Κυριακή, 28 Μαρτίου 2021

Νίκος Αυγελής - ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ (8)

 Συνέχεια από: Δευτέρα, 22 Μαρτίου 2021

 ΠΡΩΤΟ ΜΕΡΟΣ

ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ

IV.  Η ΙΣΤΟΡΙΚΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ ΚΑΙ Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ

5. Ιστορικότητα της φιλοσοφίας και ιστορία της φιλοσοφίας στον Η. G. Gadamer

Η νεο-καντιανη αντίληψη για την ιστορικότητα της φιλοσοφίας και για τη δομή της ιστορίας της φιλοσοφίας είναι, καθώς είδαμε, στενά συνδεδεμένη με μία συγκεκριμένη έννοια της φιλοσοφίας ως επιστήμης. Η ένταση μεταξύ συστήματος και ιστορίας διαλύεται εδώ υπέρ του συστήματος (της φιλοσοφίας). Μετά τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο περνούμε σε μία νέα φάσn σε ό,τι αφορά την ιστορικότητα της φιλοσοφίας και τη δομή της ιστορίας της φιλοσοφίας, της οποίας οι ρίζες βρίσκονται στον Kierkegaard και στον Nietzsche[1]. Η συνειδητοποίηση της βαθιάς παγκόσμιας κρίσης στρέφει τώρα τον άνθρωπο κατά τρόπο πιεστικό στη φιλοσοφία αλλά σε μια φιλοσοφία που και η ίδια μεταβάλλεται ριζικά για να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις των καιρών. Δεν περιμένουμε πια από τη φιλοσοφία τη θεμελίωση του πολιτισμού και των επιστημών πάνω σε συστήματα κατηγοριών και αξιών αλλά μία βοήθεια μπροστά στη γενικότερη χρεία της ζωής (Lebensnot). Η φιλοσοφία δεν οφείλει να μας προσφέρει ως επιστήμη γενικά έγκυρες αλλά μη δεσμευτικές για τον καθένα μας γνώσεις, όπως γράφει ο Jaspers, αλλά αλήθεια με την οποία ζούμε[2]. Την εκάστοτε φιλοσοφία δεν μπορούμε να την αποσπάσουμε από το πεδίο της εποχής ούτε πάλι μπορούμε να αποσπάσουμε τις επιμέρους φιλοσοφικές ιδέες από το εκάστοτε φιλοσοφικό σύστημα. Αυτό σημαίνει ότι η φιλοσοφία υπάρχει μόνον υπό τη μορφή επιμέρους συγκεκριμένων φιλοσοφιών. Σύμφωνα με την καινούρια αυτή έννοια της φιλοσοφίας δε νοείται πια η ιστορία της φιλοσοφίας ως ιστορία της επιστήμης. Μια δοξογραφική ιστορία της φιλοσοφίας ή μια ιστορία των φιλοσοφικών προβλημάτων δεν ικανοποιεί πια. Δε θέλουμε να γνωρίσουμε τι συνέβη ούτε να σταχυολογήσουμε το απόθεμα των αιωνίων φιλοσοφικών αληθειών, αλλά ζητούμε, έχοντας συνείδηση ότι είμαστε πεπερασμένα όντα, το διάλογο με εξίσου πεπερασμένα φιλοσοφούντα υποκείμενα του παρελθόντος.

Η μελέτη του Gadamer για την ιδέα του συστήματος στην ιστορία Zur Systemidee in der Philosophie (1924) μας δίνει τα κύρια γνωρίσματα των νέων εξελίξεων. Ανάλογες τάσεις απαντούμε στο Heidegger και στον Κ. Jaspers. Στην καινούρια αντίληψη για την ιστορικότητα της φιλοσοφίας αντιστοιχεί μία νέα έννοια της φιλοσοφίας, η οποία αντιτίθεται στην ιδέα της φιλοσοφίας ως αυτόνομης επιστήμης. Όπως τονίζει ο Jaspers, στις επιστήμες καταλήγουμε σε γενικά έγκυρες γνώσεις αλλά μ’ ένα αντίτιμο: στρεφόμαστε κατανάγκη με μία ειδική μέθοδο σε επιμέρους αντικείμενα κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις. Η φιλοσοφία αντίθετα φωτίζει το λόγο της ζωής, το τι είμαι ο ίδιος και το τι θέλω, αλλά με το εξής αντίτιμο: οι αποφάνσεις της δεν περιέχουν αναγκαίες και γενικά έγκυρες γνώσεις. Για τον Gadamer αποτελεί παραποίηση της ουσίας της φιλοσοφίας, αν την αποτιμήσουμε με μέτρο την επιστήμη. Κατά συνέπεια διαφορετικά πρέπει να συλλάβουμε τόσο την ιστορικότητα της φιλοσοφίας όσο και τη δομή της ιστορίας της φιλοσοφίας. Η ιδέα της ιστορίας των προβλημάτων απορρίπτεται, διότι προϋποθέτει ότι η φιλοσοφία είναι επιστήμη και ότι υπάρχουν ταυτόσημα φιλοσοφικά προβλήματα. Ο Gadamer υποστηρίζει ότι στην ιστορία της φιλοσοφίας δε μεταβάλλεται μόνον ο τρόπος που τίθενται και λύνονται τα προβλήματα αλλά και το περιεχόμενό τους, γιατί τα φιλοσοφικά προβλήματα είναι ριζωμένα στην εκάστοτε ιστορική συγκυρία. Η ιστορικότητα αυτή των προβλημάτων δεν επιτρέπει να μιλούμε για ένα αιώνιο περιεχόμενό τους. Η φιλοσοφία, η οποία είναι ριζωμένη στην ανθρώπινη ύπαρξη, υπάρχει συνεπώς με τη μορφή συγκεκριμένων εκάστοτε φιλοσοφιών. Αυτό σημαίνει ότι η ενότητα και η συνέχεια της ιστορίας της φιλοσοφίας (Philosophiegeschichte) δεν μπορεί πια να εκληφθεί ως μία a priori προϋπόθεση της φιλοσοφικής ιστοριογραφίας (Philosophiehistoire) που θεμελιώνεται στην ταυτότητα του ανθρώπινου λόγου. Η ενότητα και η συνέχεια της φιλοσοφίας νοείται ως ενότητα και συνέχεια της φιλοσοφικής παράδοσης με την έννοια της προσοικείωσης (Aneignung) των φιλοσοφιών που ιστορικά μας παραδόθηκαν. Η προσοικείωση της ιστορικής κληρονομιάς καθίσταται τώρα όρος του φιλοσοφείν. Έτσι όχι μόνον ο μεθοδολογικός διαχωρισμός μεταξύ φιλοσοφικού συστήματος και ιστορίας της φιλοσοφίας, που αποτελούσε προϋπόθεση της ιστορίας των προβλημάτων, απορρίπτεται ως μία εσφαλμένη κατασκευή αλλά αντιστρέφεται και η σχέση φιλοσοφικού συστήματος και ιστορίας της φιλοσοφίας. Ο Gadamer τονίζει ότι η τάση να αναγνωρίζουμε σ’ολόκληρη την ιστορία της φιλοσοφίας από τον απόηχο των παραδεδομένων λέξεων τα δικά μας προβλήματα (να βλέπουμε π.χ. απλουστευτικά τον Πλάτωνα ως πρόδρομο του παρόντος) παραβλέπει την ιστορική μοναδικότητα των φιλοσοφικών επιτευγμάτων, παραβλέπει την ιστορικότητα του παρόντος χάριν των προβλημάτων, χάριν μιας «αντικειμενικής» σύλληψης των φιλοσοφικών περιεχομένων. Για μια φιλοσοφία ωστόσο που οφείλει να ανταποκρίνεται στα αιτήματα των καιρών ο μόνος δυνατός δρόμος είναι ο δρόμος μέσω της ιστορίας. Μέσω δηλαδή της κατανόησης των έργων του παρελθόντος από τη σκοπιά του παρόντος μπορούμε να ορίσουμε το δικό μας φιλοσοφικό τόπο. Η ανάγνωση έτσι των μεγάλων φιλοσόφων του παρελθόντος δε γίνεται για να κατανοήσουμε τους ίδιους ή την εποχή τους αλλά γίνεται στον ορίζοντα του παρόντος ώστε να καταστούν γόνιμοι για το παρόν. Φιλοσοφείν σημαίνει προσοικείωση της φιλοσοφικής παράδοσης, προσοικείωση που στοχεύει στην αποκάλυψη των δυνατοτήτων της για το παρόν. Ο Gadamer έπλασε την έννοια της «σύντηξης των οριζόντων» (παρελθόντος και παρόντος) για να εκφράσει τους όρους ερμηνευτικής προσοικείωσης των έργων του παρελθόντος.

Όπως έχουμε ήδη επισημάνει, στη βάση των δύο αντιλήψεων που διαμορφώθηκαν στον αιώνα μας αναφορικά με την ιστορικότητα της φιλοσοφίας και τη δομή της ιστορίας της φιλοσοφίας έχουμε δύο εντελώς διαφορετικές έννοιες της φιλοσοφίας. Έτσι και τα συμπεράσματα στα οποία καταλήγουν είναι διαμετρικά αντίθετα. Για τη νεο-καντιανή αντίληψη, σύμφωνα με την οποία η φιλοσοφία είναι επιστήμη, η ιστορικότητα της φιλοσοφίας νοείται ως ιστορικότητα της επιστημονικής έρευνας και η ιστορία της φιλοσοφίας έχει τη δομή μιας συνεχούς ανάπτυξης. Αντίθετα, για τη δεύτερη άποψη, που πρεσβεύει ότι η φιλοσοφία είναι μια κοσμοθεωρία ή μια στάση ζωής, η ιστορία της φιλοσοφίας εμφανίζεται ως ασυνεχής ακολουθία φιλοσοφικών συστημάτων. Και οι δύο θεωρίες που είδαμε ξεκινούν από την παραδοχή ότι η ανάπτυξη της φιλοσοφίας σε συστήματα δε συμβιβάζεται με την αξίωση που εγείρει κάθε συγκεκριμένη φιλοσοφία ότι παρέχει γενικά έγκυρη γνώση. Και η μεν πρώτη προσπαθεί να εξαλείψει το φαινόμενο αυτό διάρθρωσης της ιστορίας της φιλοσοφίας σε επιμέρους αυτοτελή συστήματα ανάγοντάς το στην «εξωτερική» ιστορία της φιλοσοφίας, ενώ η δεύτερη μπροστά στις δυσκολίες της φιλοσοφίας να εδραιώσει τον επιστημονικό της χαρακτήρα, αποσυνδέει τη φιλοσοφία από την επιστήμη και θεωρεί κατά συνέπεια τις θεωρητικές της αξιώσεις ως εσφαλμένες.

ΣΥΝΟΨΗ

Μετά τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο περνούμε σε μία νέα φάση σε ό,τι αφορά το πρόβλημα της ιστορικότητας της φιλοσοφίας και της δομής της ιστορίας της φιλοσοφίας. Οι ρίζες της βρίσκονται στον Kierkegaard και στον Nietzsche.

Η ιδέα της ιστορίας των προβλημάτων απορρίπτεται με το επιχείρημα ότι ταυτότητα των φιλοσοφικών προβλημάτων δεν υπάρχει. Η φιλοσοφία δεν είναι επιστήμη, αλλά στάση ζωής. Τα φιλοσοφικά προβλήματα είναι ριζωμένα στην εκάστοτε ιστορική συγκυρία. Ο κριτικός διάλογος με την παράδοση αποτελεί κατά τον Gadamer όρο του φιλοσοφείν. Η ερμηνεία της ιστορικής παράδοσης δεν είναι κοντά στη συστηματική φιλοσοφία μια φιλοσοφικο-ιστορική απλώς δραστηριότητα· η σχέση μας με την παράδοση είναι μέρος της ίδιας της φιλοσοφίας. Μέσα από τη σχέση αυτή μπορούμε να ορίσουμε το δικό μας φιλοσοφικό τόπο.

6. Το πρόβλημα της ιστορικότητας της φιλοσοφίας στον Μ. Schlick

Από μίαν άλλη σκοπιά προσπαθεί να προσεγγίσει το πρόβλημα της ιστορικότητας της φιλοσοφίας ο ιδρυτής του Κύκλου της Βιέννης Moritz Schlick (1882-1936) στη μελέτη του The Future of Philosophy (1932). Καταρχήν επισημαίνει κι αυτός την αντινομία που υπάρχει ανάμεσα στην αξίωση της απόλυτης αλήθειας που εγείρουν τα εκάστοτε φιλοσοφικά συστήματα και στο χάος των φιλοσοφικών δοξασιών, όπως δείχνει η ιστορία της φιλοσοφίας. Κάθε μεγάλος φιλόσοφος πίστευε ότι ανακάλυψε την απόλυτη αλήθεια, ότι κατόρθωσε με μια νέα μέθοδο να βάλει τέρμα στο χάος των φιλοσοφικών δοξασιών (π.χ. Descartes, Spinoza, Kant). Αλλά η ιστορία της φιλοσοφίας δείχνει ακριβώς το αντίθετο.

Η διαπίστωση όχι η φιλοσοφία δεν παρουσιάζει μία σταθερή προοδευτική ανάπτυξη, όπως η επιστήμη, εκβάλλει συχνά, παρατηρεί ο Schlick, στο σκεπτικισμό και στον ιστορικισμό, στο συμπέρασμα δηλαδή ότι δεν μπορεί να υπάρξει αληθινό σύστημα φιλοσοφίας κι ότι συνεπώς η φιλοσοφία δεν είναι τίποτε άλλο παρά η ιστορία της. Όπως και ο Kant, ο Schlick αναζητά τους λόγους για τους οποίους η φιλοσοφία, αντίθετα με τις επιστήμες, απέτυχε να δώσει στέρεα επιστημονικά αποτελέσματα. Οι πραγματικοί λόγοι δεν έγκεινται στη δυσκολία των φιλοσοφικών προβλημάτων ούτε στην αδυναμία της ανθρώπινης νόησης αλλά στην παρανόηση ή παρερμηνεία της φύσης της φιλοσοφίας, στην αντίληψη δηλαδή ότι η φύση της φιλοσοφίας και η φύση της επιστήμης είναι περίπου η ίδια, ότι και οι δύο αποτελούνται από συστήματα αληθών προτάσεων για τον κόσμο. Στην πραγματικότητα όμως, τονίζει ο Schlick, η φιλοσοφία δεν είναι σύστημα προτάσεων και συνεπώς είναι διαφορετική από την επιστήμη. Μέσα από τη σχέση φιλοσοφίας και επιστήμης στην ιστορική της ανάπτυξη, θα επιχειρήσει ο Schlick να διεισδύσει στη φύση της φιλοσοφίας.

Αρχικά η φιλοσοφία ως αναζήτηση της αλήθειας ταυτιζόταν με την επιστήμη και παρέμενε ενωμένη με τις διάφορες επιστήμες ώσπου οι τελευταίες σταδιακά αυτονομήθηκαν. Αλλά στον 19ο αιώνα παρατηρείται ένας ανταγωνισμός, μία ένταση μεταξύ φιλοσοφίας και επιστήμης. Στη Γερμανία στις αρχές του περασμένου αιώνα ο Schelling, ο Fichte και ο Hegel πίστευαν ότι υπάρχει μία βασιλική οδός προς την αλήθεια η οποία φυλάσσεται μόνο για το φιλόσοφο, ενώ ο επιστήμονας οδεύει στο μονοπάτι της ανιαρής πειραματικής μεθόδου. Ο Schlick δεν επικρίνει μόνο το γερμανικό ιδεαλισμό, αλλά και μία γενικότερα διαδεδομένη άποψη σύμφωνα με την οποία η φιλοσοφία διακρίνεται από την επιστήμη με την έννοια ότι πραγματεύεται τις πλέον γενικές αλήθειες για τον κόσμο, ενώ η επιστήμη πραγματεύεται τις ειδικότερες αλήθειες. Η φιλοσοφία δηλαδή είναι επιστήμη που έχει γενικότερο χαρακτήρα συγκριτικά με τις επιμέρους εμπειρικές επιστήμες. Αλλά η έννοια αυτή της φιλοσοφίας βρίσκεται σε κραυγαλέα αντίθεση με τα αποτελέσματα που επιτεύχθηκαν από τους φιλοσόφους, τα οποία φυσικά δε συγκρίνονται με τα επιστημονικά αποτελέσματα, που βρήκαν γενική αναγνώριση. Επισημαίνοντας τη διαφορά μεταξύ φιλοσοφικής και επιστημονικής μεθόδου ο Schlick ορίζει τη φιλοσοφία ως αναζήτηση του νοήματος και την επιστήμη ως αναζήτηση της αλήθειας. Η φιλοσοφία του Σωκράτη αποτελεί υπόδειγμα της αληθινής φιλοσοφικής μεθόδου, διότι προσπαθεί να αποσαφηνίσει τη σκέψη αναλύοντας τη σημασία των εκφράσεών μας και το αληθινό νόημα των προτάσεων μας. Το μέλλον της φιλοσοφίας εξαρτάται, τονίζει ο Schlick, από τη διάκριση αυτή ανάμεσα στην ανακάλυψη του νοήματος και την ανακάλυψη της αλήθειας.

Ως αναζήτηση του νοήματος η φιλοσοφία δεν έχει προτάσεις· δεν είναι θεωρία αλλά είναι νοητική δραστηριότητα, είναι η λογική διασάφηση της σκέψης, όπως γράφει ο Wittgenstein στο Tractatus. Όλα τα πραγματικά προβλήματα είναι επιστημονικά προβλήματα. Τα φιλοσοφικά προβλήματα του παρελθόντος προέκυψαν από γλωσσική σύγχυση, όπως δείχνει η λογική ανάλυση της γλώσσας, γι’ αυτό και δεν επιδέχονται απάντηση. Από τη στιγμή τώρα που αποκαλύφθηκαν ως προϊόντα γλωσσικής σύγχυσης δεν υφίστανται πια. Άλλα πάλι αποτελούν κατά κάποιο τρόπο μεταμφιεσμένα επιστημονικά προβλήματα. Η φιλοσοφία ως σύστημα δεν είναι πια δυνατή. Πολλοί μεγάλοι φιλόσοφοι, επισημαίνει ο Schlick, αναγνώρισαν την ουσία της φιλοσοφικής σκέψης με σχετική καθαρότητα, αν και δεν την διατύπωσαν λεπτομερειακά. Ο Kant π.χ. συνήθιζε να λέει στα μαθήματά του ότι η φιλοσοφία δεν μπορεί να διδαχθεί. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι ελάνθανε κατά κάποιο τρόπο στη σκέψη του η ιδέα ότι η φιλοσοφία δεν είναι επιστήμη, όταν έλεγε ότι «το μόνο πράγμα που μπορεί να διδάξει είναι το φιλοσοφείν», δηλώνοντας έτσι ότι η φιλοσοφία είναι μία δραστηριότητα και συνάμα αντιφάσκοντας με τα ίδια τα βιβλία του στα οποία προσπαθεί να οικοδομήσει τη φιλοσοφία του ως επιστημονικό σύστημα.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

Είδαμε ότι η φιλοσοφία έχει άλλη σχέση με την ιστορία της από ό,τι οι επιμέρους επιστήμες. Στη φιλοσοφία δεν μπορούν να ικανοποιηθούν οι όροι μιας γραμμικής ανάπτυξης που ισχύουν στις επιστήμες. Η φιλοσοφία αναπτύσσεται σε αυτοτελή συστήματα, το καθένα από τα οποία αξιώνει να εκπροσωπήσει τη φιλοσοφία. Η αναρχία αυτή των συστημάτων θεωρήθηκε ως ασφαλής ένδειξη ότι η φιλοσοφία δεν μπόρεσε ακόμη να αποκτήσει επιστημονικό χαρακτήρα. Γι’αυτό και με εκπληκτική επιμονή στα νεότερα χρόνια ήδη από τον Descartes έγιναν προσπάθειες να τερματιστεί η προεπιστημονική φάση της φιλοσοφίας ώστε να μπει στον ασφαλή δρόμο της επιστήμης. Και επειδή αυτό που θεωρούνταν ότι διασφαλίζει τη συνεχή, προοδευτική εξέλιξη των επιστημών είναι η ενιαία μέθοδος, οι προσπάθειες επικεντρώθηκαν στην αναζήτηση μιας νέας φιλοσοφικής μεθόδου από την οποία αναμέναμε ότι θα ικανοποιήσει το αίτημα μιας επιστημονικής φιλοσοφίας. Αλλά όλες αυτές οι προσπάθειες επιστημονικοποίησης της φιλοσοφίας ναυάγησαν και η αναρχία των συστημάτων συνεχίστηκε. Ούτε μπορούμε να ελπίζουμε ότι στο μέλλον η φιλοσοφία θα προσεγγίσει τον τύπο ανάπτυξης της επιστημονικής έρευνας. Κι αυτό όχι μόνον γιατί η μέχρι τώρα ιστορική εμπειρία δεν αφήνει περιθώρια αισιοδοξίας, αλλά γιατί στη φιλοσοφία το γεγονός ότι είναι αντικειμενικά αδύνατο να γίνει αποδεκτό από όλους τους ερευνητές (συμφιλοσοφούντες) ένα πλέγμα θεμελιωδών αρχών και μεθόδων που θα αποτελούσε την προϋπόθεση μιας συνεχούς προόδου της είναι άμεσα συνυφασμένη με την ιδέα της φιλοσοφικής αλήθειας, όπως θα δούμε παρακάτω.

Η ιστορική ανέλιξη της φιλοσοφίας μας δίνει διαφορετική εικόνα από εκείνη των επιμέρους επιστημών. Τα διάφορα φιλοσοφικά συστήματα, που αντιπαρατίθενται, αναπτύσσονται το καθένα μέσα από το δικό του λόγο. Επειδή η φιλοσοφική γνώση δεν μπορεί να κινηθεί στο πλαίσιο ενός συστήματος προϋποθέσεων, όπως η επιστημονική, αλλά πρέπει πάντα να κάνει το ίδιο το σύστημα αντικείμενο θεμελίωσης, γι’ αυτό και νόμιμα η φιλοσοφία πραγματώνεται υπό τη μορφή επιμέρους συστημάτων.

Η φιλοσοφία πορεύεται μέσα στο χρόνο ως φιλοσοφία του Πλάτωνα, του Descartes, του Leibniz, του Kant, του Nietzsche κ.λπ. Κάθε σύστημα φιλοδοξεί να πάρει τη θέση της φιλοσοφίας, η φιλοσοφία ωστόσο παραμένει πάντα η φιλοσοφία ενός συγκεκριμένου φιλοσόφου. Κανείς δε συνεχίζει τον άλλο παραπέρα, κανείς δεν κάνει ένα παραπέρα βήμα σε μία συνεχή προοδευτική πορεία. Κι όμως κάθε σύστημα αναπτύσσεται μέσα από ένα διάλογο με τα άλλα συστήματα. Πρόκειται σαφώς για έναν άλλο τύπο ανάπτυξης.

Η διάρθρωση της φιλοσοφίας κατά την ιστορική ανέλιξη σε συστήματα φιλοσοφίας είναι το αντίθετο της προόδου των επιμέρους επιστημών. Γιατί στη φιλοσοφία δεν μπορούμε να προβούμε σ’έναν αυστηρό διαχωρισμό των αληθινών από τα ψευδή διανοήματα του παρελθόντος, έτσι ώστε να συνοψίσουμε σ’ ένα εγχειρίδιο της φιλοσοφίας όλες τις αλήθειες που παρέμειναν σε ισχύ έως σήμερα, όπως στις επιστήμες. Στην αστρονομία π.χ. από το όλο έργο του Kepler, που ξεπεράστηκε σήμερα, μπορούμε να κρατήσουμε την αλήθεια ότι οι πλανήτες κινούνται σε ελλειπτική τροχιά γύρω από τον ήλιο. Η αλήθεια αυτή ισχύει και σήμερα, κι αυτό σημαίνει παραπέρα ότι τέτοιες επιμέρους αλήθειες μπορούμε να τις αποπροσωποποιήσουμε και να τις συνοψίσουμε σ’ ένα εγχειρίδιο αστρονομίας και να τις χρησιμοποιήσουμε ως βάση για την παραπέρα συστηματική έρευνα. Επειδή ακριβώς όλες οι στέρεες γνώσεις του παρελθόντος έχουν ενσωματωθεί στο παρόν στάδιο της επιστήμης του, ο επιστήμονας μπορεί να παραιτηθεί της κριτικής εξέτασης του παρελθόντος και να στραφεί στις σύγχρονές του θεωρίες. Αυτό δε συμβαίνει στη φιλοσοφία, γιατί τις αλήθειες αυτές δεν μπορούμε να τις απομονώσουμε βγάζοντάς τες από το σύστημα στο οποίο ανήκουν ούτε να τις αποπροσωποποιήσουμε. Έτσι η φιλοσοφία, καθώς αναπτύσσεται σε συστήματα, διατηρεί την ατομικότητα του στοχαστή αντίθετα με την πρόοδο στη φυσική που είναι απρόσωπη. Η φυσική του Νεύτωνα αποτελεί ένα βήμα προόδου στην εξέλιξη της φυσικής, δεν είναι όμως σύστημα φυσικής. Ένα εγχειρίδιο της φυσικής μπορεί να μας δώσει επαρκή γνώση σχετικά με το βήμα αυτό. Τη φιλοσοφία όμως τη μαθαίνουμε όχι από εγχειρίδια αλλά από τα φιλοσοφικά συστήματα Εγχειρίδια της φιλοσοφίας είναι οι διάλογοι του Πλάτωνα, οι στοχασμοί του Descartes, οι «κριτικές» του Kant. Τη φιλοσοφία την απαντά κανείς μόνο στο έργο ενός φιλοσόφου. Οι επιστήμες έχουν μέλλον, εφόσον δε διακόπτεται η συνέχειά τους. Η συνέχεια όμως της φιλοσοφίας εκφράζεται ως νέα δημιουργία. Επειδή η φιλοσοφία αναπτύσσεται ως πεπερασμένο σχεδίασμα κάθε φορά του όλου κι όχι ως έρευνα του επιμέρους, γι’ αυτό και βρίσκεται σε διαρκή κρίση. Επειδή με άλλα λόγια κάθε φιλοσοφία με την αξίωση που εγείρει της απόλυτης εγκυρότητας αποκλείει όλες τις άλλες φιλοσοφίες, αναιρεί δηλαδή καταρχήν όλη την ιστορία της φιλοσοφίας, γι’ αυτό και πρέπει να τις υποβάλλει όλες σε κριτικό έλεγχο. Έτσι οι επιμέρους φιλοσοφίες που εμφανίζονται διαδοχικά βρίσκονται σε διαρκή ανταγωνισμό ανάμεσά τους, ανταγωνισμό που ωστόσο τις δένει μεταξύ τους καθώς παραπέμπει τη μια στην άλλη. Αν στη φιλοσοφία δεν είναι δυνατό να καταλήξουμε σε μια ομοφωνία που χαρακτηρίζει τις επιστήμες, αυτό οφείλεται στον τύπο της φιλοσοφικής γνώσης: η φιλοσοφία στοχεύει στην απόλυτα θεμελιωμένη γνώση[3]. Το αίτημα της έσχατης θεμελίωσης της γνώσης για να ικανοποιηθεί πρέπει η φιλοσοφία να είναι σε θέση να θεμελιώνει η ίδια της ανώτατες αρχές της, ενώ στις επιμέρους επιστήμες οι ανώτατες αρχές κατά κανόνα προϋποτίθενται ως δεδομένες. Αυτός είναι ο λόγος που η φιλοσοφία δεν ακολουθεί μια προοδευτική γραμμική ανάπτυξη αλλά μια σπειροειδή[4] καθώς επανέρχεται διαρκώς στις προϋποθέσεις της. Ο έλεγχος των αρχών, η έσχατη θεμελίωσή τους οδηγεί κάθε φορά όχι στην επ’ άπειρο αναδρομή, αλλά στο σχεδίασμα μιας νέας φιλοσοφίας. Γιατί μόνο στο σχεδίασμα της νέας φιλοσοφίας μπορούν οι αρχές απ’ όπου εξαρτάται όλη η φιλοσοφική γνώση να θεμελιωθούν κατά τρόπο απόλυτο. Η φιλοσοφία λοιπόν δεν είναι επιστήμη με την έννοια των επιμέρους επιστημών· κι αυτό όχι γιατί υστερεί σε αυστηρότητα αλλά γιατί οι αξιώσεις της είναι μεγαλύτερες. Στη φιλοσοφία δεν προϋποτίθενται ως δεδομένες για χάρη της κοινής έρευνας ούτε οι θεμελιώδεις αρχές ούτε οι μέθοδοι. Σ' αυτό συνίσταται κατεξοχήν ο ιδιάζων επιστημονικός χαρακτήρας της φιλοσοφίας. Η πολλότητα των φιλοσοφιών δεν είναι γι’ αυτό σκάνδαλο της φιλοσοφίας αλλά αποτελεί όρο της ύπαρξής της. Επειδή κάθε φιλοσοφία ως σχεδίασμα της φιλοσοφίας αποκλείει, όπως είπαμε, όλες τις άλλες, γι’ αυτό και η πολλότητα των φιλοσοφιών είναι άμεσα συνυφασμένη με τη βαθύτερη υφή του φιλοσοφείν. Εδώ βρίσκεται το βαθύτερο νόημα της καντιανής θέσης ότι η φιλοσοφία δεν υπάρχει αλλά και δεν μπορεί να υπάρξει κι όχι στην τετριμμένη διαπίστωση ότι ο καθένας έχει τη δική του φιλοσοφία.

Ακόμη και ο Kant, που ζήτησε μέσα από την ανακάλυψη μιας νέας φιλοσοφικής μεθόδου να βάλει τη φιλοσοφία στον ασφαλή δρόμο της επιστήμης, απαντά ως εξής στο ερώτημα αν μπορούν να υπάρξουν περισσότερες από μία φιλοσοφίες: «Δεν υπήρξαν μόνον διάφοροι τρόποι του φιλοσοφείν και αναδρομής στις πρώτες αρχές του λόγου με σκοπό τη θεμελίωση, με μεγαλύτερη ή μικρότερη τύχη, ενός συστήματος, αλλά έπρεπε και να υπάρξουν πολλές προσπάθειες αυτού του είδους. Αλλά επειδή ωστόσο από μια αντικειμενική σκοπιά αν δούμε τα πράγματα, ένας μόνον ανθρώπινος λόγος μπορεί να υπάρξει, δεν μπορούν να υπάρξουν πολλές φιλοσοφίες, δηλαδή μόνα ένα αληθινό σύστημα φιλοσοφίας είναι δυνατό. Όταν συνεπώς κάποιος ανακοινώνει ένα σύστημα φιλοσοφίας ως δικό του κατασκεύασμα, είναι σαν να μας λέει: πριν από τη φιλοσοφία αυτή δεν υπήρξε καμία άλλη. Γιατί αν ομολογούσε ότι υπήρξε μια άλλη (αληθινή) φιλοσοφία, τότε θα υπήρχαν για τα ίδια αντικείμενα, δύο διαφορετικές αληθινές φιλοσοφίες, πράγμα αντιφατικό. Όταν λοιπόν η κριτική φιλοσοφία προαγγέλεται ως μία φιλοσοφία πριν από την οποία δεν υπήρξε εν γένει καμιά φιλοσοφία, δεν κάνει τίποτε άλλο απ' ό,τι έκαναν, θα κάνουν και πρέπει μάλιστα να κάνουν όλες οι άλλες, συντάσσει δηλαδή το δικό της σχέδιο της μιας φιλοσοφίας» (Metaphysik der Sitten, A. A. 6, 207).

Η ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΕΙΝΑΙ Η ΖΩΝΤΑΝΗ ΕΜΠΕΙΡΙΑ ΤΟΥ ΦΩΤΟΣ, ΤΟΥ ΝΟΗΤΟΥ ΕΠΕΚΕΙΝΑ ΤΗΣ ΟΥΣΙΑΣ. ΟΠΩΣ Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΕΙΝΑΙ Η ΖΩΝΤΑΝΗ ΕΜΠΕΙΡΙΑ ΤΟΥ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ. ΕΛΛΕΙΨΕΙ ΤΗΣ ΘΕΛΗΣΕΩΣ ΑΥΤΗΣ, ΠΡΟΚΕΙΜΕΝΟΥ ΝΑ ΕΠΙΤΕΥΧΘΕΙ Η ΓΡΗΓΟΡΗ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗ ΚΑΙ Η ΔΟΞΑ ΠΟΥ ΤΗΝ ΑΚΟΛΟΥΘΕΙ ΨΑΡΕΥΟΥΜΕ ΣΤΑ ΥΔΑΤΑ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΚΑΙ ΟΠΟΙΟΣ ΤΣΙΜΠΗΣΕΙ.

Σημειώσεις

[1]. Βλ. σχετικά με τo πρόβλημα της ιστορικότητας της φιλοσοφίας, όπως αυτό τίθεται στον ορίζοντα της ιστορικότητας της ανθρώπινης ύπαρξης (Heidegger, Jaspers, Gadamer) Μ. Brelage, ό.π., σελ. 14 ε. Βλ. επίσης: Heidegger, Sein und Zeit (1927) και Die Zeit des Weltbildes, στo Heidegger, Holzwege 1950, σελ. 69 ε. Βλέπε επίσης:

L. Landgrebe, Philosophie der Gegenwart, 1961, σελ. 77 ε.

M. Landmann, Die fünf Begriffe der Geschichtlichkeit στο Der Mensch als Schöpfer der Kultur (1961),

K. Jaspers, Philosophie, Berlin, 1973.

J. Thyssen, Die wissenschaftliche Wahrheit in der Philosophie 1950.

H. Zeltner, Existenzielle Philosophiehistorie?, στο Archiv f. Geschichte d. Philosophic, 42 (1960), σελ. 289 ε.

H. Heinemann, Die Geschichte der Philosophie als Geschichte des Menschen, Kant-Studien 31 (1926), σελ. 212 ε.

[2]. Βλ. Jaspers, Philosophie, τόμ.1, Berlin, 1973, σελ. xix.

[3]. Βλ. σχετικά Μ. Brelage ό.π., σελ. 21 ε. Κατά την άποψη του Brelage, την οποία ασπάζομαι στο σημείο αυτό, η αξίωση της έσχατης θεμελίωσης που εγείρει η φιλοσοφία οδηγεί αναγκαστικά στη διαμάχη των συστημάτων.

[4]. Βλ. σχετικά Μ. Brelage ό.π., σελ. 58.

Δεν υπάρχουν σχόλια: