπὸ τὸ ἐκκλησιαστικὸ πλήρωμα παναιρετικὸ Οἰκουμενισμό. Κανένας ὅμως μὲ ὀρθόδοξη εὐαισθησία καὶ αὐτοσυνειδησία δὲν μπορεῖ νὰ ἀμφισβητήσει τὸν ὁρισμὸ ποὺ ἔδωσε γιὰ τὴν παναίρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ ὁ Ἅγιος Ἰουστῖνος Πόποβιτς, ὁ ὁποῖος μὲ θεῖο φωτισμὸ περιέγραψε προφητικὰ τὸν μεγάλο αὐτὸ κίνδυνο ποὺ διατρέχει ἡ Ἐκκλησία, γι᾽ αὐτὸ καὶ τὸν παραθέτουμε: «Ὁ Οἰκουμενισμὸς εἶναι κοινὸν ὄνομα διὰ τοὺς ψευδοχριστιανισμούς, διὰ τὰς ψευδοεκκλησίας τῆς Δυτικῆς Εὐρώπης. Μέσα του εὑρίσκεται ἡ καρδία ὅλων τῶν εὐρωπαϊκῶν οὑμανισμῶν, μὲ ἐπὶ κεφαλῆς τὸν Παπισμόν. Ὅλοι δὲ αὐτοὶ οἱ ψευδοχριστια­νισμοί, ὅλαι αἱ ψευδοεκκλησίαι δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ μία αἵρεσις παραπλεύρως εἰς τὴν ἄλλην αἵρεσιν. Τὸ κοινὸν εὐαγγελικὸν ὄνομά τους εἶναι ἡ παναίρεσις»[1]. Κανένας ἐπίσης, πολὺ περισσότερο, δὲν μπορεῖ νὰ ἀλλάξει τὴν ἀρνητικὴ στάση τῆς Ἁγίας Γραφῆς καὶ τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας ἀπέναντι στὶς αἱρέσεις, στοὺς αἱρετικοὺς καὶ ψευδοδιδασκάλους, οὔτε νὰ γκρεμίσει τὰ κανονικὰ ὅρια τῆς Ἐκκλησίας μὲ μία διεύρυνσή τους, ὥστε μέσα τους νὰ περιληφθοῦν ὡς ἐκκλησίες καὶ οἱ αἱρέσεις, κατόπιν δὲ καὶ οἱ ἄλλες θρησκεῖες, γιὰ νὰ ἱδρυθεῖ, ἡ πανθρησκεία τοῦ Ἀντιχρίστου, καὶ ἀντὶ τῆς ἐν Χριστῷ σωτηρίας νὰ ὁδηγοῦνται οἱ ἄνθρωποι στὴν ἀπώλεια.
Ἐπειδὴ λοιπὸν τὸ ζήτημα εἶναι πολὺ σοβαρὸ μὲ ἀνυπολόγιστες σωτηριολογικὲς συνέπειες, οἱ δὲ κίνδυνοι κρύβονται κάτω ἀπὸ τὰ ἀπατηλὰ συνθήματα τῆς ἀγάπης, τῆς καταλλαγῆς, τῆς ἑνότητος, τῆς εἰρήνης, ὡσὰν νὰ ἐστεροῦντο αὐτὲς τὶς ἀρετὲς οἱ Ἅγιοι Ἀπόστολοι καὶ οἱ Ἅγιοι Πατέρες, ποὺ κατεδίκασαν καὶ ἀναθεμάτισαν μὲ αὐστηρότητα τὶς αἱρέσεις καὶ τοὺς αἱρετικούς, πρέπει νὰ ἐξετάσουμε μὲ ἀκρίβεια καὶ ὑπευθυνότητα, ἂν ἡ μέλλουσα νὰ συνέλθει Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδος ἀκολουθεῖ αὐτὴν τὴν Ἀποστολικὴ καὶ Πατερικὴ γραμμή, ἢ πορεύεται ἐπὶ ἄλλης ὁδοῦ ξένης καὶ ἀλλοτρίας.
Τελευταῖος σταθμὸς στὴν ἀσυνήθιστα μακρὰ πορεία τῆς Συνόδου, ποὺ καὶ μόνο γι᾽ αὐτὸ πρέπει νὰ μᾶς ἐμβάλει σὲ ἀνησυχίες, γιατὶ εἶναι πρωτόγνωρη στὴν συνοδικὴ ἐμπειρία τῆς Ἐκκλησίας, ἦταν ἡ Σύναξη τῶν Προκαθημένων τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, ἄγνωστος καὶ ἀμάρτυρος θεσμός, ποὺ ὑποκαθιστᾶ τὴν συνοδικὴ λειτουργία τοῦ σώματος τῶν ἐπισκόπων, ἡ ὁποία συνῆλθε στὸ Σαμπεζὺ τῆς Γενεύης (21-28 Ἰανουαρίου, 2016), καὶ ἀπὸ τὰ δέκα θέματα ποὺ εἶχαν προετοιμασθῆ νὰ ἀπασχολήσουν τὴν Σύνοδο ἐπέλεξε, χωρὶς τὴν γνώμη τῶν τοπικῶν συνόδων, ἀλλὰ μὲ πρωτεῖο ἐξουσίας τῶν προκαθημένων (primi sine paribus), νὰ ἔλθουν στὴν Σύνοδο τὰ ἕξι: α) Ἡ ἀποστολὴ τῆς Ὀρθοδοξίας στὸν σύγχρονο κόσμο, β) Ἡ Ὀρθόδοξος Διασπορά, γ) Τὸ Αὐτόνομον καὶ ὁ τρόπος ἀνακηρύξεως αὐτοῦ δ) Τὸ Μυστήριον τοῦ Γάμου καὶ τὰ κωλύματα αὐτοῦ ε) Ἡ σπουδαιότης τῆς νηστείας καὶ ἡ τήρησις αὐτῆς σήμερον καὶ στ) Σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρὸς τὸν λοιπὸν χριστιανικὸ κόσμον.
Δὲν θὰ ἐξηγήσουμε, γιατὶ κυριολεκτικὰ τὴν τελευταία στιγμὴ ἀφαιρέθηκε τὸ θέμα τοῦ Ἡμερολογίου καὶ τοῦ Πασχαλίου, ποὺ καὶ μόνο του, ὡς φλέγον καὶ ἐπεῖγον, θὰ δικαιολογοῦσε τὴν τάχιστη σύγκληση Οἰκουμενικῆς Συνόδου, γιὰ νὰ θεραπεύσει τὸ τραῦμα καὶ τὸ σχίσμα ποὺ προκάλεσε ἡ μονομερής, χωρὶς πανορθόδοξη ἀπόφαση, ἡμερολογιακὴ μεταρρύθμιση στὴν ὁποία προέβη τὸ 1924 ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος, μὲ τὴν σύμφωνη γνώμη μόνον τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου. Αὐτὸ θὰ ἀποτελέσει θέμα τῆς εἰσηγήσεώς μας στὴν προγραμματισθεῖσα καὶ ἐξαγγελθεῖσα ἐπιστημονική - θεολογικὴ Ἡμερίδα, ποὺ συνδιοργανώνουν στὸν Πειραιᾶ, στὶς 23 Μαρτίου τρέχοντος ἔτους, Ἱερὲς Μητροπόλεις τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος καὶ ἡ Σύναξη Ὀρθοδόξων Κληρικῶν καὶ Μοναχῶν[2]. Οὔτε θὰ ἀσχοληθοῦμε μὲ τὴν ἀποτίμηση τῶν ἄλλων θεμάτων, ποὺ ἀναφέρονται στὸν ἐσωτερικὸ βίο τῆς Ἐκκλησίας, ἀφοροῦν στὸ ἦθος καὶ στὴν ἐκκλησιαστικὴ εὐταξία, μολονότι καὶ εἰς αὐτὰ ὑπάρχουν ἀστοχίες, πολλὲς ἀπὸ τὶς ὁποῖες ἐπισημάνθηκαν ἀπὸ τοὺς ἀντιπροσώπους τῶν τοπικῶν αὐτοκεφάλων ἐκκλησιῶν, παρέμειναν ὅμως ἀδιόρθωτες.


2. Πρῶτο σὲ σημασία καὶ κινδύνους τὸ θέμα: «Σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρὸς τὸν λοιπὸν χριστιανικὸν κόσμον»

Θὰ ἐπικεντρώσουμε τὸ ἐνδιαφέρον μας στὸ ἕκτο καὶ τελευταῖο, ἀλλὰ πρῶτο σὲ σημασία καὶ ἐπικινδυνότητα θέμα ποὺ τιτλοφορεῖται «Σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρὸς τὸν λοιπὸν χριστιανικὸν κόσμον», διότι ὅλη ἡ ἱστορία τῆς Συνόδου γύρω ἀπὸ αὐτὸ περιστρέφεται, αὐτὸ τὸ θέμα εἶναι ἡ καρδιὰ τῆς Συνόδου. Μὲ συνηθισμένη λαϊκὴ ἔκφραση θὰ λέγαμε ὅτι «αὐτὸ εἶναι ὅλα τὰ λεφτά»· ὅλη ἡ ἀξία ἢ ἀπαξία τῆς Συνόδου θὰ ἐξαρτηθεῖ ἀπὸ τὶς ἀποφάσεις ποὺ θὰ πάρει ἐπὶ τοῦ συγκεκριμένου κειμένου, ἂν θὰ ἀναγνω­ρισθεῖ ὡς μία Ὀρθόδοξη Σύνοδος ποὺ συνεχίζει τὴν γραμμὴ τῶν προηγου­μένων συνόδων ἀπέναντι στὶς αἱρέσεις ἢ ἂν θὰ εἶναι μία ψευδοσύνοδος, ὅπως τόσες ἄλλες στὸ παρελθόν, ποὺ θὰ ἀπορριφθεῖ ἀπὸ τὴν συνείδηση τοῦ πληρώματος τῆς Ἐκκλησίας, ἀφοῦ ὅμως προηγουμένως προκαλέσει διαιρέσεις καὶ σχίσματα. Ἂν τὸ προσυνοδικὸ κείμενο παραμείνει καὶ ἐγκριθεῖ ὡς ἔχει, θὰ συμβεῖ μὲ βεβαιότητα τὸ δεύτερο· καὶ ἐξηγούμεθα.
Ὁ τίτλος τοῦ θέματος ἐν πρώτοις «Σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρὸς τὸν λοιπὸν χριστιανικὸν κόσμον» ἐκκλησιολογικὰ δὲν εἶναι ἀκριβής. Ἐκκλησιολογικὰ ἀκριβὴς θὰ ἦταν ὁ τίτλος «Σχέσεις τῆς Ἐκκλησίας πρὸς τοὺς ἐκτὸς αὐτῆς εὑρισκομένους αἱρετικούς». Ἂν γιὰ λόγους ποιμαντικῆς διακρίσεως καὶ εὐγενείας, δὲν θέλαμε νὰ χαρακτηρίσουμε τοὺς ἐκτὸς αὐτῆς ὡς αἱρετικοὺς καὶ νὰ γκρεμίσουμε τὶς γέφυρες τῆς προσέγγισης καὶ τοῦ διαλόγου, μολονότι ἡ καλύτερη καὶ πιὸ ἀποτελεσματικὴ μέθοδος διαλόγου εἶναι ἡ ἀλήθεια, ὅπως ἔπρατταν ὁ Κύριος, οἱ ῞Αγιοι Ἀπόστολοι καὶ οἱ Ἅγιοι Πατέρες, ἐνῶ τὰ ἄλλα εἶναι κοσμικὴ καὶ ὑποκριτικὴ διπλωματία, θὰ μπορούσαμε νὰ ποῦμε «Σχέσεις τῆς Ἐκκλησίας πρὸς τοὺς ἐκτὸς αὐτῆς εὑρισκομένους Χριστιανούς». Ἡ παράλειψη τοῦ ἐπιθέτου «Ὀρθοδόξου» δὲν σημαίνει ὅτι στεροῦμε τὴν Ἐκκλησία ἀπὸ τὸ γνώρισμα τῆς Ὀρθοδοξίας, διότι αὐτὸ εἶναι αὐτονόητο· ἡ Ἐκκλησία εἶναι Ὀρθόδοξη, γι᾽ αὐτὸ ἄλλωστε δὲν τὸ περιέλαβαν οἱ Πατέρες τῆς Β´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου στὸ ἐκκλησιο­λογικὸ ἄρθρο τοῦ Συμβόλου τῆς Πίστεως. Βοηθεῖ ὅμως ἡ παράλειψη νὰ γίνει ἀντιληπτὸ ὅτι ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία δὲν εἶναι μία ἀπὸ τὶς πολλὲς ἄλλες «Ἐκκλησίες», ποὺ χαρακτηρίζονται μὲ ἄλλα ἐπίθετα ὅπως «Καθολι­κὴ Ἐκκλησία», «Εὐαγγελικὴ Ἐκκλησία», «Ἀγγλικανικὴ Ἐκκλησία», «Ἀνατο­λικὴ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία», ἀλλὰ εἶναι ἡ Ἐκκλησία, ἡ μοναδικὴ καὶ μόνη ἀληθὴς Ἐκκλησία, κατὰ τὴν σύμφωνη καὶ ἀστασίαστη γνώμη τῶν Ἁγίων. Δὲν ὑπάρχουν ἄλλες ἐκκλησίες ἐκτὸς τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ διακριτικὴ ἐπίσης καὶ εὐγενικὴ φράση «πρὸς τοὺς ἐκτὸς αὐτῆς εὑρισκομένους Χριστιανούς» δὲν ἔχει ἐκκλησιολογικὸ πρόβλημα, διότι αὐτὸ εἶναι τὸ ζητούμενο στὴν Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδο: Νὰ δείξει ὅτι ὑπάρχουν ὅρια στὴν Ἐκκλησία, καὶ ὅσοι εὑρίσκονται ἔξω ἀπὸ τὰ ὅρια αὐτά, γιὰ νὰ γίνουν μέλη τῆς Ἐκκλησίας, μέλη τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ, καὶ νὰ εὑρεθοῦν ἐντὸς τῶν ὁρίων τῆς Ἐκκλησίας, πρέπει νὰ ἀποκηρύξουν τὶς αἱρέσεις καὶ τὶς πλάνες τους καὶ νὰ ἐπιστρέ­ψουν ὡς πλανηθέντα πρόβατα εἰς τὴν μίαν ποίμνην, ὑπὸ τὸν ἕνα ποιμένα Χριστόν, νὰ ἐπανέλθουν καὶ νὰ ἑνωθοῦν μὲ τὴν Ἁγία, Καθολικὴ καὶ Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία ὅπως εὐχόμαστε οἱ ἱερεῖς μετὰ τὸν καθαγιασμὸ τῶν Τιμίων Δώρων στὴν λειτουργία τοῦ Μ. Βασιλείου. «Τοὺς πεπλανημένους ἐπανάγαγε καὶ σύναψον τῇ Ἁγία Σου, Καθολικῇ καὶ Ἀποστολικῇ Ἐκκλησίᾳ». Πουθενὰ στὰ ἁγιογραφικὰ καὶ πατερικὰ κείμενα δὲν ὑπάρχει ἡ ἰσοπεδωτικὴ οἰκουμενιστικὴ εὐχὴ καὶ ἐπιθυμία γιά «ἕνωση τῶν ἐκκλησιῶν», διότι ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἑνωμένη, ἡ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας δὲν εἶναι κάτι ζητούμενο, ἀλλὰ εἶναι δεδομένη· ὑπάρχει ὡς ζητούμενο ἡ «ἕνωση μὲ τὴν Ἐκκλησία» τῶν ἐκτὸς αὐτῆς εὑρισκομένων αἱρετικῶν καὶ σχισματικῶν, καὶ αὐτὸ θὰ ἔπρεπε κατ᾽ ἀκρίβειαν νὰ ἐκφράζει ὁ τίτλος τοῦ προσυνοδικοῦ κειμένου: «Σχέσεις τῆς Ἐκκλησίας πρὸς τοὺς ἐκτὸς αὐτῆς εὑρισκομένους αἱρετικούς».
Ὑπάρχει ἐπίσης καὶ ἄλλη οἰκουμενιστικὴ παγίδα ἢ κουτσουλιὰ στὸν τίτλο τοῦ προσυνοδικοῦ κειμένου «Σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρὸς τὸν λοιπὸν χριστιανικὸν κόσμον». Ὡς εὐρύτερη ἑνότητα θεωρεῖται ὄχι ἡ Καθολική, ἡ οἰκουμενικὴ Ἐκκλησία εἰς τὴν ὁποίαν ἀνήκουν ὅλα τὰ ὑγιῆ μέλη, ἀλλὰ ὁ «Χριστιανικὸς κόσμος»· αὐτοῦ τοῦ χριστιανικοῦ κόσμου τῶν αἱρέσεων καὶ τῆς πλάνης ἕνα μέρος εἶναι ἡ «Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία» καὶ πρέπει νὰ δοῦμε ποιὲς εἶναι οἱ σχέσεις της πρὸς τὸν «λοιπὸν χριστιανικὸν κόσμον», ποὺ παρουσιάζεται ἔτσι οὐδέτερα καὶ ἰσοπεδωτικά.


3. Ἡ ἐκκλησιολογικὴ ἀνατροπὴ τῶν ἀρχῶν τοῦ 20οῦ αἰῶνος διεκδικεῖ πανορθόδοξη ἔγκριση

Αὐτὴ ἡ οὐδέτερη καὶ ἰσοπεδωτικὴ ἐκκλησιολογία, ἄγνωστη στὴν Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας, ἄρχισε νὰ ἀναπτύσσεται ἀπὸ τὴν Κωνσταντι­νούπολη στὶς ἀρχὲς τοῦ 20οῦ αἰώνα, μὲ ἀνατροπὴ ὅλης τῆς προηγουμένης Παραδόσεως καὶ μὲ καύχηση μάλιστα τῶν Οἰκουμενιστῶν κληρικῶν καὶ θεολόγων γι᾽ αὐτὴν τὴν νέα θεώρηση[3]. Μέχρι τότε ἀρχῆς γενομένης ἀπὸ τοῦ Μ. Φωτίου καὶ σταθερὰ ἀπὸ ὅλη τὴν Ἐκκλησία, ἰδιαίτερα ἀπὸ τοὺς Ἁγίους Γρηγόριο Παλαμᾶ καὶ Μᾶρκο Ἐφέσου τὸν Εὐγενικὸ ὁ Παπισμὸς θεωρεῖται ὡς αἵρεση, ἐν πρώτοις μὲ τὴν συνοδικὴ καταδίκη τοῦ Filioque ἀπὸ τὴν Η´ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο τοῦ 879, τὴν ὁποία ὑπέγραψαν καὶ οἱ ἐκπρόσωποι τοῦ πάπα, ἀπὸ τὴν σύμφωνη καὶ ὁμόφωνη γνώμη ὅλων τῶν μετὰ ταῦτα Ἁγίων Πατέρων (Consensus Patrum) ἀλλὰ καὶ ἀπὸ πλῆθος πατριαρχικῶν καὶ συνοδικῶν κειμένων καὶ ἀποφάσεων ποὺ ἐγράφησαν καὶ ἐλήφθησαν στὴν Κωνσταντινούπολη τὸν 19ο αἰώνα μὲ πανορθόδοξη σύνθεση. Τὸ ἴδιο, κατὰ μείζονα λόγο, ἰσχύει καὶ γιὰ τὸν Προτεσταντισμό, ποὺ ὡς τέκνο τοῦ Παπισμοῦ κουβαλάει πολλὲς ἀπὸ τὶς αἱρέσεις του, ἐγέννησε ὅμως μετὰ τὴν αὐτονόμησή του ἄλλες μεγαλύτερες. Γιὰ τοὺς Μονοφυσίτες, ποὺ τοὺς ὡραιοποιήσαμε ὡς Ἀνατολικοὺς Ὀρθοδόξους, Προχαλκηδόνιους κ.τ.λ., καὶ μόνον ὡς αἱρετικοὺς δὲν τολμοῦμε πλέον νὰ τοὺς ὀνομάσουμε, ὑπάρχουν ἀμετάκλητες καὶ ἀλάθητες ἀποφάσεις Οἰκουμενικῶν Συνόδων καὶ γενικὴ συμφωνία τῶν Ἁγίων Πατέρων ποὺ δὲν ἐπιτρέπουν καμμία νέα θεώρηση καὶ ἀλλαγή.
Καὶ ὅμως ἡ Κωνσταντινούπολη ἔκανε αὐτὴν τὴν ἀλλαγὴ καὶ ἀνατροπὴ μὲ δύο πατριαρχικὰ καὶ συνοδικὰ κείμενα, ἕνα τοῦ πατριάρχου Ἰωακεὶμ Γ´ τοῦ 1902 καὶ τὸ πιὸ ἀνατρεπτικὸ ἐκεῖνο τῆς πατριαρχικῆς καὶ συνοδικῆς ἐγκυκλίου τοῦ 1920 μὲ τοποτηρητὴ στὸν πατριαρχικὸ θρόνο τὸν Προύσης Δωρόθεο. Ἀποφεύγεται πλέον ἡ χρήση τῶν λέξεων αἵρεση καὶ αἱρετικοὶ τῶν προηγουμένων αἰώνων. Τὸ κείμενο τοῦ 1902 ζητᾶ ἀπὸ τοὺς προκαθημένους τῶν τοπικῶν Ὀρθοδόξων ἐκκλησιῶν νὰ σκεφθοῦν «περὶ τῶν ἐν τῷ παρόντι καὶ τῷ μέλλοντι σχέσεων ἡμῶν μετὰ τῶν δύο μεγάλων τοῦ χριστιανισμοῦ ἀναδενδράδων, τῆς δυτικῆς δηλονοῦν καὶ τῆς τῶν διαμαρτυρομένων Ἐκκλη­σίας» καί «πῶς ἂν εἴη δυνατὸν προλειᾶναι τῆς πρὸς τοιοῦτο τέρμα ἄγουσαν, ἀνώμαλον, τόγε νῦν, ὁδόν, ἐξευρεῖν τε σημεῖα συναντήσεως καὶ ἐπαφῆς ἢ καὶ ἀμοιβαίων θεμιτῶν παροράσεων»[4]. Τὸ κείμενο τοῦ 1920 προχωρεῖ πολὺ περισσότερο. Ἐκτὸς τοῦ ὅτι, ἀκόμη καὶ ἐξ ἀρχῆς, ἀναγνωρίζει ἐκκλησια­στικότητα στὶς ἐκτὸς τῆς Ἐκκλησίας χριστιανικὲς κοινότητες, διότι ἀπευθύ­νεται«Πρὸς τὰς ἁπανταχοῦ Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ», περιλαμβάνοντας ὅλη τὴν πανσπερμία τῶν αἱρέσεων μέσα στὴν Ἐκκλησία, ἐπιπροσθέτως ὀνομά­ζει καὶ τὶς ἐκ τῆς Δύσεως «ἐκκλησίες» σεβάσμιες, καὶ πιστεύει ὅτι «ἐπιβάλ­λεται ἵνα ἀναζωπυρωθῇ καὶ ἐνισχυθῇ πρὸ παντὸς ἡ ἀγάπη μεταξὺ τῶν Ἐκκλησιῶν, μὴ λογιζομένων ἀλλήλας ὡς ξένας καὶ ἀλλοτρίας, ἀλλ᾽ ὡς συγγενεῖς καὶ οἰκείας ἐν Χριστῷ καὶ "συγκληρονόμους καὶ συσσώμους τῆς ἐπαγγελίας τοῦ Θεοῦ, ἐν Χριστῷ"»[5]. Πλήρης παραδοχὴ τῆς ἐκκλησιαστικό­τητος τῶν αἱρέσεων ὡς συγγενεῖς τῆς Ἐκκλησίας καὶ συγκληρονόμους τῆς σωτηρίας, μὲ παρερμηνεία τοῦ παρατιθεμένου χωρίου τοῦ Ἀποστόλου Παύλου[6].
Ἀπὸ τὸ πρῶτο οἰκουμενιστικὸ κείμενο τοῦ 1902 πέρασαν 114 χρόνια καί 96 ἀπὸ τοῦ 1920, καὶ ὅμως αὐτὴ ἡ ἀνατροπὴ τῆς Ὀρθόδοξης ἐκκλησιολογίας δὲν κατορθώθηκε ἐπισήμως. Αὐτὸ ἐπιχειρεῖται τώρα στὴν συγκαλούμενη Ἁγία, καὶ Μεγάλη Σύνοδο ποὺ μέχρι τώρα διαψεύδει τὴν ὀνομασία της· δὲν εἶναι οὔτε Ἁγία διότι δὲν ἀκολουθεῖ τοὺς Ἁγίους, οὔτε Μεγάλη, διότι δὲν ἐκπροσωπεῖ οὔτε τὸ σύνολο τῶν ἐπισκόπων οὔτε τὴν καθολικὴ συνείδηση τῶν πιστῶν.


4. Προέλευση τοῦ συνοδικοῦ κειμένου καὶ κρυφὲς ἐπιδιώξεις του

Ἂς δοῦμε ὅμως πῶς προέκυψε τὸ συζητούμενο κείμενο καὶ ποιὲς εἶναι οἱ κρύφιες καὶ συγκεκαλυμμένες ἐπιδιώξεις του, οἱ νεοποχίτικες ἀσάφειες καὶ ἀντιφάσεις, ἡ ἀπουσία σαφοῦς καὶ ἀκριβοῦς λόγου, ὥστε ἡ ἀσάφεια νὰ ἐπιτρέπει ποικιλία ἐπιθυμητῶν ἑρμηνειῶν καὶ στοχεύσεων. Ἡ Γ´ Προσυνο­δικὴ Πανορθόδοξος Διάσκεψις ποὺ συνῆλθε στὴν Γενεύη (28 Ὀκτωβρίου-6 Νοεμβρίου 1986), στὴν ὁποία ἔλαβε μέρος καὶ ὁ γράφων ὡς σύμβουλος τῆς ἀντιπροσωπίας τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, ὑπῆρξε ὁμολογουμένως ἀπὸ τὶς πιὸ ἐπιτυχεῖς καὶ ἀποδοτικὲς Διασκέψεις, διότι προετοίμασε τὰ τέσσερα ἀπὸ τὰ δέκα θέματα τῆς Συνόδου μὲ τὴν διατύπωση καὶ ἔκδοση τῶν σχετικῶν κειμένων: α) Ἡ σπουδαιότης τῆς νηστείας καὶ ἡ τήρησις αὐτῆς σήμερον, β) Σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρὸς τὸν λοιπὸν χριστιανικὸν κόσμον, γ) Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία καὶ Οἰκουμενικὴ Κίνησις καὶ δ) Ἡ συμβολὴ τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας εἰς ἐπικράτησιν τῆς εἰρήνης, τῆς δικαιοσύνης, τῆς ἐλευθερίας, τῆς ἀδελφοσύνης καὶ τῆς ἀγάπης μεταξὺ τῶν λαῶν καὶ ἄρσιν τῶν φυλετικῶν καὶ λοιπῶν διακρίσεων. Τὰ τέσσερα κείμενα παραπέμπονται τώρα στὴν Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδο ὡς τρία, μὲ συγχώνευση τῶν δύο καὶ ἀλλαγὴ τίτλου στὸ τέταρτο. Τὸ δ´ κείμενο «Ἡ συμβολὴ τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας εἰς ἐπικράτησιν τῆς εἰρήνης κ.τ.λ» ἄλλαξε τίτλο καὶ παραπέμπεται τώρα ὡς «Ἡ ἀποστολὴ τῆς Ὀρθοδοξίας ἐν τῷ συγχρόνῳ κόσμῳ». Τὸ κείμενο «Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία καὶ Οἰκουμενικὴ Κίνησις» συγχωνεύθηκε κακῶς μὲ τὸ κείμενο«Σχέσεις τῆς Ἐκκλησίας πρὸς τὸν λοιπὸν χριστιανικὸν κόσμον». Γιατί ἔγινε αὐτὴ ἡ συγχώνευση; Ἦταν λανθασμένη ἡ προηγουμένη ἐξέταση τῶν σχέσεων μὲ κάθε «ἐκκλησία» ξεχωριστά, περιλαμβάνουσα καὶ τὴν ἀποτίμηση τῶν διμερῶν θεολογικῶν διαλόγων, καὶ ξεχωριστὰ μὲ τό «Παγκόσμιο Συμβούλιο Ἐκκλησιῶν» καὶ τοὺς ἐντὸς αὐτοῦ πολυμερεῖς διαλόγους; Τὰ δύο κείμενα ἀπὸ τῆς ὑπογραφῆς τους μέχρι σήμερα (1986-2016), ἐπὶ τριάντα ἔτη, ἔχουν ἀποκτήσει μία ταυτότητα ξεχωριστὴ καὶ ἔχουν γίνει ἐπ᾽ αὐτῶν ποικίλες παρατηρήσεις, θετικὲς καὶ ἀρνητικές. Γιὰ ποιό λόγο ἑνοποιήθηκαν; Στὶς ἐπὶ μέρους ἐκκλησίες ὑποβλήθηκαν καὶ ὑπῆρχαν ἐπὶ ἔτη ὡς ξεχωριστὰ κείμενα. Ζητήθηκε ἡ γνώμη τῶν ἐκκλησιῶν γιὰ τὴν ἑνοποίησή τους; Πολὺ περισσότερο μάλιστα, ὅταν ἐνημερώνονται προσφάτως οἱ ἱεραρχίες τῶν αὐτοκεφάλων ἐκκλησιῶν γιὰ τὰ δύο κείμενα καὶ γνωρίζουν δύο ξεχωριστὰ κείμενα, ὅπως ἔγινε μὲ τὴν ἱεραρχία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, τὴν ὁποία ἐνημέρωσε στὶς 8 Ὀκτωβρίου 2014 ὁ μητροπολίτης Μεσσηνίας Χρυσόστομος, ἐκπρόσωπος τῆς ἐν λόγῳ Ἐκκλησίας στὶς προσυνοδικὲς Ἐπιτροπὲς καὶ Διασκέψεις μὲ ἐκτενῆ εἰσήγηση καὶ θέμα «Ἐνημέρωσις περὶ τῆς Μελλούσης Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου». Οἱ ἀρχιερεῖς ἀπέκτησαν μίαν εἰκόνα ἀπὸ τὰ δύο κείμενα τελείως διαφορετική, μὲ μεγαλύτερη πληρότητα, γιὰ τοὺς διεξαγόμενους θεολογικοὺς διαλόγους καὶ τό «Παγκόσμιο Συμβούλιο Ἐκκλησιῶν», ἀπὸ αὐτὴν ποὺ παρουσιάζει τώρα τὸ νέο κουτσουρεμένο, ἐλλιπὲς καὶ ὡραιοποιημένο κείμενο. Γιατὶ στὸ παρὰ πέντε τὴν τελευταία στιγμή, στὸ πιὸ κρίσιμο κείμενο τῆς Συνόδου ἔγιναν αὐτὲς οἱ ἐπεμβάσεις, χωρὶς τὴν γνώμη τῶν ἐκκλησιῶν; Δὲν πρόκειται γιὰ ἁπλὲς φιλολογικὲς ἢ ἐννοιολογικὲς παρεμβάσεις καὶ διορθώσεις, ἀλλὰ γιὰ ἀλλαγὴ τοῦ κειμένου μὲ προσθῆκες καὶ ἀφαιρέσεις ὁλοκλήρων σελίδων καὶ παραγράφων, μὲ στόχο τὸ κρίσιμο αὐτὸ κείμενο νὰ περάσει εὐκολώτερα, καὶ νὰ ἐπικυρωθεῖ θεσμικὰ καὶ ἐπίσημα ἡ παναίρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ.
Καὶ ποιά εἶναι ἡ αἰτιολογία τῆς κολοβώσεως τοῦ σημαντικοῦ αὐτοῦ κειμένου ποὺ δὲν πείθει οὔτε καὶ πολλοὺς ἐκ τῶν Οἰκουμενιστῶν; Ὁ μητροπολίτης Περγάμου Ἰωάννης, πρόεδρος τὰ τελευταῖα χρόνια τῶν προσυνοδικῶν Ἐπιτροπῶν καὶ Διασκέψεων στὴν εἰσήγησή του «Περὶ τῆς πορείας τῆς προετοιμασίας τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου», ποὺ παρουσίασε στὴν Σύναξη τῆς Ἱεραρχίας τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου (29.8.2015) στὸ Φανάρι, δὲν δίδει καμμία ἐξήγηση· λέγει ἁπλῶς ὅτι «Ἡ Ἐπιτροπὴ ἀπεφάσισε νὰ συνενώση τὸ κείμενο τοῦτο μετὰ τοὺ προηγουμένου ὡς ἐκ τῆς συγγενείας τοῦ περιεχομένου των», ἐνῶ δὲν πρόκειται περὶ ἁπλῆς συνενώσεως, ἀλλὰ περὶ οὐσιαστικῶν ἀφαιρέσεων καὶ προσθηκῶν. Ὁ μητροπολίτης Μεσσηνίας Χρυσόστομος, ὁ ὁποῖος ἐνθουσιαστικὰ καὶ ὀρθοδοξώτατα παρουσίασε τὰ δύο κείμενα στὴν Ἱεραρχία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, τὸν Ὀκτώβριο τοῦ 2014, μέχρι σημείου κάποιοι ἀρχιερεῖς νὰ σχηματίσουν τὴν γνώμη ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἐνημερώσεως, ὅτι «πάει, πέθανε ὁ Οἰκουμενισμός», οὔτε ἀντέδρασε οὔτε ἐνημέρωσε τὴν Ἱεραρχία γιὰ τὶς οὐσιαστικὲς ἀλλαγὲς στὸ κείμενο. Ἁπλῶς, σὲ εἰσήγηση ποὺ ἔκανε στὴν Ἱερὰ Μονὴ Βλατάδων, ὅπου συνεκλήθη συνέδριο μὲ θέμα «Πρὸς τὴν Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδο» (3-5 Δεκεμβρίου 2015), δικαιολογώντας τὴν συγχώνευση τῶν δύο κειμένων εἶπε: «Εἰς τὰ πλαίσια τῆς ἐπικαιροποιήσεως τῶν ἀπόψεων καὶ θέσεων ἐθεωρήθη ὀρθότερον ἡ ἑνοποίηση τῶν δύο κειμένων, ἐνῶ δὲν ἐτέθησαν παράγραφοι τῶν δύο προηγουμένων κειμένων, αἱ ὁποῖαι ἀναφέρονταν εἰς τὰς δράσεις καὶ εἰς τὰς ἐνεργείας ἐνίων ὀργάνων, κυρίως τοῦ Παγκοσμίου Συμβουλίου Ἐκκλησιῶν, ὡς καὶ εἰς τὴν περιγραφικὴν πορείαν τῶν διαφόρων Διμερῶν Θεολογικῶν Διαλόγων. Ἡ ἀπάλειψις αὕτη ἐγένετο, διότι ἐθεωρήθησαν πλέον αἱ συγκεκριμέναι παράγραφοι ὡς ἁπλαὶ καὶ μόνον ἱστορικαὶ ἀναφοραί, αἱ ὁποῖαι δὲν προσέφερόν τι τὸ σημαντικὸν ὡς πρὸς τὴν μελλοντικὴν θεώρησιν καὶ ἀξιοποίησιν πανορθοδόξως τοῦ νέου κειμένου». Τὸ ἑνοποιημένο κείμενο ἑτοίμασε ἡ «Εἰδικὴ Διορθόδοξη Ἐπιτροπή» ποὺ ἐπραγματοποίησε τὴν Α´ Συνάντηση στὸ Σαμπεζὺ τῆς Γενεύης ἀπὸ 29 Σεπτεμβρίου ἕως 4 Ὀκτωβρίου τοῦ 2014, τὸ ἐνέκρινε δὲ καὶ τὸ ὑπέγραψε ἡ Ε´ Πορσυνοδικὴ Πανορθόδοξη Διάσκεψη (Γενεύη, 10-17 Ὀκτωβρίου 2015), ὅπως μᾶς πληροφορεῖ ὁ μητροπολίτης Μεσσηνίας στὴν ἀναφερθεῖσα εἰσήγησή του στὸ συνέδριο τῆς Μονῆς Βλατάδων, ἀλλὰ καὶ ἄλλες πηγές. Ἐξ αὐτῶν γεννῶνται πολλὰ ἐρωτήματα γιὰ τὸν τρόπο τῆς προσυνοδικῆς ἐργασίας στὴν τελευταία φάση, ποὺ ἔγινε ἡ δῆθεν ἐπικαιροποίηση, διόρθωση καὶ βελτίωση τῶν κειμένων. Ὁμολογεῖται ἐν πρώτοις ἀπὸ τὸν μητροπολίτη Μεσσηνίας ὅτι ἀφαιρέθηκαν ἀπὸ τὸ κείμενο οἱ παράγραφοι ποὺ ἀφοροῦσαν στοὺς Θεολογικοὺς Διαλόγους καὶ στὸ Παγκόσμιο Συμβούλιο Ἐκκλησιῶν, καὶ αὐτὸ ἦταν, κατὰ τὴν γνώμη μας ὁ κύριος στόχος τῶν ἀλλαγῶν, ὅπως θὰ δοῦμε στὴν συνέχεια. Προκύπτει, ὅμως καὶ κάτι ἄλλο ποὺ ἔχει σχέση μὲ τὴν σοβαρότητα καὶ ὑπευθυνότητα τῶν προσώπων ποὺ μᾶς ἐκπροσωποῦν στὶς Προσυνοδικὲς Ἐπιτροπὲς καὶ Διασκέψεις. Ἡ κολόβωση τῶν δύο κειμένων καὶ ἡ συγχώνευσή τους σὲ ἕνα ἔγινε στὴν Α´ Συνάντηση τῆς Εἰδικῆς Διορθόδοξης Ἐπιτροπῆς (29 Σεπτεμβρίου-4 Ὀκτωβρίου 2014). Ἀμέσως μετά, πρὶν στεγνώσει ἡ μελάνη, ὅπως λέγαμε παλαιότερα, στὶς 8 Ὀκτωβρίου, τέσσερις μόλις ἡμέρες μετά, ὁ μητροπολίτης Μεσσηνίας ἐνημέρωσε τὴν Ἱεραρχία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος γιὰ τὴν πορεία τῆς Συνόδου, καί, ἐνῶ μόλις εἶχε ἐπιστρέψει ἀπὸ τὴν Α´ Συνάντηση τῆς Εἰδικῆς Διορθόξοξης Ἐπιτροπῆς, ὅπου κολοβώθηκαν καὶ ἑνοποιήθηκαν τὰ κείμενα, ἀπέκρυψε τὸ γεγονὸς καὶ παρουσίασε ξεχωριστὰ τὰ κείμενα μὲ ἀπαξιωτικὲς καὶ ὀρθὲς παρατηρήσεις γιὰ τοὺς Θεολογικοὺς Διαλόγους, οἱ ὁποῖες ὅμως πλέον δὲν εἶχαν καμμία ἀξία, ἀφοῦ τὰ περὶ Θεολογικῶν Διαλόγων εἶχαν ἀπαλειφθῆ. Ἴσως βέβαια αὐτὸ ἔγινε, διότι ὅλα αὐτὰ δὲν εἶχαν ἀκόμη ὁριστικοποιηθῆ καὶ ἐγκριθῆ ἀπὸ τὴν ἀναμενόμενη Ε´ Προσυνοδικὴ Πανορθόδοξη Διάσκεψη (Ὀκτώβριος 2015). Εἶχε ὅμως ὑποχρέωση νὰ ἐνημερώσει τὸ σῶμα τῆς Ἱεραρχίας, γιὰ νὰ τοποθετηθοῦν ἐπὶ τῶν ἀλλαγῶν καὶ οἱ ἀρχιερεῖς, ὥστε νὰ μεταφέρει τὶς ἐνδεχόμενες ἀντιδράσεις στὴν Ε´ Προσυνοδικὴ Διάσκεψη καὶ ἀναλόγως νὰ ληφθῦν οἱ ἀποφάσεις, πρᾶγμα ποὺ δὲν ἔγινε καὶ σ᾽ αὐτὴν τὴν περίπτωση, ἐπὶ περιφρονήσει καὶ ὑποτιμήσει, πολλαπλῶς, τοῦ σώματος τῶν ἐπισκό-πων. Πρὸς τὶ ὅμως αὐτὴ ἡ ἀπόκρυψη, παραπληροφόρηση καὶ παραπλάνηση τῶν ἐπισκόπων;
Συνεχίζεται

Δεν υπάρχουν σχόλια: