Πέμπτη, 8 Ιουνίου 2017

Η ΠΡΟΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΤΙΚΗΣ ΠΑΡΑΝΟΪΚΗΣ ΕΡΜΗΝΕΙΑΣ ΤΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟΥ «ΙΝΑ ΩΣΙΝ ΕΝ» (6)

ΑΠΟ ΤΟΝ ΙΗΣΟΥ ΣΤΟΝ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟ
 
του Raniero Cantalamessa

Η Απώλεια του Εσχατολογικού ορίζοντος.

Τι πράγμα θα μπορούσε να εμποδίσει την έλευση και την δημιουργία εκείνη της Ρωμαϊκής χριστιανικής αυτοκρατορίας, να την μπερδέψουν με το χιλιετές βασίλειο που τόσο αναμενόταν; Σε κάθε περίπτωση τίποτε δεν μπόρεσε να εμποδίσει τον Ευσέβιο Καισαρείας, τον θεολόγο του Κωνσταντίνου. Επανεξέτασε με αυτή την έννοια όλη την χριστιανική εσχατολογία, ξεκινώντας πάλι από την Ιουδαϊκή έννοια ενός μεσσιανικού βασιλείου όλων των λαών, που θα πραγματοποιηθεί στο τέλος των χρόνων από τον Μεσσία. «Η Ρωμαϊκή αυτοκρατορία –γράφει ο Ε. Peterson– σε αυτή την θεωρία, που είναι ταυτόχρονα η θεωρία της αυτοκρατορίας του Κωνσταντίνου, γίνεται η πραγματοποίηση του μεσσιανικού βασιλείου. Σε αυτό γίνεται περιττή μια δεύτερη έλευση του Χριστού και καταργείται η χαρακτηριστική διαλεκτική της Χριστιανικής Εσχατολογίας σύμφωνα με την οποία το μεσσιανικό βασίλειο έχει ήδη έλθει, αλλά δεν θα ολοκληρωθεί παρά μόνον στον δεύτερο ερχομό του Κυρίου».
Ο Ευσέβιος φυσικά δεν υπήρξε ο μόνος, που παρασύρθηκε από την ευφορία της στιγμής, παρότι χρεώνεται σε αυτόν η προσπάθεια να δοθεί σε ένα τέτοιο γενικό συναίσθημα ένα ιδεολογικό περίγραμμα. Η εκκλησιαστική ιστοριογραφία διέκρινε με εντυπωσιακή ακρίβεια μια στιγμή της «στροφής» που από μόνη της μας δίνει περισσότερα από όλα τα βιβλία που αναφέρονται στις σκέψεις εκείνης της εποχής. Τελειώνοντας η σύνοδος της Νίκαιας, το 325, ο Κωνσταντίνος προσκάλεσε τους επισκόπους στο παλάτι του, σε ένα μεγάλο συμπόσιο. Ήταν επίσης και η εικοσαετία τής ενθρονίσεώς του στην αυτοκρατορία. Ο αυτοκράτορας ήταν στην υποδοχή ενώ η φρουρά παρουσίαζε τα όπλα. Υπήρχαν ανάμεσα στους παρόντες επισκόπους υπερήλικες που είχαν επιζήσει από τον τελευταίο διωγμό του Λικίνιου με τις ουλές ακόμη ορατές πάνω στα σώματά τους. Ο Παύλος ο Νεοκαισάρειας με τα χέρια παράλυτα λόγω των βασανιστηρίων που υπέστη με καμμένο σίδερο, ο Παφνούτιος ο Αιγύπτιος του οποίου είχαν κοπεί τα νεύρα του αριστερού τένοντος και είχε αφαιρεθεί το δεξί του μάτι, και άλλοι ακόμη. Μπρος σε ένα τόσο νέο θέαμα, προχωρούσαν με το στόμα ανοιχτό στην μεγάλη αίθουσα φορτωμένη χρυσό και βελούδα, έκθαμβοι από την πολυτέλεια. «Έμοιαζε –λέει ο Ιστορικός Ευσέβειος παρών στην σκηνή– σαν μια εικόνα της βασιλείας του Χριστού».
Τον τρίτο αιώνα ένας Χριστιανός καθόριζε έτσι –με ένα σημείο αναφοράς στην Ιστορία και ένα στην Εσχατολογία– τον απολογισμό του μαρτυρίου του Επισκόπου του: «Ο μάρτυρας Κυπριανός απεβίωσε κάτω από τον αυτοκράτορα Βαλεριανό, αλλά κάτω από την Βασιλεία του Κυρίου μας Ιησού Χριστού»(Μαρτύριο του Αγίου Κυπριανού). Η ένταση ανάμεσα στην Ρωμαϊκή αυτοκρατορία και την Βασιλεία του Χριστού, από την οποία είχε γεννηθεί αυτή η ανήκουστη χρονολογία, μετέωρη ανάμεσα στο σχετικό και στο απόλυτο, φαίνεται να έχει χαλαρώσει στην χριστιανική συνείδηση. Οι χριστιανοί ευχαριστιούνται τώρα πλέον και αυτοί να χρονολογούν τα γεγονότα αναφέροντάς τα στον ευλαβέστατο αυτοκράτορα Κωνσταντίνο.
Σε αυτή την αφομοίωση της Ουράνιας πολιτείας στην γήινη πολιτεία αντιστοιχεί, με τέλεια συνέπεια και συμφωνία με την διαφορετική αναδίπλωση των πραγμάτων που έφερε η «Κων/νιος στροφή», στην Δύση, η μεταμόρφωση της γήινης πολιτείας στην Ουράνια Ιερουσαλήμ, που υμνήθηκε από τον Χριστιανό ποιητή Προυντέντσιο. Εάν στο οριζόντιο επίπεδο της Ιστορίας η Αρχαία Ρώμη, κλασσική και εθνική, αφομοιώνεται στην χριστιανική Ρώμη, στο κάθετο επίπεδο της Εσχατολογίας, η γήινη Ρώμη αποθεώνεται στην Ουράνια Ρώμη, την οποία υμνεί το μαρτύριο του Αγίου Λορέντζου. Η Ουράνια Ιερουσαλήμ της Αποκάλυψης του Ιωάννη, με τα τείχη της, τις πύλες της, τους θρόνους και τις κορώνες, λαμβάνει τα χαρακτηριστικά μιας Ουράνιας Ρώμης, στην οποία οι άγιοι σχηματίζουν μια αιώνια Γερουσία και ο μάρτυρας είναι ο αιώνιος κυβερνήτης που φέρει την πολιτική κορώνα. Μια σύγχυση αντιθέτου φοράς αλλά λιγότερο προβληματική από εκείνη του Ευσέβειου. Αλλά και αυτή η σύγχυση, καθότι τείνει προς μια ασαφή χριστιανοποίηση της Ιδεολογίας της αιωνίου Ρώμης, η οποία αν εκληφθεί στα σοβαρά, θα προκαλούσε τελικά την απονεύρωση της αναλλοίωτης ετερότητος της ουρανίου πόλεως απέναντι σε κάθε γήινη πόλη. Η αντίθεση ανάμεσα στην Ιερουσαλήμ και την Βαβυλώνα, για την οποία ομιλούσαν στις αρχές του Χριστιανισμού ο Πέτρος (1 Πέτρου 5,13) και ο Ιωάννης (Αποκ. 14,8/18,10) χάνεται. Στην θέση της υπάρχει ο παραλληλισμός ανάμεσα στην γήινη Ρώμη και την Ουράνια Ρώμη.
Η οργάνωση των σχέσεων ανάμεσα στην Εκκλησία και την αυτοκρατορία στο θεολογικό και εσχατολογικό επίπεδο, υπήρξε λοιπόν πιο επικίνδυνη από εκείνη που πραγματοποιήθηκε στο πολιτικό και ιστορικό επίπεδο. Λόγω της ταυτίσεως της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας και της εσχατολογικής μεσσιανικής βασιλείας χάθηκε η βασική αντινομία της Χριστιανικής καταστάσεως που διακήρυξε ο Χριστός, από την στιγμή που «είμαι μέσα στον κόσμο» και «δεν είμαι του κόσμου τούτου», κατέληγαν να σημαίνουν την ίδια και ταυτόσημη πραγματικότητα: Είμαστε στην Ρωμαϊκή Χριστιανική αυτοκρατορία. Να είμαστε δηλαδή, να υπάρχουμε, όπως και οι άλλοι, στο σπίτι μας, στην πατρίδα μας, και όχι πλέον –όπως σκεπτόταν ο Ειρηναίος του δευτέρου αιώνος– σαν φιλοξενούμενοι εξομοιούμενοι με τους Εβραίους της Αιγύπτου, έτοιμοι για την έξοδο προς την Γη της Επαγγελίας. (Ειρηναίος, Κατά των αιρέσεων, IV, 30,3).
Η εσχατολογία, το ελατήριο όλης της ζωής της Εκκλησίας, κινδύνευε –εφόσον η Χριστιανική αίσθηση της μάζας εμπλεκόταν στα σοβαρά με αυτές τις θεωρίες των θεολόγων της αυλής– να χάσει την ετερότητά της, την αναγωγική της δύναμη και την διαλεκτική της πραγματικότητα σε σχέση με την Ιστορία, για να συμφιλιωθεί και να καθησυχάσει εσωτερικά σε αυτή (στην Ιστορία).
Ευτυχώς, σε αυτή την οξύτατη μορφή,  η αποεσχατολογικοποίηση του Χριστιανισμού, δεν διήρκεσε για πολύ. Λιγότερο από έναν αιώνα. Όσον αφορά την Δύση, το 410 η πτώση της Ρώμης θα πείσει όλους και μάλιστα αστραπιαία πως ο κόσμος –αντιθέτως από όσα είχαν γίνει πιστευτά μέχρι τότε– εννοούσε να προχωρήσει μπρος, να συνεχίσει, για λογαριασμό του, ακόμη και μετά την πτώση της Ρώμης. Τότε θα επιστρέψει στην επιφάνεια η ιδέα, η οποία είχε περιπέσει σε λήθη μετά τον Ωριγένη, των δύο πατρίδων και ο Αυγουστίνος θα μπορέσει να επανακατευθύνει τους Χριστιανούς προς την «πολιτεία του θεού». Η Ρωμαϊκή αυτοκρατορία, παρόλη την πρόσθεση του επιθέτου «χριστιανική», θα επιστρέψει να θεωρείται εκείνο που στην πραγματικότητα ήταν από πάντοτε: μια γήινη πόλις.

                                     ΤΕΛΟΣ

Αυτή η αποεσχατολογικοποίηση του Χριστιανισμού,επαναλαμβάνεται σήμερα σάν εκκοσμίκευση

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...