Δευτέρα, 20 Φεβρουαρίου 2017

Το Άγιο Πνεύμα στην ζωή του Ιησού (4)

Συνέχεια από : Σάββατο, 13 Ιουλίου 2013

 ΠΕΡΙ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΚΛΗΡΙΚΑΛΙΣΜΟΥ
ΑΝΗΚΕΙ ΗΔΗ ΚΑΘ’ΟΛΟΚΛΗΡΙΑΝ ΣΤΗΝ ΛΑΤΙΝΙΚΗ ΑΙΡΕΣΗ

Από το χρίσμα στην έκχυση του πνεύματος. 

Μόνον τώρα, αφού πρώτα κατανοήσουμε την σπουδαιότητα που είχε η Βάπτιση, προσωπικά, για τον Ιησού, μπορούμε να υπολογίσουμε και την σπουδαιότητα που αντιπροσώπευε για την Εκκλησία και να αξιολογήσουμε πλήρως τις δηλώσεις των Πατέρων σχετικά με το γεγονός «Είναι σε εμάς -γράφει ο Μ.Αθανάσιος- που απευθύνεται η κάθοδος του Αγίου Πνεύματος πάνω στον Ιησού στον Ιορδάνη. Είναι για τον Αγιασμό μας, ώστε να γίνουμε μέτοχοι του χρίσματος και να μπορεί να λεχθεί σε μας: Δεν γνωρίζετε πώς είστε ο Ναός του Θεού και το Άγιο Πνεύμα κατοικεί σε σας (1 Κορ 3,16)».

Το χρίσμα του Χριστού ήταν ένα χρίσμα για μας, με την έννοια ότι πρoοριζόταν για μας. Ο Πέτρος, θέλοντας να εξηγήσει, στο πλήθος που συγκεντρώθηκε, το θαύμα της πεντηκοστής, λέει: τη δεξιά ούν του Θεού υψωθείς την τε επαγγελίαν του Αγίου Πνεύματος λαβών παρά του Πατρός, εξέχεε ταύτο ό νύν βλέπετε και ακούετε (Πράξεις 2,32). Την πεντηκοστή και πρίν ακόμη, στο μυστήριο του Πάσχα, ο Ιησούς εξέχυσε στην Εκκλησία εκείνο το πνεύμα που είχε δεχθεί από τον Πατέρα στην Βάπτιση του. Γι’ αυτό και ονομάζεται το πνεύμα του Χριστού. Την πεντηκοστή ο Κύριος Ιησούς, λέει το κείμενο του Βατικανού ΙΙ - καθιστά συμμέτοχο όλο του το μυστικό σώμα, του χρίσματος του πνεύματος με το οποίο ο ίδιος είχε χρισθεί. Ένα και το αυτό πνεύμα κυλά λοιπόν στον Ιησού και σε μας, όπως ο ίδιος χυμός κυλά στην άμπελο και στα κλήματα. 

Βεβαίως, υπάρχει μόνον ένα Άγιο Πνεύμα, μόνον που εδώ πρόκειται για μία ενότητα διαφορετική από την υποστατική, που οφείλεται στην θεμελιώδη ενότητα τού τρίτου προσώπου της Τριάδος. Πρόκειται για μία ενότητα ιστορική επίσης, με την έννοια πώς το Άγιο Πνεύμα έρχεται σε μας μέσω της ιστορίας του Χριστού, και όχι κατευθείαν από την αιωνιότητα. Έρχεται μέσω της Εκκλησίας. Αυτό δεν σημαίνει πώς ξεχνούμε την πηγή του Αγίου Πνεύματος (όπως αγαπούν να υπογραμμίζουν οι Ορθόδοξοι αδελφοί) που είναι ο Πατήρ, σαν «πνεύμα του Πατρός». Δεν λησμονείται η αιώνια πηγή του, λόγω του ότι κυττάζουμε προς την άμεση πηγή του στον χρόνο.

Στο Άγιο Πνεύμα, μέσω του Ιησού, εμείς εγγίζουμε απευθείας (δηλαδή χωρίς ξένα διαφράγματα στην Θεία φύση), τον ίδιο τον Πατέρα. Ο Θεός -γράφει ο Απόστολος- έστειλε στις καρδιές μας «Το πνεύμα του Υιού του» δηλαδή το πνεύμα του Ιησού, το οποίο κράζει «Αββά, Πατέρα» (Ρωμ 8,15). Το γεγονός πως το Άγιο Πνεύμα κραυγάζει σε μας «Αββά, πατήρ», είναι η καλύτερη απόδειξη πώς είναι το πνεύμα που υπήρξε στον Ιησού της Ναζαρέτ. Και πράγματι, καθ’εαυτό, καθότι τρίτο πρόσωπο της Τριάδος, το Άγιο Πνεύμα δεν θα μπορούσε να φωνάξει στον Θεό, ονομάζοντας τον «Πατέρα», διότι δεν είναι «Υιός», όπως ο Ιησούς, διότι προοδεύει από τον Πατέρα (και από τον Υιό) «εκπορευόμενο», όχι «γεννητώς». 

Όταν επικαλούμαστε το πνεύμα, δεν θα πρέπει λοιπόν να κυττάζουμε, ιδεατά, ψηλά στον Ουρανό, ή κάπου αλλού, δεν έρχεται από εκεί το πνεύμα, αλλά από τον Σταυρό του Χριστού. Εκείνος είναι ο «πνευματικός βράχος» από τον οποίο αυτό το ύδωρ το ζών εκχέεται στην Εκκλησία για να ξεδιψάσει τους πιστούς. Όπως η βροχή, στην εποχή της, κατέρχεται πλούσια από τον ουρανό και συγκεντρώνεται στα βραχώδη βάθη των βουνών, μέχρις ότου βρεί ένα άνοιγμα προς τα έξω και μεταμορφώνεται σε πηγή που χύνεται διαρκώς μέρα νύχτα, χειμώνα καλοκαίρι, έτσι και το πνεύμα που κατήλθε και συγκεντρώθηκε ολόκληρο στον Ιησού κατά την διάρκεια της επιγείας του ζωής, πάνω στον Σταυρό βρήκε ένα άνοιγμα, μία πληγή, και έγινε πηγή που αναπηδά, για την αιώνιο ζωή στην Εκκλησία. Η στιγμή κατά την οποία ο Ιησούς εξέπνευσε πάνω στον σταυρό(Ιωάν 19,30), είναι επίσης για τον Ευαγγελιστή η στιγμή κατά την οποία «εκχύνει το πνεύμα» [όπως ακριβώς περιγράφουν  τήν στιγμή τού θανάτου τών Γκουρού, ότι διαχέει τό πνεύμα του στούς μαθητές του πού παρίστανται, καί βάσει τού οποίου ορίζονται οι διάδοχοι τής σχολής. Ο Ευαγγελιστής όμως γράφει "παραδίδει το πνεύμα". Ας προσέξουμε την αισχρή Μετα-Πατερική Θεολογία την οποία παρακολουθούμε]. 

Η ίδια αυτή έκφραση πρέπει να εννοηθεί, σύμφωνα και με την ιδιαίτερη χρήση της από τον Ιωάννη, και με την μία και με την άλλη σημασία της. Κατά γράμμα σαν εκπνέω και σύμφωνα με την μυστικιστική της σημασία σαν «δίνω το πνεύμα». Το επεισόδιο του ύδατος και του αίματος που ακολουθεί αμέσως στο κείμενο, τονίζει αυτή την μυστική σημασία. Αμέσως μετά, αυτό το μυστήριο αναπαριστάται σχεδόν πλαστικά [εικονίζεται, ενώ ήταν μυστικό], όταν στο δείπνο ο Αναστημένος Ιησούς, φυσά στους μαθητές του λέγοντας τους «Λάβετε πνεύμα Άγιο» (Ιωάν 20,22).

Αλλά εγείρεται αυθόρμητα μία ερώτηση: Γιατί εκείνο το διάλειμμα χρόνου, ανάμεσα στην στιγμή στην οποία ο Ιησούς, στον Ιορδάνη, εδέχθη το χρίσμα, και την στιγμή κατά την οποία, πάνω στον Σταυρό και την πεντηκοστή, συνέβη η έκχυση; [Όπως βλέπουμε όλη αυτή η αίρεση, από το Φιλιόκβε ακόμη, μέχρι την σημερινή ιστορική Εκκλησία και την οικονομία του Αγίου Πνεύματος, εκτός του ότι θεωρεί το κατ’εικόνα σαν την καθαυτή Αγία Τριάδα, την ενυπάρχουσα, κατανοεί την ενσάρκωση του Κυρίου και την ζωή Του, σαν εμφάνιση στον χρόνο. Σαν να μην κατόρθωσε ο Κύριος και να μην είναι δυνατόν να νικηθεί και να μεταμορφωθεί ο ΧΡΟΝΟΣ, δηλαδή ο θάνατος. Ο Κύριος όταν έλεγε Ιδού Καινά ποιώ πάντα, εννοούσε πώς αφήνω όμως τον χρόνο για τα έσχατα. Στην ίδια πλάνη έπεσαν και οι παλαιοημερολογίτες. Διότι ο Κύριος μεταμόρφωσε και τον χρόνο σε ΚΑΙΡΟ. Όπως αποκαλύπτεται με την ενσάρκωση του στην Θεοτόκο και όπως μας θυμίζουν διαρκώς οι Πατέρες στην Ευχαριστία. Πάσαν την βιοτικήν απωθώμεθα μέριμναν, διότι ήλθε ο Καιρός του ποιήσαι τω Κυρίω. Επειδή λοιπόν δεν νικιέται ο θάνατος, όπως βλέπουμε η Ανάσταση δεν παίζει ρόλο, επινοείται μία διαιώνιση του πνεύματος, κάτι ανάλογο με την διαιώνιση του είδους, κάτι παράλληλο, που οδηγεί στην αιωνιότητα, όχι όμως κάποιον, την Εκκλησία μόνον. Σώζει από τον θάνατο, στην αιωνιότητα, την Εκκλησία και Εκκλησία είναι αυτή η διαιώνιση. Εδώ στηρίζεται και η έννοια της διαδοχής της πίστεως των Αποστόλων, σαν κληρονομιά του Αγίου Πνεύματος, ιδίως από τον κλήρο, που τους διαδέχεται στον χρόνο]. Γιατί ο Ευαγγελιστής Ιωάννης λέει πώς το Άγιο Πνεύμα δεν μπορούσε να δοθεί, μέχρις ότου ο Ιησούς δεν είχε ακόμη δοξασθεί; Και ο Άγιος Ειρηναίος γράφει: το Άγιο Πνεύμα έπρεπε να συνηθίσει να κατοικεί ανάμεσα στους ανθρώπους, έπρεπε να εξανθρωπισθεί και να ιστορικοποιηθεί στον Ιησού, για να αγιάσει, μία μέρα όλους τους ανθρώπους, σεβόμενο χρόνους και τους τρόπους της ζωής και του πάθους των ανθρώπων. «Το Άγιο Πνεύμα -λέει- κατήλθε πάνω στον Υιό του Θεού, έγινε Υιός του ανθρώπου, συνηθίζοντας, σ’αυτόν να κατοικεί και να αναπαύεται ανάμεσα στους ανθρώπους, για να δυνηθεί να ενεργήσει σ’αυτούς την θέληση του Πατρός και να τους ανακαινίσει από τα γηρατειά στην νεωτερικότητα του Χριστού» (Κατά αιρέσεων ΙΙΙ, 17,1). Μέσω του Ιησού, το πνεύμα ριζώνει, ας πούμε, μέσα στον άνθρωπο, φυτεύει και περιμένει να ριζώσει, η χάρις στον άνθρωπο [σαν έμπειρος αγρότης]. Όμως στον Ιησού που δεν έχει αμαρτία, το πνεύμα μπορεί να κατέλθει και να παραμείνει (Ιωάν 1,33) συνηθίζοντας την παραμονή τους ανάμεσα στους ανθρώπους διαφορετικά από την Π.Δ., όταν η παρουσία του στον κόσμο ήταν μόνον «περιστασιακή». Κατά κάποιο τρόπο και το Άγιο Πνεύμα ενσαρκώνεται στον Ιησού της Ναζαρέτ, παρότι η ενσάρκωση έχει διαφορετική σημασία σ’αυτή την περίπτωση, εννοείται σαν έλευση και κατοίκηση σε μία σάρκα. [Η Βατικάνειος Εκκλησία τελικώς, με μία σύνθεση, προσλαμβάνει και τον προτεσταντισμό και την Ορθοδοξία, μετά την ακάματο διαστροφή της από τους Ρώσους μετανάστες και ιδιαιτέρως τον Φλωρόφσκι]. [Όλη αυτή η αισχρή κακοδοξία, πραγματικά η χειρότερη όλων. Η ΠΑΝΑΙΡΕΣΗ, όπως την ονόμασαν οι σύγχρονοι μας Πατέρες σαν τον Πόποβιτς, προκύπτει από την κατάργηση της Ουσίας του Θεού, την άρνηση των ακτίστων ενεργειών και την κατανόηση των Υποστάσεων, κάτω από την επιρροή του Αυγουστίνου, σαν σχέσεων]. «Ανάμεσα σε εμάς και το πνεύμα του Θεού, γράφει ο Καβάσιλας υπάρχει ένας διπλός τοίχος χωρισμού: εκείνος της φύσεως και εκείνος της διεφθαρμένης θελήσεως από την αμαρτία. Ο πρώτος αφαιρέθη από την μέση από τον Σωτήρα με την ενσάρκωση Του ο δεύτερος με την Σταύρωσή Του, καθότι ο σταυρός αφάνισε την αμαρτία. Αφαιρούμενοι λοιπόν και οι δύο τοίχοι, και τα δύο εμπόδια, δεν εμποδίζει τίποτε πλέον την έκχυση του Αγίου πνεύματος σε κάθε σάρκα (Η εν Χριστώ ζωή 3,1). 

Τι λέει όμως στ’αλήθεια το κείμενο του Καβάσιλα, χωρίς την κακοποίηση του Βατικάνειου: «Ο Θεός δεν διέφερε από τους ανθρώπους κατά τον τόπο, αφού κατείχε κάθε τόπο, αλλά εξαιτίας της αντιθέσεως που υπήρχε. Η ίδια η φύση μας έμενε χωρισμένη από τον Θεό, επειδή διέφερε κατά πάντα από Αυτόν και δεν είχε τίποτε κοινό μαζί Του, αφού αυτός ήταν μόνο Θεός και η φύση μας μόνο άνθρωπος. Αλλά όταν η σάρκα θεώθηκε και η ανθρώπινη φύση έλαβε ως υπόσταση τον ίδιο τον Θεό, το τείχος έγινε πλέον μύρο. Και η αντίθεση εκείνη δεν έχει θέση, αφού, η μία υπόσταση, που ήταν μόνον το Ένα, έγινε και το άλλο. Αυτή καταργεί το διαχωρισμό ης Θεότητος και ανθρωπότητος ως κοινός όρος των δύο φύσεων, γιατί σε πράγματα που διίστανται, κοινός όρος δεν μπορεί να υπάρξη». 

Συνεχίζεται 

Αμέθυστος

Δείτε εδώ τις προηγούμενες αναρτήσεις

2 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

Σε τι συνίσταται η κακοποίηση του κειμένου του Καβάσιλα Αμέθυστε; Το έχει αλλάξει;

amethystos είπε...

Η θεολογία τού Χρίσματος τής Παπικής αιρέσεως καθιστά τόν Χριστό απλό άνθρωπο, όχι τέλειο άνθρωπο καί τόν απλό άνΘρωπο χωρίς τά Μυστήρια τού Χριστού καί τό Μυστήριο τής Μετανοίας, Χριστό.

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...