Τετάρτη, 14 Απριλίου 2021

HANS URS VON BALTHASAR--ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ (THEO-LOGIK) (65)

Συνέχεια από Τρίτη, 30 Μαρτίου 2021

                                           HANS URS VON BALTHASAR

                                     ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ  (THEOLOGIK)

                                                 Τρίτος Τόμος

             ΤΟ ΠΝΕΥΜΑ ΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ  (DER GEIST DER WAHRHEIT)

        (Οι δύο προηγούμενοι τόμοι: 1) Αλήθεια τού κόσμου (Wahrheit der Welt), 2)    Αλήθεια τού Θεού (Wahrheit Gottes) )

                                      Johannes Verlag, 1987

                                    4.  ΓΙΑ ΤΟ ΦΙΛΙΟΚΒΕ

                                 V. ΤΟ ΠΝΕΥΜΑ ΚΑΙ Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ

                  4.  ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΙΚΟ ΚΑΙ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΙΚΟ ΠΝΕΥΜΑ

                     β) Η διπλή ενότητα της Eκκλησίας (3η συνέχεια)

             

Αυτή όμως η διπλή ενότητα που επενεργεί το Πνεύμα στην Εκκλησία, φανερώνεται και από μιαν άλλη πλευρά: ως η διπλή επίδραση του ενός Πνεύματος, που γεννά αξιώματα και χαρίσματα. Τα οποία είναι εξαρχής – στον Παύλο, ακόμα και στα Ευαγγέλια – μέχρι «συγχύσεως» ένα: τα διαρκή αξιώματα (ή: «υπουργήματα») παρατίθενται στην αρχή τού καταλόγου τών χαρισμάτων (Α’ Κορ. 12, 29), ενώ η ιερατική χειροτονία τού Τιμόθεου με την επίθεση των χεριών χαρακτηρίζεται ως «χάρισμα του Θεού» (Β’ Τιμ. 1, 6)· τα δε χαρίσματα προσδίδουν μιαν «αξιωματική» λειτουργία στους κατόχους τους μέσα στην κοινότητα – παρ’ όλ’ αυτά, αξιώματα και χαρίσματα διακρίνονται σαφώς μεταξύ τους: η αποστολικότητα του Παύλου δεν ανήκει π.χ. κατά κανέναν τρόπο στα χαρίσματα (έστω κι αν άλλοι, που δεν συγκαταλέγονται στην ομάδα τών πρώτων Αποστόλων, ονομάζονται ίσως χαρισματικά «Απόστολοι»: ο Βαρνάβας – Πράξ. 14, 4, ο Ανδρόνικος και ο Ιουνίας – Ρωμ. 16, 7, καθώς κι εκείνοι στους οποίους αναθέτει να τον αντιπροσωπεύσουν ή να τον βοηθήσουν [ως «χειροτονημένοι» τρόπον τινά «επίσκοποι»] ο Παύλος). Η τοποθέτηση του Τιμόθεου και του Τίτου στο ιερατικό αξίωμα το δείχνει αυτό καθαρά. Ενώ όμως τα μη ιεραρχικά χαρίσματα διακρίνονται απ’ τα αξιωματικά, τα αξιωματικά πρέπει να έχουν εντελώς χαρισματικά χαρακτηριστικά: πρέπει οι κάτοχοί τους να είναι προφήτες, διδάσκαλοι, κάτοχοι σοφίας και επιστήμης, να μπορούν να διακρίνουν τα πνεύματα κ.ο.κ.

     Η ενεργούμενη όμως από το Πνεύμα ενότητα αξιωμάτων και χαρισμάτων πηγαίνει ακόμα πιο πέρα: η χριστιανική αγάπη περιγράφεται στην Α’ Κορ. 13 ως η «υπέρμετρη οδός», χωρίς την οποία  τα ανώτατα χαρίσματα είναι κι αυτά άχρηστα (ό.π. 13, 1-3). Τα χαρίσματα είναι (θεωρητικά) δυνατόν να υπάρχουν, χρειάζονται όμως, για να επενεργούν, μια ζωή «μέσα» στην αγάπη και τις «εγκεχυμένες» θεολογικές και πρωταρχικές αρετές. Κάθε γνήσια χριστιανική ζωή είναι άλλωστε για τον Παύλο μια ζωή εν Αγίω Πνεύματι, ζωή  ζωντανής πίστης, ελπίδας και αγάπης τόσο για τον Θεό όσο και για τους ανθρώπους έτσι, ώστε η εν γένει χριστιανική ζωή να είναι ήδη χαρισματική, πριν ακόμα διακριθούν, με τη «στενότερή» τους έννοια, το «αξίωμα» («υπούργημα», «διακόνημα») και το «χάρισμα». Ο Τίτος είναι «ένα γνήσιο τέκνο στην κοινή πίστη» (Τίτ. 1, 4 – «Τίτω γνησίω τέκνω κατά κοινήν πίστιν»), και ολόκληρο το Σώμα τού Χριστού και όλα τα μέλη του λένε, ότι αυξάνει μέσα απ’ τα αμοιβαίες «εξυπηρετήσεις» στην πλήρη ωριμότητα, «μέχρι να οικοδομηθή με την αγάπη» (Εφ. 4, 16). Κατά τον ίδιον τρόπο είναι και όλοι «κεκλημένοι σε μια και μοναδικήν ελπίδα» (ό.π. 4, 4). Το «αξίωμα» και το «ιδιαίτερο χάρισμα» μοιάζουν να αναφέρονται από κοινού, μέσα απ’ όλ’ αυτά, στη γενική χαρισματική κατάσταση της χριστιανικής ύπαρξης.

    Όσον αφορά στους καταλόγους χαρισμάτων τών επιστολών τού Παύλου, η σύγκρισή τους δείχνει (ιδίως τής προς Ρωμαίους 12 με την Α’ προς Κορινθίους 12) πόσο τυχαία και περιστασιακή είναι η απαρίθμησή τους   (( Σημ. τ. μετ.: Μπορεί να είναι ποτέ «τυχαίος» και «περιστασιακός» ο λόγος τών αγίων τού Θεού; Μόνο το μυαλό μας τα κατασκευάζει αυτά, και μάλιστα όταν νοσήση… Διαβάζονται «φιλολογικά» τα κείμενα της Αγίας Γραφής; Μάλλον τό ’χουμε χάσει… )) . Δεν διακρίνονται επίσης καθαρά το ένα από το άλλο· μερικά μπορεί να υπάρχουν καθεαυτά (π.χ. το δώρο τής ιάσεως ή η ελεημοσύνη, η ευσπλαγχνία, η φιλοξενία), και άλλα μπορεί να «αλληλοπεριχωρούνται»: η «προτροπή» (παραίνεση) (Ρωμ.12, 8, καθιστάμενη σε άλλο σημείο χρέος όλων), η «πίστη» (Α’ Κορ. 12, 9), που μπορεί να είναι μόνο μια ιδιαίτερη ένταση ενός γενικού χριστιανικού χαρακτηριστικού, και προπάντων η «προφητεία», που συγγενεύει με το χάρισμα της σοφίας και εκείνο τής επιστήμης (ό.π. 8), που σημαίνει την ικανότητα να μπορής να μεταφέρης το αιώνιο αλλά και τωρινό θέλημα του Θεού στην Εκκλησία   (( Ας δούμε… Ρωμ 12, 5 κ.ε.: «…ούτως οι πολλοί έν σώμά εσμεν εν Χριστώ, ο δέ καθ’ είς αλλήλων μέλη. έχοντες δέ χαρίσματα κατά τήν χάριν τήν δοθείσαν ημίν διάφορα, είτε προφητείαν, κατά τήν αναλογίαν τής πίστεως, είτε διακονίαν, εν τή διακονία, είτε ο διδάσκων, εν τή διδασκαλία, είτε ο παρακαλών, εν τή παρακλήσει, ο μεταδιδούς, εν απλότητι, ο προϊστάμενος, εν σπουδή, ο ελεών, εν ιλαρότητι…». – Α’ Κορ. 12, 4 κ.ε.: «Διαιρέσεις δέ χαρισμάτων εισί, τό δέ αυτό Πνεύμα· καί διαιρέσεις διακονιών εισι, καί ο αυτός Κύριος· καί διαιρέσεις ενεργημάτων εισίν, ο δέ αυτός εστι Θεός, ο ενεργών τά πάντα εν πάσιν. Εκάστω δέ δίδοται η φανέρωσις τού Πνεύματος πρός τό συμφέρον. ώ μέν γάρ διά τού Πνεύματος δίδοται λόγος σοφίας, άλλω δέ λόγος γνώσεως κατά τό αυτό Πνεύμα, ετέρω δέ πίστις εν τώ αυτώ Πνεύματι, άλλω δέ χαρίσματα ιαμάτων εν τώ αυτώ Πνεύματι, άλλω δέ ενεργήματα δυνάμεων, άλλω δέ προφητεία, άλλω δέ διακρίσεις πνευμάτων, ετέρω δέ γένη γλωσσών, άλλω δέ ερμηνεία γλωσσών· πάντα δέ ταύτα ενεργεί τό έν καί τό αυτό Πνεύμα, διαιρούν ιδία εκάστω καθώς βούλεται»… )) . Η προφητεία μπορεί να συνεχίση να υπάρχη σε διάφορα πνευματικά χαρίσματα στην Εκκλησία, που δεν απαριθμούνται κατά λέξιν στον κατάλογο του Παύλου· στη γνήσια π.χ., διαμορφωμένη εν Αγίω Πνεύματι θεολογία, καθώς και σ’ αυτό το οποίο είναι μεν εξόχως παρόν στον ίδιον τον Παύλο, χωρίς να χαρακτηρίζεται όμως ακόμα ως «μυστικισμός»: υπάρχουν π.χ. θεμελιακά χαρίσματα (όπως το παγκόσμιο όραμα του αγίου Βενεδίκτου, το εκτενές όραμα της ιστορίας τής σωτηρίας τού αγίου Ιγνατίου Λογιόλα στον ποταμό Καρντόνα, οι εμπειρίες τού αγίου Ιωάννη τού Σταυρού και της αγίας Τερέζας), που τα αποκαλούμε συνήθως «μυστικά», αλλά παρέχονται εξίσου χαρισματικά «προς το συμφέρον» (Α’ Κορ. 12, 7) της σύνολης Εκκλησίας, και ιδιαιτέρως τής υπό θεμελίωσιν εκκλησιαστικής οικογένειας. Το ίδιο ισχύει και για άλλα χαρίσματα, όπως π.χ. τις βαθειές «διαισθήσεις» μεγάλων Πατέρων τής Εκκλησία (ας ονομάσουμε μόνον εδώ τον Ωριγένη, τον Βασίλειο, τον Αυγουστίνο) ή μεγάλων «μυστικών», όπως τής αγίας Χίλντεγκαρντ, των δύο Ματθιλδών (Μechthild), της Τζουλιάνας τής Νορβηγίας. Είναι αδύνατον να διαχωρίσουμε τα χαρίσματα απ’ τον «μυστικισμό».

     Αλλά και η διάσταση ανάμεσα στα χαρισματικά στοιχεία τού εκκλησιαστικού «αξιώματος» και στα μη αξιωματικά εκκλησιαστικά χαρίσματα προέρχεται, και προς τις δυό κατευθύνσεις, απ’ το ίδιο Άγιο Πνεύμα, και οι πιθανές εδώ εντάσεις πρέπει να λύνονται (να «ελευθερώνονται») μέσα στην εκκλησιαστική ειρήνη, στο ίδιο Άγιο Πνεύμα. Το «αξίωμα» (ή «υπούργημα») «αφοσιώνεται» με ιδιαίτερο τρόπο στον έλεγχο των πνευμάτων (τον οποίον πρέπει να εξασκή όμως, σύμφωνα με την Α’ Ιωάν. 4, 1 και Θεσσ. 5, 21, και ολόκληρη η κοινότητα), και ένα χαρισματικό «πνεύμα» μπορεί να θεωρηθή γνήσιο, ακόμα κι όταν εξασκή μια συγκεκριμένη κριτική στις εκκλησιαστικές «συνθήκες», ή τού έχει ανατεθή να εισαγάγη κάτι επίκαιρα καινούργιο στην Εκκλησία, το οποίο δεν είναι εκ των προτέρων σαφές στο «αξίωμα» και μπορεί ίσως να βρίσκεται πιο μπροστά από την εποχή του (πρβλ. την τραγωδία τής Maria Ward ή και την «ένταση» ανάμεσα στον Ιγνάτιο και τον Πάπα Παύλο IV Καράφα, που λύθηκε μετά τον θάνατο του Ιγνάτιου). Οι ισχυρές, ίσως και ακρότατες εντάσεις στην εκκλησιαστική και ταυτόχρονα θεϊκή υπακοή πρέπει εδώ να «υπομένονται», γιατί μπορεί να ανήκουν στον τελευταίο μακαρισμό, και στην υπομονετική τους «αντοχή» να αναπαυθή μια ιδιαίτερη ευλογία και μια καρποφορία τού Αγίου Πνεύματος.  (( Ας διαβάσουμε άλλη μια φορά τα λόγια του αγίου Ιωάννη τού Θεολόγου στην Α’ του Επιστολή: «Αγαπητοί, μή παντί πνεύματι πιστεύετε, αλλά δοκιμάζετε τά πνεύματα ει εκ τού Θεού εστιν, ότι πολλοί ψευδοπροφήται εξεληλύθασιν εις τόν κόσμον. εν τούτω γινώσκετε τό πνεύμα τού Θεού· πάν πνεύμα ό ομολογεί Ιησούν Χριστόν εν σαρκί εληλυθότα, εκ τού Θεού εστι· καί πάν πνεύμα ό μή ομολογεί τόν Ιησούν Χριστόν εν σαρκί εληλυθότα, εκ τού Θεού ουκ έστι· καί τούτό εστι τό τού αντιχρίστου, ό ακηκόατε ότι έρχεται, καί νύν εν τώ κόσμω εστίν ήδη. Υμείς εκ τού Θεού εστε, τεκνία, καί νενικήκατε αυτούς, ότι μείζων εστίν ο εν υμίν ή ο εν τώ κόσμω. αυτοί εκ τού κόσμου εισί· διά τούτο εκ τού κόσμου λαλούσι και ο κόσμος αυτών ακούει. ημείς εκ τού Θεού εσμεν· ο γινώσκων τόν Θεόν ακούει ημών· ός ουκ έστιν εκ τού Θεού ουκ ακούει ημών. εκ τούτου γινώσκομεν τό πνεύμα τής αληθείας καί τό πνεύμα τής πλάνης»(Δ’ 1-6)))

     Η ιεραρχία, που είναι κατά έναν ιδιαίτερο τρόπο «ταγμένη» στον έλεγχο των πνευμάτων, δεν πρέπει να χάση την επίγνωση, ότι τα πνευματοφόρα και πνευματοκίνητα καινούργια «ανοίγματα» εντός τής Εκκλησίας ξεκινούν μόνο σπάνια από αυτήν, «ανθίζοντας» κυρίως μέσα απ’ τις «γραμμές» τών απλών («μη αξιωματούχων») πιστών – ας θυμηθούμε τον Φραγκίσκο τής Ασσίζης, τον Ιγνάτιο, την Τερέζα τής Αβίλα και πολλούς άλλους – ή «αφυπνιζόμενα» από «πνευματικά φλεγόμενους» ιερείς – έναν Franz von Sales, έναν Vinzenz von Paul, έναν Philipp Neri, ή έναν Bérulle, ο οποίος έγινε όψιμα, όπως και ο Newman, επίσκοπος. Το χάρισμα μεγάλων Παπών και επισκόπων «αναζωπυρώνει» (Β’ Τιμ. 1, 6) την Εκκλησία ή μιαν ολόκληρη επισκοπή, καθώς τούς χαρίζονται τα «αντίστοιχα» χαρίσματα της «σοφίας», του «μετά γνώσεως λόγου», της «παραίνεσης», της «καθοδήγησης», της «προφητείας»· το να δημιουργήσουν δική τους «οικογένεια», αυτό ως επί το πλείστον δεν τους αφορά· το πόσο πολύ μπορούν όμως να θέσουν «ανθοφορούσες» εν Πνεύματι κοινότητες στην υπηρεσία του μεγάλου αγιαστικού και ιεραποστολικού έργου τής σύνολης Εκκλησίας, αυτό μάς το δείχνουν πάλι κάποια πασίγνωστα παραδείγματα.

    Δεν πρέπει επίσης να παραβλέψουμε, ότι ανάμεσα στην «υποδοχή» τών ιδιαιτέρως πνευματοφόρων μυστηρίων (βάπτισμα, χρίσμα) από όλους τούς πιστούς και στα καθόλου «ασυνήθιστα» χαρίσματα της «ευσπλαγχνίας», της «φιλοξενίας», της «ελεημοσύνης» κ.ά.π., υπάρχουν απροσδιόριστα ρευστές «μεταβάσεις». Κάθε χριστιανός έχει τη δική του κλήση, και το δικό του έτσι «χάρισμα απ’ τον Θεό» (Α’ Κορ. 7, 7), σύμφωνα με το οποίο καλείται να ζήση, ακόμα κι αν οφείλη «να ζητά τα ανώτερα» επίσης «χαρίσματα» (Α’ Κορ. 12, 31), το οποίο θα τον οδηγή και θα τον θέτη όμως πάντοτε στον «υπερκείμενο», αναπόφευκτα (κατά συνάφειαν), «δρόμο», τον δρόμο δηλ. της αγάπης.

      ( συνεχίζεται με το 5ο κεφάλαιο: «Πνεύμα αντικειμενικό» )

ΒΡΙΣΚΟΜΑΣΤΕ ΣΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ ΤΟΥ ΤΕΡΑΤΟΣ ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΕΞΙΣΩΣΕ ΤΗΝ ΔΙΑΚΟΝΙΑ ΜΕ ΤΟ ΧΑΡΙΣΜΑ ΤΗΣ ΑΓΙΟΤΗΤΟΣ,ΤΗΝ ΨΥΧΟΛΟΓΙΑ ΜΕ ΤΗΝ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΤΟ ΠΝΕΥΜΑ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ ΜΕ ΤΟΝ ΝΟΥ. 

ΟΠΩΣ ΒΛΕΠΟΥΜΕ Ο ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΛΗΡΟΣ ΜΙΜΗΘΗΚΕ ΤΗΝ ΠΑΠΙΚΗ ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΕΙΑ ΤΑΥΤΙΖΟΝΤΑΣ ΤΟΝ ΕΞΟΜΟΛΟΓΟ ΜΕ ΤΟΝ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟ ΚΑΙ ΤΟΝ ΙΕΡΟΚΗΡΥΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΔΙΔΑΣΚΑΛΟ. 

Η ΕΝΩΣΗ ΤΗΣ ΔΙΟΙΚΗΣΕΩΣ ΜΑΣ ΜΕ ΤΟΝ ΠΑΠΙΣΜΟ ΕΡΧΕΤΑΙ ΣΑΝ ΦΥΣΙΚΗ ΠΡΟΟΔΟΣ.

Δεν υπάρχουν σχόλια: