Δευτέρα 2 Νοεμβρίου 2015

PAUL FRIEDLȀNDER ΠΛΑΤΩΝ (24)

Συνέχεια από Παρασκευή, 16  Οκτωβρίου 2015
                
  PAUL   FRIEDLȀNDER
                                                       Π Λ Α Τ Ω Ν

        ( 1ος τόμος:  Η αλήθεια της ύπαρξης και η πραγματικότητα της ζωής )
                      ( Τρίτη, αναθεωρημένη και συμπληρωμένη έκδοση -
                                Walterde Gruyteru. Co, Berlin 1964 )
                            
                                         ΚΕΦΑΛΑΙΟ  ΙΧ  /  ΜΥΘΟΣ

   Στην ιστορία τού ελληνικού μύθου, που συνοδεύει ως γραμμή τής μοίρας την ζωή τού ελληνικού λαού, είναι ο 5ος αιώνας η πραγματικά αποφασιστική εποχή. Κι ενώ εξυψώνεται απότομα ως τραγωδία (Tragӧdie), προετοιμάζεται μέσα από πολλές γενιές κριτικής σκέψης η διάλυσή του. Συνυπάρχει δε με τις τελευταίες δεκαετίες τού Ευριπίδη, ο οποίος και διαλύει – δημιουργός και καταστροφέας ταυτόχρονα του μύθου – μέχρι τις ίδιες του τις ρίζες τον μύθο, η νεανική ηλικία τού Πλάτωνα.  Και είναι καλό να θυμόμαστε ότι είχε θείο αλλά και θαυμαστό πρότυπο ο Πλάτων τον Κριτία, τον ίδιον εκείνον Κριτία που ‘απεδείκνυε’, ακολουθώντας τον Ευριπίδη, ως την εσκεμμένη εφεύρεση ενός πονηρού ανθρώπου τον κόσμο τών θεών μπροστά στους Αθηναίους.
         Το πώς θεωρούσαν τον μύθο στον κύκλο όπου και μεγάλωνε ο Πλάτων, θα το γνωρίσουμε καλύτερα από κάποιες αποστροφές τών Διαλόγων. O Ιπποθαλής στιχουργεί προς τιμήν τού ωραίου Λύση τις πασίγνωστες ιπποδρομιακές νίκες τών προγόνων, προσθέτοντας και κάτι απ’ το «ακόμα προγενέστερο παρελθόν» (κρονικώτερα – Λύσις 205 C): όπως ‘υποδέχτηκε’ κάποτε ο ιδρυτής τού γένους, που διαθέτει κι ο ίδιος μια μυθική γενεαλογία (Genealogie), τον Ηρακλή ως συγγενή του. Για τον ίδιον τον στιχουργό, που αισθάνεται να ακολουθή ίσως μ’ όλα αυτά τον Πίνδαρο, καλλωπίζουν τέτοιες ‘πράξεις’ το πάθος του, ενώ για έναν νηφάλιο κριτή αποτελούν όλα αυτά ‘τραγούδια γερασμένων γυναικών’ (άπερ αι γραίαι άδουσιν). Στον «Φαίδρο» (229 Β κ.ε.) ανακαλεί στη μνήμη την αρπαγή τής Ωρίθειας απ’ τον Βορέα το τοπίο στον Ιλισσό, και ρωτά σαν να ήταν αυτό το πιο σημαντικό ο Φαίδρος, αν πιστεύη πως είναι αληθινός αυτός ο μύθος (μυθολόγημα) ο Σωκράτης. Έχουν καταστή λοιπόν ‘φληναφήματα’ τρόπον τινά ή και παιχνίδια τής κριτικής και του ευφυολογήματος οι μυθικές παραδόσεις για τη νεολαία, κι αυτήν την εικόνα παρουσιάζει ο Πλάτων.
         O Σωκράτης, ή τουλάχιστον ο πλατωνικός Σωκράτης, δεν συμμετέχει, αντίθετα απ’ τους σοφιστές, στη διάλυση του μύθου. Αποκρούει λοιπόν την ‘περίεργη’ ερώτηση του νεαρού συνοδού του, γιατί είναι πιο σημαντικό γι’ αυτόν να θέση και τον μύθο στην υπηρεσία τού ενός και μοναδικού του έργου, της αυτο-γνωσίας, αντί να τον καταστρέψη. Δεν είναι όμως ταυτόχρονα ένας «μυθολόγος» (Mythologe), ένας ‘αφηγητής ιστοριών’ ο Σωκράτης – και πρόκειται για τον ιστορικό κυρίως Σωκράτη, που μιλά έτσι στην αρχή τού «Φαίδωνα» για τον εαυτό του. Γιατί είναι εντελώς αντίθετη προς την ποιητική τοποθέτηση απέναντι στον κόσμο και τον άνθρωπο η δική του βασική, που εξετάζει και ρωτά, συμπεριφορά.
            Όταν ανέλαβε λοιπόν το ερώτημα του Σωκράτη, έπρεπε και να κάψη τις τραγωδίες του ο Πλάτων. Χωρίς να μπορή όμως και να ‘εξοντώση’ τον ποιητή, που υπήρχε δίπλα στον ‘σωκρατικό’ εαυτό του, και δίπλα στον Σωκράτη. Έπρεπε να είναι και τα δυό, για να μπορέση να δη τις αιώνιες μορφές, και τα δυό, για να μπορέση να δημιουργήση το καινούργιο φιλοσοφικό ‘δράμα’. Θα μπορούσε να γίνη ίσως εύκολα κατανοητό σήμερα το να λέγαμε, πως δημιούργησε, αντί να αναμορφώση τούς παλιούς μύθους τού λαού του, τον μύθο (Mythos) τού Σωκράτη. Δεν θα ονόμαζε ωστόσο (ποτέ…) μ’ αυτόν τον τρόπο τον Βίο (Bios) που περιέγραψε ο ίδιος. Και μπορούμε να μιλήσουμε για τον μύθο στον δικό του και μόνον τρόπο σκέψης. Αντιτίθεται στον Λόγο (Logos) σ’ αυτόν ο Μύθος, που είναι «ιστορία» σε αντίθεση προς την ‘εννοιολογική’ (‘ιδεατή’…) συζήτηση   (( Σημ. τ. μετ.: Βλέπε ωστόσο σχόλια του Αμέθυστου σχετικά με την ‘έννοια’ στην αρχαία Ελλάδα, όπου δεν υφίσταται παντελώς έτσι όπως την ‘εννοούμε’ σήμερα, μέσα απ’ τη ‘δυτική’ μας ‘σκέψη’… )) , και παλαιά προπάντων ιστορία, παράδοση των προγόνων, λαϊκή παράδοση, διδασκαλία για παιδιά, ‘μύθοι γραιών’, παραμύθι, ‘σφραγισμένο’ απ’ το ψεύδος (Pseudos), χωρίς να του λείπη και ένα αληθινό βεβαίως περιεχόμενο. Μιλά λοιπόν μ’ έναν ‘ευτελή’ κάπως τόνο για τον μύθο, και δεν υπάρχει το ‘πανηγυρικό’, που ευχαρίστως – μεταξύ άλλων – του αποδίδουμε εμείς σήμερα, στον τρόπο που χρησιμοποιεί τη γλώσσα ο Πλάτων, έστω κι αν μοιάζη να μας το ‘υποβάλη’ τρόπον τινά, έτσι όπως αντιμετωπίζει το ίδιο το αντικείμενό του. Συνιστά εν πάση περιπτώσει μια μορφή τού προφορικού λόγου, με συγκεκριμένες απαιτήσεις, υπό την ευρύτατή του έννοια γι’ αυτόν ο «μύθος». Και μας υπενθυμίζει μια γενική, όπως φαίνεται, θεώρηση στον «Φαίδωνα» (61 Β) ο Σωκράτης, ότι θά ’πρεπε να δημιουργή δηλ. «ιστορίες» και όχι «λόγους», αν θά ’θελε να είναι πραγματικά ποιητής ο ποιητής. Εφ’ όσον κυριαρχεί δε η ίδια πεποίθηση για την υπεροχή τού «μύθου» απέναντι σ’ όλα τα άλλα μέσα ποιητικής διαμόρφωσης και στον Αριστοτέλη, θα έπρεπε να ήταν δεσμευτικό ήδη αυτό και για τον Πλάτωνα. Για τον οποίον υφίσταται η μυθική ωστόσο ακόμα προπάντων παράδοση του λαού του, που δεν την είχαν απαξιώσει εντελώς ο Ευριπίδης κι ο Κριτίας, και στα θεμέλια τής οποίας διεισδύει τελευταίος, πριν να παγιωθή σε αινιγματικές εντελώς συμβουλές ή να διαλυθή σ’ ένα ‘χρωματιστό παιχνίδι’, ο Πλάτων. Ήταν «πολυάριθμοι και αρχαίοι» (Νόμοι 927 Α) εκείνοι οι μύθοι, και φαίνονταν να περιέχουν ήδη γι’ αυτό μιαν αλήθεια, και να συνδέονται με τις ΄καταβολές’ (Πολιτ. 271 Α). Ενώ συνιστούσαν, με την εξαιρετικά αμφίβολη εικόνα τους για τους θεούς, σοβαρούς απ’ την άλλη κινδύνους, που έπρεπε ν’ αντιμετωπισθούν όχι μόνο με την κριτική (Kritik), αλλά και στον Αγώνα (Agon) τού ποιητή απέναντι στους (άλλους…) ποιητές. Υπήρχε λοιπόν για τον Πλάτωνα ως εξηγητή τού κόσμου, ένα ‘κομμάτι’ παραδεδομένης σημασίας σ’ αυτούς τούς μύθους – ο φιλόμυθος φιλόσοφός πώς εστι - , αποσπάσματα ενός μισοσβησμένου και διασκορπισμένου στο πέρασμα του χρόνου μεγάλου μύθου, τον οποίον και ώφειλε να ‘καθαρίση’, να συνενώση και να διαμορφώση εκ νέου.
        Βλέπουμε λοιπόν μιαν αντίθεση στο ότι έπλαθε μεν μύθους ο Πλάτων, ενώ ήταν μακριά όπως φαίνεται από κάθε μύθο όπως κανένας άλλος Έλληνας ο Σωκράτης, μιαν αντίθεση παρόμοια με κείνην ανάμεσα στην πλατωνική θέα τών Ιδεών και το ατελεύτητο ‘ερωτάν’ τού Σωκράτη, ή ανάμεσα στην πλατωνική συγγραφή και τον προφορικό και μόνο λόγο τού δασκάλου του. Όπως αποδείχτηκε όμως προηγουμένως, ότι ριζώνει η ‘αντίθετη’ έστω δημιουργία τού Πλάτωνα παρ’ όλ’ αυτά στον Σωκράτη, έτσι πρέπει ν’ αναρωτηθούμε και τώρα, μήπως αναπτύχθηκε, όσο κι αν ‘αντιτίθεται’ στον σωκρατικό τρόπο ομιλίας, ‘πάνω’ στην εικόνα τού σωκρατικού Είναι παρ’ όλ’ αυτά ο καινούργιος μύθος στον Πλάτωνα.
           Μήπως ξεκινά άραγες με κείνη τη γνήσια ελληνική απόλαυση για απεικονιστικές συγκρίσεις ή παρομοιώσεις (εικάζειν) η ‘μυθοποίηση’ του Σωκράτη; Δεν μοιάζει βέβαια με κανέναν, λέει ο Αλκιβιάδης (Συμπ. 215 Α κ.ε.), αυτός εδώ ο Σωκράτης· που «δεν έχει καμμιά θέση, και κανέναν τόπο (άτοπος)», σ’ έναν κόσμο όπου ανήκει ωστόσο σε μια συγκεκριμένη θέση ο καθένας και το κάθε τι. Μοιάζει ωστόσο στους Σειληνούς και τους Σατύρους, και μάλιστα στα εξωτερικά του χαρακτηριστικά. Ενώ μαγεύει, ακόμα περισσότερο, με λόγια όπως ο σειληνόμορφος δαίμων (Dӓmon) Μαρσύας με τη φλογέρα τούς ακροατές. Νά που πλησιάζει λοιπόν τόσο κοντά σε μια μυθικήν ύπαρξη κι ο Σωκράτης. Που εμφανίζεται μάλιστα, στη μυθική πάντοτε, παρ’ όλην την επικρατούσα ‘σκέψη’ (Skepsis), ατμόσφαιρα του αττικού τοπίου, ως μια μυθική ‘ενδιάμεση’ κι ο ίδιος ύπαρξη, «που αναστατώνει πολύ περισσότερο κι απ’ τον Τυφώνα» στον «Φαίδρο» (230 Α), παρόμοια όπως «διαμορφώνει με λόγια μιαν εικόνα τής ψυχής», παρομοιάζοντάς την μ’ ένα πολυκέφαλο, μυθικό ‘ενδιάμεσο’ τέρας, σ’ ένα σημείο τής «Πολιτείας» (588 Β κ.ε.). ‘Μοιάζουν’ λοιπόν η ανθρώπινη και ακατάληπτη ψυχή, κι ο Σωκράτης, που δεν τον ‘καταλαβαίνουν’ όχι μόνον οι άλλοι αλλά ούτε κι ο ίδιος του ο εαυτός, με τέτοιες μυθικές μορφές. Και δεν χρειάζεται παρά ένα ακόμα βήμα, για να γίνη αυτός που ‘μοιάζει’ με τον Μαρσύα, «Μαρσύας ο ίδιος» (Συμπ. 215 Ε): και να γίνη η ίδια πλέον η σύγκριση ένα μυθολόγημα.
         Παρουσιάζει έναν ‘ιδιόρρυθμο’ Έρωτα στο «Συμπόσιο» και η Διοτίμα. Που δεν είναι απαλός και ωραίος, «όπως πιστεύουν οι περισσότεροι», κι όπως τον περιέγραψε μόλις προηγουμένως ο Αγάθων, αλλά «τραχύς, ατημέλητος, ανυπόδητος, δίχως σπίτι, στο γυμνό πάντοτε έδαφος δίχως στρώμα, και που κοιμάται μπροστά στη θύρα και στον δρόμο, κάτω απ’ τον ανοιχτόν ουρανό». Το ότι δεν μπορούμε παρά να σκεφτούμε, τουλάχιστον στις λέξεις «ατημέλητος και ανυπόδητος (αυχμηρός καί ανυπόδητος)», τον ίδιον τον Σωκράτη, αυτό είναι γεγονός, που μας ‘πιέζει’ ακόμα περισσότερο, καθώς εμφανίζεται, πολύ παράξενα και αντίθετα προς τα συνηθισμένα, «φρεσκολουσμένος και με μαλακά υποδήματα» στην αρχή τής διήγησης ο Σωκράτης (174 Α). Και υπάρχουν πολλά ακόμα που παραπέμπουν σ’ αυτόν ως πρότυπο για τον Έρωτα της Διοτίμας. «Κυνηγά, σαν μεγάλος κυνηγός, τους Ωραίους και τους Καλούς» (όπως «κυνηγά» τάχα στην αρχή τού «Πρωταγόρα» «τη νεανική ομορφιά τού Αλκιβιάδη» ο Σωκράτης) ο Έρως. Και είναι «ανδρείος, ριψοκίνδυνος, ανήσυχος κι ανυπόμονος» (όπως ο ‘ανδρείος’ Σωκράτης στον «Λάχη»), «υφαίνοντας πάντοτε ‘πονηριές’» (ο πλάνος και είρων!), «άπληστος» προπάντων «για τον λόγο, τη ‘λογική’ και έμπειρος σ’ αυτήν την οδό, αναζητώντας σε όλην του τη ζωή τη σοφία (φιλοσοφών), ένας μεγάλος θαυματοποιός, ‘μάγος’ και δάσκαλος της σοφίας». Είναι πράγματι ο Σωκράτης, και κανένας άλλος, όσο ειρωνικά κι αν υπερθεματίζη την εικόνα της η ομιλήτρια. Και δεν υπάρχει αμφιβολία, πως δεν είδε μόνο με την έννοια ενός ερωτικού βίου (Bios Erotikos), ή μόνον ως έναν ‘δαιμονικό’ άνθρωπο τον δάσκαλό του ο Πλάτων: υπήρξε μια ώρα, μια στιγμή, όπου έγινε γι’ αυτόν μυθικός, όπως ο ίδιος ο μεγάλος Δαίμων (Dӓmon) Έρως, ο ανθρώπινος (κατά τα άλλα…) δάσκαλός του.
         Αναγνωρίζουμε τη στιγμή, όπου προσεταιρίζεται τον ορφικό μύθο τού Επέκεινα ο Πλάτων, στην «Απολογία» και τον «Γοργία», εκεί δηλ. όπου και τον συναντάμε για πρώτη φορά στο πλατωνικό έργο. ‘Ελπίζει’ προς το τέλος τής «Απολογίας», «να βρη, απελευθερωμένος απ’ αυτούς εδώ που επαγγέλονται τους δικαστές, τους αληθινούς δικαστές, για τους οποίους και λέγεται, πως αποδίδουν εκεί πέρα το δίκαιο» ο Σωκράτης. Ενώ περιγράφεται διεξοδικώτερο το ίδιο Επέκεινα στον «Γοργία», που το μυστικό του, αλλά όχι πάντοτε μυστικό και μόνον υπόβαθρο, αποδεικνύεται η δίκη τού Σωκράτη. Αξιώνει λοιπόν απ’ τον Σωκράτη, να προετοιμασθή με τη βοήθεια της ρητορικής (Rhetorik) μπροστά σ’ έναν τέτοιον απειλητικό κίνδυνο ο Καλλικλής, πράγμα που το αποκρούει εκείνος δίχως φόβο, όσο καθαρά κι αν βλέπη μπροστά του πως θα καταδικαστή   (( Σημ. τ. μετ.: ‘Μεγάλος’ και ‘αξεπέραστος» Σωκράτης, πρότυπο της ανθρωπότητας… )) . Γιατί βλέπει τώρα ‘μπροστά του’ και το Επέκεινα, και τους εκεί δικαστές. Κι αν ‘τονίζη’ την αμοιβή και την τιμωρία στον «Φαίδωνα», την τάξη αυτών που ξέφυγαν απ’ (αυτήν εδώ…) την ζωή στην «Πολιτεία», έτσι τονίζει την κρίση και τη δίκη στον «Γοργία». Βλέποντας τον ίδιον του τον εαυτό μπροστά σ’ αυτό το δικαστήριο του Επέκεινα – γιατί ποιος είναι άλλος απ’ αυτόν «ο φιλόσοφος, που έπραξε το δικό του μερτικό και δεν επεκτάθηκε σε ξένες σφαίρες επίδρασης» (526 C) – και βλέποντας και τον Καλλικλή, επαπειλώντας τον με κείνο ακριβώς με το οποίο τον ‘απείλησε’ κι εκείνος όσον αφορά στην επίγεια δίκη: Θ’ ανοίξης (τότε…) διάπλατα το στόμα σου, και θα σε πιάση ίλιγγος» (527 Α, πρβλ. και 486 Β)   (( Σημ. τ. μετ.: Προετοιμάζεται μόνο για κείνο το δικαστήριο ο Σωκράτης, μένοντας πιστός στην ψυχή που του χάρισε ο Θεός και που την καθοδηγούσε σ’ αυτήν εδώ την ζωή – και το δεχόταν αυτό – ο ‘ενδιάμεσος θεός’, το ‘δαιμόνιο’… )) . Και αντιλαμβανόμαστε έτσι στην «Απολογία» και τον «Γοργία», το πώς ‘προκάλεσε’ στο πνεύμα τού Πλάτωνα η ήττα τού Σωκράτη μπροστά στο αθηναϊκό δικαστήριο, τη μυθική ‘αντίθετη’ εικόνα τής δίκης τών νεκρών: στέκουν απέναντι στους επίγειους δικαστές, που αποφασίζουν με θολή τη διάνοια, οι δικαστές τού κάτω κόσμου, «που βλέπουν μόνο με την ψυχή την ψυχή και μόνο», και ‘στέκει’ απέναντι στον καταδικασμένο Σωκράτη και τον νικητή τύραννο πολιτικό ο καταδικασμένος (εκεί…) τύραννος κι ο αθωομένος (εκεί…)Σωκράτης    (( Σημ. τ. μετ.: Τί λείπει ακόμα από ’δώ; Ποιος λείπει; Το Φως του Κόσμου, που κατέβηκε και στον Άδη και απελευθέρωσε τους νεκρούς. – Μετανόησε και ο Πλάτων, ακούγοντας τον Χριστό στον Άδη, όπως φανερώθηκε σε όραμα στον άγιο Νεκτάριο. – Αλλά πάντως η ‘σύλληψη’ αυτή για μιαν επέκεινα δικαιοσύνη παραμένει μεγαλειώδης… )) . Νά λοιπόν που ‘ξυπνά’ κι εδώ ο τόσο ξένος φαινομενικά προς τον μύθο Σωκράτης, τον καινούργιο μύθο για τον Πλάτωνα. 
       Πρώτο ωστόσο σκαλοπάτι αποτελεί στο πλατωνικό έργο ο πρώιμος μύθος που αφηγείται στον ομώνυμο διάλογο ο Πρωταγόρας: για τη δημιουργία και τον εφοδιασμό (εξοπλισμό ή διακόσμηση…) των όντων, και πώς παρήχθη η πολιτική τέχνη ανάμεσα στους ανθρώπους. Και δεν μιλά ο Σωκράτης, αλλά ο σοφιστής εδώ, χωρίς να συνομολογείται βέβαια καθόλου μ’ αυτό, αν προέρχονται όλα όσα λέγονται ή πόσα απ’ αυτά, από κάποιο σύγγραμμα του Πρωταγόρα.  ‘Έθεσε’ λοιπόν κι ο Πλάτων, σαν ένα σοφιστικό προϊόν – και καθόλου σαν κάτι το εντελώς ‘τιποτένιο’ – στη θέση του αυτόν τον μύθο.  Και καθώς έχει να επιλέξη, αν θα ενισχύση την τοποθέτησή του (These) μ’ έναν Μύθο ή μ’ έναν Λόγο ο Πρωταγόρας, και διαλέγει κατόπιν ως πιο ‘βολικό’ τον μύθο, επανερχόμενος όμως τελικά στην εννοιολογική συζήτηση, μπορούμε να καταλάβουμε και την πρόθεση της όλης ‘διαδικασίας’: όταν πρόκειται να χρησιμοποιήση στους μετέπειτα διαλόγους έναν μύθο κι ο Σωκράτης, αυτό συμβαίνει επειδή δεν μπορεί παρά να εκφράση μ’ αυτόν (και μόνον…) τον τρόπο τα εκφραζόμενα. Ενώ βρίσκονται πάντα στη μέση ή στο τέλος οι σωκρατικοί μύθοι, κι όχι εκεί όπου δεν έχει ξεκινήσει καν ακόμα ο Διάλογος.
       Θα ήταν ωστόσο λάθος να σκεφθούμε, πως αναδεικνύεται κάτι το εντελώς αντι-πλατωνικό εδώ. Ακόμα κι αν πρέπη να μείνη αμφίβολο, πόσα απ’ αυτά εφευρίσκη ο ίδιος ο Πλάτων, δεν πρέπει και να παραγνωρίσουμε τις σαφείς σχέσεις προς τους μεταγενέστερους μύθους του, κι ότι ‘αντηχούν’ θέματα εδώ, που σήμαιναν για δεκαετίες κάτι και γι’ αυτόν. Επιστρέφουν έτσι οι θεϊκοί δημιουργοί τών «θνητών γενών» ως οι κατώτεροι θεοί στον «Τίμαιο», στους οποίους και αναθέτει τη διαμόρφωση των «θνητών σωμάτων» ο Δημιουργός (Demiurg). Ονομάζεται δε η ύλη απ’ την οποία και δημιουργούνται, «γη και φωτιά και η ανάμειξη φωτιάς και γης» στον «Πρωταγόρα». Αποκτά λοιπόν μια νέα μόνον, αριθμητική δομή στον «Τίμαιο» αυτή η παλιά, και παρμενίδεια εντέλει φυσική. Αφού ‘γεννιέται’ επίσης από φωτιά και γη (χώμα…) το σώμα τού κόσμου, που «δανεισμένα μέρη» του είναι και οι θνητές υπάρξεις, ενώ κατασκευάζονται ανάμεσα στα δυό αυτά στοιχεία και οι άλλες δυό, ως «σύνδεσμός» τους, βασικές ύλες, κατά τούς νόμους τής αναλογίας. Κι όπως «επινοεί» (εμηχανάτο – 320 Ε, 321 Α) ο Επιμηθέας στον μύθο τού Πρωταγόρα, έτσι κι ο Δημιουργός στον «Τίμαιο» (37 Ε, 70 C, 73 C)· κι όπως εκείνος, έτσι ‘διανοείται’ κι αυτός για τη «διατήρηση» (σωτηρία) τών δημιουργημάτων (Πρωταγ. 321 Α, Τίμ. 45 D)· «καταναλώνοντας» τις διανεμόμενες δυνάμεις ο ένας, το μείγμα τής ψυχικής ύλης ο άλλος (καταναλώσας –Πρωταγ. 321 C 1, κατηναλώκει – Τίμ. 36 Β 6). Ενώ συναντάμε τους τελικούς (λεκτικούς…) συνδέσμους  «ώστε» και «ώστε να μην» στον «Πρωταγόρα», και κυρίαρχους σε μεγάλο βαθμό στον «Τίμαιο», να εκφράζουν την τελεολογική (teleologisch) ακριβώς σκέψη μ’ αυτήν τη (φραστική…) δομή. – Αλλιώς είναι τώρα στον μύθο τού «Πολιτικού», όπου συνδέονται το γίγνεσθαι του κόσμου και το γίγνεσθαι της πόλης, η αναλογία: «όταν ήρθε ο καιρός»· «δεν υπήρχαν καθόλου πόλεις»· είναι γυμνοί, πάνω στο γυμνό έδαφος, κι αρπάζονται από άγρια θηρία οι πρωτάνθρωποι· και φροντίζει ο Δίας ή ο Θεός, να μη χαθή εντελώς ό,τι δημιουργήθηκε· ενώ παραλαμβάνουν απ’ τον Προμηθέα, τον Ήφαιστο και την Αθηνά τη φωτιά και τις χειρωνακτικές τέχνες οι άνθρωποι: βλέπουμε, πόσο ομοιάζουν, ακόμα και στις λεπτομέρειες, αυτές οι δυό ‘περιοχές’. Μπορούμε δε να βρούμε την κλιμάκωση των φυσικών δυνάμεων (δυνάμεις) τού Επιμηθέα, της επιδεξιότητας του Π            ρομηθέα, και της αρετής (Arete) που χορηγεί τελικά ο Δίας, ‘αβίαστα’ ξανά στην «Πολιτεία»: γιατί αναπτύσσεται απ’ τη Φύση (Physis) η πόλη, και βασίζεται στην αλληλοσυμπλήρωση των ανθρωπίνων δεξιοτήτων η πρώιμη συνοίκηση (συνοικία…), που καθίσταται μετά με την Αρετή πόλη. – Υπάρχουν λοιπόν τόσες πολλές ήδη ‘σκέψεις’ και ‘εικόνες’, σημαντικές αργότερα για τον Πλάτωνα, στον μύθο τού Πρωταγόρα. Κι όπως δεν αντιπαρατίθεται σαν κάτι που πρέπει να καταπολεμηθή και να υπερνικηθή μόνον, αλλά και σαν μια προσέγγιση ταυτόχρονα στα (υπαρκτά…) προβλήματα η θέση τών σοφιστών απέναντι στον Σωκράτη, έτσι είναι και μια πρωταρχική αναφορά, όχι πλέον καθεαυτός, αλλ’ ούτε και εντελώς ξένος προς τον Πλάτωνα, για κάτι που θα αναπτυχθή δηλ. περαιτέρω σ’ αυτόν μέσα στα χρόνια, ο μύθος τού σοφιστή.
         Παρόμοια συμβαίνει και με τον πρωιμότερο στο πλατωνικό έργο μύθο τού Επέκεινα: στον διάλογο «Θρασύμαχος» (Πολιτεία Ι). Συζητά λοιπόν εκεί για τον πορισμό τών χρημάτων και τη χρησιμότητά του με τον ηλικιωμένον Κέφαλο ο Σωκράτης. Και παρατηρείται μια ορισμένη μέση εκτίμηση της περιουσίας, μια ορισμένη μέση τάση προς τον πορισμό στον συνομιλητή του. Τον οποίον και ρωτά τότε για το «μεγαλύτερο πλεονέκτημα» απ’ αυτόν τον πορισμό ο Σωκράτης. Θυμάται λοιπόν τότε τις «ιστορίες που αφηγείται κανείς για τον κόσμο τού Επέκεινα» ο ηλικιωμένος άντρας. Και ζωντανεύει η αντίθεση ανάμεσα στη δίκαιη και την άδικη ζωή, με τις οποίες και συνδέεται ο φόβος για την τιμωρία κι η ελπίδα για την ανταμοιβή σε ‘κείνο’ το Επέκεινα. Είναι δε ο μεγάλος ποιητής Πίνδαρος που ονομάζεται εδώ, ως δημιουργός αυτού τού μύθου.
        Αξιοπρόσεκτο είναι εδώ, ότι στρέφεται με τον Κέφαλο προς το Επέκεινα ο διάλογος. Και χωρίς να είμαστε σίγουροι για το αν οφείλεται στην αδυναμία τού γήρατος ή στο πλησίασμα του θανάτου όλο αυτό, αυτά είναι πάντως που έχει να πη για τη δικαιοσύνη και το αντίθετό της ο μη-φιλόσοφος. Επιλαμβάνεται αντίθετα, σαν να μην είχε γίνει καθόλου λόγος για το Επέκεινα, μόνον την έννοια της δικαιοσύνης ο Σωκράτης, για να συνεχισθή έτσι εντελώς εννοιολογικά και καθόλου μυθικά μέχρι το τέλος η συζήτηση. Και επιβεβαιώνεται έτσι, σ’ αυτό τουλάχιστον το σημείο, η παράδοση, που θέλει να εντάσσεται απλώς στο ευρύτερο οικοδόμημα της «Πολιτείας» ο εν λόγω «Θρασύμαχος». Δεν ‘γνωρίζει’ άρα στη βαθμίδα τών απορητικών διαλόγων κάποιον τελικό μύθο ο Πλάτων, που αντιπαραθέτει μόνον όταν θα διευρύνη σε «Πολιτεία» τον «Θρασύμαχο», και κατά τη συνολική ‘έξοδο’ του διαλόγου έναν τέτοιον μύθο στον αρχικό.
          Όπως ισχύει ως ένα είδος ΄προετοιμασίας’ για το ‘φιλοσοφείν’ στον Αριστοτέλη ο μύθος (Μετ. Α 2, 982 b 18), έτσι δεν απαξιώνεται ούτε κι εδώ εντελώς. Τον υπερβαίνει ωστόσο, για να ‘εργασθή’ εννοιολογικά, και δεν επιστρέφει σ’ αυτόν ο Σωκράτης. Για όσον καιρό έκλεινε με μιαν Απορία (Aporie) τους διαλόγους του, δεν μπορούσε και να τους ‘κλείση’ μ’ έναν σωκρατικό μύθο ο Πλάτων, αλλά είχε μόνον τη δυνατότητα για έναν αρχικό μύθο, ως μια προσωρινή και μη-σωκρατική μορφή έκφρασης, με την οποίαν και συνδεόταν με το αιώνιο ο σοφιστής ή και ένας ‘απλός’, όπως ο Κέφαλος, άνθρωπος. Αποδεικνύεται λοιπόν γενικά, πως είναι περιθωριακός εξαρχής  στην πλατωνική ‘κοσμοθεωρία’ ο μύθος. Ο οποίος και αποκτά ένα μεγαλύτερο ωστόσο βάθος σε μια δεύτερη αργότερα βαθμίδα, ως τρόπος  που μιλά μάλιστα, αφού έχει ήδη διαβή τον διαλεκτικό δρόμο, ο ίδιος ο Σωκράτης.

                  ( συνεχίζεται )

Δεν υπάρχουν σχόλια: