Τρίτη, 31 Ιανουαρίου 2017

ΒΑΣΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΚΑΙ ΠΡΟΔΙΑΓΡΑΦΕΣ ΤΗΣ ΔΗΛΩΣΕΩΣ ΤΟΥ ΤΟΡΟΝΤΟ: Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ, ΟΙ ΕΚΚΛΗΣΙΕΣ ΚΑΙ ΤΟ ΠΣΕ. Ο ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΚΟΣ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑΣ ΤΟΥ ΠΣΕ (2)

Συνέχεια από Πέμπτη, 26 Ιανουαρίου 2017

ΒΑΣΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΚΑΙ ΠΡΟΔΙΑΓΡΑΦΕΣ ΤΗΣ ΔΗΛΩΣΕΩΣ ΤΟΥ ΤΟΡΟΝΤΟ:
Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ, ΟΙ ΕΚΚΛΗΣΙΕΣ ΚΑΙ ΤΟ ΠΣΕ.
Ο ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΚΟΣ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑΣ ΤΟΥ ΠΣΕ.

Τμήμα της Ανέκδοτης Μεταπτυχιακής Εργασίας με τίτλο «H Διαμόρφωση της “Κοινωνίας” των Εκκλησιών στο Παγκόσμιο Συμβούλιο των Εκκλησιών με βάση τα κείμενα της Γ' Γενικής Συνέλευσης στο Νέο Δελχί των Ινδιών», Θεσσαλονίκη 2006.
Ἰωάννου Γ. Λότσιου (Δρ. Θεολογίας με ειδίκευση στην Οικουμενική Θεολογία και διαχειριστής της σελίδας “Panorthodox Synod” του Κέντρου CEMES).


3. Η Ιδιότητα του Μέλους του Συμβουλίου και της Εκκλησίας
Aς δούμε όμως ποιες είναι οι εκκλησιολογικές αφετηρίες του ΠΣΕ και πως τοποθετείται πάνω στο εκκλησιολογικό πρόβλημα. Η δήλωση κάνει μια αναφορά για την μοναδικότητα της Εκκλησίας του Χριστού και τις συνέπειες που έχει αυτή για το ίδιο το Συμβούλιο. Κατ’ αρχήν, όπως αναφέρεται στο κείμενο, οι εκκλησίες οι οποίες είναι μέλη του ΠΣΕ αναγνωρίζουν με βάση την Καινή Διαθήκη ότι η Εκκλησία του Χριστού είναι μία[23]. Αυτή η αναγνώριση βρίσκεται μπροστά σε μια εσωτερική αντίφαση του Συμβουλίου. Από την μια μεριά αναγνωρίζεται ότι η Εκκλησία είναι μία και από την άλλη υπάρχει μια πληθώρα εκκλησιαστικών οργανισμών, οι οποίοι υποστηρίζουν ότι είναι Εκκλησίες του Χριστού, που όμως δεν βρίσκονται σε κοινωνία και σε ενότητα. Πάνω σε αυτήν την διπλή εσωτερική αντίφαση σημειώνεται στο κείμενο της δήλωσης,  οι εκκλησίες εκφράζουν την δυσαρέσκεια τους και θέτουν το ερώτημα για την σχέση τους με την Μία Αγία Καθολική και Αποστολική Εκκλησία, ως απαραίτητο στοιχείο για τον οικουμενικό διάλογο.
Ήδη στην Παγκόσμια Συνέλευση της Λοζάννης, σχετικά με την φύση της Εκκλησίας, φαίνεται μια μετατόπιση από τα θέματα διαφοράς στα θέματα συμφωνίας και ειδικά προς μια αναγκαία κοινή άποψη σχετικά με την φύση της Εκκλησίας. Σύμφωνα με τα πορίσματα της Συνέλευσης, η Εκκλησία είναι μια κοινωνία που πιστεύει στον Χριστό. Σε αυτήν την κοινωνία ο Χριστός είναι η Κεφαλή και το Άγιο Πνεύμα η συνέχιση της ζωής. Στην πρόσκληση των εκκλησιών λοιπόν, προς μια διασάφηση του όρου ‘‘Εκκλησία’’, προσφέρει την ευκαιρία στις ίδιες να αναλογιστούν τον βαθμό στον οποίο οι αποκλίσεις τους είναι διαχωριστικές. Έτσι στην διασάφηση αυτή οι εκκλησίες κλήθηκαν να αναγνωρίσουν μέσα από κάποια ιδιαίτερα χαρακτηριστικά ότι κάθε σύναξη ή ομολογία οφείλει να έχει: α) κατοχή του Αγίου Πνεύματος, β) πίστη στον Θεό και στον ενσαρκωμένο Λόγο, γ) ιεραποστολική κλίση, δ) διακονία, ε) μυστήρια και στ) κοινωνία με τις άλλες εκκλησίες. Στο Γ΄ Παγκόσμιο  Συνέδριο της Επιτροπής ‘‘Πίστη και Τάξη’’, στη Lund, το 1952, η εκκλησιολογική προοπτική πέρασε από την συγκριτική έμφαση  στην χριστολογική. Πάνω σε αυτήν την εσωτερική αντίφαση, μέσα στα πλαίσια του ΠΣΕ, καθορίζονται τρεις βασικές παράμετροι που συνιστούν την ύπαρξη της μιας Εκκλησίας, για το Συμβούλιο και τις επιμέρους εκκλησίες, αφού οι τελευταίες διαθέτουν μια διπλή ιδιότητα, αυτής του μέλους της Εκκλησίας και του Συμβουλίου και η οποία είναι δεσμευτική[24].
Πρώτα-πρώτα γίνεται λόγος για την σχέση του ΠΣΕ με τις εκκλησίες. Το ΠΣΕ[25] αντιπροσωπεύει μια νέα αλλά και πρωτοφανή προσέγγιση στο πρόβλημα των σχέσεων μεταξύ των εκκλησιών. Επειδή δεν υπάρχει ένας  σαφής καθορισμός της φύσης της εκκλησίας από την πλευρά των μελών-εκκλησιών γι’ αυτό είναι δύσκολο να εκφραστεί μια συγκεντρωτική εκκλησιολογία, η οποία να είναι απόρροια των εκκλησιολογιών των επιμέρους εκκλησιών. Έτσι δεν υιοθετεί καμία εκκλησιολογία και δεν δίνει λύση στο εκκλησιολογικό πρόβλημα. Παράλληλα το ΠΣΕ αποφεύγει να γίνει όργανο μιας ομολογίας ή μιας θεολογίας[26]. Καμιά  εκκλησιολογία, των μελών-εκκλησιών, δεν απορρίπτεται, δείχνοντας ότι υπάρχει χώρος για όλες τις εκκλησιολογίες. Αυτό που απαιτεί όμως το ίδιο το Συμβούλιο είναι η υιοθέτηση της βάσης του, η οποία καθορίζει την λειτουργία του ως οργανισμού, δηλαδή η παραδοχή ότι ο Ιησούς  Χριστός είναι ‘‘Θεός’’ και ‘‘Σωτήρας’’. Εκεί όμως που τοποθετείται το πρόβλημα είναι στην κοινή διατύπωση μέσα στο ίδιο το Συμβούλιο. Αυτή η κοινή διατύπωση δεν μπορεί να στηρίζεται σε μια συγκεκριμένη εκκλησιολογική κατηγορία, δηλαδή η ένταξη στο Συμβούλιο δεν αναγκάζει τις εκκλησίες να αλλάξουν την εκκλησιολογία τους[27]. Η δεύτερη παράμετρος αναφέρεται στην σχέση του ΠΣΕ με την μία Εκκλησία, που σαφώς ο καθορισμός της, διακρίνει τον σκοπό του Συμβουλίου. Το ΠΣΕ δεν είναι και δεν μπορεί να γίνει υπέρ-εκκλησία, δεν είναι η παγκόσμια εκκλησία ή η Una Sancta. Αυτό έχει ως συνέπεια να μην νομοθετεί και να μην ενεργεί εκ μέρους των εκκλησιών, γιατί τότε θα έπαυε η διατήρηση της ιδιότητας του μέλους του Συμβουλίου,  οποιαδήποτε εκκλησίας. Δηλαδή, το ΠΣΕ υποστηρίζει ότι δεν είναι η παγκόσμια εκκλησία, γι’ αυτό και δεν αποφασίζει για τίς εκκλησίες-μέλη. Έτσι η κάθε επιμέρους εκκλησία έχει το δικαίωμα να επικυρώνει ή να απορρίπτει τις αποφάσεις και ενέργειες του ΠΣΕ[28].[Γιατί υπάρχει;;; Γιά νά γίνει συν καιρώ υπερ-εκκλησία, σέ συντονισμό μέ τήν υπερ-δύναμη. τό super market καί εν τέλει μέ τόν παντοκράτορα]
Η τρίτη παράμετρος αναφέρεται στην ιδιότητα του μέλους που έχει η κάθε επιμέρους εκκλησία, έναντι της Μίας Εκκλησίας και του  Συμβουλίου[29]. Έτσι δεν αμφισβητείται η ιδιότητα του μέλους για όλες τις εκκλησίες, που μετέχουν στο Συμβούλιο. Βέβαια στο κείμενο αναφέρεται ότι η ιδιότητα αυτή είναι πιο πάνω από την ιδιότητα του μέλους του Συμβουλίου. Έτσι τα μέλη του Συμβουλίου δεν σχετικοποιούν την εκκλησιολογία της κάθε εκκλησίας. Επιπλέον ο Ευδοκίμωφ παρατηρεί ότι η συμμετοχή της Ορθόδοξης Εκκλησίας στο ΠΣΕ το διαφύλαξε από το να γίνει ένας καθαρά ‘παν-προτεσταντικός’ οργανισμός, ‘‘απορρίπτοντας ορισμένες μεθόδους μαρτυρίας’’, όπως ‘‘την ολοκληρωτική μονοτυπία, τον πρόωρο ενωτισμό (ουνιτισμό) και τον σκοταδιστικό ολοκληρωτισμό (ιντεγκρισμό)’’[30]. [ Εγινε κατά κάποιο τρόπο]
Στο σημείο αυτό είναι καλό να παραθέσουμε και τις επισημάνσεις του ρωμαιοκαθολικού θεολόγου O.S.Tomkins[31]. Αυτός διακρίνει στην δήλωση μια εκκλησιολογική ένσταση στο κατά πόσο ο όρος ‘‘Εκκλησία’’ μπορεί να αναφέρεται γενικά σε όλους τους  εκκλησιαστικούς οργανισμούς, που είναι μέλη του ΠΣΕ. Και αυτό γιατί δεν υπάρχει μια διαμορφωμένη και κοινά αποδεκτή  έκφραση του όρου ‘‘Εκκλησία’’. Παρόλο, που, όπως αναφέρει ο Tomkins, είναι γενικά αποδεκτό το Άρθρο-Βάσης του καταστατικού, εντούτοις υπάρχουν διαφορές στην χριστολογία μεταξύ των εκκλησιών. Το ίδιο το Συμβούλιο δεν έχει επίσης τα εκκλησιαστικά στοιχεία που  προσφέρουν την ενότητα και την κοινωνία. Έτσι ο τρόπος εισδοχής των εκκλησιών παραμένει προβληματικός.[ Θά λυθούν μέ τήν Πνευματολογία]
Η αναγνώριση της χριστολογίας του Άρθρου-Βάση αποτελεί βέβαια το σημείο σύγκλισης, δηλαδή το κέντρο της ενότητας των εκκλησιών, αλλά συγχρόνως αφήνει ανοικτή την μορφή της ενότητας, αναζητώντας διάφορα μοντέλα της. Αυτό σημαίνει μια οικουμενική προοπτική χωρίς αναφορά στην συνεχή πορεία και δράση της εκκλησίας. Ο Ι. Καλογήρου επεσήμανε λίγο πριν από το Συνέδριο στο Νέο Δελχί,  ότι η αξίωση και η χρήση του όρου ‘‘Εκκλησία’’ με την εκκλησιολογική και θεολογική της σημασία εκ μέρους των μελών του ΠΣΕ, ειδικά στους προτεσταντικούς κύκλους, αναμφισβήτητα θέτει δυσκολίες στην συμμετοχή της Ορθόδοξης εκκλησίας[32]. Η γενική και ανοικτή εκκλησιολογική προοπτική του ΠΣΕ που σημαίνει την έλλειψη ενότητας, κοινωνίας και σωτηρίας, ουσιαστικά θέτει ένα βασικό εμπόδιο στην περαιτέρω πορεία του ΠΣΕ, δηλαδή αν και κατά πόσο η Εκκλησία του Χριστού είναι μια ουτοπία ή ένα όραμα και όχι μια ιστορική πραγματικότητα συνέχειας του σωτηριώδους έργου του Χριστού.[ Τό οποίο συνεχίζει μόνη της, αυτόνομα]  Στο ΠΣΕ η Εκκλησία και η ενότητά της δεν αναφέρονται ως προς την κάθετη σχέση του Χριστού με τον πιστό και τις εκκλησίες, αλλά στην οριζόντια διάσταση και μόνο στην σχέση μεταξύ των εκκλησιών. Γι’ αυτό και η μορφή της ενότητας, αν και έχει κέντρο τον ίδιο το Χριστό, εντούτοις δεν έχει μια σαφή έκφραση. Πριν λοιπόν την συνεδρίαση στο Νέο Δελχί  το ΠΣΕ διακατέχονταν από μια αυστηρά Χριστοκεντρική θεώρηση της ενότητας.
Μια άλλη εξίσου σημαντική αλλά θεμελιώδης λεπτομέρεια της δήλωσης του Τορόντο είναι η αναγνώριση των εκκλησιαστικών στοιχείων και των παραδόσεων. Αυτά τα στοιχεία προσφέρουν μέσα στο οικουμενικό πλαίσιο τον δεσμό κάποιας μορφής ενότητας και μιας απλής κοινωνίας. Έτσι οι επιμέρους εκκλησίες και ομολογίες, αναγνωρίζουν στοιχεία αληθείας στις άλλες εκκλησίες. Πρόκειται για μια αμοιβαία αναγνώριση που έχει σαν στόχο την πλήρη αλήθεια και ενότητα. Τα εκκλησιολογικά στοιχεία, λοιπόν, όπως η κοινή ομολογία στην πίστη, η λατρεία, το θείο κήρυγμα, η τέλεση των μυστηρίων και ακόμα οι παραδόσεις που αποκαλούνται ‘ecclesiae vestigia’ (ίχνη εκκλησίας), για το ΠΣΕ δεν αποτελούν ίχνη ωχρά και σκιές της αληθινής Εκκλησίας, αλλά στοιχεία που αντιμετωπίζονται ως αφορμή για ενότητα μεταξύ των μελών του Συμβουλίου. Αυτή η αναγνώριση είναι μια αμοιβαία υποχρέωση των μελών του Συμβουλίου, που στοχεύει στην έκφραση της ενότητας και κοινωνίας[33].
Στο ΠΣΕ αυτά τα στοιχεία αναζητήθηκαν κάτω από την προοπτική της αναζήτησης της ενότητας και κοινωνίας. Αυτά δεν θεωρήθηκαν υπολείμματα, αλλά αποτελούν θεμελιώδεις λειτουργικές βαθμίδες που εκφράζουν κατά τον έναν ή άλλο τρόπο την ύπαρξη της Μίας, Αγίας και Καθολικής Εκκλησίας. Μορφώνουν δηλαδή μια σύναξη, μια ομολογία σε μέλος ή τμήμα της εκκλησίας. Αυτή η σημαντική λεπτομέρεια, που κατά βάθος αγνοείται, οδηγεί στο συμπέρασμα ότι μέσο σωτηρίας δεν είναι μόνο μία εκκλησία, αλλά και οι άλλες, που έχουν ή διαθέτουν τα απαραίτητα εφόδια. Για την Ορθόδοξη Εκκλησία αυτό σημαίνει ότι αναγνωρίζει κατά ένα ποσοστό την εκκλησιαστική πραγματικότητα, άρα και την διάθεση της σωτηρίας[34]. Αυτά τα στοιχεία όμως, μέσα στο πλαίσιο του Π.Σ.Ε.,  θα έπρεπε να αποτελούν θέματα προς διάλογο  και όχι  προϋπόθεση της οικουμενικής κίνησης[35].  Ενώ τώρα οι εκκλησίες καλούνται να συνομιλήσουν, να πορευθούν από κοινού και να συνεργαστούν όχι με άλλους χριστιανούς, αλλά με άλλες εκκλησιαστικές συνάξεις ή κοινότητες. Γι’ αυτό και οι όροι του «σχισματικού» ή «αιρετικού» αντικαθίστανται πλέον με όρους, όπως «χωρισμένοι αδελφοί» ή «χωρισμένες εκκλησίες».
Επιπλέον, με την αμοιβαία αυτή αποδοχή επιβεβαιώνεται ότι υπάρχει μια ατελής κοινωνία και ενότητα μεταξύ των εκκλησιών, οι οποίες καλούνται να την βελτιώσουν σε ορατό επίπεδο. Αυτό θα γίνει πραγματικότητα μόνο εάν συμπορευθούν και συνεργαστούν. Ο Φλωρόφσκυ, πάνω σε αυτήν την διαβάθμιση της εκκλησιαστικότητας των άλλων χριστιανικών εκκλησιών και με βάση την Ορθόδοξη εκκλησία, κάνει λόγο για δύο τάσεις. Η μια είναι η απόλυτος, η οποία δεν αναγνωρίζει τα εκκλησιαστικά στοιχεία στις άλλες εκκλησίες και η δεύτερη και ευρύτερη, η οποία αναγνωρίζει εκείνα τα στοιχεία τα οποία αποδίδονται με τον λατινικό όρο ‘‘vestigia ecclesiae’’, (ίχνη εκκλησίας). Εκτός από αυτά για τον Φλωρόφσκυ υπάρχει και μια τρίτη αντίληψη, του λεγομένου «ενδοκεντρικού συστήματος». Με βάση αυτό το σύστημα, στο κέντρο βρίσκεται η έννοια της Εκκλησίας ως Μίας Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής και γύρω από αυτή διαγράφονται τόσοι ομόκεντροι κύκλοι, όσες είναι οι αντιλήψεις όσον αφορά τον όρο ‘‘Εκκλησία’’, των άλλων εκκλησιών και ομολογιών. Όσο κοντύτερα στο κέντρο βρίσκεται μια εκκλησία τόσο περισσότερο πλησιάζει την αληθινή έννοια της Εκκλησίας[36].[Οι οποίοι κινούνται οριζόντια σάν σπείρα πρός τό Μηδέν τής υπάρξεως καί τής δημιουργίας] 

Επίλογος
Η περίφημη Δήλωση του Τορόντο ως κείμενο εισδοχής είναι στην πραγματικότητα ένα έγγραφο οικουμενικής δέσμευσης για την απαρχή των σχέσεων για την κάθε εκκλησία που θέλει να γίνει μέλος του ΠΣΕ. Η Δήλωση αυτη προσπαθεί να εξηγήσει τη σημασία της Οικουμενικής Κίνησης ως προσπάθειας αποκατάστασης της χαμένης ενότητας.[ Τού ουροβόρου. Δημιουργείται μιά ψυχολογική εκκλησία, εφόσον η ψυχή έχει ήδη αντικατασταθεί μέ τό πρόσωπο] Βάση λοιπόν για την συμμετοχή της κάθε εκκλησίας αποτελεί η αναγνώριση της «αόρατης ενότητας» και της «ορατής διαίρεσης». Η «αόρατη ενότητα» είναι δεδομένη για τα μέλη του ΠΣΕ και αναφέρεται στην κάθετη σχέση των εκκλησιών με το πρόσωπο του Χριστού.[ Κάτι τόσο αόρατο όσο καί ανύπαρκτο. Τό πρόσωπο τού Χριστού είναι η Υπόσταση τού Υιού τού Θεού τού Ζώντος. Δέν είναι τό πρόσωπο πού μοιράζει τίς άκτιστες ενέργειες.Δέν ταυτίζονται υπόσταση καί πρόσωπο. Η κάθετη σχέση τών εκκλησιών μέ τό πρόσωπο τού Χριστού, είναι η γνωστή πυραμίδα τού ΑΚΙΝΆΤΗ, τό summum bonnum, μέσα στήν οποία συντηρείται η μούμια τού Ιησού, τού μεγαλύτερου Φαραώ καί όπου υπηρετεί σάν καντηλανάφτης ο Τρεμπέλας.] Συγχρόνως όμως αναγνωρίζεται ότι στην οριζόντια σχέση μεταξύ των εκκλησιών υπάρχει η διαίρεση, που αποτελεί ένα πρόβλημα, για την επίλυση του οποίου είναι απαραίτητος ο οικουμενικός διάλογος. Παρά το γεγονός ότι αυτη η εκκλησιολογική οικουμενική τοποθέτηση είναι ίσως μία υιοθέτηση της προτεσταντικής διδασκαλίας περί της αοράτου ενότητας, εντούτοις δεν έχει γενική αναφορά για όλα τα μέλη του ΠΣΕ. Αυτη ή εκκλησιολογική βάση του διαλόγου δεν δημιούργησε μόνο το υπόβαθρο των οικουμενικών ζυμώσεων άλλα ασφαλώς αποδείκνυε ότι το ίδιο το ΠΣΕ προσπαθεί να επιλύσει το εκκλησιολογικό πρόβλημα των ομολογιών, αν και αναφέρεται ότι δεν υιοθετεί καμία εκκλησιολογία.
Εξάπαντος όμως το ιδιαίτερο σημείο της Δήλωσης είναι η διπλή ιδιότητα που έχει η κάθε εκκλησία ως μέλος της Μίας και Αδιαίρετης Εκκλησίας και συγχρόνως ως μέλους του ΠΣΕ. Βέβαια η ιδιότητα μέλους της Εκκλησίας είναι πιο πάνω από την ιδιότητα του μέλους του Συμβουλίου. Η ιδιότητα μέλους της Εκκλησίας αναγνωρίζεται αμοιβαία σε όλες τις εκκλησιαστικές οντότητες και ομολογίες. Παράλληλα τίθεται και η σχέση των εκκλησιών και του Συμβουλίου με την Μία και Αδιαίρετο Εκκλησία. Το Συμβούλιο είναι συμβούλιο και δεν αποτελεί Υπερ-Εκκλησία, που βέβαια αυτό το σημείο της Δήλωσης είναι το σημείο-κλειδί για την συμμετοχή της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Όμως εξαιτίας του ενδιαφέροντος και μόνο για την ενότητα τίθενται και τα εκκλησιολογικά στοιχεία, όπως το κήρυγμα και τα μυστήρια, που αναγνωρίζουν κατά ένα ποσοστό την εκκλησιαστικότητα των ομολογιών. Αυτό δεν είναι επίτευξη αλλά προϋπόθεση του οικουμενικού διαλόγου. Για την Ορθόδοξη Εκκλησιολογία αυτό είναι καίριας σημασίας. Κάθε εκκλησία ή ομολογία δηλαδή έχει την εξάρτηση ή διαθέτει τα εκκλησιολογικά στοιχεία δηλώνοντας και την σχέση της με τη Μία Εκκλησία.

Σημειώσεις
 [23]. ‘‘The Church, the Churches and the World Council of Churches, the Ecclesiological Significance of the World Council of Churches’’, o.π. σ. 248. Σύμφωνα με τον Αγγλικανό Επίσκοπο του Derby A. Rawlinson, ο όρος Εκκλησία στην Καινή Διαθήκη δεν μπορεί να έχει έννοια ομολογιακή γι’ αυτό και σημειώνει: «Η ιδέα περί πληθύος χριστιανικών «Ομολογιών», αντιθέτων ή παραλλήλων Εκκλησιών, κεχωρισμένως ωργανωμένων και κατεχουσών διαφόρους η παραλλήλους διδασκαλίας περί της Χριστιανικής πίστεως ή Θρησκείας, είναι παντελώς ξένη προς την άποψιν της Καινής Διαθήκης. Η καινή διαθήκη δεν αναγνωρίζει Ομολογίας παρά μόνον Εκκλησίαν», στο ‘‘Η Εκκλησία και Αι Εκκλησίαι’’, μετφρ. Αρχιμ. Ιακώβου Παπαιωάννου , στο Ο, 29 (1954), σ. 60.
[24] . G. FLOROVSKY, ‘‘The World Council of Churches’’, στο Ecumenism II, σ. 188.
[25]. ‘‘The Church, the Churches and the World Council of Churches, the Ecclesiological Significance of the World Council of Churches’’, o.π., σ. 249.
[26]. Π.ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ, ‘‘Ορθοδοξία και Θεολογία της Συνάφειας. Ο ρόλος της Ορθοδοξίας στην μετά-Καμπέρρα Οικουμενική Κίνηση’’, στο Καθ΄Οδόν, 2 (1994), σ. 11-22. Δ. ΔΟΙΚΟΥ, ‘‘Η ‘Θεολογία’ της Συνάφειας και ο Βιβλικός Λόγος’’, στο Καθ΄Οδόν, 2 (1994), σσ. 49-53. Όπου αναφέρονται οι διάφοροι μέθοδοι συνομιλιών για την προσέγγιση των εκκλησιών. Η θεολογία της συνάφειας αναφέρεται στην προσπάθεια ερμηνείας κάθε χριστιανικής παράδοσης και θεολογικής τοποθετήσεως σε συνάρτηση με μια συγκεκριμένη συνάφεια, είτε αυτή είναι πολιτική, κοινωνική, κ.τ.λ.. Με την θεολογία της συνάφειας η Ορθόδοξη Εκκλησία έρχεται στην προβληματική της αποδοχής ή μη των ποικιλιών της εμπειρίας ανεξαρτήτως εκκλησιαστικής ταυτότητας. Τούτο σημαίνει ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία καλείται να δεχθεί την εμπειρία των άλλων εκκλησιών ως παράγοντα και απόρροια της πίστης, γιατί αλλιώς η οικουμενικότητα της είναι κλειστή και άγονος. Με άλλα λόγια η θεολογία της συνάφειας καταβάλει προσπάθεια οριστικοποίησης της σχέσεως μεταξύ ενότητας και ποικιλίας και κοινωνίας και διαφοράς. Π. ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗ, ‘‘Η Ορθόδοξη Εκκλησία και η Αναζήτηση της Ορατής Ενότητας’’, στο Μετανεωτερικότητα και Εκκλησία, η Πρόκληση της Ορθοδοξίας, εκδ. Ακρίτας, 2002, σσ. 142-148.  Πράγμα που οδηγεί σε θεολογική ασυναρτησία. Είδε και Γ.ΜΑΝΤΖΑΡΙΔΟΥ, Η Εμπειρική Θεολογία στην Οικολογία και την Πολιτική, ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ 1994,  σσ.144-145.
[27]. Η συμβολή και η συμμετοχή της Ορθόδοξης Εκκλησίας στο ΠΣΕ πέρασε από πολλές δοκιμασίες. Η Δήλωση του Τορόντο είχε διαμορφωθεί για να  κληθούν και να πάρουν θέση οι εκκλησίες πάνω σε αυτό, που σχετίζονταν με τις ανησυχίες τους για την εκκλησιολογική σημασία του Παγκόσμιου Συμβουλίου. Ο Γενικός Γραμματέας του ΠΣΕ V.Hooft, μετά από συζητήσεις που είχε με Ορθόδοξους και Καθολικούς, για την φύση του ΠΣΕ, στο προπαρασκευαστικό κείμενο είχε προτείνει ότι το ΠΣΕ υπάρχει για μια προσωρινή κατάσταση. Αυτή η περιγραφική όμως διατύπωση  θεωρήθηκε ως οριστικό βήμα για την αποκατάσταση της ενότητας. Οι εκκλησίες-μέλη του ΠΣΕ δεν αναγνωρίζουν απαραίτητα η μια την άλλη ως αληθινές και υγιείς ή πλήρεις εκκλησίες. Η σχέση λοιπόν των άλλων εκκλησιών με την Εκκλησία του Χριστού αποτελεί θέμα προς εξέταση. V. HOOFT, ‘‘The Church, and the churches and the World Council of Churches, Toronto 1950’’, στο  The Genesis and formation of the World Council of Churches, ο.π., σσ. 77-79.
[28]. ‘‘The Church, the Churches and the World Council of Churches, the Ecclesiological Significance of the World Council of Churches’’, o.π., σ. 246.
[29].  o.π., σ. 246.
[30]. Π. ΕΥΔΟΚΙΜΩΦ, Η Ορθοδοξία, μετφρ. Α.Μουρτζόπουλος, έκδ. Β. Ρηγόπουλου, ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ 1972, σσ. 462-463.
[31].  O. S. TOMKINS, ‘‘The Church the Churches and the Council’’, ο.π., σσ. 262- 265.
[32]. Ι. ΚΑΛΟΓΗΡΟΥ, ‘‘Η εν Ρόδω Συνέλευσις της Κεντρικής Επιτροπής του Παγκόσμιου Συμβουλίου των Εκκλησιών (19-27 Αυγούστου 1959)’’, στο Θ, 49 (1960), σ.135. Επίσης και του ιδίου ‘‘Περί το ‘‘Οικουμενικόν’’ Συνέδριον του Evanston και το κατ’ αυτό έργο των Ορθοδόξων’’, στο ΓΠ, 37 (1954), σσ.198-203.
[33]. ‘‘The Church, the Churches and the World Council of Churches, the Ecclesiological Significance of the World Council of Churches’’, o.π., σσ. 246. W.DIETZEELBINGER, ‘‘Vestigia Ecclesiae’’, στο ER, 15-16 (1963), σσ. 368-376.
[34]. Ο π. Πλακίδας Deseille στο βιβλίο του, Η πορεία μου προς την Ορθοδοξία, εκδ. Ακρίτας, μετφρ. Αρχιμ. Συμεών Κούτσα, σειρά «Ορθόδοξη Μαρτυρία», αριθμ.. 22, σσ.134-135, επισημαίνει: «Η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν αναγνωρίζει στις ετερόδοξες κοινότητες παρά μια «δυνάμει» εκκλησιαστικότητα, η οποία δεν θα μπορούσε να ενεργοποιηθεί παρά με την πραγματική είσοδο αυτών των κοινοτήτων σε κοινωνία μαζί της. Αυτή η εν δυνάμει εκκλησιαστικότητα μετριέται με τον αριθμό στοιχείων της αυθεντικής παραδόσεως που διατηρήθηκαν πραγματικά από αυτές τις κοινότητες… για να γίνει και πάλι αυτή η συγκεκριμένη και εν δυνάμει εκκλησιαστικότητα πλήρως πραγματική και αποτελεσματική, η θεμελιώδης προϋπόθεση είναι η ολοκληρωμένη ομολογία της Ορθοδόξου πίστεως».
[35]. Ν. ΜΑΤΣΟΥΚΑ, ‘‘Η Συμβολή της Ορθόδοξης Εκκλησίας στο χώρο της οικουμενικής κίνησης’’, στο ΕΕΘΣΑΠΘ, 24 (1979)Α, σσ. 30-31. Αντίθετα ο Ion Bria (‘‘Σχόλια στην Ορθόδοξη εκκλησιολογία’’, μετφρ. Νίκος Ζαρκαντζάς, στο Καθ’ Οδόν, 4(1993), σσ.34-37), στην αμοιβαία αναγνώριση βλέπει τον ‘‘διάλογο στην διαφορά, την ρύθμιση των ιδιαιτεροτήτων των γλωσσών και συμβόλων και την αποδοχή των διαφόρων πολιτιστικών υποδομών και εκφράσεων της αυθεντίας. Η αμοιβαία αναγνώριση ‘‘επανέφερε το δόγμα της Αγίας Τριάδος ως βάση για την κάθε εκκλησιολογία…αποφυγή του συνδρόμου της ομοιομορφίας και της ομολογιακότητας’’.

[36]. ‘‘Έκθεσις επί των Εργασιών της εν Bossey της Ελβετίας συσκέψεως της διαρκούς θεολογικής υποεπιτροπής( Working Committee) της επιτροπής περί Πίστεως και Τάξεως ( 11-19 Αυγούστου 1953)’’ από τον Μητρ. Χρυσόστομο Κωνσταντινίδη, στο Ο, 28 (1953) σ. 341. Ο Φλωρόφσκυ για αυτά τα κοινά σημεία αλλού επισημαίνει: «Ο Χριστιανισμός είναι πράγματι διηρημένος. Εν τούτοις, τα διηρημένα κομμάτια πάντα ανήκουν από κοινού (belong together), αφού είναι απλώς ( just) ‘μέρη’ και ‘τμήματα’( parts and fragments). Κατά συνεπείαν, είναι νοητά μόνον όταν λαμβάνονται από κοινού, στο πλαίσιο και το φόντο (background) της αρχικής χριστιανικής ενότητας, η οποία διασπάστηκε….Η εδραιωμένη αυταπάτη( illusion) της αυτάρκειας πρέπει να καταρρεύσει….». Με την θέση αυτή ο Φλωρόφσκυ δεν υπονοεί ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν είναι η Una Sancta. Απορρίπτει κατηγορηματικά την «θεωρία των κλάδων» και κάθε παρεμφερή ιδέα, που θα έκανε την Ορθόδοξη Εκκλησία μια «εκκλησία» μεταξύ των πολλών. Η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι συνέχεια της μιας, καθολικής Εκκλησίας, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι μπορεί να νοείται και να υπάρχει χωρίς να βιώνει την «τραγωδία του σχίσματος», όπως την ονομάζει, δηλαδή χωρίς να αισθάνεται διαρκώς την ανάγκη και την έλλειψη εκείνων, με τους οποίους αποτελούσε κάποτε ένα «όλον». Αυτό σημαίνει η επίμονη απόρριψη από τον Φ. κάθε έννοιας αυτάρκειας, τόσο στην Δύση όσο και στην Ανατολή. Στο  Το Σώμα του Ζώντος Χριστού, μια ορθόδοξη ερμηνεία της Εκκλησίας, μετφρ. Ι.Κ.Παναγόπουλος, εκδ. Αρμός,  1999, σ. 151.

Πηγή: εδώ και εδώ

ΣΧΟΛΙΟ: Ευτυχώς λοιπόν πού υπάρχει καί ο κ. Λότσιος καί μάς εξηγεί γιατί δέν έχουμε πλέον εκκλησία, ορθόδοξη εκκλησία.

Αμέθυστος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...