Τετάρτη 23 Σεπτεμβρίου 2020

HANS URS VON BALTHASAR--ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ (THEO-LOGIK) (55)

Συνέχεια από Τετάρτη, 26 Αυγούστου 2020

                                           HANS URS VON BALTHASAR

                                           ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ  (THEOLOGIK)

                                                 Τρίτος Τόμος

             ΤΟ ΠΝΕΥΜΑ ΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ  (DER GEIST DER WAHRHEIT)

        (Οι δύο προηγούμενοι τόμοι: 1) Αλήθεια τού κόσμου (Wahrheit der Welt), 2)    Αλήθεια τού Θεού (Wahrheit Gottes) )

                                      Johannes Verlag, 1987

                                  4.  ΓΙΑ ΤΟ ΦΙΛΙΟΚΒΕ                                  

                              V. ΤΟ ΠΝΕΥΜΑ ΚΑΙ Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ

         2.  ΑΠ’ ΤΗΝ ΠΟΛΗ ΤΟΥ ΘΕΟΥ – CIVITAS DEI – ΣΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ

      Το παρόν κεφάλαιο μπορεί να θεωρηθή ως μια «συνέπεια» του προηγούμενου. Η καθολική σωτηρία που πρόσφερε ο Θεός εν Χριστώ στον κόσμο είχε την αναλογία της – ως αποτέλεσμα στη διπλή κίνηση της Εκκλησίας προς τον κόσμο και απ’ τον κόσμο στον εαυτό της. Βλέποντάς το απ’ τη σκοπιά τού Αγίου Πνεύματος, αυτή η αναλογία ήταν αναγκαία, εφ’ όσον στο Άγιο Πνεύμα «αναλογούν» και τα δυό: να πνέη όπου θέλει, όπου δηλ. το έργο του Θεού θέλει να επαρκέση «κατ’ αρχήν» εν Χριστώ, αλλά για τον ίδιον λόγο και εκεί, όπου ο αναστημένος Χριστός «πνέει» το πνεύμα του, αποστέλλοντας  την Εκκλησία «προς όλα τα έθνη». Αυτή η δυναμική ενότητα της Εκκλησίας, που φαίνεται διαμερισμένη απ’ την πλευρά τού κόσμου, αξιώνοντας ωστόσο να είναι καθολική, θέτει ένα πολυδιάστατο ερώτημα στους χριστιανούς αλλά και στην ανθρωπότητα, για το οποίο έγιναν πολλές προσπάθειες να απαντηθή· διαλέγουμε εδώ τρεις απ’ αυτές.

               α)  Η Civitas Dei  (Πόλη τού Θεού)  τού Αυγουστίνου

     Η «παγκόσμια» σύνθεση του Αυγουστίνου έχει δικαίως χαρακτηρισθή ως η πρώτη ιστορική θεολογία   (( σ.σ.: E. Gilson, Les metamorphoses de la Cité de Dieu, 1952 )) . Είναι τόσο καθολική κατά την «αρχή» της, ώστε η «προσκυνηματική» σ’ αυτήν τη γη Civitas Dei να εμφανίζεται μόνον ως ένα (ενδιάμεσο) μέρος τής εγκατεστημένης στον ουρανό ολότητάς της, τη στιγμή που (γενικά) η Civitas έχει έναν θρησκευτικό μεν κατ’ αρχάς, όπως η αρχαία πόλη (Polis), ιδιαίτερον ωστόσο (τόσο η Αθήνα όσο και η Ρώμη) ως προς τη νομοθετική του θεμελίωση χαρακτήρα   (( σ.σ.: Ως προς τους δυό θεμελιακούς χαρακτήρες, τον θρησκευτικό και τον νομικό, πρβλ. το κείμενο του J. Ratzinger, Volk und Haus Gottes in Augustins Lehre von der Kirche Ο λαός και ο οίκος τού Θεού στη διδασκαλία τού Αυγουστίνου για την Εκκλησία, 1954 )) .  Υπήρξαν ωστόσο αρκετές ήδη «προσπάθειες» καθολικοποίησης πριν απ’ τον Αυγουστίνο, με πρώτη, αναμφισβήτητα, την πλατωνική Πολιτεία, σχεδιασμένη μεν ως ιδανική πόλη, την οποία επιχείρησε όμως ο ίδιος ο Πλάτων να πραγματοποιήση· ενώ υπήρξαν  παρόμοιες αργότερα «προσπάθειες», ταυτόχρονες με τα μεγάλα πολιτικά εγχειρήματα του Μ. Αλεξάνδρου (την προσπάθεια για μια καθολική, «παγκόσμια» πόλη, όπως εξηγεί ο Πλούταρχος) και του Αυγούστου, του οποίου η «παγκόσμια ειρήνη (pax)» διέθετε έναν καινούργιο (σύμφωνα με τον Βιργίλιο) θρησκευτικό χαρακτήρα· υπήρξε επίσης, σε μιαν εντελώς διαφορετική βέβαια «κατεύθυνση», η ιουδαϊκή «καθολικότητα» στην «παγκόσμια» Διαθήκη (συμφωνία) τού Θεού με τον Νώε και στη Διαθήκη με τον Αβραάμ, απ’ την οποία και κατάγονταν κατά κάποιον τρόπο όλοι οι (γύρω) λαοί και στην οποία έπρεπε όλοι να «ενευλογηθούν». Υπήρξαν δε στον χριστιανικό χώρο οι «καθολικές», σύμφωνες με τα καθολικά οράματα της πολιτείας τού Χριστού (Α’ Κορ. 15, 25: ο Χριστός «πρέπει να κυριαρχήση μέχρι να καθυποτάξη όλους τούς εχθρούς»), αξιώσεις τού Τερτυλλιανού και της προς Διόγνητον επιστολής   (( Α’ Κορ.15, 25-26: «…δεί γάρ αυτόν βασιλεύειν άχρις ού άν θή πάντας τούς εχθρούς υπό τούς πόδας αυτού. έσχατος εχθρός καταργείται ο θάνατος…» )) . Όπου ο μεν Τερτυλλιανός «προσαρτάται» στο μη επίγειο και μη πολιτικό πλέον, καθολικό όραμα της Στοάς, που ζητούσε να αναγνωρίση ως civitas και πατρίδα, όχι πια την Οικουμένη αλλά τον Κόσμο ολόκληρο (Γράφει ο Μάρκος Αυρήλιος: «Πολίτες εκείνης τής ύψιστης πόλης, στην οποία “αναφέρονται” οι υπόλοιπες πόλεις, όπως τα ξεχωριστά σπίτια σε έναν ολόκληρο συνοικισμό», ΙΙΙ 11), και κηρύττει: Unam omnium rem publicam agnoscimus: mundum” – «Αναγνωρίζουμε ένα και μόνο κοινό «πράγμα»: τον κόσμο». Η δε προς Διόγνητον επιστολή βλέπει τούς χριστιανούς σαν την ψυχή τού επίγειου και πολιτικού κόσμου: «Δεν διαφέρουν απ’ τους υπόλοιπους ανθρώπους, στων οποίων τις πόλεις κατοικούν και των οποίων τη γλώσσα μιλούν … συμπεριφερόμενοι ωστόσο θαυμαστά και παράδοξα στις πολιτείες τους. Κάθε ξένος τόπος είναι γι’ αυτούς πατρίδα, και κάθε πατρίδα ξένος τόπος. Υπακούουν στους καθορισμένους νόμους, υπερνικώντας ωστόσο κάθε τι το «νόμιμο» με τον τρόπο τής ζωής τους. Τους αγαπούν όλους και διώκωνται απ’ όλους. Κι ό,τι είναι, εν συντομία, η ψυχή για το σώμα, είναι οι χριστιανοί για τον κόσμο. Είναι κι αυτοί «φυλακισμένοι»  στη φυλακή αυτού τού κόσμου, συνέχουν όμως και συγκρατούν ταυτόχρονα οι ίδιοι τον κόσμο». Για να προσθέση δίκαια άρα ο Scholz, πως «πρόκειται για έναν  θεμελιωμένο σε μη κοσμικό θεμέλιο κοσμοπολιτισμό». Σ’ αυτήν την «καθολικότητα» συνυπάρχουν λοιπόν και τα δυό: ενυπάρχει το μεταφυσικό «βασίλειο του Θεού» στο κοσμικό βασίλειο, παρέχοντας στο κοσμικό το τελικό του νόημα και τη μορφή, μέσα ωστόσο από συνεχείς «συγκρούσεις» και διωγμούς.   

      H δεύτερη πηγή είναι φυσικά, όπως λέει ο ίδιος ο Αυγουστίνος, η Αγία Γραφή τής Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης (Gloriosa dicta sunt de te, civitas Dei”, «Δεδοξασμένα ελαλήθη περί σού, η πόλις τού Θεού», Ψαλμ. 86, 3, μέχρι και την «κάθοδο της αγίας civitas Jerusalem, της άνω Ιερουσαλήμ εκ του Θεού στο τέλος τής Αποκάλυψης, 21, 2)  (( Αποκ. 21, 1-2: «Και είδον ουρανόν καινόν καί γήν καινήν· ο γάρ πρώτος ουρανός καί η πρώτη γή απήλθον, καί η θάλασσα ουκ έστιν έτι. καί τήν πόλιν τήν αγίαν Ιερουσαλήμ καινήν είδον καταβαίνουσαν εκ τού ουρανού από τού Θεού, ητοιμασμένην ως νύμφην κεκοσμημένην τώ ανδρί αυτής…» )) · ενώ έχει προτυπωθή στη Γραφή και η αντίθεση Ιερουσαλήμ-Βαβυλώνας ως συμβόλων των δύο «αντιθέτων» πόλεων (civitates).   

      Οφείλουμε να αναφέρουμε όμως εδώ και το εκπληκτικό σημείο απ’ τον διασωζόμενο αποσπασματικά και μόνο σχολιασμό τού Τυκόνιου  ((;))  στην Αποκάλυψη, στον οποίον οφείλει κάποιες «κρίσιμες παραινέσεις» και ο Αυγουστίνος: «Υπάρχουν δυό πόλεις (civitates), η πόλη τού Θεού και η πόλη  (( ! ))  τού Διαβόλου… Απ’ αυτές, η μια έχει σκοπό να υπηρετήση τον κόσμο, κι η άλλη τον Χριστό. Η μια σκοπεύει να υπηρετήση τον κόσμο, κι η άλλη να τον αποφύγη… Η μια θανατώνει, κι η άλλη θανατώνεται… Δείχνουν δε και οι δυό πόλεις τον ίδιον ζήλο, η μια να μας οδηγήση στον όλεθρο και την καταδίκη, κι η άλλη στη Σωτηρία». Περιγράφονται άρα ήδη εδώ εν συντομία οι βασικές απόψεις τού έργου τού Αυγουστίνου (ο Τυκόνιος πέθανε περί το 390, και ο Αυγουστίνος ξεκίνησε το 412, 58 χρόνων, το συγγραφικό του έργο).    

      Το ερώτημα, αν άλλαξε ο Αυγουστίνος κατά τη διάρκεια γενικά τού έργου του την αντίληψη που είχε για τη civitas – πόλη, μετακινούμενος απ’ τη (βασισμένη στον Κικέρωνα) αντίληψη μιας θεμελιωμένης στη δικαιοσύνη ανθρώπινης κοινότητας προς έναν διαμορφωμένο απ’ την κοινή αγάπη ορισμό, μπορεί να μείνη εδώ ακόμα «ανοιχτό». Γιατί είναι σημαντικώτερο το ερώτημα, τί συμβαίνει άραγες με την καθολικότητα της civitas – πόλης στον Αυγουστίνο, εφ’ όσον οφείλουμε να πούμε μετά λύπης, ότι η καθολικότητα αυτή  αμφισβητείται απ’ το a priori σύστημα προορισμού τού Αυγουστίνου. Όσο «εγκάρδια» κι αν «υποχρεώνη» τούς πολίτες τής πόλης τού Θεού να διαμορφώσουν χριστιανικά, κατά τα άλλα, την κοσμική πόλη, όσο θετικά κι αν μπορή να περιγράφη κάποιες φορές έναν χριστιανό αυτοκράτορα, εκείνο το «σχήμα» τού προορισμού τον εξαναγκάζει να συμπεράνη άμεσα, λόγω τών διαφορετικών φρονημάτων στις δυό civitates – πόλεις (την caritas – αγαπητική και την cupiditas – επιθυμητική, της απληστίας), δυό αντίθετες τελικά μοίρες, ώστε να καθίσταται η civitas terenna – επίγεια πόλη, ένα «προσκίασμα», το λιγότερο, της civitas diaboli – διαβολικής πόλης. Αυτό είναι και το μεγάλο κατόπιν εμπόδιο και μειονέκτημα (απέναντι στον αγαπητό σε προτεστάντες ερευνητές, κατά το μέγιστο δυνατό διαχωρισμό ανάμεσα στη Civitas Dei και την ορατή «καθολική-λατινική» Εκκλησία) της προσπάθειας να πλησιάσουν αναμεταξύ τους τα δυό αυτά «μεγέθη» μέχρις επικαλύψεως, χωρίς να αγνοηθή ο Αυγουστίνος. Υπάρχουν ωστόσο και στην Εκκλησία, κατά τον Αυγουστίνο, πολλοί πολίτες τής «επίγειας πόλης», εφ’ όσον πρόκειται για μια societas permixta – ανάμεικτη κοινωνία. Διαπιστώνει άρα σωστά ο Edgar Salin, ότι «θα αποτελούσε μεγάλη παρανόηση το να ταυτίσουμε εντελώς τη Βασιλεία τού Θεού και την Εκκλησία… Η Civitas (η πόλη τού Θεού) εκπροσωπείται πάνω στη γη, η δε μορφή με την οποίαν  εμφανίζεται, καθώς και η “αντιπροσώπευσή” της συνιστούν την Εκκλησία τού Χριστού». Για την υπεράσπισή της γράφτηκε εξάλλου (μετά την «οργή» τής καταστροφής τής Ρώμης από τον Αττίλα) «το μεγάλο δράμα», και «έτσι μπορεί, και πρέπει μάλιστα να σημαίνη η  Civitas Dei, σποραδικά στο έργο της και από καιρού εις καιρόν, την “Εκκλησία”». Και μάλιστα τη Χριστιανική Εκκλησία: «Χριστιανική, με την αυστηρήν έννοια της θεϊκής ζωής τού Χριστού. Γι’ αυτό και δεν υπάρχει βέβαια, από τότε που «στοιχειοθετήθηκε» η Εκκλησία, καμμιά πλέον πρόσβαση στη Βασιλεία τού Θεού, παρά μόνο μέσω τής Εκκλησίας».   

         Μπορεί όμως να θεμελιωθή η «καθολικότητα» της Civitas Dei, της  Πόλης τού Θεού – ως ενότητα του αγαπητικού φρονήματος Ουρανού και Γης – στην καθολική σωτηρία μας από τον Χριστό, όπως τα υπόλοιπα έργα τού Αυγουστίνου; Δύσκολα! Και μπορεί να ερμηνευθή και να αναφερθή συνολικά η διαθηκική ιστορία στον Χριστό, όταν η Παλαιά Διαθήκη «αποδίδεται» κατ’ εξοχήν στη Civitas terrena, την Επίγεια Πόλη; Γνωρίζει βέβαια – όμως μόνον πριν απ’ τον Χριστό – μεμονωμένους «εθνικούς» ο Αυγουστίνος, που μπορούν να υπολογισθούν, λόγω τού φρονήματός τους, στην Πόλη τού Θεού, παραμένοντας ωστόσο εξαιρέσεις, έτσι ώστε να βρισκόμαστε πολύ μακριά απ’ το να μπορούμε να θεωρήσουμε πως η Πόλη του Θεού είναι εξίσου εκτεταμένη όσο και η αντικειμενική «εμβέλεια» της λυτρωτικής Πόλης τού Χριστού.  

     Οι δυό αντίθετες Πόλεις υπάρχουν δυνητικά στον Αδάμ τού Παραδείσου, και διαχωρίζονται στην πράξη με τον Κάιν και τον Άβελ. Για να εμφανισθή μεν έτσι στον Αυγουστίνο το «θεολογούμενο» (Theologumenon) μιας Εκκλησίας (που ξεκινά) απ’ τον Άβελ (Ecclesia ab Abel), χωρίς να αποτελή ωστόσο κι ένα πραγματικό «θεματικό αντικείμενο». Η παλαιο- και νεοδιαθηκική Εκκλησία μένει, μέσα στο γενικό «σχέδιο» της Πόλης τού Θεού (Civitas Dei), μόνον ένα επεισόδιο (Episode). Το όλο «ζήτημα» γίνεται ωστόσο πραγματικά κεντρικό στη μεγαλοπρεπή έννοια τής θυσίας, όπου η αγάπη κατανοείται ως παράδοση στον Θεό, για να συγκεντρωθούν έτσι «τα πάντα» γύρω απ’ την κεντρική θυσία τού Χριστού: “ut tota ipsa redempta Civitas, hoc est congregation societasque sanctorum, universal sacrificium offeratur Deo per sacerdotem magnum” – «για να προσφερθή στον Θεό ολόκληρη η λυτρωμένη πόλη, η συνέλευση και η κοινωνία τών αγίων ως καθολική θυσία από τον αρχιερέα».  Εφ’ όσον η αγάπη ερμηνεύεται εδώ ως θυσία, και καθίσταται έτσι τόσο η Εκκλησία, αλλά προπαντός το Άγιο Πνεύμα το «κέντρο», φανερώνεται και η συνάρτηση της Civitas Dei με την περί Εκκλησίας και περί (εκκλησιαστικών) αξιωμάτων διδασκαλία τού Αυγουστίνου, χωρίς να αποτελή βέβαια η δυνητική αυτή «ενότητα» παρά μια σύγκλιση μεμονωμένων στην πραγματικότητα θεμάτων, όπως  συμβαίνει τις περισσότερες φορές στον Αυγουστίνο. 

    (( Σημ. τ. μετ.: Λέει στην «Απάντηση σε όσους απορούν περί τού θείου βαπτίσματος» ο άγιος Μάρκος ο Ασκητής και Θαυματουργός: «… Παρόμοια πρέπει να νοηθή και το «πάντα δι’ αυτού εγένετο, καί χωρίς αυτού εγένετο ουδέ έν ό γέγονεν» (Ιωάν. 1, 3), εφ’ όσον στα πάντα ανήκουν και τα δικά μας. Επίσης και το «ουδείς έρχεται πρός τόν πατέρα ει μή δι’ εμού (Ιωάν. 14, 6). Γι’ αυτόν τον λόγο και ο προφήτης δεν είπε «από Ιερουσαλήμ επί τόν ναόν σου σοί οίσουσι (θα σου φέρουν…) βασιλείς δώρα», όπως είναι εύλογο και πρέπον να γίνη, αλλά είπε το αντίθετο· «από τού ναού σου επί Ιερουσαλήμ, σοί οίσουσι βασιλείς δώρα». (Ψαλμ. 67, 30). Διότι στον καθέναν ο βασιλικώτατος νούς πρώτα από τον κρυφό ναό τής καρδιάς δέχεται τους καλούς και αγαθούς λογισμούς από τον ενοικούντα Χριστό και αυτούς τούς οδηγεί στην ενάρετο πολιτεία, την οποία ονόμασε Ιερουσαλήμ. Και πάλι αυτούς τούς προσφέρει δια της αγαθής εννοίας σ’ Αυτόν τον Χριστό που τους έχει δωρίσει». (Από το βιβλίο: «Αγίου Μάρκου τού ασκητού, Βάπτισμα: άσκησις και ελευθερία», έκδοση Ιεράς Μονής Κουτλουμουσίου, Αγίου Όρους)  ))      

       ( συνεχίζεται με το επόμενο υπο-κεφάλαιο: «Η παραβολή τής ευγενούς ελαίας στον Παύλο» )

Δεν υπάρχουν σχόλια: