Τετάρτη 4 Οκτωβρίου 2017

Η ΜΟΙΡΑ ΤΟΥ ΕΓΩ (4)

Συνέχεια από : Σάββατο 30 Σεπτεμβρίου 2917
ΚΑΡΤΕΣΙΟΣ : ΕΝΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑ  ΙΣΤΟΡΙΟΓΡΑΦΙΑΣ
Enrico Berti
Έχει αποδειχθή ήδη απο το 1987, πώς το κέντρο τού Καρτεσιανού διαλογισμού δέν είναι το Cogito, δηλ, η μεταφυσική (απόδειξη τής αθανασίας τής ψυχής και τής υπάρξεως τού Θεού), η οποία εκτίθεται στο IV μέρος τού Discorso (και στη συνέχεια πιό αναλυτικά στις Meditazioni (διαλογισμοί) τού 1641), αλλά η μέθοδος. Η μέθοδος είχε εννοηθεί απο τον Καρτέσιο, σε στενή σχέση με την Φυσική, ή καλύτερα με τις επιστήμες, όπως φαίνεται απο την έκδοση τού Discorso (Λόγος) με τα τρία δοκίμια, Διοπτρική, Μετεωρίτες και Γεωμετρία, και απο την εξήγηση τού συγγραφέως πώς το πρώτο χρησιμοποιείται σαν εισαγωγή σ’αυτά και πώς αυτά αποτελούν την πλέον επαρκή έκθεση τής ίδιας τής μεθόδου.
Όσον αφορά λοιπόν την καταγωγή τής μεθόδου, πρέπει να θυμηθούμε πώς προηγείται κατα πολύ τής ανακαλύψεως τού Cogito, δηλ, της μεταφυσικής. Η πρώτη διαίσθηση τής μεθόδου ξεκινά απο το 1619, δηλ, απο τις αρχές τής φιλοσοφικής τριβής τού Καρτέσιου. Η αφήγηση αυτής τής διαισθήσεως την οποία αφιερώνει στο Discorso είναι ηθελημένα μειωτική ως προς την σπουδαιότητά της : έχουμε σχεδόν την εντύπωση πώς η ανακάλυψη τής μεθόδου προήλθε απο την παρατήρηση, κοινότυπη δέ, πώς οι πρωτοβουλίες οι οποίες επιτυγχάνουν καί λαμβάνονται απο ένα μόνο άτομο, έχουν  μεγαλύτερη τύχη απο εκείνες στις οποίες συνεργάζονται περισσότερα πρόσωπα. Πολύ πιθανόν στα 1637, ο Καρτέσιος να ήθελε να γλυκάνει τήν σπουδαιότητα και τον επαναστατικό νεωτερισμό τής ανακαλύψεώς του.
Δέν συμβαίνει όμως το ίδιο στις πρώιμες σημειώσεις του, οι οποίες γράφτηκαν ταυτόχρονα με τα γεγονότα και οι οποίες ανακαλύφθηκαν μετά τον θάνατό του. Στα γραπτά τα ονομαζόμενα Olympica (ολυμπιακά), περιγράφει πώς στις 10 Νοεμβρίου 1619 δηλ, την προηγούμενη ημέρα της νύχτας κατα την διάρκεια τής οποίας είχε τα τρία διάσημα όνειρα τα οποία τού επιβεβαίωσαν την θεία έμπνευση τής ανακαλύψεώς του, είχε ανακαλύψει imirabilis scientiae fundamenta δηλ, τα θεμέλια μίας υπέροχης επιστήμης, η οποία κατόπιν στα 1620 τού αποκαλύπτεται πώς είναι, όπως προκύπτει απο τις cogitatione privatae, η σύνδεση όλων των επιστημών σαν να διαμορφώνουν μία μοναδική καθολική επιστήμη (scienta universalis). Η μέθοδος λοιπόν αποτελείται απο τους κανόνες σύμφωνα με τους οποίους προοδεύει αυτή η καθολική επιστήμη.
Στις επεξεργασίες αυτής τής μεθόδου αφιέρωσε ο Καρτέσιος όπως είναι γνωστό, την δεκαετία ανάμεσα στα 1619 και το 1628 που προηγήθηκε απο την απόσυρσή του στην Ολλανδία, και γράφτηκε και φανερώθηκε για πρώτη φορά στις Regulae (κανόνες), οι οποίες μάλιστα έμειναν αδημοσίευτες. Σ’αυτή την εργασία δείχνει την καταγωγή της στα μαθηματικά τών αρχαίων και βρίσκεται καταρχάς στο έργο του Πλάτωνος. Αυτή η μέθοδος, εξηγεί ο Καρτέσιος, δέν είναι τα μαθηματικά που κοινώς γνωρίζουμε (vulgaris), τα οποία ασχολούνται με αριθμούς και φιγούρες (σχήματα και μορφές), αλλά μία κάποια άλλη επιστήμη, της οποίας εκείνα είναι ένα περιτύλιγμα και δέν αποτελούν μέρος της. Αυτή είναι η ίδια η τέχνη τής αποδείξεως, η οποία μας επιτρέπει να οικοδομήσουμε μία γενική επιστήμη του όλου, όλου εκείνου που έχει τάξη και μέτρο και της οποίας το όνομα είναι αρχαίο και παραδεκτό ήδη απο την χρήση του, mathesis universalis.
Η ιδέα μίας mathesis universalis, όπως είναι γνωστό απο το βιβλίο του G.GRAPULLI που είναι αφιερωμένο σ’αυτή, ήταν διαδεδομένη στην κουλτούρα του ‘500’ και ‘600’, και είχε δύο εκδοχές. Μία περιορισμένη η οποία είχε την καταγωγή της απο την Αριστοτελική παράδοση, σύμφωνα με την οποία η mathesis universalis ήταν η βάση μόνον των μαθηματικών επιστημών, και μία πιό ανοιχτή και πλατειά, που καταγόταν απο την νεοπλατωνική παράδοση, και για την οποία ήταν πραγματικά μία καθολική επιστήμη, η οποία περιείχε όλες τις άλλες, και η οποία συνέπιπτε με την ίδια την φιλοσοφία. Και στις δύο εκδοχές η mathesis universalis είχε την δομή που προέκυπτε απο την διαδικασία τών δύο αρχών της αναλύσεως και της συνθέσεως, οι οποίες υπάρχουν ήδη στον Πλάτωνα αλλά ο κλασσικός ορισμός τους περιείχετο στο Collectiones mathematicae απο τον Pappo της Αλεξάνδρειας, οι οποίες είχαν μεταφραστεί στα λατινικά απο τον Federico Comandino γύρω στα 1589.
Αυτός ο ορισμός που ήταν στα σίγουρα γνωστός στον Καρτέσιο, διότι ο ίδιος θα τον επαναλάβει στις Meditazioni (διαλογισμούς) δείχνει ξεκάθαρα πώς η ανάλυση και η σύνθεση είναι στην πραγματικότητα μία και η αυτή πρόοδος δηλ, η απαγωγή, η οποία εξασκείται είτε ξεκινώντας απο μία πρόταση η οποία δέν είναι ακόμη γνωστή (η λύση τού προβλήματος) αλλά υποτιθέμενη σαν υπόθεση, για να εξαχθούν οι συνέπειες μέχρις όπου φθάσουμε σε κάτι γνωστό (ανάλυση) ή ξεκινώντας απο μία αρχή ήδη γνωστή, για να εξαχθούν συνέπειες ακόμη άγνωστες (σύνθεση). Και στις δύο περιπτώσεις η διαδικασία λειτουργεί μόνον εάν οι προτάσεις τις οποίες χρησιμοποιεί είναι μετατρέψιμες δηλ, συνδεδεμένες αναγκαίως και με την μία σημασία και με την άλλη, όπως συμβαίνει ακριβώς με τις μαθηματικές προτάσεις.
Έτσι λοιπόν αυτή η μέθοδος επεκτάθηκε απο τα μαθηματικά σ’ολόκληρη την πραγματικότητα δηλ, στην mathesis universalis, κατανοημένη στην πιό πλατειά της σημασία, απο τον Πρόκλο και συγκεκριμένα στο «Σχόλιο στο 1ο βιβλίο των «στοιχείων» τού Ευκλείδη», το οποίο είχε μεταφραστεί στα λατινικά απο τον μαθηματικό Francesco Barozzi ήδη στα 1560 και ήταν στα σίγουρα γνωστό στους Ιησουίτες τού Collegio Romano, για παράδειγμα στον Cristoforo Claviο, ο οποίος το αναφέρει και το οποίο πολύ πιθανόν γνωστοποιήθηκε και στον νεαρό Καρτέσιο μέσω εκείνου τού μοναχού Francois, ο οποίος αφού σπούδασε μαθηματικά στο Collegio Romano, δίδαξε στο κολλέγιο La Fleche. Σε κάθε περίπτωση, είτε το γνώρισε ο Καρτέσιος είτε όχι, δέν υπάρχει αμφιβολία πώς η ιδέα τής επιστήμης δομημένης σύμφωνα με την ανάλυση και την σύνθεση και επομένως περιέχοντας αναγκαίως μία συνδεσμολογία ολοκλήρου τής πραγματικότητος, δηλ, η ιδέα του Πρόκλου, είναι η ίδια που βρίσκουμε στον Καρτέσιο και η οποία είναι το θεμέλιο τής μεθόδου του.
Αυτή η ιδέα, αυτή η εμπιστοσύνη, δηλ, στην μαθηματική μέθοδο σαν μεθόδου τής καθολικής επιστήμης, δέν επηρέαζεται καθόλου απο την μεθοδική αμφιβολία η οποία παρουσιάζεται απο τον Καρτέσιο στο IV μέρος τού Discorsο, στην οποία (αμφιβολία) στηρίζεται η μεταφυσική του. Έχουμε μάλιστα την εντύπωση πώς η μεταφυσική οικοδομήθηκε μόνο και μόνο για να διαλύσει τις αμφιβολίες γύρω απο την συμφωνία της Καρτεσιανής μεθόδου με την Χριστιανική θρησκεία. Αλλά το πραγματικό ενδιαφέρον τού Καρτέσιου δέν ήταν στραμμένο στην Μεταφυσική, αλλά στην Φυσική, και μάλιστα στην καθολική επιστήμη για την οποία είχε τελειοποιήσει την μέθοδό του, η οποία έπρεπε να ανακοινωθεί στήν πραγματεία του Le monde, η οποία όμως δέν εκδόθηκε ποτέ, λόγω τής πληροφορίας που έφτασε και στους κύκλους του, τής καταδίκης τού Γαλιλαίου, αλλά τού οποίου διαθέτουμε ορισμένα αποσπάσματα στα τρία μικρά δοκίμια που συνοδεύουν το Discorso. Σε κάθε περίπτωση η μεταφυσική γράφτηκε μετά την ανακάλυψη τής μεθόδου ανάμεσα στα 1628 και το 1629, και ανακοινώθηκε στο IV μέρος τού Discorso (λόγος περί της μεθόδου).
Η μεθοδολογική αμφιβολία στην οποία θεμελιώνεται η μεταφυσική δηλ, το Cogito (η σκέψη), το δόγμα τής ψυχής και το δόγμα τού Θεού, επεξεργασμένη για να ικανοποιήσει τις απαιτήσεις τής Χριστιανικής θρησκείας, δέν επηρεάζει καθόλου την μέθοδο, όπως προκύπτει απο το γεγονός πώς για τον Καρτέσιο οι προτάσεις τών μαθηματικών θα παρέμεναν αληθινές έστω και άν μας φανερωνόταν μόνον σε όνειρο (που είναι ακριβώς το επιχείρημα με το οποίο βάζει σε αμφιβολία κάθε άλλη βεβαιότητα). Θα μπορούσαν να τεθούν σε αμφιβολία μόνον καταφεύγοντας στην υπόθεση πώς μας προτάθηκαν απο ένα κακό πνεύμα, το οποίο είναι μία υπερβολική αμφιβολία, που δέν είναι μεθοδική, όπως επιθυμεί να είναι η Καρτεσιανή αμφιβολία. Και επιπλέον αταίριαστη με την ίδια την Χριστιανική πίστη, σύμφωνα με την οποία δημιουργηθήκαμε απο τον Θεό και ο Θεός δέν μπορεί να μας κοροϊδέψει. Έχει σημασία επίσης το γεγονός πώς ούτε η Χριστιανική πίστη ερευνάται με την βοήθεια τής αμφιβολίας όπως φαίνεται στο τριτο μέρος του Discorso. Η μεθοδικότης τής μεθόδου και η πίστη είναι γι’αυτόν οι δύο μεγάλες του βεβαιότητες, που προηγούνται τής μαθηματικής αμφιβολίας, οι οποίες δέν εξετάστηκαν ποτέ απο τον ίδιο και οι οποίες συμφιλιώθηκαν μεταξύ τους—έτσι πίστεψε ο Καρτέσιος—απο μία μεταφυσική η οποία ναί μέν γεννήθηκε απο την μεθοδολογική αμφιβολία, αλλά είναι κατανοημένη σαν μία λειτουργία, σαν ένα εργαλείο.
Η μέθοδος αποτελεί λοιπόν, δίπλα στο Cogito(την σκέψη), δηλ, την αμφιβολία, την άλλη μεγάλη πηγή τής Καρτεσιανής φιλοσοφίας, μάλιστα την πιό σημαντική, διότι κατευθύνεται σε εκείνη την καθολική επιστήμη που είναι η αληθινή φιλοσοφία τού Καρτέσιου, δηλ, την ένωση όλων των επιστημών σε μία μοναδική αποδεικτική και συνεπή αλυσσίδα, της οποίας το V μέρος του Discorso μάς δίνει μόνον μία μικρή γεύση, και είναι παρουσιασμένη, όπως είναι γνωστό, με την μορφή παραμυθιού. Αυτός ο δυαλισμός ανάμεσα στην μέθοδο και στο Cogito είναι μάλλον ο αληθινός Καρτεσιανός δυαλισμός, ο οποίος προηγείται όλων των υπολοίπων συμπεριλαμβανομένου και εκείνου ανάμεσα στην res cogitans και την res extensa.
Αλλά η μέθοδος είναι επίσης και η στιγμή η λιγότερο κριτική ολοκλήρου τής φιλοσοφίας τού Καρτέσιου, ή ακόμη περισσότερο το θεωρητικό του όριο. Διότι δέν προέρχεται απο την κριτική όλης τής προηγούμενης κουλτούρας, που περιγράφεται τόσο επαρκώς στο πρώτο μέρος τού Λόγου πάνω στη μέθοδο, ούτε απο την μεθοδική αμφιβολία, που αντιπροσωπεύει αντιθέτως το αποκορύφωμα τής κριτικής τού Καρτέσιου και δέν διαθέτει την διαλεκτική δύναμη τού cogito η βεβαιότης τού οποίου προκύπτει απο την αδυναμία απορρίψεώς του.
Η μέθοδος υιοθετήθηκε, όπως είδαμε, απο τα αρχαία μαθηματικά, απλωμένη όμως μέχρις ότου αγκαλιάσει το σύνολο τής ανθρώπινης γνώσεως, σύμφωνα με την μεγάλη σύλληψη του Πρόκλου. Δέν εννοούμε βεβαίως πώς ο Καρτέσιος απλώς επαναλαμβάνει τον Πρόκλο διότι πρώτα απ’όλα το σχέδιο του είναι ριζικά διαφορετικό απο εκείνο του Πρόκλου, διότι δέν έχει μία σημασία μυστικής ή θρησκευτικής τάξεως, αλλά διαθέτει αντιθέτως μία σκοπιμότητα πρακτικής τάξεως και λειτουργικής. Δηλ, τυπικώς μοντέρνας. Μέσω τής μεθόδου εξάλλου, όπως και ο ίδιος ο Καρτέσιος δηλώνει στιν VI μέρος του (Λόγου) Discorsο, μπορούμε να γίνουμε «σχεδόν αφεντικά και κάτοχοι τής φύσεως», επι πλέον μέσω αυτής τής μεθόδου, ο Καρτέσιος έδωσε την δική του μεγαλειώδη βοήθεια στην γέννηση τής συγχρόνου επιστήμης, δηλ, της αναλυτικής γεωμετρίας και της φυσικο-μαθηματικής επιστήμης, η οποία για τους αρχαίους θα ήταν εντελώς αδύνατη.
Ο Καρτέσιος λοιπόν εγκαινιάζει την μοντέρνα φιλοσοφία όχι τόσο σαν κριτική φιλοσοφία αντιτιθέμενη στον αρχαίο και στον μεσαιωνικό δογματισμό, όσο σαν πρακτική φιλοσοφία, δηλ, επιστημονική και τεχνολογική σύμφωνα με το ιδεώδες τού Βάκωνος περί εγκαθιδρύσεως τής Βασιλείας τών ανθρώπων, αλλά με το πλεονέκτημα έναντι του Βάκωνος ότι κατείχε εκείνο το υπέροχο εργαλείο επιστημονικής γνώσεως που είναι τα μαθηματικά.

Αμέθυστος

Δεν υπάρχουν σχόλια: