Δευτέρα, 29 Μαρτίου 2021

Αγ. Γρηγόριος Παλαμάς - ΥΠΕΡ ΤΩΝ ΙΕΡΩΣ ΗΣΥΧΑΖΟΝΤΩΝ (48)

Συνέχεια από: Σάββατο, 27 Μαρτίου 2021

Η ΕΠΟΧΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ


30. Μετά δηλαδή την εξίσωση των φυσικών και υπερφυσικών δώρων, αυτός (o Βαρλαάμ) επιτίθεται με περισσότερους λόγους εναντίον της αποστολικής εντολής περί προσευχής, λέγοντας ότι είναι αδύνατον το να προσεύχεται κανείς αδιαλείπτως, αν δεν δεχθούμε τα πράγματα όπως τα ερμηνεύει αυτός· και εξηγεί ότι ο απόστολος εννοεί εδώ με το «προσεύχεσθαι» όχι το να ενεργεί την προσευχή, αλλά το να έχει τη συνήθεια αυτής· «συνήθεια (έξις) προσευχής», λέγει, «είναι το να νομίζει κανείς ότι δεν μπορεί να πράττει και να φέρει σε πέρας τίποτε, αν δεν θέλει ο Θεός· εκείνος λοιπόν που έχει», λέγει, «αυτή τη συνήθεια προσεύχεται αδιαλείπτως». Αφού λοιπόν η αδιάλειπτη προσευχή είναι τέτοια, ο φιλόσοφος και από τα ελληνικά βιβλία δεν θα σηκώσει το βλέμμα του, και αδιαλείπτως θα προσεύχεται. Τί λοιπόν θα μπορούσε να πει κανείς προς αυτόν τον αδιαλείπτως και μηδέποτε προσευχόμενο φιλόσοφο; Αυτό που λέγει άλλου ο απόστολος· «προσευχόμενοι σε κάθε καιρό πνευματικά και αγρυπνώντας για το σκοπό αυτόν». Άραγε και με αυτό διδάσκει αυτή τη συνήθεια, την οποία εσύ λέγεις, ή την ενέργεια, αν και βέβαια είναι το ίδιο το «αδιαλείπτως» και το «σε κάθε καιρό»; Αφού παρήγγειλε επιπρόσθετα την αγρυπνία για προσευχή, είναι φανερό ότι προστάζει να διατηρούμε αδιαλείπτως την ενέργεια. Έλεγε επίσης και ο Κύριος παραβολή στους μαθητές, σύμφωνα με τον ευαγγελιστή Λουκά, «ότι πρέπει πάντοτε να προσεύχονται και να μη αποκάμνουν». Άραγε και εδώ τους προέτρεπε προς τη συνήθεια; Η παραβολή όμως δεν δείχνει αυτό, αλλά την επιμονή αίτησιν· και το να μην αποκάμνουν, δηλαδή να μην εγκαταλείπουν την επαγρύπνηση από ραθυμία, δείχνει ότι η προτροπή δεν είναι προς τη συνήθεια, και μάλιστα αυτήν την οποία λέγει ο σοφός αυτός, αλλά για την ίδια την ενέργεια της προσευχής, δηλαδή τη δέηση, πράγμα που δείχνει και ο λόγος του Κυρίου που αποτελεί επισφράγισμα για την προσευχή· γιατί λέγει· «θα δώσει ο Θεός το Πνεύμα άγιον σε εκείνους που το τον ζητούν μέρα και νύχτα», δηλαδή σε αυτούς που προσεύχονται έτσι αδιαλείπτως. Και χρειαζόμαστε αυτήν την αδιάκοπη παράκληση όχι για να πείσουμε τον Θεό, γιατί αυτός είναι αυτοπαράκλητος, όχι διά να προσελκύσουμε αυτόν, γιατί είναι παντού, αλλά για να ανεβάσουμε και να στρέψουμε τον εαυτό μας προς εκείνον με την επίκληση προς αυτόν, για να καταστούμε έτσι μέτοχοι των αγαθοπρεπών δωρεών αυτού. «Γιατί τότε», σύμφωνα με τον μέγα Διονύσιο, «συνευρισκόμαστε με τον Θεό, όταν επικαλούμαστε αυτόν με πάναγνες προσευχές και αθόλωτο νου». Γι’ αυτό λοιπόν επικαλούμαστε αυτόν αδιαλείπτως, για να συνενωθούμε με αυτόν αδιαλείπτως.

31. Αυτής της αδιαλείπτου προσευχής και συνήθειας, την οποία πρώτος σκέφθηκε ο φιλόσοφος αυτός, δεν φαίνεται αμέτοχος ούτε ο διάβολος, αν και βέβαια δεν προσεύχεται ποτέ· γιατί γνώριζε ότι ούτε εναντίον των χοίρων θα κατόρθωνε κάτι, αν δεν το επέτρεπε ο Κύριος των όλων, και εναντίον του Πέτρου ότι δεν θα μπορούσε να επιχειρήσει απολύτως τίποτε, και πριν από αυτά ότι δεν θα μπορούσε να κατορθώσει τίποτε εναντίον του Ιώβ με τις πολύτροπες επιβουλές του· τόσο πολύ απέχει από την προσευχή, όχι μόνο την αδιάλειπτη, αλλά και την κατά διαλείμματα γινόμενη, με το να είναι (κάποιος) πεπεισμένος, ότι ο Θεός είναι Κύριος των απάντων· γιατί από τους λογικούς εκείνοι που δεν περιβάλλονται με σώμα, το γνωρίζουν αυτό όλοι, αλλά δεν προσεύχονται όλοι· καθόσον εκείνος που αντιτίθεται στον Θεό, αντιτίθεται και στην προσευχή, και εκείνος που έφυγε από το καλό, έγινε φυγάς και της προσευχής προς τον Θεό. Ενώ εκείνοι που περιβάλλονται με σώμα, δεν γνωρίζουν βέβαια όλοι τον Θεό του παντός, όλοι όμως προσεύχονται ο καθένας με τρόπο κατάλληλο προς την πίστη του. Σε εκείνους όμως που γνωρίζουν τον ένα και αληθινό Θεό, συνυπάρχει μαζί με αυτή την πίστη και το ότι χωρίς αυτόν δεν είναι δυνατόν να κάνουν τίποτε· και όσους από αυτούς που είναι πεπεισμένοι γι’ αυτό τους κυρίευσε θείος έρως, ώστε να ενωθούν κυριολεκτικά με τον Κύριο του παντός, αυτοί, αφού, σύμφωνα με τη διδασκαλία των πατέρων, μείνουν χωρίς τροφή και πνοή κατά την προσευχή, επιστρέφουν το νου στον εαυτό τους, και έτσι με την κατά τον πρέποντα αυτόν τρόπο θεία ένωση καθίστανται άξιοι του μυστικού και απόρρητου και πνευματικού δώρου της προσευχής, το οποίο παραμένει μαζί τους αδιαλείπτως, και άλλοτε αυτό έλκει μόνο του τον καταξιωμένο νου προς την τελείως ανέκφραστη αυτή ένωση και πηγάζει ιερά ευφροσύνη, άλλοτε πάλι σαν μουσική υπηχεί κατά τρόπο μυστικό στο νου που ανυψώνεται προς τον Θεό και προσεύχεται μαζί με αυτόν προς εκείνον που συνθέτει την ωδή αυτή. Γιατί, αφού έγιναν μέτοχοι της αεικίνητης και ακάματης χάριτος, έχουν τόσο πολύ ριζωμένη στην ψυχή την προσευχή και αδιαλείπτως ενεργούσα, σύμφωνα με εκείνον που είπε, «εγώ κοιμάμαι και η καρδία μου αγρυπνεί». Αυτός λοιπόν που θέλει να επιτύχει την αληθινή αυτή και αληθινά αδιάλειπτη προσευχή από εκείνον «που δίνει προσευχή στον προσευχόμενο», για να μιλήσω προφητικά, ας πεισθεί στον θείο Νείλο και τον Γρηγόριο, ώστε να ζει χωρίς να προσκολλάται σε τίποτε από τα ανθρώπινα, έκτος από τα αναγκαία, και μέσα στις ανθρώπινες ανάγκες να μην απομακρύνεται από τη μνήμη του Θεού κατά το δυνατόν, αλλά να σπεύδει, σύμφωνα με τον μέγα Βασίλειο, να περιφέρει την έννοια του Θεού τυπωμένη στην ψυχή σαν σφραγίδα ανεξάλειπτη. Γιατί πρέπει να ασκούμε με έργα και λόγους και διανοήματα την δυνατή σε εμάς τώρα και αδιάλειπτη προσευχή, μέχρι που να επιτύχομε το δώρο· γιατί λέγει· «αν δεν έλαβες το πολύτιμο δώρο προσευχής, αφοσιώσου σ’ αυτήν, και θα το λάβεις». Καθόσον το Πνεύμα είναι εκείνο δια του οποίου προσκυνούμε και προσευχόμαστε, και «ο Θεός είναι Πνεύμα, και εκείνοι που προσκυνούν αυτόν πρέπει να τον προσκυνούν πνευματικά και αληθινά».

Το πρωτότυπο κείμενο

30. Μετά δή τήν τῶν κατά φύσιν τε καί ὑπέρ φύσιν δώρων ἐξίσωσιν, διά πλειόντων ἐπιτίθεται τῇ περί προσευχῆς ἀποστολικῇ ἐντολῇ, λέγων ἀδύνατον εἶναι τό ἀδιαλείπτως προσεύχεσθαι, εἰ μή ὡς αὐτός ἐξηγεῖται παραδεξαίμεθα˙ ἐξηγεῖται δέ προσεύχεσθαι ἐνταῦθα λέγειν τόν ἀπόστολον οὐ τό ἐνεργεῖν τήν προσευχήν, ἀλλά τό τήν ἕξιν ἔχειν αὐτῆς˙ «ἕξις δέ ἐστι», φησί, «προσευχῆς τό μηδέν δύνασθαι πράττειν οἴεσθαι καί εἰς πέρας ἄγειν, μή βουλομένου Θεοῦ˙ ὁ τοίνυν», φησί, «ταύτην τήν ἕξιν ἔχων ἀδιαλείπτως προσεύχεται». Τοιοῦτον δ᾿ ὄν τό ἀδιαλείπτως προσεύχεσθαι, καί τῶν ἑλληνικῶν ἄρα βιβλίων ὁ φιλόσοφος οὐκ ἀνακύψει καί ἀδιαλείπτς προσεύξεται. Τί οὖν ἄν εἴποι τις πρός τόν ἀδιαλείπτως καί μηδέποτε προσευχόμενον τοιοῦτον φιλόσοφον; Ὅπερ ὁ ἀπόστολος ἀλλαχοῦ λέγων˙ «προσευχόμενοι ἐν παντί καιρῷ ἐν πνεύματι καί εἰς αὐτό τοῦτο ἀγρυπνοῦντες». Ἆρα κἀν τούτῳ τήν ἕξιν ταύτην εἰσηγεῖται, ἥν αὐτός λέγεις, ἤ τήν ἐνέργειαν, καίτοι ταὐτόν ἐστιν ἀδιαλείπτως τε εἰπεῖν καί ἐν παντί καιρῷ; Προσεπισκήψας δέ τήν ἐπί τῷ προσεύχεσθαι ἀγνυπνίαν, δῆλός ἐστιν ἀδιαλείπτως ἔχεσθαι τῆς ἐνεργείας ἐπιτάττων. Ἔλεγε δέ καί ὁ Κύριος παραβολήν τοῖς μαθηταῖς, κατά τόν εὐαγγελιστήν Λουκᾶν, «πρός τό δεῖν πάντοτε προσεύχεσθαι καί μή ἐκκακεῖν». Ἆρ᾿ οὖν κἀνταῦθα πρός τήν ἕξιν ἐνῆγεν; Ἀλλ᾿ οὐ τοῦτο ἡ παραβολή δείκνυσιν, ἀλλά τήν ἐπίμονον αἴτησιν˙ καί τό μή ἐκκακεῖν δέ, τουτέστι μή ἐφίεσθαι τῆς προσεδρείας ὑπό ρᾳθυμίας, δείκνυσι τήν προτροπήν οὖσαν οὐ πρός τήν ἕξιν, καί ταῦθ᾿ ἥν ὁ σοφός οὗτος λέγει, ἀλλά πρός τήν αὐτήν τήν ἐνέργειαν τῆς προσευχῆς, δηλαδή τήν δέησιν, ὅ καί τό ἐπιτελεύτιον ἐν τῇ παραβολῇ ρῆμα τοῦ Κυρίου δηλοῖ˙ «δώσει γάρ», φησίν, «ὁ Θεός ἅγιον τοῖς αἰτοῦσι αὐτόν ἡμέρας καί νυκτός», τουτέστι τοῖς ἀδιαλείπτως οὕτω προσευχομένοις. Δεόμεθα δέ τῆς ἀδιαλείπτου ταύτης δεήσεως οὐχ ὥστε πεῖσαι Θεόν, αὐτοπαράκλητος γάρ, οὐδ᾿ ὡς ἐφελκυσόμενοι τοῦτον πανταχοῦ γάρ, ἀλλ᾿ ὡς τῇ πρός αὐτόν ἐπικλήσει ἡμᾶς αὐτούς ἀνάγοντες πρός ἐκεῖνον καί ἐπιστρέφοντες, ὡς μεθέξοντες οὕτω τῶν περί αὐτόν ἀγαθοπρεπῶν δωρεῶν. «Τότε γάρ» κατά τόν μέγαν Διονύσιον «τῷ Θεῷ σύνεσμεν, ὅτε πανάγνοις μέν εὐχαῖς, ἀνεπιθολότῳ δέ νῷ τοῦτον ἐπικαλώμεθα». Διά τοῦτο τοίνυν αὐτόν ἀδιαλείπτως ἐπικαλούμεθα, ὡς ἄν ἀδιαλείπτως αὐτῷ συνῶμεν.

31. Τῆς δέ ἀδιαλείπτου ταύτης προσευχῆς τε καί ἕξεως, ἥν ἄρτι διενοήθη πρῶτος ὁ φιλόσοφος οὗτος, οὐδέ ὁ διάβολος φαίνεται ἀμοιρῶν καίτοι μηδέποτε προσευχόμενος˙ ἤδει γάρ μηδέ κατά χοίρων δυνησόμενός τι, μή τοῦ Κυρίου τῶν ὅλων ἐνδόντος, κατά δέ τοῦ Πέτρου μηδ᾿ ἐπιχειρήσεων γοῦν, καί πρό τούτων κατά τοῦ Ἰώβ μηδέν ἀνύσων ταῖς πολυτρόποις ἐπιβουλαῖς˙ τοσοῦτον ἀπέχει προσευχῆς, οὐ τῆς ἀδιαλείπτου μόνον ἀλλά καί τῆς ἐκ διαλειμμάτων, τό πεπεῖσθαι Κύριον εἶναι τόν Θεόν ἁπάντων˙ οἱ μέν γάρ ἐκτός σώματος τῶν λογικῶν ἴσασι μέν τοῦτο πάντες, εὔχονται δ᾿ οὐ πάντες˙ ἀντικείμενος γάρ ἐστι καί τῇ εὐχῇ ὁ τῷ Θεῷ ἀντικείμενος, καί ὁ τοῦ καλοῦ φυγάς καί τῆς πρός τόν Θεόν εὐχῆς φυγάς ἐστιν. Οἱ δέ σῶμα περικείμενοι, τόν μέν τοῦ παντός Θεόν ἴσασιν πάντες, πάντες δ᾿ εὔχονται καταλλήλως ἕκαστος τῇ δόξῃ ἑαυτοῦ. Τοῖς δέ τόν ἕνα καί ὄντως γινώσκοντα Θεόν, συνεισέρχεται τῇ δόξῃ ταύτῃ καί τό χωρίς αὐτοῦ μή δύνασθαι ποιεῖν μηδέν˙ τῶν δή τοῦτο πεπεισμένων ὅσους ἔρως θεῖος εἷλεν ἑνωθεῖναι κυρίως τῷ Κυρίῳ τοῦ παντός, οὗτοι τροφῆς ἄνευ καί πνοῆς ἐν εὐχῇ γενόμενοι, κατά τήν τῶν πατέρων ὑφήγησιν, ἐπιστρέφουσι τόν νοῦν εἰς ἑαυτόν καί οὕτω τῇ πρός τήν θείαν ἕνωσιν ἐπιτηδειότητι τοῦ μυστικοῦ καί ἀπορρήτου πνευματικοῦ τῆς προσευχῆς καταξιοῦνται δώρου, ὅ καί ἀδιαλείπτως σύνεστιν αὐτοῖς, νῦν μέν αὐτό παρ᾿ ἑαυτοῦ ἕλκον τόν καταξιωμένον νοῦν πρός τήν ἀρρητοτάτην ἕνωσιν καί πηγάζον εὐφροσύνην ἱεράν, νῦν δέ τῷ νῷ δι᾿ εὐχῆς ἀνατεινομένῳ πρός Θεόν μυστικῶς ὑπηχοῦν τε καί συμπροσευχόμενον, ὥσπερ μουσική τῷ πρός ταύτην συντιθέντι τήν ὠδήν. Οὕτω γάρ ἐν μεθέξει τῆς ἀεικινήτου τε καί ἀκαμάτου γεγονότες χάριτος ἐνερριζωμένην ἔχουσι τῇ ψυχῇ τήν προσευχήν καί ἀδιαλείπτως ἐνεργοῦσαν κατά τόν εἰπόντα˙ «ἐγώ κοιμῶμαι καί ἡ καρδία μου ἀγρυπνεῖν». Ὁ τοίνυν βουλόμενος ἐπιτυχεῖν τῆς ἀληθοῦς ταύτης καί ἀληθῶς ἀδιαλείπτου προσευχῆς παρά «τοῦ διδόντος» προφητικῶς εἰπεῖν «εὐχήν τῷ εὐχομένῳ», πειθέσθω τῷ θείῳ Νείλῳ καί Γρηγορίῳ, ὥστε ζῆν μηδέν τῶν ἀνθρωπίνων προσαπτόμενον, ὅ,τι μή πᾶσα ἀνάγκη, κἀν ταῖς ἀνθρωπίναις ἀνάγκαις τῆς μνήμης τοῦ Θεοῦ κατά τό δυνατόν μή ἀφίστασθαι, ἀλλ᾿ ὥσπερ σφραγῖδα ἀνεξάλειπτον τήν τοῦ Θεοῦ ἔννοιαν ἐντετυπωμένην τῇ ψυχῇ σπεύδειν περιφέρειν κατά τόν μέγαν Βασίλειον. Ἔργοις τε καί γάρ λόγοις καί διανοήμασιν τήν δυνατήν ἡμῖν τέως καί ἀδιάλειπτον προσυχήν ἐπιτηδεύειν χρή, μέχρις ἄν ἐπιτύχωμεν τοῦ δώρου˙ «εἰ μή γάρ», φησίν, «ἔλαβες δῶρον προσευχῆς εὐκλεές, προσέδρευσον καί λήψῃ»˙ τό γάρ Πνεῦμά ἐστι δι᾿ οὗ προσκυνοῦμεν καί δι᾿ οὗ προσευχόμεθα, καί «Πνεῦμα ὁ Θεός, καί τούς προσκυνοῦντας αὐτόν ἐν πνεύματι καί ἀληθείᾳ δεῖ προσκυνεῖν».

Δεν υπάρχουν σχόλια: