Σάββατο, 21 Ιανουαρίου 2017

Η ΑΛΗΘΕΙΑ ΣΤΟΝ ΑΓΙΟ ΙΩΑΝΝΗ – Ignace de la Potterie (37)

Συνέχεια από Πέμπτη, 19 Ιανουαρίου 2017     
           
            IGNACE  DE LA POTTERIE, S. J.
           Η ΑΛΗΘΕΙΑ ΣΤΟΝ ΑΓΙΟ ΙΩΑΝΝΗ
                            ΤΟΜΟΣ  1ος
   Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΚΑΙ Η ΑΛΗΘΕΙΑ. ΤΟ ΠΝΕΥΜΑ ΚΑΙ Η ΑΛΗΘΕΙΑ
                         ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΕΡΟΣ
                ΤΟ ΠΝΕΥΜΑ ΚΑΙ Η ΑΛΗΘΕΙΑ
5ο ΚΕΦΑΛΑΙΟ :  Ο ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΣ, ΤΟ ΠΝΕΥΜΑ ΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ
ΙΙ. Οι πέντε υποσχέσεις

Γ. Ο ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΣ ΜΑΡΤΥΡΑΣ ΤΟΥ ΙΗΣΟΥ (15,26-27)
    
Με την τρίτη υπόσχεση προσεγγίζουμε μία σχετικά νέα μορφή της δραστηριότητας τού Αγίου Πνεύματος. Ενώ στην προηγούμενη υπόσχεση τονίζεται κυρίως ο δογματικός του ρόλος, εδώ ο Παράκλητος εμφανίζεται ως μάρτυρας του Ιησού.
«ὅταν δὲ ἔλθῃ ὁ παράκλητος ὃν ἐγὼ πέμψω ὑμῖν παρὰ τοῦ πατρός, τὸ Πνεῦμα τῆς ἀληθείας, ὃ παρὰ τοῦ πατρὸς ἐκπορεύεται, ἐκεῖνος μαρτυρήσει περὶ ἐμοῦ· 27 καὶ ὑμεῖς δὲ μαρτυρεῖτε, ὅτι ἀπ' ἀρχῆς μετ' ἐμοῦ ἐστε.» (15, 26-27)
Η μετάφραση αυτή ( ενν. στα γαλλικά)εμπεριέχει και την λύση πολλών ερμηνευτικών προβλημάτων. Οι σελίδες που ακολουθούν θα προσφέρουν μια λεπτομερή απόδειξη.
1. Μαρτυρία και δίωξη
Είναι αναμφισβήτητο: τόσο το απόσπασμα που προηγείται αυτού του εδαφίου (15, 18-25) όσο και αυτό που έπεται (16, 1-4) πραγματεύονται το μίσος του κόσμου και τις διώξεις, Και παρ’ όλα αυτά, κατά περίεργο τρόπο, η περικοπή μας η ίδια δεν αναφέρει εμφανώς κανένα από τα παραπάνω θέματα. Γεγονός που οδήγησε πολλούς κριτικούς ερμηνευτές να δηλώνουν ότι αυτά τα αποσπάσματα περί του Παρακλήτου δεν έχουν καμία σχέση με ό,τι τα περικλείει, ούτε ως προς την μορφή ούτε ως προς το περιεχόμενο. Αν όμως ήταν αλήθεια, θα έπρεπε να συνάγουμε κάποια σημαντικά συμπεράσματα σχετικά με την ερμηνεία αυτών των περικοπών. Μια τέτοια διάθεση φιλολογικής κριτικής μάς φαίνεται ωστόσο αβάσιμη, για πολλούς λόγους.
     1. Και πρώτα, από την άποψη της μορφής, θα πρέπει να παρατηρήσουμε ότι σύμφωνα με πολύ καλούς μελετητές του κειμένου, τους οποίους ακολουθούν αρκετοί σύγχρονοι εκδότες, η περικοπή 26 συνδέεται με την προηγούμενη με τον σύνδεσμο δε. Θα πρέπει επομένως να τον διατηρήσουμε. Σ’ αυτήν ακριβώς την περίπτωση, το κείμενο δημιουργεί έναν άμεσο δεσμό ανάμεσα στο εν λόγω εδάφιο και το υπόλοιπο κείμενο: υποδεικνύει ένα είδος αντίθεσης ανάμεσα στην έννοια του μίσους του κόσμου και την μαρτυρία του Παρακλήτου. Μέσα από αυτήν την αντίθεση ερμηνεύεται πολύ καλύτερα η χρήση της αντωνυμίας εκείνος στο τέλος της περικοπής 26: «Αλλά, όταν θα έλθει ο Παράκλητος…, εκείνος θα μαρτυρήσει περί εμού». Η εμμονή αυτή δεν μπορεί να γίνει κατανοητή παρά μόνον ως άμεσος υπαινιγμός στο προηγούμενο εδάφιο και κυρίως στις περικοπές 22-25, στις οποίες και περιγράφεται το μίσος το κόσμου κατά του Ιησού: « Έγινα ο στόχος του μίσους του κόσμου», λέει ο Ιησούς· «αλλά σύντομα θα έρθει ο Παράκλητος, και εκείνος θα μαρτυρήσει περί εμού». Θα πρέπει λοιπόν εδώ να πούμε ότι η έκκληση αυτή στην μαρτυρία του Πνεύματος συνδέεται άμεσα με την προηγούμενη αναφορά στην εχθρότητα του κόσμου: εξ αιτίας αυτού του μίσους, ο Παράκλητος οφείλει να «μαρτυρήσει», και επειδή ο κόσμος αρνήθηκε τον Ιησού (18,20,23,25), το Πνεύμα θα δώσει μαρτυρία περί αυτού (26)
     2. Εξ άλλου, το θέμα της μαρτυρίας καθαυτό, που αναφέρεται στα εδάφια 26-27, είναι πολύ λιγότερο άσχετο με το θέμα του μίσους του κόσμου και των διώξεων απ’ όσο μπορεί να ισχυρισθεί κανείς. Ας θυμηθούμε ότι η έννοια της μαρτυρίας έχει μιαν απόχρωση δικανική και ρητορική· ειδικά στον Άγιο Ιωάννη ο όρος αυτός επικαλείται ένα κλίμα αμφισβήτησης, ένα εχθρικό περιβάλλον, μία δικονομική αντιπαράθεση ανάμεσα στον Ιησού και τον κόσμο. Γίνεται κατανοητό επομένως το γιατί μερικοί συγγραφείς θεώρησαν ότι μπορούν να ερμηνεύσουν την παρουσία των δύο εδαφίων μας σε αυτό το σημείο (δηλ. μετά την ανάπτυξη του θέματος περί του μίσους του κόσμου), επικαλούμενοι απλώς μιαν αλληλουχία ιδεών.
Αλλά εκείνο το οποίο μας εκπλήσσει ιδιαίτερα είναι ότι η αναφορά σ’ αυτό το τμήμα στο μίσος του κόσμου και την μαρτυρία του Πνεύματος (και των μαθητών) παρουσιάζει πολλές φιλολογικές αναλογίες με τις περικοπές της συνοπτικής παράδοσης, που αναφέρονται στην διδασκαλία του Πνεύματος κατά τις εσχατολογικές διώξεις. Τα κείμενα αυτά βρίσκονται στο δεύτερο μέρος της ομιλίας περί της αποστολής των μαθητών στο κατά Ματθαίον (10, 17-25), στο 12ο Κεφάλαιο του κατά Λουκά (11-12), αλλά κυρίως στην μεγάλη εσχατολογική ομιλία της τριπλής παραδόσεως (Ματθαίος 24, 9-14, Μάρκος 13, 9-13, Λουκάς 21, 12-19) , από όπου πιθανότατα αρχικά προέρχονται. Θα αναφερθούμε στις διάφορες αυτές αναλογίες, σύμφωνα με την σειρά που ακολουθείται στο κείμενο του Ιωάννη, σε όλο το απόσπασμα 15,18 – 16,4· θα κρατήσουμε για το τέλος την αναζήτηση αναλογιών στις δύο περικοπές μας του 15, 26-27.
α) Στην αρχή αυτού του αποσπάσματος, ο Ιησούς αναφέρεται με επιμονή στο μίσος του κόσμου εναντίον του και εναντίον των μαθητών του (15, 18-19 και 22-25)· πρόκειται για εσχατολογικό περιεχόμενο, που έχει προηγουμένως υπογραμμισθεί με επίταση στους τρείς συνοπτικούς: έσεσθε  μ ι σ ο ύ μ ε ν ο ι  υπό πάντων (Ματθ. 10,22 και 24,9 = Μάρκος 13,13 = Λουκάς 21,17).
β) Στο 15,20 ο Ιησούς υπενθυμίζει στους μαθητές του τα λόγια που τους έχει ήδη αναφέρει: «Ο δούλος δεν είναι ανώτερος (μείζων) από τον κύριόν του» (13,16). Μία παρόμοια διατύπωση βρίσκεται ήδη στην ομιλία περί της αποστολής των μαθητών στο κατά Ματθαίον, σε στενή σχέση με το μίσος των ανθρώπων και τις διώξεις: «Δεν υπάρχει μαθητής ανώτερος του διδασκάλου, ούτε δούλος ανώτερος (υπέρ) από τον κύριό του» (Ματθ. 1ο,24 και Λουκάς 6,40).
γ) Στο δεύτερο μέρος του ίδιου εδαφίου (15,20), ο Ιησούς προαναγγέλλει την δίωξη των μαθητών: «Εάν εμέ κατεδίωξαν, θα καταδιώξουν και εσάς»· η ίδια προαγγελία βρίσκεται και στο κατά Λουκάν 21,12: «Θα σας συλλάβουν και θα σας καταδιώξουν» (Ματθ. 10,23: «Όταν θα σας καταδιώξουν…»).
δ) Σύμφωνα με τα τρία συνοπτικά ευαγγέλια, οι μαθητές θα γίνουν στόχος κακομεταχείρισης εις το όνομα του Ιησού: δια το όνομά μου (Ματθ. 10,22 και 24,9 = Μάρκος 13,13 = Λουκάς 21,17). Στο κατά Ιωάννη 15,21 ομοίως ο Ιησούς δηλώνει: «Όλα αυτά θα τα κάνουν σ’ εσάς δια το όνομά μου». Είναι σημαντικό να παρατηρήσουμε ότι η διατύπωση των συνοπτικών δια το όνομά μου εμφανίζεται εδώ στο κατά Ιωάννη, ενώ δεν αναφέρεται πουθενά αλλού στο ίδιο Ευαγγέλιο, ούτε και στις Επιστολές του. Άρα πιθανότατα συνδέεται με μια παλαιότερη παράδοση, που αντιπροσωπεύεται σε ένα προηγούμενο στάδιο, από τα συνοπτικά Ευαγγέλια.
ε) Η προαγγελία των διώξεων αποβλέπει στην προστασία των μαθητών από τον σκανδαλισμό: «Αυτά σας τα λέω για να σας προστατέψω από τον σκανδαλισμό: ίνα μη σκανδαλισθήτε» (16,1). Αν και με διαφορετικό περιεχόμενο, το θέμα του σκανδαλισμού (απώλεια της πίστεως) συναντάται στο ίδιο πλαίσιο της προαγγελίας των διώξεων στο κατά Ματθ.24,10: «σκανδαλισθήσονται πολλοί», που σημαίνει ότι πολλοί θα υποκύψουν.
στ) Είναι κυρίως διαφωτιστικό να συγκρίνουμε τις δύο παραδόσεις σχετικά με τη μεταχείριση των μαθητών στις Συναγωγές: και εδώ υπάρχει πιθανότατα μια αντιστοιχία, παρά τον διαφορετικό προσανατολισμό του κειμένου του Ιωάννη. Σύμφωνα με την συνοπτική παράδοση θα παραδώσουν (παραδιδόντες, Λουκάς 21,12) τους μαθητές στις συναγωγές και στα εβραϊκά δικαστήρια, θα τους οδηγήσουν δέσμιους (εισφέρωσιν, Λουκάς 12,11 ,) θα τους δείρουν και θα τους μαστιγώσουν (δαρήσεσθε, Μάρκος 13,9, μαστιγώσουσι, Ματθ. 10,17)· πρόκειται δηλαδή για κακομεταχείριση που θα υποστούν οι μαθητές στα εβραϊκά δικαστήρια. Εκτός όμως από τις Συναγωγές και τα δικαστήρια, τα συνοπτικά Ευαγγέλια αναφέρουν επίσης δικαστές και εξουσίες (Λουκάς 12,11), ηγεμόνες και βασιλείς (Ματθ. 10,18 - Λουκάς 21,12). Ο Ιωάννης από την πλευρά του αναφέρει μόνον τις Συναγωγές· επί πλέον δεν κάνει μνεία χτυπημάτων που θα δεχθούν οι μαθητές, αλλά αναφέρεται στην θανάτωσή τους και σε μια καθ’ εαυτήν εκδίωξη: «Θα σας εκδιώξουν από τις Συναγωγές: αποσυναγώγους ποιήσουσιν υμάς» (16,2). Ας σημειώσουμε ότι, σε ολόκληρη την Κ. Δ. ο όρος αποσυνάγωγος δεν χρησιμοποιείται παρά μόνον από τον Ιωάννη, ο οποίος τον επικαλείται στο Ευαγγέλιο τρείς φορές (9,22 - 12,42 - 16/2). Το έδαφος όμως της ιδέας όπως εκφράζεται εδώ είχε ήδη προετοιμάσει ο Λουκάς στην εκδοχή του ((sic)) περί της επί του Όρους ομιλίας: και όταν αφορίσωσιν υμάς (Λουκάς 6,22), όπου η λέξη αφορίζειν σημαίνει κατά πάσα πιθανότητα: αποκλεισμό από την κοινότητα, αφορισμό. Στο 16,2 ο Ιωάννης επιμένει ιδιαίτερα, εισάγοντας τον όρο αποσυνάγωγος· τονίζει έτσι την αντίθεση ανάμεσα στους μαθητές του Χριστού και την Συναγωγή και αναγγέλλει την πλήρη ρήξη ανάμεσα στον Χριστιανισμό και τον Ιουδαϊσμό, γεγονός που αντανακλά χωρίς αμφιβολία την συγκεκριμένη κατάσταση της αποστολικής Εκκλησίας.
ζ) Έτσι λοιπόν, υπάρχουν παράλληλες αναφορές στα συνοπτικά Ευαγγέλια για σχεδόν κάθε εδάφιο των κεφαλαίων 15,18 έως 16,4. Μπορούμε επομένως τώρα να προσεγγίσουμε άμεσα την ανάλυση τον δύο εδαφίων μας, 15, 26-27, και να τα συγκρίνουμε, και αυτά επίσης, με την συνοπτική παράδοση. Στο εδ. 26, η ερμηνεία που αποδίδει ο Ιωάννης σχετικά με το Πνεύμα, ὃ  π α ρ ά  τ ο υ   π α τ ρ ό ς εκπορεύεται, φαίνεται να είναι επανάληψη, κατά το ύφος του Ιωάννη, μιας παλαιότερης διατύπωσης, που πιστοποιείται από τον Ματθαίο (10, 20) στην ομιλία περί της αποστολής των μαθητών: το πνεύμα  τ ο υ  π α τ ρ ό ς  υμών. Αυτό μοιάζει πιθανό, δεδομένου ότι πολύ σπάνια αναφέρεται στην Κ. Δ. το Πνεύμα σε σχέση με τον Πατέρα: εκτός από τα δύο αυτά εδάφια του Ματθ. 10,20 και του Ιωαν. 15,26 (και την παράλληλη αναφορά στο 14, 26), συναντούμε μόνο, απ’ ότι φαίνεται, την έκφραση την επαγγελίαν του Πατρός στον Λουκά 24, 49 και στις Πράξεις 1,4, όπου γίνεται μνεία της αποστολής του Πνεύματος «που υποσχέθηκε ο Πατήρ», καθώς και σε τρία αποσπάσματα των Επιστολών που ομιλούν για «το Πνεύμα του» (1η προς Θεσσαλονικείς 4,8 – προς Εφεσίους 3, 16 – 1η Ιωάννου 4, 13).
η) Φτάνουμε έτσι λοιπόν στο καθαυτό θέμα της μαρτυρίας. Στο 15, 27, ο Ιησούς αναγγέλλει στους μαθητές ότι θα δώσουν μαρτυρία, διότι ήσαν μαζί του από την αρχή. Το εδάφιο αυτό μας φέρνει στη μνήμη αποσπάσματα από το βιβλίο των Πράξεων (1, 8 και 5, 32). Επικαλείται επίσης ένα συγκεκριμένο απόσπασμα των συνοπτικών, στην εσχατολογική ομιλία: αποβήσεται υμίν εις μαρτύριον (Λουκάς 21, 31 – Ματθ. 24, 14 και Μαρκ. 13, 9). Η ακριβής σημασία αυτής της διατύπωσης είναι χωρίς αμφιβολία, κατά κάποιον τρόπο απροσπέλαστη. Αλλά μας αρκεί να παρατηρήσουμε το γεγονός ότι η έννοια της μαρτυρίας εμφανίζεται αυθόρμητα μέσα σε ένα περιεχόμενο που αφορά τις διώξεις των μαθητών του Ιησού.
θ) Τέλος, μένει να εξετάσουμε τη σημαντικότερη διατύπωση, που αναφέρεται στο τέλος του 15, 26, την μαρτυρία του Πνεύματος της αλήθειας: «Εκείνος (ο Παράκλητος) θα μαρτυρήσει περί εμού». Σε αντίθεση με τα περισσότερα από τα προηγούμενα εδάφια των 15, 18 – 16, 4, δεν μπορούμε εδώ να υποδείξουμε ένα κείμενο των συνοπτικών με παράλληλο περιεχόμενο. Εν τούτοις η εμφάνιση του Αγίου Πνεύματος υπογραμμίζεται με έμφαση στο κατά Ματθαίον (10, 20) και στο κατά Μάρκον (13, 12), όπου ο Ιησούς αναγγέλλει στους μαθητές, ότι όταν θα οδηγηθούν στα δικαστήρια, δεν θα απολογηθούν οι ίδιοι, αλλά το Πνεύμα θα ομιλήσει εξ αυτών (Μάρκ.) ή δι’ αυτών (Ματθ.)· για τον Λουκά (12, 12), ο ρόλος του Πνεύματος δεν είναι πλέον απλώς να «ομιλήσει», αλλά να «διδάξει» στους μαθητές τί πρέπει να πουν. Πουθενά, εντούτοις, στα συνοπτικά Ευαγγέλια, η ενέργεια αυτή του Πνεύματος δεν αποκαλείται μαρτυρία: στην ευαγγελική φιλολογία αποτελεί ιδιαιτερότητα του Ιωάννη. Στο βιβλίο των Πράξεων συναντάμε όμως σημαντικές παράλληλες αναφορές. Την ημέρα της Αναλήψεως, υπόσχεται ο Ιησούς στους μαθητές, η δύναμις του Αγίου Πνεύματος θα τους καταστήσει μάρτυρες στην Ιερουσαλήμ και μέχρι τα πέρατα της γης (Πράξεις 1, 8). Σε δύο ακόμη περιπτώσεις ο ρόλος του Πνεύματος αναφέρεται συγκεκριμένα, σε σχέση με την μαρτυρία· πρώτον κατά την απολογία του Πέτρου ενώπιον του εβραϊκού Συνεδρίου: «Εμείς είμαστε μάρτυρες αυτών των πραγμάτων, εμείς και το Άγιο Πνεύμα το οποίο ο Θεός παρέδωσε σε αυτούς που τον υπακούουν», (5, 32)· καθώς και στη δίκη του Στεφάνου, ο οποίος αποκαλείται από τον Παύλο μάρτυρας του Ιησού (22, 20):  «Αλλά δεν ημπορούσαν να αντισταθούν εις την σοφία και εις το Πνεύμα με το οποίο ομιλούσε (ο Στέφανος)» (6, 10). Είναι λοιπόν σαφές ότι το Άγιο Πνεύμα, με την δύναμή του, εμπνέει τους πρώτους χριστιανούς μάρτυρες. Πρέπει κυρίως να παρατηρήσουμε, τόσο για τον Πέτρο όσο και για τον Στέφανο, ότι πρόκειται για ένα εχθρικό περιβάλλον, ένα δικαστήριο· ότι βρίσκονται υπό δίωξη και απολογούνται (μαρτυρούν) τον Χριστό ενώπιον ενός ανθρώπινου δικαστηρίου.
     3. Εδώ αναδύεται ένα συγκεκριμένο συμπέρασμα: θα πρέπει να απορρίψουμε οριστικά την άποψη των κριτικών που διατείνονται ότι τα δύο αυτά εδάφια δεν σχετίζονται με το περιεχόμενο αυτών που τα περιβάλλουν άμεσα. Τόσο η μορφή του κειμένου ( ο σύνδεσμος δε στην αρχή του 26 και η εμφατική χρήση του εκείνος) όσο και η συχνή συσχέτιση του περιεχομένου με την αρχαιότερη παράδοση αποδεικνύουν ότι η μαρτυρία του Αγίου Πνεύματος σχετίζεται εμφανώς με το θέμα των μεσσιανικών διώξεων. Στα συνοπτικά Ευαγγέλια και στις Πράξεις το Πνεύμα εμφανίζεται εν όψει της μαρτυρίας που θα πρέπει να δώσουν οι μαθητές του Χριστού. Στον Ιωάννη, 15, 26, επίσης η μαρτυρία του Πνεύματος της αληθείας θα πρέπει να ερμηνευθεί στο πλαίσιο της αναφοράς στο μίσος του κόσμου και στις διώξεις.
Αλλά, παρ’ όλη την εμφανή σχέση του με την προηγούμενη παράδοση, το κείμενο που εξετάζουμε διατηρεί και έναν καθαρά «ιωαννικό» χαρακτήρα. Με την μέχρις εδώ λεπτομερή παράλληλη εξέταση των κειμένων παρατηρήσαμε ότι κάθε συγκεκριμένο θέμα αναφέρεται στα προηγούμενα Ευαγγέλια, κατ’ άλλον τρόπο όμως από ό,τι στο κατά Ιωάννην. Το ίδιο πιθανότατα ισχύει και για την περίπτωση της μαρτυρίας. Θα ήταν λοιπόν σφάλμα να ερμηνεύσουμε αποκλειστικά, ή ακόμη και κατά κύριο λόγο το κείμενο μας με βάση τα προηγούμενα συνοπτικά Ευαγγέλια ή της Πράξεις των Αποστόλων. Θα πρέπει κυρίως να το εξηγήσουμε στη βάση του ίδιου του περιεχομένου του.
2. Το Πνεύμα που εκπορεύεται από τον Πατέρα
Όπως και στις δύο προηγούμενες υποσχέσεις, ο Πατήρ και ο Υιός αναφέρονται σαφώς σχετικά με την αποστολή του Πνεύματος· η καθαυτή λειτουργία που τους αναλογεί είναι όμως κάθε φορά διαφορετική. Σύμφωνα με το 14, 16, το Πνεύμα θα δωθεί κατόπιν αιτήσεως του Ιησού· στο 14, 26 θα αποσταλεί εις το όνομά του· και στις δύο περιπτώσεις όμως δημιουργός αυτής της δωρεάς (δώσει, 14,16) ή αποστολής (πέμψει, 14, 26) είναι ο Πατήρ. Στην τρίτη υπόσχεσή αντίθετα η προοπτική έχει τροποποιηθεί: πρόκειται τώρα για τον Χριστό που θα στείλει τον Παράκλητο (πέμψω, 15, 26 και 16, 7)· και θα τον στείλει βέβαια από τον Πατέρα (d auprès du Père):  παρά του πατρός (15, 26). Αλλά η εμφατική χρήση της αντωνυμίας «εγώ» (ὄν εγώ πέμψω) αναδεικνύει ανάγλυφα την κυρίαρχη εξουσία του Υιού που αποστέλλει το Πνεύμα. Όπως υπογραμμίζει ο J. Huby,  « πρόκειται για μιαν ουσιαστικά θεία προϋπόθεση. Κανένα δημιούργημα δεν διαθέτει την εξουσία να αναθέσει αποστολή στο Πνεύμα του Θεού».
Ο Ιησούς θα στείλει το Πνεύμα «παρά του πατρός»: οι λέξεις αυτές περιγράφουν τον τόπο προέλευσης αυτής της αποστολής. Η πρόθεση παρά που συνοδεύεται από την γενική, δεν υποδεικνύει εντούτοις την ίδια την πηγή από την οποία προέρχεται κάτι (στην περίπτωση αυτή θα έπρεπε να χρησιμοποιηθεί η πρόθεση εκ), αλλά έναν τόπο γειτονικό σε κάποιον, από τον οποίο ξεκινά η κίνηση, τον τόπο δίπλα  (γειτνίαση) σε κάποιο πρόσωπο. Θα πρέπει άραγε να ερμηνεύσουμε τον προσδιορισμό του τόπου με την ενεργητική ή με την παθητική έννοια; Με άλλα λόγια, αφορά στον Υιό που αποστέλλει το Πνεύμα «από τον Πατέρα», ή στο Πνεύμα που αποστέλλεται «από τον Πατέρα»; Δηλαδή ο Υιός ή το Πνεύμα παρουσιάζεται εδώ ότι είναι «παρά του Πατρός»; Μάλλον θα πρέπει να απαντήσουμε: και οι δύο. Σ’ αυτό το πρώτο μέρος του εδαφίου το νόημα επικεντρώνεται εντούτοις στον ρόλο αυτού κυρίως που αποστέλλει, και επομένως ο Υιός είναι εδώ αυτός που εμφανίζεται να είναι παρά τον Πατέρα· στο δεύτερο μέρος του εδαφίου, επαναλαμβάνεται το ίδιο και για το Πνεύμα, όπως θα δούμε σύντομα. Εάν όμως ο Υιός στέλνει το Πνεύμα από τον Πατέρα, θα πρέπει να πούμε από τώρα ότι το Πνεύμα βρίσκεται και αυτό εκεί. Και επομένως προϋπόθεση για την  ίδια την «αποστολή» είναι τόσο η παρουσία του Χριστού «παρά τον Πατέρα» όσο και του Παρακλήτου.
Ακολουθούν οι περίφημοι λόγοι, που από αρχαιοτάτων χρόνων αποτελούν αντικείμενο έντονης διαμάχης: το πνεύμα… ὃ παρά του πατρός  ε κ π ο ρ ε ύ ε τ α ι. Θα πρέπει μήπως να τους προσδώσουμε  την έννοια της χρονικής αποστολής, ή της προαιωνίου  εκπορεύσεως του Πνεύματος στους κόλπους της τριαδικής ζωής; Μόνο η πρώτη ερμηνεία, πιστεύουμε, εκφράζει ακριβώς το άμεσο και σαφές νόημα των λεγομένων, και τούτο για τους εξής λόγους:
α) Η πρόθεση παρά, συνοδευόμενη από την γενική και ένα ρήμα που εκφράζει κίνηση, χρησιμοποιείται και αλλού από τον Ιωάννη για να εκφράσει την αποστολή  (του Ιωάννου του Βαπτιστού «εκ μέρους του Θεού», 1, 6)· του Χριστού «παρά του Πατρός», (16, 27 και 17, 8).
β) Οι λέξεις ὃ παρά του πατρός εκπορεύεται φαίνεται να έχουν, όπως είπαμε, φιλολογική σχέση με το πνεύμα  τ ο υ  π α τ ρ ό ς υμών, στο κατά Ματθ. 10, 20. Και αυτή η διατύπωση του Ματθαίου επιθυμεί να περιγράψει το Πνεύμα σαν δωρεά της ευσπλαχνίας του Πατρός προς τους ανθρώπους. Εάν εξαιρέσουμε το ενδεχόμενο, λόγοι πρακτικοί να οδήγησαν τον Ιωάννη σε μια ριζική επανερμηνεία των κειμένων, καλούμαστε να αντιληφθούμε με τον ίδιο τρόπο την διατύπωσή του για την έλευση του Πνεύματος στους ανθρώπους.
γ) Ένα πειστικό επιχείρημα υπέρ της εν χρόνω αποστολής μάς προσφέρει επίσης ο ξεκάθαρος παραλληλισμός ανάμεσα στις λέξεις παρά του πατρός στο 26β ( με το πέμψω) και την επανάληψή τους  παρά του πατρός στο 26γ (με το εκπορεύεται):
                          Α                                                                            Β
                  Όταν δε έλθη
(α) ο παράκλητος                                                      (α΄) το πνεύμα της αληθείας
(β) ὃν                                                                            (β΄) ὃ
(γ) εγώ πέμψω υμίν                                                  (γ΄) παρά του πατρός
      παρά του πατρός
                                                                                              ε κ π ο ρ ε ύ ε τ α ι
Τα δύο τμήματα Α και Β  αυτών των προτάσεων ‘εχουν ακριβή αντιστοιχία:
 - ο παράκλητος (α) επαναλαμβάνεται ως το πνεύμα της αλήθειας (α΄)·
 - αυτός ο διπλός προσδιορισμός ακολουθείται και στις δύο περιπτώσεις από μιαν αναφορική αντωνυμία: ὃν (β) και (β΄)·
- τέλος, στο (γ) και (γ’) εμφανίζεται η ίδια έκφραση, παρά του πατρός.

Είναι δύσκολο να πιστέψει κανείς ότι η διατύπωση αυτή μπορεί να έχει διαφορετικό νόημα στο Α από ό,τι στο Β και ότι, εάν στο πρώτο υποδεικνύει την χρονική αποστολή (πέμψω υμίν), θα πρέπει στο δεύτερο να αναφέρεται στην προαιώνιο εκπόρευση. Ο παραλληλισμός τών (γ) και (γ΄) δείχνει ότι το εκπορεύεται περιγράφει την αποστολή (πέμψω) του Πνεύματος από τον Πατέρα. Τούτο γίνεται ακόμη πιο ευκρινές δεδομένου ότι η δομή του κειμένου συμπεριλαμβάνει κατά κάποιον τρόπο τις έννοιες  έλθη και  εκπορεύεται· αυτά τα δύο ρήματα θα πρέπει λοιπόν να είναι σχεδόν συνώνυμα · παρά του πατρός εκπορεύεται σημαίνει επομένως: «θα αναχωρή(σει) από τον Πατέρα». Υπάρχει η άποψη ότι εάν αυτοί οι λόγοι αναφέροντο στη χρονική αποστολή, το τμήμα Β της προτάσεως θα αποτελούσε μιαν άχρηστη επανάληψη του τμήματος Α, όπου η έννοια της αποστολής υποδεικνύεται ήδη καθαρά (με το ρήμα πέμψω). Αλλά όπως συχνά συμβαίνει στον σημιτικό παραλληλισμό, το τμήμα Β δεν είναι μια απλή επανάληψη του Α· παρουσιάζει την ίδια ιδέα αλλά με διαφορετικό τρόπο, συνεισφέροντας στην πρόοδο της σκέψεως: στο Α η αποστολή θεωρείται ενεργητική, δηλαδή από την πλευρά του Υιού που «αποστέλλει»· στο Β  αντιπροσωπεύεται αντίθετα με την παθητική έννοια, αυτού που αποστέλλεται, δηλαδή του Πνεύματος της αληθείας. Έτσι καταλήγουμε σε μια συμμετρική και απόλυτα ισορροπημένη κατασκευή  ((sic ))· στο Α και στο Β διαγράφεται μια παρόμοια και παράλληλη κίνηση, με αντίθετο προσανατολισμό· στο Α πρόκειται για μια κίνηση ανιούσα : ξεκινά, είναι αλήθεια, με  τον ερχομό (εδώ κάτω) του Πνεύματος, αλλά για να ανέλθει και πάλι ακολούθως μέχρι τον Υιό που το αποστέλλει «παρά του Πατρός»· αντίθετα στο Β η κίνηση είναι κατιούσα, διότι το Πνεύμα ξεκινά από τον Πατέρα, προκειμένου να επιστρέψει στους ανθρώπους και να μαρτυρήσει περί του Ιησού:
             ὃν εγώ πέμψω υμίν                                το πνεύμα της αληθείας, ὃ
             παρά του πατρός                                           παρά του πατρός
(όταν ο παράκλητος)  ε λ θ η ·                                          ε κ π ο ρ ε ύ ε τ α ι
Ποιος θα μπορούσε να ισχυρισθεί, μ’ αυτές τις προϋποθέσεις, ότι πρόκειται για μια ταυτολογία, μιαν άχρηστη επανάληψη; Τα δύο τμήματα Α και Β είναι εξίσου απαραίτητα για να ολοκληρωθεί η μαρτυρία του Πνεύματος περί του Ιησού: το πρώτο δείχνει ότι ο Ιησούς ο ίδιος (εγώ)  –  αυτός που έγινε o στόχος του μίσους του κόσμου – είναι αυτός που θα αποστείλει στους μαθητές τον Παράκλητο «από τον Πατέρα»· έτσι λοιπόν, αυτό το Πνεύμα της αλήθειας θα ξεκινήσει «από τον Πατέρα» για να γίνει, στο πλευρό των μαθητών, μάρτυρας του Ιησού. Έχουμε εδώ μιαν ακριβή διατύπωση, που θα μας βοηθήσει να αντιληφθούμε καλύτερα το σωστό νόημα της μαρτυρίας του: αυτός που μαρτυρεί, εδώ κάτω, περί του Ιησού, είναι το Πνεύμα της αληθείας που ξεκίνησε από τον Πατέρα, απ’ όπου απεστάλη δια του ιδίου του Ιησού· κατά συνέπεια, μπορούμε ίσως να διακρίνουμε ότι η μαρτυρία του θα έχει σαν αντικείμενό της μιαν υπερβατική πραγματικότητα,  θα προέρχεται δηλ. τη θέση του Ιησού «παρά τον Πατέρα», από όπου αυτό το ίδιο το Πνεύμα έχει έλθει. 
Μία ακόμη συνέπεια προκύπτει από τον παραλληλισμό της σύνταξης του κειμένου: το ρήμα εκπορεύεται, που βρίσκεται σε ενεστώτα χρόνο  και αντιστοιχεί  στο όταν… έλθη  (μέλλον,) θα πρέπει να ερμηνευθεί σαν ένας άμεσος μέλλον. Γι’ αυτό και ο Marius Victorinus, που το είχε αντιληφθεί (( ! )), μεταφράζει: «qui a Patre adveniet» (αφικνείται προσέρχεται) (Adv. Arium, Ι, 13)· εμείς χρησιμοποιούμε την μετάφραση: «Θα εκκινήσει παρά του Πατρός». Παρ’ όλα αυτά αρκετοί συγγραφείς θεώρησαν ότι ο ενεστώς τού εκπορεύεται, σε αντίθεση με τους μέλλοντες των πέμψει και μαρτυρήσει, αποτελεί επιχείρημα για την ερμηνεία του κειμένου με την έννοια της προαιωνίου εκπορεύσεως.  Έτσι όμως παραβλέπουμε το γεγονός ότι στην Κ. Δ. χρησιμοποιείται πολύ συχνά ο ενεστώς στη θέση του μέλλοντος όσον αφορά σε ρήματα κινήσεως όπως  έρχομαι και πορεύομαι. Στις δε ομιλίες του αποχαιρετισμού στο κατά Ιωάννη 14 – 16 γίνεται αποκλειστική χρήση αυτού του χρόνου: στην περιγραφή είτε της επικείμενης «αναλήψεως» του Ιησού εις τον Πατέρα του, είτε της «επιστροφής» στους μαθητές, είτε ακόμη της «ελεύσεως» της ώρας και γενικά των εσχατολογικών γεγονότων που θα αρχίσουν με τον θάνατο και τον δοξασμό του Ιησού, ο Ιωάννης χρησιμοποιεί πάντοτε τα ρήματα πορεύομαι, έρχομαι και υπάγω στον ενεστώτα, με την έννοια ενός άμεσου μέλλοντος· και αυτό αποτελεί ένα πολύ καλό παράδειγμα «εκπληρωθείσης εσχατολογίας». Αν λοιπόν στο 14, 26 λέγεται ότι το Πνεύμα  ε κ π ο ρ ε ύ ε τ α ι παρά του Πατρός, θα πρέπει και εδώ επίσης να δώσουμε στον ενεστώτα το νόημα ενός μέλλοντος· αυτό το ρήμα έχει την ίδια χρονική αξία με τους μέλλοντες που το περιβάλλουν. Ας υπενθυμίσουμε εξ άλλου ότι η άφιξη του Πνεύματος είναι, και αυτή, μια εσχατολογική πραγματικότητα· δεν μπορεί να επέλθει παρά μόνο με την άφιξη της «ώρας» (7, 39), με την επιστροφή του Ιησού πλησίον του Πατρός (16, 7).
δ) Ένα τελευταίο επιχείρημα μας καλεί να ερμηνεύσουμε το εκπορεύεται ως χρονική και εσχατολογική έλευση του Πνεύματος: όλο το πρώτο μέρος του εδαφίου, δηλαδή ολόκληρη η πρόταση (από το όταν δε… έως εκπορεύεται), δεν αποτελεί παρά μια μακροσκελή και επίσημη δευτερεύουσα πρόταση, προορισμένη να αναδείξει την πολύ σύντομη κύρια πρόταση: εκείνος μαρτυρήσει περί εμού. Με άλλα λόγια, η ανάπτυξη της προτάσεως που αναφέρεται στον Παράκλητο αποβλέπει στην ερμηνεία της σημασίας της μαρτυρίας του. Άρα, σ’ αυτήν την περίπτωση δεν βλέπουμε για ποιον λόγο θα είχε νόημα να υπογραμμισθεί άμεσα η αιώνια εκπόρευση του Πνεύματος. Αν αντίθετα εκπορεύεται, και αναφέρεται επομένως ολόκληρη η πρόταση στην χρονική αποστολή του, η μακροσκελής αυτή εισαγωγή γίνεται απόλυτα κατανοητή, διότι χρησιμεύει στην ανάδειξη ολόκληρης της αξίας αυτής της μαρτυρίας του Παρακλήτου: για να γίνει (το Πνεύμα) ο μάρτυρας του Ιησού στους μαθητές του, πρέπει να έχει αποσταλεί από τον ίδιο τον Ιησού, παρόντα παρά του Πατρός· είναι αναγκαίο επίσης να «εκκινήσει» (αναχωρήσει) και αυτό, από τον Πατέρα, διότι μ’ αυτόν τον τρόπο εμφανίζεται η συνέχεια ανάμεσα στην «αποστολή» του Πνεύματος από τον Ιησού, και την «έλευσή» του στους μαθητές· η συνέχεια αυτή υπογραμμίζεται με την επανάληψη των ίδιων λέξεων παρά του πατρός: στην πρώτη περίπτωση αφορούν στον Ιησού και στη δεύτερη στο Πνεύμα, αποδεικνύοντας αφ’ ενός ότι η έλευση του Πνεύματος έχει υπερβατική προέλευση και αφ’ ετέρου ότι η αποστολή του Πνεύματος ήταν η τελευταία πράξη του σωτηριολογικού έργου του Ιησού.

(συνεχίζεται)

 Αδυνατούν νά διακρίνουν τήν αποστολή από τόν Αποστολέα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...