Τρίτη, 30 Μαρτίου 2021

HANS URS VON BALTHASAR--ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ (THEO-LOGIK) (64)

Συνέχεια από Τρίτη 16 Μαρτίου 2021

                                           HANS URS VON BALTHASAR

                                     ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ  (THEOLOGIK)

                                                 Τρίτος Τόμος

             ΤΟ ΠΝΕΥΜΑ ΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ  (DER GEIST DER WAHRHEIT)

        (Οι δύο προηγούμενοι τόμοι: 1) Αλήθεια τού κόσμου (Wahrheit der Welt), 2)    Αλήθεια τού Θεού (Wahrheit Gottes) )

                                      Johannes Verlag, 1987

                                    4.  ΓΙΑ ΤΟ ΦΙΛΙΟΚΒΕ

                                 V. ΤΟ ΠΝΕΥΜΑ ΚΑΙ Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ

                    4.  ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΙΚΟ ΚΑΙ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΙΚΟ ΠΝΕΥΜΑ

                       β) Η διπλή ενότητα τήςΕκκλησίας (2η συνέχεια)                                           

           2.  Η «διάσταση» και η αμοιβαία «συνάρτηση» της υποκειμενικής και αντικειμενικής αγιότητας της Εκκλησίας καθίσταται σαφής στις δυό αντιπροσωπευτικές της μορφές: τη Μαρία και τον Πέτρο. Και οι δυό «κυριαρχούν» στο σύνολο της Εκκλησίας, καθ’ όσον η Εκκλησία «οράται» ως «αντικρύζουσα» τον Χριστό: «Ολόκληρη η Εκκλησία είναι ιερατική· ολόκληρη η Εκκλησία είναι τής Μαρίας (“μαριανική”!)» (P. Laurentin…). Διακρίνονται έτσι και οι δύο απ’ τη γενική ιερωσύνη τών πιστών, με την οποία ταυτόχρονα συνδέονται. Αξιοσημείωτη είναι (ωστόσο) η μεγάλη «επιφυλακτικότητα» της παράδοσης όσον αφορά σε μιαν αναμεταξύ τους προσέγγιση. Αν η «ενέργεια» της Μαρίας εξυψώνεται πάνω απ’ την «ενέργεια» των (κατά Διονύσιον) αγγελικών χορών, εξυψώνεται σιωπηρά πάνω και απ’ τη διακονία τού κλήρου. Όταν όμως τής «αναγνωρίζουμε» μιαν ιδιαίτερη «προσφορά», επειδή συμπάσχει στον Σταυρό, αυτό οφείλεται στο ότι προσφέρει την ίδια της τη σάρκα και το αίμα στον Πατέρα,  «αντιπροσωπεύοντας» ολόκληρη, ταυτόχρονα, την ανθρωπότητα. H παράδοση «αξιώνει» (δίνει αξία και «ζητά») την προσέγγιση και μόνο τού ιεραρχημένου κλήρου στο υποκειμενικό «φρόνημα» («διάθεση») της Μαρίας «κάτω» απ’ τον Σταυρό, ή και την κλήση προς ιερωσύνη μέσα απ’ τη θυσία τής Μαρίας   (( σ.σ.: «Όσο περισσότερο γίνομαι εγώ θυσία, τόσο περισσότερο θα είστε εσείς ιερείς» - Laurentin )). Εξαιρούνται απ’ αυτόν τον «κανόνα» εκείνοι οι «πνευματικοί» (εκκλησιαστικοί άνδρες, όπως ο Olier), που «προσεγγίζουν» (λανθασμένα) καθ’ υπερβολήν τον ιεραρχημένο κλήρο στην υποκειμενική αγιότητα.[ΠΑΡΑΝΟΙΑ . ΤΕΛΙΚΑ ΜΟΝΟ Ο ΚΥΡΙΟΣ ΘΕΡΑΠΕΥΕΙ ΠΑΣΑΝ ΝΟΣΟΝ ΚΑΙ ΠΑΣΑΝ ΜΑΛΑΚΙΑΝ]

      Απαιτείται κατ’ αρχάς, σύμφωνα με τη Γραφή, να τα εγκαταλείψουν «ριζικά» όλα οι Μαθητές, ώστε να μπορέσουν να αναλάβουν μιαν αντικειμενική χριστιανική αποστολή· ο δε Πέτρος «διορίζεται» εκ των προτέρων εδώ (Ιωάν. 1, 42) ως ο (πέτρινος) «βράχος», που «επάνω» στην πίστη του θα οικοδομηθή η Εκκλησία (Ματθ. 16, 18)· πρόκειται  για μια πολύ ατελή όμως ακόμα πίστη, που φτάνει να «εξοργίση» κάποια στιγμή τον Ιησού (ό.π. 23), για να οδηγηθή μέσα απ’ την «άρνηση» (στην οποία δίνουν τόσο βάρος και οι τέσσερις Ευαγγελιστές) στον «διορισμό» σ’ αυτό το αξίωμα   (( Ιωάν. 1, 41 κ.ε.: «…ήν Ανδρέας ο αδελφός Σίμωνος Πέτρου είς εκ τών δύο τών ακουσάντων παρά Ιωάννου καί ακολουθησάντων αυτώ. ευρίσκει ούτος πρώτος τόν αδελφόν τόν ίδιον Σίμωνα καί λέγει αυτώ· ευρήκαμεν τόν Μεσσίαν· ό εστι μεθερμηνευόμενον Χριστός· καί ήγαγεν αυτόν πρός τόν Ιησούν. εμβλέψας αυτώ ο Ιησούς είπε· σύ εί Σίμων ο υιός Ιωνά, σύ κληθήση Κηφάς, ό ερμηνεύεται Πέτρος»… )) . Για να πραγματοποιηθή ωστόσο αυτός ο «διορισμός» – να επιτραπή δηλ. να ποιμάνη ο Πέτρος το ποίμνιο του «καλού ποιμένα» –, καλείται να ομολογήση προηγουμένως πως «αγαπά περισσότερο» (απ’ τους άλλους Μαθητές) τον Χριστό (ό.π. 21, 15), υποσχόμενος κατόπιν πως θα Τον ακολουθήση  (θα Τον «μιμηθή») μέχρι και τον σωματικό Σταυρό (ό.π. 19). Το ότι «συνειδητοποιεί» δε αυτό το «αξίωμα» φαίνεται τόσο πριν («προπασχάλια», πρβλ. Ιωάν. 6, 68 κ.ε., κ.α.) όσο και μετά («μεταπασχάλια» - Ιωάν. 21, 7.11, Πράξ. 1, 15 κ.ε., κ.α.) την Ανάσταση    (( Ιωάν. 6, 67 κ.ε.: «είπεν ούν ο Ιησούς τοίς δώδεκα· μή καί υμείς θέλετε υπάγειν; απεκρίθη ούν αυτώ Σίμων Πέτρος· Κύριε, πρός τίνα απελευσόμεθα; ρήματα ζωής αιωνίου έχεις· καί ημείς πεπιστεύκαμεν καί εγνώκαμεν ότι σύ εί ο Χριστός ο υιός τού Θεού τού ζώντος. απεκρίθη αυτοίς ο Ιησούς· ουκ εγώ υμάς τούς δώδεκα εξελεξάμην; καί εξ υμών είς διάβολός εστιν. έλεγε δέ τόν Ιούδαν Σίμωνος Ισκαριώτην· ούτος γάρ έμελλεν αυτόν παραδιδόναι, είς ών εκ τών δώδεκα…» - Ιωάν. 21, 7 κ.ε.: «λέγει ούν ο μαθητής εκείνος, όν ηγάπα ο Ιησούς, τώ Πέτρω· ο Κύριός εστι. Σίμων ούν Πέτρος ακούσας ότι ο Κύριός εστι, τόν επενδύτην διεζώσατο· ήν γάρ γυμνός· καί έβαλεν εαυτόν εις τήν θάλασσαν…» – Πώς από αυτές τις ευαγγελικές αφηγήσεις «κατόρθωσε» ο άνθρωπος να φτιάξη «εξουσία» εκκλησιαστική, αυτό μάλλον δείχνει ότι ο πειρασμός δεν παύει να βρίσκη έδαφος μέχρι και της Δευτέρας Παρουσίας… )) . Ξεκινώντας ο Πέτρος απ’ την ουσία τού αξιώματος που αναλαμβάνει (την «αντικειμενική αγιότητα»), καλείται να ομολογήση,  «δικαιώνοντάς» το, την αγάπη (του) προς τον Χριστό, αποδεχόμενος προσωπικά και τη χάρη, να Τον ακολουθήση μέχρι τον Σταυρό (η «υποκειμενική αγιότητα»). Κάτι ανάλογο συμβαίνει και με την εκλογή τού Παύλου, που πρώτα «αρπάζεται» («καταλαμβάνεται»), και καλείται κατόπιν να αγωνιστή (προσπαθώντας να «προϋπαντήση» Εκείνον, που -  - ήδη - τον «προϋπάντησε», Φιλ. 3, 12), ώστε να ανταποκριθή (και) υποκειμενικά. Το «ιερατείο» (το «αξίωμα της διακονίας») «παρακινείται» λοιπόν προς αυτήν την υποκειμενική αγιότητα. [ΕΙΝΑΙ ΜΑΛΑΚΑΣ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΜΑΖΙ ΜΕ ΟΛΟ ΤΟΥ ΤΟ ΣΟΙ. ΕΝΑΣ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΔΑΣΚΑΛΟΥΣ ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΑΡΑ]

     Η τέλεια υποκειμενική αγιότητα της Μαρίας δεν «παρακινείται», αντίθετα, κατά κανέναν τρόπο προς το «ιερατείο»· είναι άλλου, ποιοτικά, είδους· η Μαρία «πρέπει» να αναπτύξη την ήδη τέλεια αγιότητά της (της αμιάντου συλλήψεως του Υιού) στις ακρότατες διαστάσεις της (να «διαπεράση η ρομφαία την καρδιά της», Λουκ. 2, 35). Mε το απόλυτο «ναι» που είπε, έχει ήδη απεριόριστα «παραδοθή» (στο θέλημα του Θεού)· γι’ αυτό και δεν πρόκειται τόσο για μιαν «αυτο-παράδοση» κάτω απ’ το Σταυρό, αλλά για το ότι «παραδίδει» τον σωματικο-πνευματικό της καρπό, το τέκνο της, που αυτο-θυσιάζεται και αυτο-προσφέρεται, ζητώντας απ’ αυτήν το πιο δύσκολο και πιο οδυνηρό απ’ τη μητέρα Του: να συναινέση στην αυτο-παράδοσή του. «H κεκρυμμένη ακόμα στην πρώτη συγκατάθεση (του Ευαγγελισμού) συμφωνία, φανερώνει τις έσχατες συνέπειές της στον Γολογοθά. Η απεριόριστη συναίνεση στη σταυρική θυσία τού Υιού (της) συντελείται σε (απόλυτη) ενότητα με τον Χριστό» (Laurentin). Και μόνον έτσι καθίσταται η τέλεια υποκειμενική αγιότητα (που προσφέρει, στο πρόσωπο τής Μαρίας, με απεριόριστη αγάπη, ό,τι πιο δικό της, τον καρπό της, να αυτοθυσιαστή για τις αμαρτίες τού κόσμου) προϋπόθεση, ώστε η θυσία τού Χριστού και η Ευχαριστία του να μπορή να γίνη, επιτελούμενη απ’ το ιεραρχημένο ιερατείο, μια  μοναδική και τέλεια θυσία: που «ολοκλήρωσε» ο Υιός, και επιτρέπει να συμβαίνη, με την τέλεια αγάπη (της), η Μητέρα-Εκκλησία. Η Μαρία   (( Η Θεοτόκος… Αλλά γι’ αυτό ονομάσθηκαν «Μαριολάτρες»… ))  δεν λέει εδώ με μιαν «ουδέτερη» και μόνον έννοια, loco totius generis humani(«στη θέση ολόκληρου του ανθρώπινου γένους»), το «ναι», αλλά «καλείται την ίδια στιγμή να γίνη στην πράξη η μητέρα όλων όσων ευθύνονται γι’ αυτόν τον θάνατο» [ΔΙΑ ΧΕΙΡΟΣ ΤΟΥ ΠΑΠΑ;ΑΥΤΟ ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΘΑ ΚΗΡΥΞΕΙ ΜΕ ΤΟΝ ΒΑΡΘΟΛΟΜΑΙΟ;]  (( Σημ. τ. μετ.: Έπρεπε να υπάρξη ένας τουλάχιστον άνθρωπος, φορέας κι αυτός τού προπατορικού αμαρτήματος, αλλά με πεντακάθαρη καρδιά και πνεύμα εκ κοιλίας μητρός της, κι αυτός ο άνθρωπος να δεχτή την απόφαση (τον ευαγγελισμό) του Θεού, για να σκηνώση ο ίδιος ο Θεός στη μήτρα της και να γεννηθή ο Θεάνθρωπος και Σωτήρας όλων· κι αυτός ο άνθρωπος υπήρξε η Παναγία Παρθένος… )) .

     Είναι σημαντικό να δούμε, όχι το ότι, αλλά το πώς «παρακινούνται» οι δυό αυτές όψεις τής Εκκλησίας η μια προς την άλλη, ώστε να γίνουν η μια Εκκλησία τού Χριστού, ως σώμα και ως νύμφη Του. Η «(παρα)κίνηση» αυτή δεν είναι συμμετρική, εφ’ όσον κάθε αντικειμενική αγιότητα υπάρχει προς χάριν τής υποκειμενικής «(παρα)κίνησης» των μελών τής Εκκλησίας προς την αγιότητα του Χριστού εν Αγίω Πνεύματι, ενώ η τέλεια υποκειμενική αγιότητα της Μαρίας είναι προϋπόθεση για την ίδια, απ’ τη μια, την ύπαρξη του Χριστού, αλλά και «μητέρα», απ’ την άλλη (πρβλ. Αποκ. 12, 17), ολόκληρης της υποκειμενικο-αντικειμενικής Εκκλησίας, άρα και του εγκαθιδρυμένου απ’ τον Χριστό «αξιώματος» και των μυστηρίων           (( Αποκ. 12, 13 κ.ε.: «Καί ότε είδεν ο δράκων ότι εβλήθη εις τήν γήν, εδίωξε τήν γυναίκα ήτις έτεκε τόν άρρενα. καί εδόθησαν τή γυναικί δύο πτέρυγες τού αετού τού μεγάλου, ίνα πέτηται εις τήν έρημον εις τόν τόπον αυτής, όπως τρέφηται εκεί καιρόν καί καιρούς καί ήμισυ καιρού από προσώπου τού όφεως. καί έβαλεν ο όφις εκ τού στόματος αυτού οπίσω τής γυναικός ύδωρ ως ποταμόν, ίνα αυτήν ποταμοφόρητον ποιήση. καί εβοήθησεν η γή τή γυναικί, καί ήνοιξεν η γή τό στόμα αυτής καί κατέπιε τόν ποταμόν όν έβαλεν ο δράκων εκ τού στόματος αυτού. καί ωργίσθη ο δράκων επί τή γυναικί, καί απήλθε ποιήσαι πόλεμον μετά τών λοιπών τού σπέρματος αυτής, τών τηρούντων τάς εντολάς τού Θεού καί εχόντων τήν μαρτυρίαν Ιησού» .. )) . Η οποία Μαρία μπορεί να «συμπληρώνη», απέναντι στο «αξίωμα», μ’ αυτό που η ίδια είναι (η τέλεια «υποκειμενική αγιότητα»), τις ελλείψεις τής υποκειμενικής αποδοχής τών μυστηρίων και «αναλογιών». Σ’ αυτήν λοιπόν την «κινητικότητα» (την «αναταραχή») φανερώνεται, για να το τονίσουμε άλλη μια φορά οριστικά, η ταυτότητα των δύο όψεων του ενός Αγίου Πνεύματος.

 ( συνεχίζεται )

Ο ΑΡΧΗΓΟΣ ΤΗΣ ΑΝΑΛΟΓΙΑΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια: