Παρασκευή, 26 Μαρτίου 2021

ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ (78)

ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ 

Συνέχεια από Σάββατο, 13 Μαρτίου 2021

                                                   Jacob Burckhard

                                                          ΤΟΜΟΣ 2ος

                                       

Ι.ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΚΑΙ ΟΙ ΘΕΟΙ ΤΟΥΣ – 22

     Αν οι αρχαίοι Έλληνες απαιτούσαν από τούς θεούς τους απόλυτη δικαιοσύνη έτσι, ώστε να μπορούν να τους κατακρίνουν για την έλλειψη απόδοσής της, θα έπρεπε να τους αναγνωρίσουν επίσης και παντοδυναμία. Είδαμε όμως πόσο περιορισμένη ήταν αυτή η τελευταία· οι Έλληνες διέθεταν όμως επιπλέον (κι αυτό από τα αρχαιότερα χρόνια) μια θεμελιώδη πεποίθηση, που μπορούσε να περιορίσει την εξουσία τών θεών στα απολύτως αναγκαία: την πίστη στο πεπρωμένο, τη μοίρα.

     Η ισχυρή προϋπόθεση της μοίρας, που συμπαρασύρει στο διάβα της την ελεύθερη βούληση του ανθρώπου, διαθέτει στους Έλληνες μιαν αρχαία, παγιωμένη μορφή, όπως αυτή διαμορφώθηκε στο έπος, από την οποία ουδέποτε θέλησαν ή μπόρεσαν να απαλλαγούν ολοκληρωτικά. Εδώ είναι ωστόσο αναμενόμενο να συναντήσουμε κραυγαλέες εξαρχής ασυνέπειες: οι θεοί υπάρχουν, και ίσως είναι κάποτε και ελεήμονες· η μοίρα είναι όμως αδυσώπητη. Πώς είναι άρα κάτι τέτοιο δυνατό, όταν και οι ίδιοι οι θεοί υποτάσσονται στη μοίρα ;

     Ο πολυθεϊσμός συμβιβάζεται εύκολα, σε κάθε εκδοχή του, με κάποιο είδος μοιρολατρίας. Όσο επιβλητική κι αν είναι η εικόνα τών επιμέρους θεών, η εξουσία τους δεν μπορεί να καλύψει όλους τούς τομείς τών επιγείων υποθέσεων, με αποτέλεσμα να υπάρχουν μεγάλα κενά ανάμεσα στις σφαίρες επιρροής τους, τα οποία καλείται να καλύψει μια καθολική δύναμη με τη μορφή τού πεπρωμένου ή τής τύχης. Αυτό ισχύει κατ’ εξοχήν για τους θεούς τού Ομήρου, που δρουν μόνο κατά περίσταση· τα όντα αυτά, που βιώνουν μόνο την ευδαιμονία και τα πάθη τους, δεν θα ήταν ασφαλώς ικανά για μια πλήρη διακυβέρνηση του κόσμου, και αν μεταγενέστερες αντιλήψεις τούς προσέδωσαν μιαν ευρύτερη εξουσία, η προγενέστερη αντίληψη παρέμεινε σε πλήρη ισχύ.

     Ακόμη και η πλέον εξωραϊσμένη εξιδανίκευση των θεών τού έπους είναι και παραμένει συνδεδεμένη με ανθρώπινα χαρακτηριστικά, τα οποία και υπόκεινται ασφαλώς σε περιορισμούς. Το μοναδικό μεγαλειώδες πλεονέκτημα που διαθέτουν είναι ότι δεν γνωρίζουν το γήρας και τον θάνατο. Η γνώση και η θέλησή τους δεν αρκούν για να κυβερνήσουν τον κόσμο, έστω και κατακερματισμένο σε περιοχές ή κύκλους επιρροής. Μπορούν να κάνουν, κατά κανόνα, αυτό που τους ευχαριστεί, και επιδίδονται ευχαρίστως σε παρεμβάσεις στη φύση και τη ζωή τών ανθρώπων· αν όμως τους αντιμετωπίσει κανείς στο σύνολό τους, με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και τις έριδές τους, δύσκολα θα τους απέδιδε κάτι περισσότερο από μια αμφιλεγόμενη συνολική ισχύ. Στην πραγματικότητα οι θεοί διεκδικούν ο καθένας τα δικά του δικαιώματα στην διακυβέρνηση του κόσμου· σύμφωνα με τη θεωρία τού Ποσειδώνα, σ’ αυτόν ανήκουν τα ύδατα, στον Άδη/Πλούτωνα ο Κάτω Κόσμος, και στον Δία οι ουρανοί, αλλά η γη και ο Όλυμπος είναι κοινό κτήμα όλων τών θεών, επιτρέποντάς τους μια πολυπρόσωπη διοίκηση του βίου τών θνητών.

     Αυτός ο ανθρωπομορφισμός τών θεών έχει όμως ως νέα, επιπλέον συνέπεια το ότι και αυτοί οι ίδιοι εξαρτώνται από τη Μοίρα, και δεν μπορούν να την υπερβούν ούτε στις προσωπικές τους υποθέσεις. Το ερώτημα, στο οποίο θα θέλαμε εδώ πραγματικά μιαν απάντηση, αφορά στην προέλευση αυτής τής αντίληψης: πρόκειται δηλαδή για μιαν αντίληψη πρωταρχική, ή για μια μεταγενέστερη, συνειδητή αποδοχή, όταν οι θεοί κατέληξαν να μοιάζουν τόσο πολύ με τους ανθρώπους, ώστε θα έπρεπε αναγκαστικά να συμμεριστούν και τις σχετικές με το πεπρωμένο προϋποθέσεις τού βίου τών θνητών ; Ήταν ασφαλώς γνωστό, μετά τη Θεογονία, αλλά και πολύ πριν από τον Ησίοδο, ότι ολόκληρες γενιές θεών ανατράπηκαν, και ότι ο ίδιος ο Δίας απειλήθηκε από φοβερούς κινδύνους.

     Η υποταγή τών θεών σε μιαν εξωτερική βούληση, που τους υπαγορεύει τη διαγωγή τους, εμφανίζεται συνοπτικά ως εξής: ορισμένα πράγματα έχουν οριστεί ή προβλεφτεί γι αυτούς από άγνωστη πηγή, η οποία δεν μας αποκαλύπτεται, διότι η Μοίρα παραμένει ανώνυμη. Κλασικό παράδειγμα είναι η απειλή, στη σκιά τής οποίας ζει ο Ζευς: από κάποιον γάμο (με την Μήτι; με την Θέτιδα;) θα γεννηθεί κάποιος που θα τον ανατρέψει. Οι θεοί δεν μπορούν επίσης να απαλλάξουν από τον θάνατο, όσο και αν το επιθυμούν, τους προστατευόμενους τους· ο Ζευς θα δει τον γυιό του Σαρπηδόνα να σκοτώνεται, και η Αφροδίτη τον αγαπημένο της Δάφνι. Ορισμένοι προστατευόμενοι των θεών, που δεν  είναι πλέον δυνατόν να σωθούν, όπως ο Έκτωρ, εγκαταλείπονται περιφρονητικά, ενώ η Αθηνά επισπεύδει τον θάνατο των Πριαμιδών καταφεύγοντας σε δόλια μέσα. Η δε Πυθία απαντά, ακόμη και στους ιστορικούς χρόνους, στις επικρίσεις τού ανατραπέντος Κροίσου, ότι ακόμη και ένας θεός αδυνατεί να ανατρέψει το πεπρωμένο· στην περίπτωση του Κροίσου ο Απόλλων ζήτησε πάντως από τις Μοίρες να επέμβουν, για να καθυστερήσουν την πτώση του.

      Νεώτεροι συγγραφείς εκφράστηκαν βαθυστόχαστα, αναφερόμενοι στην τραγωδία, για την παρέμβαση της μοίρας στην ζωή τών ανθρώπων: η μοίρα είναι, είπαν, μια ηθική δύναμη, που εξισορροπεί τις αντιθέσεις και τις αντιφάσεις στις υποθέσεις τών ανθρώπων με μιαν ανώτερη δικαιοσύνη, που συμφιλιώνει την ελευθερία με την αναγκαιότητα και προβάλλει, απέναντι στην απαιτητική, ατομική βούληση, τον καθολικό νόμο. Όλα αυτά όμως οι Έλληνες τα αγνοούσαν. Είναι σαφές, ότι η μοίρα συμπλέκεται στην τραγωδία με την ανθρώπινη δράση· δεν εκθειάστηκε ούτε μετουσιώθηκε όμως ποτέ σε κάποιαν ηθική αξία. Υπήρξε μια ανεξάρτητη από κάθε συνειδητή θέληση αναγκαιότητα, είτε ως μεμονωμένη οντότητα, είτε ως αρχέγονη σχέση, ανάλογα με το αν αναφερόταν ο λαός, ή κάποιοι βαθύτεροι στοχαστές σ’ αυτήν. Η μοίρα δεν υπήρξε πρόσωπο, υπήρξε πάντως μια απόλυτη ισχύς, την οποία δεν διέθετε ασφαλώς ο Ζευς, πριν από την ύστερη τουλάχιστον διάδοση του μονοθεϊσμού.

     Οι θεοί χαρίζουν μεν στους ανθρώπους τα δώρα που τους ζητούν, δεν είναι όμως σε θέση να αποτρέψουν το μοιραίο. Είναι αλήθεια ότι  οι αδύναμες ψυχές θα καταφύγουν, μπροστά σε μιαν αδυσώπητη αλήθεια, στους βωμούς, ακόμα και στους εξορκιστές, ελπίζοντας ότι ο συγκεκριμένος θεός ή κάποια θεία οντότητα θα κατορθώσει να εμποδίσει, σε κάποιες τουλάχιστον περιπτώσεις, το μοιραίο. Όλα αυτά δεν αποτελούν παρά απολύτως εξηγήσιμες ασυνέπειες. Το γεγονός πάντως ότι η μοίρα αποκαλείται, σύμφωνα με μια παλαιότερη χρήση τής γλώσσας, συχνά δαίμων, δεν της αποδίδει ούτε προσωπικά χαρακτηριστικά ούτε θεία υπόσταση.

     Μπορούμε να υποθέσουμε, ότι η Μοίρα σήμαινε αρχικά τη μοίρα τής γέννησης και του θανάτου μόνο τού κάθε ανθρώπου, ως προς δε τον θάνατο, την ημερομηνία μόνο και την ώρα. Κατέληξε δε να ορίζει  και την αιτία ή και τη φύση, αρκετά αργότερα, του θανάτου, ενώ τής αποδόθηκε, κατά τη μεταγενέστερη και μόνον εξέλιξη του στοχασμού περί αυτής, ολόκληρο το πεπρωμένο τού ανθρώπου, από τη γέννησή του και μετά, μαζί και οι πράξεις του, μέχρι τη στιγμή που της ανατέθηκε ολόκληρη η πορεία τής ζωής ενός ατόμου, στον βαθμό που το επέτρεπε βέβαια, κάθε φορά, η λογική. Στην ανθρώπινη βούληση πρυτανεύει, κατά τη λαϊκή αντίληψη, άλλοτε η ελευθερία και άλλοτε η αναγκαιότητα, στην οποία συμπεριλαμβάνονται, εκτός απ’ τη μοίρα, και οι επιρροές και  παρεμβάσεις τών θεών και των δαιμόνων. Οι Έλληνες δεν ένοιωσαν πάντως ποτέ την ανάγκη να καταστήσουν κάποιον υπεύθυνο για την τύχη του, και να τον αντιμετωπίσουν ανάλογα. Κλασσικό παράδειγμα αποτελεί εδώ το γνωστό ανέκδοτο για τον επιρρεπή προς την κλοπή σκλάβο, που ισχυρίστηκε ότι ήτανε γραφτό του να γίνει κλέφτης, για να λάβει την απάντηση: «Όπως και το να τρώει ξύλο!». Η ποινή που επιβάλλει το δίκαιο, μπορεί να μεταλλαχθεί επίσης σε ποινή τής μοίρας. Κάτι που η τραγωδία το εξέφρασε με τον δικό της τρόπο: Η Κλυταιμνήστρα, την οποία απειλεί να θανατώσει ο γυιός της, αναφωνεί σχετικά με τη δολοφονία τού συζύγου της: «Έτσι το θέλησε η Μοίρα!». Για να της απαντήσει ο Ορέστης: «Η Μοίρα είναι λοιπόν που προετοίμασε και τον δικό σου θάνατο!». Οι ποιητές  γνώριζαν πάντως, ότι κρυβόταν συχνά μια εγκληματική βούληση πίσω από το (δήθεν) πρόσωπο της Μοίρας.

(συνεχίζεται)

Δεν υπάρχουν σχόλια: