Τετάρτη, 28 Απριλίου 2021

Sein und Cogitationes στ

 Συνέχεια από: Σάββατο 24 Απριλίου 2021

Sein und Cogitationes στ

Zu Heideggers Descartes-Kritik

Είναι και Συλλογισμοί (η ρέουσα ζωή τής συνείδησης σύμφωνα με τον Husserl)

Περί της κριτικής του Heidegger στον Descartes

Του Friedrich-Wilhelm von Herrmann,

στον συλλογικό τόμο Durchblicke, αφιέρωμα για τα 80α γενέθλια του Martin Heidegger

Εκδόσεις Vittorio Klostermann, Frankfurt am Main, 1970

Το Υπαρκτό δεν μπορεί ως παρόν μέσα στον αποκεκαλυμμένο χαρακτήρα του Είναι να αποκαλυφθεί για τον άνθρωπο, αλλά ο άνθρωπος ως αναπαριστών και αντικειμενοποιών παρουσιάζει μέσα στην διαδικασία της αναπαράστασης την υπαρκτικότητα (Seiendheit) ως αναπαραστατικότητα και την αλήθεια ως βεβαιότητα. Εδώ βέβαια δεν υφίσταται καμιά αυτοβουλία του ανθρώπου, αλλά, στοχαζόμενοι βάσει της ιστορίας του Είναι, εκείνη η μοίρα (Geschick) του Είναι, η οποία επιτρέπει στον άνθρωπο να αντιλαμβάνεται τον εαυτό του μόνο ως τον αναπαριστώντα εν μέσω του Υπαρκτού ως αναπαραστημένου,  επιτρέπει να την κατανοήσει ο άνθρωπος μόνο ως αναπαραστατικότητα και βεβαιότητα. Για την μοίρα αυτή της αυτό-απόκρυψης του Είναι ο Heidegger λέει: «Ο άνθρωπος δεν μπορεί να εγκαταλείψει την μοίρα αυτή της νεωτερικής του ουσίας από μόνος του, ή να τη διακόψει απαιτώντας εξουσία. Ο άνθρωπος όμως μπορεί να σκεφτεί προνοώντας, πως η υποκειμενικότητα της ανθρωπινότητας  δεν υπήρξε ποτέ ούτε η μοναδική δυνατότητα του όντος που βρίσκεται στην εκκίνηση του ιστορικού ανθρώπου, ούτε θα γίνει ποτέ»40.

Στο σημείο αυτό προσπαθούμε να διατυπώσουμε την ερώτηση, στην οποία αναφερθήκαμε εμμέσως πιο πάνω. Είναι ο στοχασμός περί του Είναι ως από-κάλυψης δυνατός μόνο εάν εγκαταλείψουμε την υπαρκτικότητα (Seiendheit) ως αναπαραστατικότητα (Vorgestelltheit); Είναι ο στοχασμός περί Υπαρκτού ως του παρόντος μέσα στην από-κάλυψη του Είναι μόνο με την εγκατάλειψη του Υπαρκτού ως αναπαραστημένου; Είναι ο στοχασμός περί της πηγαίας αλήθειας με την έννοια της μη-απόκρυψης με την εγκατάλειψη της αλήθειας ως βεβαιότητας και δεδομένου; Και τέλος: είναι ο στοχασμός περί του ανθρώπου ως εκείνου του υπαρκτού, το οποίο κατανοώντας προεξέχει μέσα στο ακάλυπτο Είναι (Unverborgenheit des Seins), μόνο τότε πραγματοποιήσιμος, όταν εγκαταλείψουμε τον άνθρωπο ως αναπαριστάνον ον; Με άλλα λόγια: αποκλείεται δηλαδή-θεωρώντας από την σκοπιά του πράγματος-η ανοιγόμενη ανοικτοσύνη του Είναι, μέσα στην οποία εμφανίζεται κατά πρώτον το Υπαρκτό ως αποκεκαλυμμένο, το Είναι του Υπαρκτού ως αναπαραστατικότητα; Απωθεί το περιεχόμενο (Anwesen-κτήμα, περιουσία) του Υπαρκτού μέσα στην από-κάλυψη του Είναι το γεγονός ότι αποτελεί αναπαράσταση μακριά από τον εαυτό του; Είναι το ακάλυπτο και η βεβαιότητα ασύμβατα μεταξύ τους; Αρνείται η τοποθέτηση του ανθρώπου ως όντος που προβάλλει από το ξέφωτο του Είναι την αγκίστρωση στην ανθρώπινη αναπαραστατική αναφορά προς το Υπαρκτό; Δεν θα ήταν δυνατόν να σκεφτούμε, πως με τον ερχομό της νεωτερικής φιλοσοφίας της συνείδησης, η οποία βρήκε στον Descartes τον ιδρυτή και πρόδρομο της, έχει διαπιστωθεί η σημασία μιας δομής μέσα στην ανθρώπινη αντίληψη του Είναι, αν και υπερτονισμένη και απολυτοποιημένη; Μέσα σε αυτή την απολυτοποίηση δεν μπορεί να φανεί ούτε η εκστατική ουσία του ανθρώπου, ούτε το Είναι ως αποκάλυψη, ούτε η αλήθεια ως το ακάλυπτο, ούτε το υπαρκτό ως αποκεκαλυμμένο. Ίσως όμως είναι δυνατόν, η υποκειμενικότητα του αναπαριστάνοντος υποκειμένου, η οποία στηρίζεται στον εαυτό της και εγκαθιδρύει τον εαυτό της, να υπερβαθεί, με το να εγκαταστήσουμε τον αναπαριστάνοντα άνθρωπο και το αναπαριστάμενο αντικείμενο, αυτό το αναφορικό όλο, πάλι μέσα στην πρωταρχική ανοικτοσύνη του ανθρώπου προς τον ακάλυπτο χαρακτήρα του Είναι, χωρίς να εγκαταλείψουμε την αναπαράσταση, ως ένα αυτοτελή και νόμιμο τρόπο ύπαρξης. Το ακάλυπτο του Είναι, η αποκαλυπτική ουσία της ιδιότητας αυτής, θα ήταν το πρόδρομο ξέφωτο, που αποκαλύπτει-περιλαμβάνει τον άνθρωπο και το αντικείμενο. Μόνο εφόσον ο άνθρωπος και το πράγμα είναι αποκαλυμμένα μέσα στον ακάλυπτο χαρακτήρα του Είναι, είναι ο άνθρωπος σε θέση να πλησιάσει το Υπαρκτό αναπαριστώντας, και το Υπαρκτό μπορεί να εμφανιστεί ως αντικείμενο της ανθρώπινης αναπαράστασης. Το ερέθισμα προς αυτά τα ερωτήματα το οφείλουμε στην σκέψη του Eugen Fink, και ιδιαιτέρως στο έργο του «Είναι, Αλήθεια, Κόσμος» (Sein, Wahrheit, Welt), όπου εντός του κοσμολογικού ορίζοντα των ερωτημάτων, το κεντρικό πρόβλημα είναι η εσωτερική συσχέτιση μεταξύ Είναι και ξέφωτου από την μια και Είναι και γνώσης από την άλλη41. Ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα που επισημαίνει το πρόβλημα αυτό, ας παραταθεί εδώ: «Η θεμελιώδης σχέση Είναι και γνώσεως δεν είναι χωρίς μια ουσιαστική αναφορά στη θεμελιώδη σχέση Είναι και ξέφωτου. Μπορεί να θεωρήσει κανείς, πως μια «γνώση» (διαπίστωση) των πραγμάτων μέσω ενός ανθρώπινου υποκειμένου, είναι δυνατή μόνο εάν προηγουμένως ο γνωρίζων άνθρωπος και το προς γνώσιν πράγμα έχουν ήδη «αναδυθεί». Πολύ πιο δύσκολο όμως είναι νά δει κανείς και να κατανοήσει, εάν ο προς-όψιν-ερχομός κάθε πεπερασμένου έχει μια εσωτερική, αναγκαία αναφορά προς την ανθρώπινη γνώση. Σε ποιο βαθμό ανήκει η γνώση των πραγμάτων (η ιδιότητα τους να μπορούν να γνωσθούν, Gewußtsein) μέσα στην ουσία του Είναι- η γνώση πως ανήκει ο άνθρωπος εκεί; Η θέση του ανθρώπου μέσα στον κόσμο καθορίζεται και από το γεγονός, πως η αυτοαποκάλυψη των πραγμάτων ανοίγεται στον άνθρωπο γνωσιακά»42. Η αναπαριστάνουσα συσχέτιση, που μπορούμε να την ονομάσουμε και αναφορά στη γνώση, δεν αιωρείται, αλλά είναι ενσωματωμένη στην πρόδρομη συσχέτιση προς το ξέφωτο του Είναι. Το Υπαρκτό που περιβάλλει τον άνθρωπο, είναι το αποκαλυμμένο και αναπαραστημένο, και αντίστοιχα εγνωσμένο ταυτόχρονα. Είναι αποκαλυμμένο εφόσον αναδύεται από τον ακάλυπτο χαρακτήρα του Είναι. Αυτό ισχύει όμως και για τον άνθρωπο ως Υπαρκτό εν μέσω του παγκοσμίως εξαπλωμένου Υπαρκτού-με τη διαφορά πως αυτός υπάρχει ως το Υπαρκτό που κατανοεί το Είναι, ως εκείνο το Υπαρκτό το οποίο περιβάλλεται από το κοσμικό ακάλυπτο χαρακτήρα του Είναι μαζί με όλα τα άλλα ενδοκοσμικά Υπαρκτά, το οποίο όμως παραμένει ταυτόχρονα ανοικτό για τον αποκαλυπτικό-τα πάντα συμπεριλαμβάνοντα ακάλυπτο χαρακτήρα του Είναι. Η ανθρώπινη όμως κατανόηση του Είναι δεν εξαντλείται στο να αντιλαμβάνεται το Υπαρκτό, μέσα από τον ακάλυπτο χαρακτήρα του Είναι, ως κάτι που έχει εγκαταλειφθεί στο ακάλυπτο και είναι παρόν εκεί. Ο άνθρωπος στέκει προς το Υπαρκτό, που τον περιβάλλει στις κοντινές ή απομακρυσμένες ζώνες, και με μια αναφορά αναπαράστασης και αντίστοιχα γνώσης, μέσα στην οποία (αναφορά) εμφανίζει το Υπαρκτό ως αποκεκαλυμμένο, αλλά και ταυτόχρονα ως αντικείμενο της γνώσης του. Η τάξη πραγμάτων, την οποία εδώ απλώς υπονοούμε, και στην οποία αποβλέπει η ερώτηση μας, μας εξαναγκάζει να επισημάνουμε μέσα στην ανθρώπινη κατανόηση του Είναι μια διαφορά που αποτελεί ένα ξεχωριστό είδος: η διαφορά μεταξύ του Είναι ως αποκεκαλυμμένος χαρακτήρας του Υπαρκτού, που πηγάζει από τον ακάλυπτο χαρακτήρα του Είναι, και του Είναι ως Υπαρκτό που είναι αναπαραστημένο ή εγνωσμένο, το οποίο αναφέρεται στη συσχέτιση της αναπαράστασης ή της γνώσης. Όλους τους ανθρώπινους τρόπους αναπαράστασης (cogitationes) και τις μορφές γνώσης, που από την πλευρά τους είναι ριζωμένα στην ανοικτοσύνη για τον κοσμικό ακάλυπτο χαρακτήρα του Είναι και της αποκαλυπτικής ουσίας του, τούς αντιλαμβανόμαστε ως τους χαρακτηριστικούς για τον άνθρωπο τρόπους παρουσίασης του Υπαρκτού.

Με τα ερωτήματα αυτά ανοίγεται πιθανόν ένας νέος δρόμος, πάνω στον οποίο οι αναλυτικές της προθέσεως έρευνες του Husserl , σε συσχέτιση προς τον πλούτο των βιωμάτων της συνείδησης, που είναι στο σύνολο τους μορφές της αναπαράστασης και της γνώσης, μπορούν να τύχουν επεξεργασίας με ένα θετικό τρόπο και να προσληφθούν. Μια τέτοια θετική επεξεργασία και πρόσληψη θα αποδειχθεί μόνο τότε ως πραγματοποιήσιμη, όταν θα είναι δυνατόν να καταδειχθεί, το ότι και το πως η συσχέτιση μεταξύ αναπαριστάνοντος και αναπαριστανόμενου ριζώνει μέσα στον τα πάντα συμπεριλαμβάνοντα-αποκαλύπτοντα ακάλυπτο χαρακτήρα του Είναι, που ταυτόχρονα προεξέχει μέσα στην κατανόηση του ανθρώπου, και με τον τρόπο αυτό υφέρπει στην αναφορά της αναπαράστασης.


                           Τέλος

ΣΧΟΛΙΟ: Ας δούμε όμως πώς κατέστη δυνατή η κατασκευή τού Καρτεσιανού ΕΓΩ τό οποίο γύρισε σελίδα στήν φιλοσοφία καί τήν θεολογία, δίνοντας σήμερα τήν ευκαιρία τής επανερμηνείας στόν Χάιντεγκερ, θεμελιώνοντας τοιουτοτρόπως τήν απόρριψη τής Αρχαίας Ελληνικής φιλοσοφίας καί τήν υποτιθέμενη συνέχειά της στόν Σχολαστικισμό.

Η ισχυρότερη πηγή αμφιβολίας, σύμφωνα με τον Descartes, είναι η ιδέα ενός παντοδύναμου Θεού:

         " “Ακλόνητα ριζωμένη στον νού μου είναι η προ πολλού υφιστάμενη γνώμη ότι υπάρχει ένας παντοδύναμος Θεός, ο οποίος με κάνει το είδος του πλάσματος που είμαι. Πώς γνωρίζω ότι δεν έγινε αίτιος να μην υπάρχει ή ούτε ουρανός ούτε εκτεινόμενο πράγμα ούτε σχήμα ούτε μέγεθος ούτε τόπος, ενώ συγχρόνως εξασφάλισε ότι όλα αυτά τα πράγματα θα φαίνονται σ’εμένα να υπάρχουν όπως ακριβώς κάνουν τώρα; Ακόμη περισσότερο, αφού ενίοτε πιστεύω ότι κάποιοι άλλοι πλανώνται σε περιπτώσεις όπου νομίζουν ότι διαθέτουν την πιο τέλεια γνώση, δεν είναι πιθανό να σφάλλω κατά παρόμοιο τρόπο κάθε φορά που προσθέτω δύο και τρία ή υπολογίζω τις πλευρές ενός τετραγώνου, ή σε κάποιο ακόμη πιο απλούστερο ζήτημα, εάν τούτο είναι νοητό;” (ΑΤ, 7:21 CSM, 2:14).

“Ο Descartes αρχίζει τον Δεύτερο Στοχασμό υποστηρίζοντας ότι είναι αναγκαίο να ανακαλύψουμε ένα αρχιμήδειο σημείο στο οποίο να στηριχθούμε για να αναζητήσουμε βεβαιότητα και ισχύ. Ανακαλύπτεται αυτό το σημείο στον ίδιο τον άνθρωπο. Ο Descartes ισχυρίζεται ότι ακόμη κι αν ο άνθρωπος εξαπατάται από κάποια κακόβουλη μεγαλοφυΐα, αναμφίβολα υπάρχει. «Αφήστε τον να με εξαπατά όσο μπορεί, ποτέ δεν θα καταφέρει να είμαι τίποτα ενόσω σκέπτομαι ότι είμαι κάτι. […] Αυτή η απόφανση είμαι, υπάρχω είναι κατ’ανάγκην αληθής οποτεδήποτε τίθεται από εμένα ή συλλαμβάνεται στον νου μου» (ΑΤ, 7:25 CSM, 2:17). 

Το αρχιμήδειο σημείο του Descartes είναι επομένως η βεβαιότητα της δικής του ύπαρξης"

Τό ergo sum λοιπόν τού Καρτέσιου είναι ένα τείχος προστασίας τού ανθρώπου απέναντι στήν τρομακτική απειλή ενός παντοδύναμου θεού. Από εδώ ξεκινά ο Νέος Κόσμος. Αμέσως μετά τήν πτώση τής Κων/πόλεως. Υπάρχει λοιπόν ένα παραπέτασμα πού χωρίζει τήν διάνοιά μας από τό πνευματικό στοιχείο τήε φύσης μας, όπως ακριβώς υπάρχει ένα εωσφορικό παραπέτασμα στήν καρδία μας πού μάς χωρίζει από τά βάθη τής καρδίας όπου βρίσκεται ο νούς καί η χάρις τού βαπτίσματος. Αυτό τό αληθινό Εγώ κυριαρχεί σήμερα στό φιλοσοφικό καί ψυχολογικό τοπίο τής Ανατολής καί τής Δύσης μέ τό ένδυμα τού υπαρξισμού. Εισήλθε στήν ιστορία δημιουργώντας τό σιδηρούν παραπέτασμα καί διά τού οικουμενισμού θά ιδρύσει τό απόλυτο παραπέτασμα τής εποχής τού αντιχρίστου, προστατεύοντάς μας από τό θεό. Τά προστατευτικά μέτρα απέναντι στόν Χριστό Σωτήρα καί τήν Θ. Ευχαριστία είναι η αρχή τής απωλείας.

ΑΦΟΎ ΛΟΙΠΌΝ ΕΞΑΣΦΑΛΊΣΤΗΚΕ ΤΌ ΚΑΡΤΕΣΙΑΝΌ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΟ ΑΠΟ ΤΗΝ ΣΚΟΤΕΙΝΗ ΠΑΝΤΟΔΥΝΑΜΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΑΝΟΙΧΤΗΚΕ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ, ΣΕ ΜΙΑ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΧΩΡΙΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΟ ΠΟΥ ΕΙΧΕ ΣΑΝ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ ΤΗΝ ΑΧΡΗΣΤΕΥΣΗ ΤΟΥ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΟΥ. ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΠΛΕΟΝ ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΟ ΓΙΑ ΝΑ ΕΞΑΣΦΑΛΙΣΕΙ ΤΗΝ ΑΙΣΘΗΣΗ ΤΗΣ ΥΠΑΡΞΕΩΣ. ΑΝΤΙΚΑΘΙΣΤΩΝΤΑΣ ΔΕ ΤΗΝ ΦΥΣΗ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΜΕ ΤΗΝ ΦΥΣΗ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ ΚΑΘΙΣΤΑΤΑΙ ΔΥΝΑΤΗ ΑΥΤΗ Η ΑΦΥΣΙΚΗ ΕΝΩΣΗ -ΣΤΟ ΞΕΦΩΤΟ ΤΗΣ ΑΠΟΚΑΛΥΨΗΣ ΤΟΥ ΕΙΝΑΙ- Η ΕΝΩΣΗ ΤΩΝ ΑΝΤΙΘΕΤΩΝ, ΤΟΥ ΔΟΥΛΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΑΦΕΝΤΗ ΚΑΙ Η ΟΛΟΚΛΗΡΩΣΗ ΤΗΣ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟΛΟΓΙΑΣ ΤΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ. 

ΜΙΑ ΑΠΡΟΣΔΟΚΗΤΗ ΝΙΚΗ ΤΟΥ ΑΘΕΙΣΜΟΥ ΔΙΑ ΤΗΣ ΜΟΙΡΑΣ Η ΟΠΟΙΑ ΑΝΤΙΚΑΘΙΣΤΑ ΕΠΙΤΥΧΩΣ ΤΗΝ ΠΡΟΝΟΙΑ ΚΑΘΟΤΙ ΚΑΙ Ο ΖΑΡΑΤΟΥΣΤΡΑΣ ΜΕ ΤΟ ΕΓΩ ΤΟΥ ΠΕΡΑΣΕ ΑΠΟ ΜΠΡΟΣ ΜΑΣ ΣΑΝ ΙΣΚΙΟΣ ΚΑΙ ΕΦΥΓΕ.

Δεν υπάρχουν σχόλια: