Τετάρτη, 19 Αυγούστου 2015

ΠΕΡΙ ΟΝΤΟΛΟΓΙΑΣ (4)

Συνέχεια από: Δευτέρα 22 Ιουνίου

Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΚΑΝΤ
ΤΟΥ Maurizio Ferraris.

Επαναθεμελίωση της μεταφυσικής αναποδογυρίζοντας την προοπτική


Σ' αυτό το μελαγχολικό πανόραμα -ακόμη πιο προβληματικό εάν λάβουμε υπ' όψιν μας ότι εργάστηκαν σ' αυτό φιλόσοφοι πρώτου μεγέθους- οι φυσικοί, δηλαδή οι επιστήμονες οι οποίοι δεν αισθάνονται πλέον φιλόσοφοι, προχωρούν ατάραχοι στην αποκαθήλωση πεποιθήσεων που ήταν αναλλοίωτες από αρχαιότητος, υποβαθμίζοντας την μεταφυσική στα μάτια των ανθρώπων. Και εδώ βρίσκουμε τον πυροκροτητή τής επαναστάσεως του Κάντ. Πολλοί κριτικοί υιοθέτησαν αυτόν τον επαναστατικό χαρακτήρα, παρότι υπήρξε πολύ τυπικός (και επομένως νοησιαρχικός), της προοπτικής του. Άλλοι όμως θέλησαν να δουν σ' αυτόν μια γερμανική οδό στον εμπειρισμό. Παρ' όλα αυτά δεν πρόκειται ούτε για το ένα, ούτε για το άλλο, αλλά για μια επανανομιμοποίηση της μεταφυσικής μέσω της φυσικής, την οποία δεν είχαν σκεφτεί ούτε οι νοησιαρχικοί, ούτε οι εμπειριστές. Και αυτό μπορούμε να το επαληθεύσουμε με συντομία.

Σε μία γενηά προηγούμενη του Καντ, ο Βολταίρος (1694-1778), δίνοντας φωνή, στο κοινό αίσθημα, είχε ξεκινήσει να σατυρίζει τους μορφωμένους και τους μεταφυσικούς, το πλήθος των ανθρώπων που πίστευε ότι ζει στον καλύτερο δυνατό από τους κόσμους, ότι τίποτε δεν γίνεται χωρίς κάποιο λόγο και ότι τα κινέζικα και τα μεξικάνικα στους αρχαίους χρόνους ήταν η ίδια γλώσσα. Εάν όμως αυτή η σάτυρα επιβλήθηκε εύκολα ήταν ακριβώς επειδή, λίγο πριν, ο Γαλιλαίος (1564-1642) και ο Νεύτων (1642-1727) είχαν επεξηγήσει τις αληθινές αρχές της φιλοσοφίας της φύσεως, με ένα πειστικό συνδυασμό εννοιολογικών υποθέσεων και εμπειρικών παρατηρήσεων, ενώνοντας δηλαδή αυτό που παρέκλινε ανάμεσα στην νοησιαρχία και τον εμπειρισμό. Το συμπέρασμα του Βολταίρου όμως ήταν ότι η μεταφυσική ήταν περίπου σαν την μαγική τέχνη, μια προκατάληψη που πρέπει να της γυρίσουμε την πλάτη!

Ο Κάντ ήταν πιο τρυφερός. Όχι μόνον απέναντι στον κόσμο (όπως θα τον κατηγορήσει ο Χέγκελ) αλλά πάνω απ' όλα στην μεταφυσική. Οπωσδήποτε είχε συγκρίνει εκείνα που ονόμαζε “τα όνειρα της μεταφυσικής” με τα όνειρα ενός οραματιστού της εποχής του, του Σβέντενμποργκ (1688-1772), συμπεραίνοντας πως επρόκειτο για συντρέχουσες, συνυπάρχουσες ψευδαισθήσεις. Και μάλιστα είχε αναγνωρίσει στον Χιούμ το προνόμιο της συνειδητοποιήσεως και του ξυπνήματος από εκείνα τα όνειρα. Αλλά δεν πίστευε επίσης πως μπορούμε να ζήσουμε χωρίς την μεταφυσική. Υπάρχει ένας μεγάλος αριθμός ερωτήσεων που μπορούν να βρούν απάντηση στην εμπειρία: εάν θέλω να γνωρίσω το γούστο ενός ανανά, αρκεί να τον δοκιμάσω. Άλλες μπορούν να λυθούν από την επιστήμη, όπως η αιτία της παλίρροιας ή των αλλεργιών. Άλλες όμως όχι. Δεν υπάρχει για παράδειγμα ούτε ένα επιστημονικό πείραμα που να μπορεί να μας πει εάν είμαστε ελεύθεροι ή όχι. Οι συνέπειες είναι μεγάλες διότι εάν δεν είμαστε ελεύθεροι η ιδέα της τιμωρίας ή του επαίνου καταλήγει να είναι λίγο ιδιότροπη.
Πάνω στο θέμα της ελευθερίας, όπως και στο θέμα της υπάρξεως της ψυχής ή του θεού, ο Καντ δεν εκφράσθηκε, η καλύτερα ισχυρίζεται πως, προκειμένου ο ανθρώπινος κόσμος να έχει ένα νόημα, είναι αναγκαίο να πιστεύουμε! Στο θέμα όμως των φυσικών αντικειμένων, η στρατηγική του συνίσταται σε μία αλλαγή της προοπτικής. Ο απλός κυττάζει τον ήλιο που δύει και συμπεραίνει ότι περιστρέφεται γύρω από την γη, ο έμπειρος (ο φυσικός του Κοπέρνικου) γνωρίζει ότι η γη γυρίζει γύρω από την ήλιο. Ο απλός -ορθολογιστής ή εμπειριστής- κυττάζει τον κόσμο και πιστεύει πως βλέπει τα πράγματα όπως είναι καθαυτά. Ο έμπειρος (ο υπερβατικός φιλόσοφος) γνωρίζει ότι βλέπει τα πράγματα όπως φανερώνονται σε μας.
Τι κερδίζει ο έμπειρος; Από το ένα μέρος δεν χάνει την ισορροπία του γύρω από πράγματα που εξέρχονται της εμπειρίας. Από το άλλο είναι λιγότερο αόριστος (και εν τέλει ανολοκλήρωτος) από τους εμπειριστές γύρω από τα πράγματα που μας συμφέρει να γνωρίζουμε. Φαίνεται αυτονόητο ότι στην γνώση βάζουμε κάτι δικό μας, καθότι είναι τα αντικείμενα που πρέπει να προσαρμοστούν σε εμάς, τουλάχιστον σε κάποιο μέτρο (δεν βλέπουμε τις υπέρυθρες), και επομένως μπορούμε να δεχθούμε κάποιον αριθμό αρχών ανεξάρτητων από την εμπειρία και προηγούμενες αυτής. Αυτές οι αρχές είναι κυριώς πέντε: το ΕΓΩ, η Αιτία, η Ουσία, ο Χρόνος και ο Χώρος. Αλλά αυτό δεν σημαίνει (διαφορετικά από ότι πίστευαν οι ορθολογιστές) ότι μόνον να σκεφθούμε κάτι μας κάνει και να το γνωρίσουμε. Χρειάζονται τα περιεχόμενα. Τα οποία αντλούνται από την εμπειρία. Αυτό είναι το νόημα της επαναστάσεως του Κοπέρνικου –μια σιωπηλή επανάσταση η οποία περιορίζεται σε μια μεταστροφή προοπτικής– στην οποία ο Καντ έφτασε αρκετά αργά, γύρω στα 1770, όταν ήταν ήδη 46 ετών.
Η πλήρης επεξεργασία της κριτικής φιλοσοφίας θα αργήσει ακόμη, θα έλθει με την κριτική του καθαρού λόγου (1781), την κριτική του πρακτικού λόγου (1788) και την κριτική της κρίσεως (1790). Τί ήθελε να κάνει ακριβώς, δεν έχει γίνει ποτέ κατανοητό, και πολύ πιθανόν να μην το ήξερε ούτε αυτός. Συγκεκριμένα δεν είναι ξεκάθαρο εάν είχε την πρόθεση να μεταρρυθμίσει την μεταφυσική ή να την θάψει για πάντα. Όπως επίσης δεν είναι ξεκάθαρο εάν οι τρείς κριτικές αποτελούσαν αυτάρκεις πραγματείες (όπως ισχυρίζεται πολλές φορές) -στην εισαγωγή της κριτικής της κρίσεως- ή είναι απλώς προπαιδευτικές μελέτες σε ένα σύστημα ολοκληρωτικό, που έπρεπε να πραγματοποιηθεί στην συνέχεια από τον ίδιο ή από άλλους.
Στα μαθήματά του ο Καντ δεν ερεύνησε ποτέ την υπερβατική φιλοσοφία όπως εκτίθεται ή εισάγεται από τις τρεις κριτικές – και είναι βέβαιο επίσης πως αυτές οι κριτικές παρουσιάστηκαν σαν μία προσπάθεια απαντήσεως σε τρεις ερωτήσεις: Τί πράγμα μπορώ να γνωρίσω; Τί πράγμα μπορώ να ελπίσω; Τί πρέπει να κάνω; (στις οποίες προστίθεται στην πραγματιστική ανθρωπολογία, μία τέταρτη: Τί πράγμα είναι ο άνθρωπος;)
Η προσπάθεια καθοδηγήθηκε μέσω της εξετάσεως εκείνων των κεντρικών ικανοτήτων τού ανθρώπου: της γνώσεως (κριτική του καθαρού λόγου), της επιθυμίας, δηλαδή της πράξεως ή της μη-πράξεως για κάτι (κριτική του πρακτικού λόγου) και της ευχαριστήσεως ή της δυσαρεστήσεως, δηλαδή της απολαύσεως ή όχι κάποιου πράγματος, σαν παθητικά υποκείμενα, ενός αντικειμένου ή μιας ιδέας (κριτικής της κρίσεως). Σε καθεμία από αυτές τις ικανότητες υπεισέρχονται, σε συνδυασμό και διαφορετικό μέτρο, τα κύρια αποθέματα του ανθρώπου, η αίσθηση, η διάνοια και η νόηση, στα οποία ο Κάντ προσθέτει μερικές φορές την φαντασία, προορισμένη να λειτουργήσει σαν γέφυρα ανάμεσα στην αίσθηση και στην διάνοια. Λίγο πολύ πρόκειται για τις μεγάλες διαιρέσεις της φιλοσοφικής ψυχολογίας, από τον Αριστοτέλη και έπειτα: η αίσθηση προσλαμβάνει τα εξωτερικά ερεθίσματα, η φαντασία τα διατηρεί, η διάνοια τα επεξεργάζεται και η νόηση (η οποία αντιστοιχεί πάνω κάτω με τον ενεργητικό νου της αριστοτελικής ψυχολογίας) καθορίζει τους σκοπούς της συμπεριφοράς μας.
Εκείνο που ξεχωρίζει το ανθρώπινο ον είναι η νόηση. Διότι είναι η ικανότης να θέτει σκοπούς, να απαντά σε ερωτήσεις οι οποίες κυμαίνονται από “τί θα κάνουμε απόψε;” σε “τί είναι σωστό να κάνουμε;” και η φιλοσοφία φτάνει να οριστεί από τον Κάντ σαν “τελεολογία της ανθρώπινης νοήσεως”, δηλαδή σαν εξατομίκευση και φανέρωση των τελικών σκοπών. Σαν συνέπεια αυτής της τοποθέτησης, ο Καντ ενδιαφερόταν πάνω απ' όλα για την ικανότητα της επιθυμίας, για την απάντηση δηλαδή στο πως πρέπει να ενεργήσουμε σ' αυτή την ζωή, και εάν έχει κάποιο νόημα να περιμένουμε επιβραβεύσεις ή τιμωρίες σε μιαν άλλη. Και γι' αυτόν τον λόγο έγραψε και μια κριτική  του πρακτικού λόγου. Η κριτική της κρίσεως παραδόξως άσκησε πολύ μεγάλη επιρροή, παρότι δεν είναι μία φιλοσοφία της τέχνης, στην γέννηση της φιλοσοφικής αισθητικής. Εκείνο το έργο όμως που επηρέασε περισσότερο, διότι ήταν και το πρώτο του έργο και διότι ξετύλιγε στο μέγιστο την επανάσταση του Κοπέρνικου, παραμένει η κριτική του καθαρού λόγου!

ΤΕΛΟΣ

Αμέθυστος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...