Παρασκευή, 10 Μαρτίου 2017

HANS URS VON BALTHASAR--ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ (THEO-LOGIK)(7)

Συνέχεια από Πέμπτη, 2 Μαρτίου 2017

                                   HANS URS VON BALTHASAR
                                     ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ  (THEOLOGIK)
                                                   Τρίτος Τόμος
             ΤΟ ΠΝΕΥΜΑ ΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ  (DER GEIST DER WAHRHEIT)


                                                       Ο ΕΡΜΗΝΕΥΤΗΣ
                                                           1. ΕΙΣΟΔΟΙ

      
Ξεκινώντας απ’ όσα είπαμε κατ’ αρχάς για το Πνεύμα τού Θεού, θα μπορούσαμε να πούμε, περιεκτικά και εντελώς ακόμα αδιαφοροποίητα, και τα εξής για το (ίδιο…) Πνεύμα: είναι αυτό, μέσα απ’ το οποίο γίνεται γνωστός απέναντι στο μη θεϊκό ως Θεός ο Θεός. Και δεν ξεκινά κατά κανέναν τρόπο με κάτι το γενικώς ονομαζόμενο ή και με μόνη την εμπειρία τής Δημιουργίας και της σοφής τάξεως του Κόσμου στην περιοχή τής Παλαιάς Διαθήκης αυτή η ‘γνωστοποίηση’, αλλά με κείνες τις ‘γνωστοποιήσεις’, με τις οποίες και εκλέγει για τον εαυτό του έναν «περιούσιο λαό» ο Θεός, αποδεικνυόμενος ως κυρίαρχος κατά την αποκατάσταση, καθοδήγηση και προστασία του, με μιαν κυριαρχία που δεν θα μπορούσε ποτέ να τη ‘μπερδέψη’ με τις ίδιες τις δικές του δυνάμεις ο «φτωχός Ισραήλ». Δεν χρειάζεται δε να το διατυπώσουμε αυτό κατ’ αρχάς με την έκφραση «Πνεύμα»· ο «Λόγος τού Θεού», που δίνει ελεύθερα και απροσδόκητα τις εντολές του, μπορεί να εκφράση με την ίδιαν ‘ορμή’ την κυριαρχία τού Θεού, όπως το κάνει άλλωστε και στον Αβραάμ και στον Μωϋσή· τόσο πολύ μάλιστα, ώστε να παραμένουν, ακόμα κι όταν καθίσταται εύχρηστος ο χαρακτηρισμός «Πνεύμα», θεμελιακά συνδεδεμένοι ακόμα και στην Παλαιά Διαθήκη ο Λόγος και το Πνεύμα: εκφράζει δε προπάντων το περιεχόμενο και την ακρίβεια των εντολών τού Θεού ο Λόγος, ενώ τη θεϊκή δύναμη, με την οποίαν και επιτελεί-επιβάλλει τις αποφάσεις του ο Θεός, το Πνεύμα. Μπορούν δε να ‘διαχωριστούν’ αυτά τα δύο εκεί όπου αρνείται να ακολουθήση τον Λόγο τού Θεού ο Ισραήλ, ενώ ‘επιβάλλει’ το Πνεύμα τού Θεού τον Λόγο του πάνω στις αδυναμίες, τις αντιρρήσεις ή και τους διαλογισμούς εκείνων στους οποίους απευθύνεται, εφοδιάζοντάς τους με δυνάμεις, που δεν θα μπορούσαν κατά κανέναν τρόπο να τις διαθέτουν οι ίδιοι. Έτσι συμβαίνει κατ’ αρχάς – διατυπωμένο με τη λέξη «Πνεύμα» - κατά την εκλογή και τον ‘εφοδιασμό’ τών Κριτών, έτσι και αργότερα – όπου και μπορεί να υποχωρή προς χάριν τού «Λόγου» η λέξη «Πνεύμα» - στους μεγάλους Προφήτες… Μπορεί και να γενικευτή τότε το «Πνεύμα», και μπορεί να χρησιμοποιηθή ‘αναδρομικά’ στον Μωϋσή, στον Δαυίδ, σε προικισμένους καλλιτέχνες (Έξ. 34, 3 – 35, 31), ευφυείς Κριτές, στη σοφία τού Ιωσήφ (Γέν. 41, 38), καθώς και - με μιαν καθόλου ακίνδυνη απόσπαση απ’ τον Λόγο τού Θεού – σε κείνους τους ‘δερβισοειδείς’ ομίλους προφητών, που μπορούσαν να μετατεθούν με χορό και μουσική σε έκσταση (Ekstase), ένα φαινόμενο που συνδυάστηκε με τη δύναμη του Θεού, αφού περιβάλλεται, ήδη χρισμένος βασιλιάς, μέσα απ’ αυτό το εκστατικό πνεύμα με τη δύναμη του Θεού ο Σαούλ: «Το Πνεύμα τού Κυρίου θα επιπέση επί σέ, και θα βρεθής έξω απ’ τον εαυτό σου και θα μετατραπής σ’ έναν άλλον άνθρωπο μαζί Του. Κι όταν πραγματοποιηθούν αυτά τα σημεία σε σένα, τότε πράξε προς τα εκεί που αισθάνεσαι τη δύναμη εντός σου, γιατί είναι μαζί σου ο Θεός» (1 Σαμ. 10, 6 κ.ε.). Αναδύεται βέβαια κι εδώ, στον αμέσως επόμενον στίχο, ο «Λόγος»: «Περίμενε επτά ημέρες, μέχρι να έρθω σε σένα, και θα σε διδάξω τότε, τί πρέπει να κάνης» (στ. 8). Στην εποχή (όμως…) μετά την εξορία, τότε που αποσταλάζει και σβήνει τελικά η μεγάλη Προφητεία, διακλαδίζονται και οι δρόμοι: προβάλλεται τη μια στο παρελθόν τού Ισραήλ, αλλά ακόμα περισσότερο στο μεσσιανικό του μέλλον το Πνεύμα: θα είναι εφοδιασμένος με όλα τα δώρα τού Πνεύματος ο Βασιλεύς τών Εσχάτων, θα εκχυθή μάλιστα σε ολόκληρον τον λαό το Πνεύμα, αλλά μαθαίνουμε επίσης κατόπιν να αναγνωρίζουμε και να υμνούμε σε ολόκληρη τη Δημιουργία ως τη «Σοφία» Του το «Πνεύμα» τού Θεού, μέχρι ‘πίσω’ στη Δημιουργία τού Κόσμου, όπου και άρχισε  (( ! )) , αιωρούμενο (μαζί με τον Λόγο τού Θεού) πάνω απ’ το Χάος (Chaos), να ΄τακτοποιή’ τον Κόσμο αυτό το Πνεύμα (Γέν. 1, 1). Εξαρτάται δε ως προς την υπόσταση της ζωής απ’ το Πνεύμα τού Θεού (την «εκπνοή» Του) ολόκληρη η Φύση. – Aφαρπάχθηκαν εν Πνεύματι σε θεϊκές περιοχές κάποια αποκαλυπτικά πρόσωπα, δανειζόμενα όμως γι’ αυτό τα ονόματα κάποιων που είχαν εδώ και πολύν καιρό πεθάνει: Ενώχ, Αβραάμ, Έσρα… Θεώρησαν δε εμπνευσμένη ολόκληρη τη Γραφή απ’ το πνεύμα οι Ραββίνοι. Απ’ την πραγματική φωνή τού Θεού δεν ακούγεται ωστόσο παρά ένας σιγανός απόηχος (Bath-Qol). Γι’ αυτό ακριβώς και έρχεται (ιδίως στην αίρεση του Κουμράν) ένα ήδη επίκαιρο στους μεγάλους Προφήτες θέμα στο προσκήνιο: η διάκριση των πνευμάτων. Μιλά άραγες από τον Θεό ή απ’ τον εαυτό του ένας Προφήτης ή προικισμένος με το Πνεύμα; Υπάρχει ένα «Πνεύμα ήαλήθειας» και ένα «πνεύμα τής κακίας», που μάχονται για τον άνθρωπο. Συγγενεύει δε μ’ αυτό το θέμα η εμφανιζόμενη προς το τέλος τής Παλαιάς Διαθήκης τάση προσωποποίησης του Πνεύματος. Περιγραφόταν ήδη στα κείμενα για τη Σοφία ως μια μορφή τής παρουσίας τού Θεού στον κόσμο, στον Ισραήλ, και σε ξεχωριστούς ανθρώπους, όπως και η Σοφία Του και ο Λόγος Του, το Πνεύμα. Και ‘συμπεριφέρονται’ τότε συχνά πολύ ‘ανθρωπομορφικά’ (anthropomorph) (μπορεί δηλ. να βοά, να θρηνή, να νουθετή, να χαίρεται, να θλίβεται κ.τ.λ. το «Πνεύμα») αυτές οι «Υποστάσεις» (“Hypostasen”) (μέσα σ’ έναν αυστηρό φυσικά μονοθεϊσμό) τού Θεού, οι οποίες μιλούν μάλιστα, ακριβώς εκ μέρους τού κόσμου προς τον Θεό· δεν πρόκειται ωστόσο «κατά κανέναν τρόπο για αποσπασμένες απ’ τον Θεό, όπως οι εξόριστες στη Γη ‘Σεκίνα’ τού Θεού  (( θηλυκές ‘μορφές’ τού Θεού, που συναντώνται ωστόσο στο Ταλμούδ, και όχι στην Παλαιά Διαθήκη – Βλ. στοιχεία στο ιστολόγιο «Κόκκινος Ουρανός»… )) , υπάρξεις, αλλά για καθαρές μορφές τής πανταχού παρουσίας Του». Και δεν είναι βέβαια δυνατόν να ‘κατασκευάσουμε’ μια μετάβαση προς τη χριστιανική τριαδική διδασκαλία απ’ αυτές τις μορφές.
    Γιατί περνώντας στην Καινή Διαθήκη απ’ τον όψιμο Ιουδαϊσμό, δεν συναντάμε μια διδασκαλία περί Θεού στην αρχή, αλλά την εντύπωση απλά που εξασκεί ο άνθρωπος Ιησούς απ’ τη Ναζαρέτ στο περιβάλλον του. Δεν μιλούσε ίσως παρά μόνο σπάνια ή και καθόλου για το Πνεύμα τού Θεού, αλλά η εντύπωση που ασκεί στον λαό – είτε με τον τρόπο και το περιεχόμενο της ομιλίας του, είτε με τα θαύματά του - , του θυμίζει άμεσα τους παλαιούς Προφήτες. «Για ποιον με θεωρούν οι άνθρωποι;» Και η απάντηση είναι: «Άλλοι για τον Ιωάννη τον Βαπτιστή, κι άλλοι για τον Ηλία, κι άλλοι πάλι για τον Ιερεμία ή κάποιον άλλον απ’ τους προφήτες» (Ματ. 16, 13 κ.ε.). Υπάρχει μια ‘οδός’ στην Καινή Διαθήκη, να πλησιάσουμε μέσα απ’ το φαινόμενο (Phaenomen) της προφητείας τον Ιησού (βλ. Franz Schneider, Jesus der Prophet…), όπου και έχουν τον δικό τους ‘ρόλο’ οι «πράξεις ισχύος» τών πρώιμων Προφητών (Ηλίας και Ελισσαίος). Και ‘οργανώνονται’ διάφορα νέα θέματα γύρω απ’ αυτό κέντρο, όπως η συνάρτηση που ήδη είδαμε ανάμεσα στη Βάπτιση και το Πνεύμα κατά τη Βάπτιση του Ιησού. Παρέπεμψε όμως υποσχόμενος και πέρα απ’ την παρουσία του στη Γη ο Ιησούς, και κατ’ αρχάς με τα μοναδικά ίσως λόγια όπου και αναφέρει το Πνεύμα: θα «παραδοθούν σε δίκες» οι Μαθητές, δεν θα πρέπη όμως να φροντίσουν, για το τί θα πουν μπροστά στο δικαστήριο: «Θα σας δοθή τί θα πήτε· γιατί δεν θα είστε εσείς που θα μιλάτε εκεί, αλλά το Πνεύμα τού Πατρός σας (το Άγιο Πνεύμα, λέει ο Λουκάς), που θα μιλά σε σας» (Ματ. 10, 20 – «όταν δέ παραδώσουσιν υμάς, μή μεριμνήσητε πώς ή τί λαλήσετε· δοθήσεται γάρ υμίν εν εκείνη τή ώρα τί λαλήσετε. Ου γάρ υμείς εστε οι λαλούντες, αλλά τό Πνεύμα τού πατρός υμών τό λαλούν εν υμίν»…) .  (( Σημ. τ. μετ.: Και μια γενικώτερη ‘παρατήρηση’: Δεν ‘μεταφράζονται’ τα πρωτότυπα κείμενα, αλλά ‘παραφράζονται’ και ‘αλλοιώνονται’· αν θέλη κανείς να τα αναγνώση ‘ζωντανά’, μπορεί μόνο διαβάζοντάς τα ή ακούγοντάς τα στα ελληνικά, όπως εγράφησαν… ))   Η υπόσχεση προαναγγέλλει τον καιρό μετά την Ανάσταση, όπου και θα έχη ένα πλήθος ΄πνευματικές’ εμπειρίες η νεαρή κοινότητα: δεν θα ‘συλλεχθή’ μόνο και θα συγκεντρωθή ολόκληρη η ποικιλία (η ‘βεντάλια’…) τών όψεων του Πνεύματος, αλλά (όπως ο λόγος τών Αποστόλων την Πεντηκοστή και η μη συγχεόμενη μ’ αυτό - ; - γλωσσολαλία) και θα ‘ξεπερασθή’. Μοιάζει να μη μπορή πλέον να ‘κατανοηθή’ καθόλου αυτή η πλησμονή στις Πράξεις τών Αποστόλων  (σ.σ.: Βλ. G. Trocmė, Le Saint-Esprit et lEglise daprès le livre des Actes… Στη συζήτηση πάνω στο κείμενο λέει ο H. De Lubac: «Δεν αναζητώ καμμιάν ολοκληρωμένη διδασκαλία - για το Άγιο Πνεύμα στον Ευαγγελιστή Λουκά - , γι’ αυτό και δεν απογοητεύομαι που δεν τη βρίσκω. Αυτό που μου φαίνεται όμως πιο σημαντικό από μιαν ολοκληρωμένη θεολογία, είναι το ότι δείχνει τόσες πολλές όψεις τού Αγίου Πνεύματος στην ιστορία που αφηγείται ο Λουκάς, τόσο συγκεκριμένες, τόσο πλούσιες, τόσο απλοϊκές, τόσο παράξενες, τόσο σύνθετες, τόσο αντικειμενικά βαθειές… ώστε τις θεωρώ πράγματι πολύ πιο ενδιαφέρουσες από μιαν ολοκληρωμένη θεολογία») , τις συγκροτεί ωστόσο, ακριβώς με την ποικιλία τους, σ’ έναν κοινόν παρανομαστή ο Παύλος: στη διδασκαλία του δηλ. για την Εκκλησία ως Σώμα Χριστού, όπου και αποκτά ένα ιδιαίτερο χάρισμα προς όφελος του συνόλου το κάθε μέλος. Συνιστά τώρα το αντίθετο του διασκορπισμού, ως αναγκαία ανάπτυξη της ενότητας, αυτή η πληρότητα· θα το πη μάλιστα σαφώς ο Παύλος: πρόκειται για την ενότητα του Πνεύματος, την ενότητα του Χριστού ως Κυρίου τής Εκκλησίας   (( για εμάς είναι ο Νυμφίος… ))  , και την ενότητα του ίδιου τελικά τού Θεού (τού Πατρός) (Α’ Κορ. 12, 4-6 – Για την ακρίβεια: «Διαιρέσεις δέ χαρισμάτων εισί, τό δέ αυτό Πνεύμα· καί διαιρέσεις διακονιών εισι, καί ο αυτός Κύριος· και διαιρέσεις ενεργημάτων εισίν, ο δέ αυτός εστι Θεός, ο ενεργών τά πάντα εν πάσιν»…). Tα ‘πολλά’, τα οποία και μπορεί να αναπτύσση γενικά στη διδασκαλία του περί Πνεύματος ο Απόστολος, συνδέονται εδώ σε μιαν κατανοητή, θεωρητική ταυτόχρονα και πρακτική ενότητα, στην οποία και επανασυνδέεται κάθε τι το Πνευματικό (Pneumatisch) προς τον ενανθρωπήσαντα και αναστάντα Λόγο, ενώ φανερώνεται μόνιμα πίσω απ’ αυτό   (( ! ))   το αποκαλυπτόμενο στον Υιό πρόσωπο του Πατέρα  (( λίγο από ’δώ, λίγο από ’κεί, κάτι καταφέρνουμε… )) .
     Απ’ αυτό ακριβώς το εκκλησιολογικό στο προσκήνιο, και τριαδικό στο βάθος όραμα ενότητας προκύπτει η τελευταία απλοποίηση στον Ιωάννη, που δηλώνει όμως ένα άνοιγμα στην υψίστη ταυτόχρονα πληρότητα. Και αποκτούν έτσι την πρωταρχική τους θέση και  οι ‘αναφομοίωτες’ ακόμα στη σύνθεση (Synthese) του Παύλου δυνάμεις – όπως οι προσωπικές του π.χ. εμπειρίες ως Αποστόλου που ακολουθεί τον δρόμο τών παθών τού Χριστού – στην ‘τελική’ αυτήν ιωάννεια διατύπωση   (( Είναι ως ‘Μπαλτάσαρ’ τρόπον τινά τής εποχής εκείνης ο Παύλος και ο Ιωάννης… Είχε προσκυνήσει ωστόσο τον αληθινό Θεό ο ομώνυμος μάγος… )) .

(( Σημ. τ. μετ.: Ίσως το πάθος τής sola scriptura να ευθύνεται γι’ αυτήν την αλλοίωση, ένα πάθος που καταργεί το «άγνωστο» και καταδικάζει τον νου… Ας θυμηθούμε ωστόσο, τελειώνοντας κι αυτό το υποκεφάλαιο, πώς ξεκινά τον Α’ περί Αγίου Πνεύματος Λόγο του ο άγιος Γρηγόριος Παλαμάς: «Ούτος τοίνυν ο νοητός και δια τούτο μάλλον επάρατος όφις, το πρώτον και μέσον και τελευταίον κακόν, ο πονηρός και την χαμερπή και γηίνην πονηρίαν αεί σιτούμενος – την τρέφει…-, ο της πτέρνης, δηλαδή τής απάτης, επιτηρητής ακάματος, ο προς πάσαν θεοστυγή δόξαν – ασεβή δοξασία… - ποριμώτατος – εφευρετικώτατος… - σοφιστής και αμηχάνως ευμήχανος, μηδαμώς επιλελησμένος τής οικίας κακοτεχνίας, δια των αυτώ πειθηνίων Λατίνων περί Θεού καινάς εισφέρει φωνάς, μικράν μεν δοκούσας έχειν υπαλλαγήν, μεγάλων δε κακών αφορμάς και πολλά και δεινά φερούσας, της ευσεβείας έκφυλά τε και άτοπα, και τοις πάσι φανερώς δεικνύσας, ως ου μικρόν εν τοις περί Θεού το παραμικρόν. Ει γαρ εφ’ εκάστου τών καθ’ ημάς όντων, ενός ατόπου την αρχήν δοθέντος, πολλά τα άτοπα γίνεται, πώς ου μάλλον επί τής κοινής απάντων αρχής και των κατ’ αυτήν οίον αναποδείκτων αρχών ενός αήθους δοθέντος ουκ ευσεβώς, πολλά γενήσεται παρά τούτο τα ατοπήματα;»… )) .

(συνεχίζεται)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...