Τετάρτη, 28 Ιουνίου 2017

MARIE-DOMINIQUE RICHARD: Η ΠΡΟΦΟΡΙΚΗ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΤΟΥ ΠΛΑΤΩΝΑ (24)

                 
                             Μια νέα ερμηνεία του πλατωνισμού
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3Ο : ΤΟ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ ΤΗΣ ΠΡΟΦΟΡΙΚΗΣ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑΣ
Γ. ΟΙ ΑΡΧΕΣ: Το ΕΝ και η αόριστη ΔΥΑΔΑ

ΙΙ. ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΗ ΕΥΕΛΙΞΙΑ ΤΩΝ ΑΡΧΩΝ

3. Το Εν ως ρητή αιτία και η αόριστη Δυάδα ως υλική αιτία των όντων.
     
Image result for πλατωναςΕνώ το Εν είναι δύναμη προσδιορισμού και καθορισμού, η αόριστη Δυάδα αποτελεί την πρώτη και απεριόριστη ύλη πάνω στην οποία το Εν ασκεί την ενέργειά του. Ο καθορισμός της αόριστη Δυάδας, ως υλικής αρχής των όντων στο πλευρό της ρητής αρχής του Ενός, αποτελεί την απάντηση του Πλάτωνα στον πρόβλημα του Ενός και του Πολλαπλού: διότι εάν το Εν αποτελεί ανώτατη αρχή, πώς είναι δυνατό να υπάρξει το Ον; Εάν η αρχή είναι πραγματικά μια και απλή, πώς είναι δυνατόν τα νοητά όντα που γεννώνται από αυτήν να είναι πολλαπλά; Σύμφωνα με την θεωρία του Πλάτωνα, εάν θεωρήσουμε ότι το Εν υπάρχει καθαυτό, δεν μπορούμε να συλλάβουμε το Ον. Για να αποφύγει τον ελεατικό μονισμό, ο Πλάτων θεώρησε αναγκαίο να θέσει μια δεύτερη αρχή δίπλα στο Εν:
«Εάν από το Εν πρέπει να προκύψει το ον, θα πρέπει αυτό να είναι μια αόριστη δυάδα».
     Επομένως, αν το Εν είναι αρχή, θα πρέπει να συλλάβουμε το Ον, κατά την προέλευσή του και πριν από την σύσταση του σε νοητό Ον, ως αόριστη Δυάδα. Δια της μετοχή αυτής της Δυάδας στο Εν γεννώνται οι Αριθμοί (ιδανικοί και μαθηματικοί), τα Μεγέθη (ιδανικά και μαθηματικά), ο χώρος και ο αισθητός κόσμος.
4. Το Εν, θεμέλιο της αλήθειας των γνωστικών αντικειμένων, και αιτία της δυνατότητας γνωστικής επαφής με το υποκείμενο
     Το Εν είναι ταυτόχρονα αρχή της αλήθειας και της γνώσης (επιστήμη):
     Αριστ., Μετ., Δ 6, 1016b 20 κ. επ.: «Το να είναι κάτι Εν σημαίνει να είναι κάποιου είδους αρχή αριθμού:  το πρώτο μέτρο είναι αρχή, διότι αυτό το οποίο γνωρίζουμε πρώτο, αυτό είναι και το πρώτο μέτρο εκάστου γένους. Αρχή λοιπόν αυτού που μπορεί να γίνει γνωστό σχετικά με κάθε γένος, είναι το Εν.
     Ιάμβλιχος, Προτρεπτικός: « Διότι αυτό που προηγείται είναι πάντοτε περισσότερο γνωστό αυτού που έπεται, και αυτό που από τη φύση του είναι ανώτερο είναι γνωστότερο από αυτό που είναι από τη φύση του κατώτερο. Η επιστήμη αφορά πράγματι στα πράγματα που είναι ορισμένα και ταξινομημένα μάλλον παρά στα ενάντιά τους, και επίσης, μάλλον στις αιτίες παρά στα αποτελέσματα.»
     Γνωρίζω επομένως σημαίνει μετρώ με την βοήθεια μιας ειδικής για κάθε ιδιαίτερο αντικείμενο μονάδας. Άρα, αν αφ’ ενός γνώση δεν είναι παρά το νοητό μέτρο, και αν αυτό που μας οδηγεί, ως πρώτο, στη γνώση ενός αντικειμένου είναι επίσης η μονάδα μέτρησης, και αν αφ’ ετέρου η γνώση προοδεύει ανυψούμενη προς νοητές ενότητες διαρκώς και περισσότερο κατανοητές, και προς οπτικά πεδία όλο και περισσότερο συνοπτικά, το Εν, μοναδική πηγή της γνώσης, θα είναι επίσης η ανώτατη διαλεκτική μονάδα μέτρησης. Τα μέτρα που προκύπτουν από αυτή την απόλυτη μονάδα θα είναι τα πλέον σαφήακριβή και αληθή, Φίληβος 58 c. Γι’ αυτό ακριβώς το λόγο το Εν είναι η «Επιτομή» της αλήθειας (αυτό το αληθές, το αληθέστατον).
     Θα πρέπει να προσθέσουμε εδώ ότι ο νους αντιπροσωπεύει ένα τρόπο ύπαρξη του Ενός: νουν μεν το εν. Η ενότητα της νοητής ψυχής είναι πράγματι προϋπόθεση κάθε ανώτερης γνώσης (επέκεινα της ουσίας).
5. Το Εν-Αγαθό πηγή αρετής και η Δυάδα πηγή του Κακού.
     Ο αξιολογικός χαρακτήρας του Ενός συνίσταται στο ότι αποτελεί «μέτρο» (μέτρον, μέτριον), «όριο» (πέρας), «μέσον» και «τάξη» (κόσμος, τάξης). Για τούτο αρκετές μαρτυρίες ταυτίζουν το Εν με το ίδιο το Αγαθό, και ορίζουν το Εν ως την αιτία όλων των αγαθών ή ακόμη και ως την πηγή του νοήματος του κάθε όντος. Θα παραθέσουμε κείμενα που αναφέρονται στην ταυτότητα του Ενός με το Αγαθό:
     Αριστ., Μετ., Α 6, 988a 14: «Ο Πλάτων τοποθέτησε την αιτία του Αγαθού σε ένα από αυτά τα δύο στοιχεία (το Εν και τη Δυάδα)
     Αριστ.,Μετ., Ν 4, 1091b 13-14: «Ακόμη και από αυτούς που λένε ότι υπάρχουν ακίνητες ουσίες, ορισμένοι υποστηρίζουν ότι το Εν είναι το ίδιο του Αγαθό
     Αριστ., Ηθ. Ευδ., Ι 8 1218a 25 κ. επ.: «Υπάρχει και μια ριψοκίνδυνα μεταφορική απόδειξη κατά την οποία το Εν θα ήταν το ίδιο το Αγαθό επειδή προς αυτό τείνουν οι αριθμοί
     Θεόφραστος, Μετ.IX, 11a 27κ. επ.: «Ο Πλάτων και οι Πυθαγόρειοι τοποθετούν (μεταξύ την νοητής Πραγματικότητας και του αισθητού κόσμου) μια σημαντική απόσταση, αλλά υποστηρίζουν ότι όλα τα αισθητά όντα μιμούνται τα νοητά όντα. Εντούτοις, παρότι αποδέχονται ένα είδος αντίθεσης ανάμεσα στο Εν και την Αόριστη Δυάδα, από την οποία ουσιαστικά εξαρτάται το αόριστο και το αταξινόμητο, καθώς και οτιδήποτε είναι άμορφο, τους είναι απολύτως αδύνατο να αγνοήσουν την αόριστη Δυάδα όταν πρόκειται να θεωρήσουν τη φύση του σύμπαντος σαν ένα σύνολο, αλλά λένε ότι αυτή παίζει κατά κάποιο τρόπο έναν αντίστοιχο, ή ακόμη και σημαντικότερο ρόλο από την άλλη αρχή: πράγμα που σημαίνει ότι οι ίδιες οι αρχές είναι κατ’ αυτούς ενάντιες».
     Αριστόξενος, Αρμονικά Στοιχεία, ΙΙ: «Όπως επανειλημμένα διηγείτο ο Αριστοτέλης, τούτο συνέβη στους περισσότερους από αυτούς που άκουσαν από τον Πλάτωνα τη Διάλεξη περί του Αγαθού. Όλοι είχαν παρευρεθεί πιστεύοντας ότι θα μιλήσει για κάτι από αυτά που αποτελούν τα ανθρώπινα αγαθά, όπως ο πλούτος, η υγεία, η φυσική δύναμη, και γενικότερα για κάτι που συντελεί στην εξέχουσα ευδαιμονία· όταν όμως αποδείχθηκε ότι η ομιλία του Πλάτωνα αφορούσε στα Μαθηματικά, δηλαδή στους αριθμούς, την Γεωμετρία και την Αστρονομία, και τέλος ότι το Αγαθό είναι το Εν, τούτο πιστεύω τους φάνηκε εντελώς αταίριαστο· έτσι μερικοί περιφρόνησαν το θέμα και άλλοι το αποδοκίμασαν.
     Η κατάθεση του Σέξτου Εμπειρικού έχει επίσης τη σημασία της διότι εκεί η κατάταξη των εναντίων δείχνει ότι οι θετικές αξίες (δίκαιος, επωφελής, ευσεβής, κατά φύσιν) ανήκουν στην κατηγορία της Ισότητας, η οποία υπάγεται στο Εν, ενώ οι αρνητικές αξίες (άδικος, περιττός, ασεβής, παρά φύσιν) τοποθετούνται στο πλευρό της ύλης και του αόριστου.
     Η Δυάδα, ως αρχή της Υπερβολής και της Έλλειψης, είναι η αρχή του Κακού:
     Αριστ., Μετ., Α 6, 988a 14: «Ο Πλάτων τοποθέτησε επιπλέον στο ένα από τα δύο στοιχεία του την αιτία του Αγαθού, και στο άλλο την αιτία του Κακού…»
     Αριστ., Μετ., Λ 10, 1075a 34: «Επιπλέον τα πάντα θα ήσαν μέρος του Κακού, εκτός από το Εν, αφού το ίδιο του Κακό είναι το ένα από τα δύο στοιχεία»
     Αριστ., Μετ., Ν 4, 1091b 35: «Η αντίθετη αρχή του Ενός, είτε πρόκειται για την Πολλαπλότητα, είτε για το Άνισο, δηλαδή το Μέγα και Μικρό, θα είναι το Κακό καθαυτό»
     Εκτός από αυτά τα κείμενα θα μπορούσαμε επίσης να παραθέσουμε τα αποσπάσματα 25 c κ. επ. του Φίληβου, και 283 c κ. επ. του Πολιτικού, καθώς και τις παραγράφους 263-264 της μαρτυρίας του Σέξτου.
     Θα πρέπει τώρα να υπογραμμίσουμε, ότι σύμφωνα με τον H.J. Krämer, οι μαρτυρίες αυτές φωτίζουν το νόημα της φύσης του Αγαθού, το οποίο στους Διαλόγους είναι συγκαλυμμένο, καθώς και το νόημα του προσδιορισμού που συνοδεύει το Αγαθό ως «υπερέχον του Όντος σε αξία και δύναμη» (έτι επέκεινα της ουσίας πρεσβεία και δυνάμει υπερέχοντος), στο απόσπασμα 509b 9-10 της Πολιτείας. Στο απόσπασμα αυτό ο Πλάτων παραμερίζει ρητά την ουσία του Αγαθού (τί εστί), και καθορίζει μόνο τις λειτουργίες του. Είναι όμως σαφές, κατά τον H.J. Krämer, ότι οι λειτουργίες και οι ιδιότητες του Αγαθού, στις οποίες συμπεριλαμβάνεται και η «Υπερουσιότητά» του, προκύπτουν αναγκαία από την ουσία του και γίνονται κατανοητές μόνο μέσα απ’ αυτήν. Στην συνέχεια ο H.J. Krämer επικαλείται την μαρτυρία του Πρόκλου, ο οποίος αποδίδει στον Πλάτωνα την θεωρία της «υπερουσιότητας» του Ενός («το Εν είναι επέκεινα του Όντος»), και την θεωρεί φιλοσοφική συνέπεια της ελεατικής προβληματικής και της υπέρβασής της από τον Πλάτωνα. Επομένως, αν η «υπερουσιότητα» του Ενός προκύπτει από τον διαχωρισμό που έκανε ο Ζήνων ο Ελεάτης, ανάμεσα στο Εν και το Πολλαπλό, δηλαδή δεν είναι εξελικτικά δυνατή παρά μόνο ξεκινώντας από το Εν, το Αγαθό, οριζόμενο στην Πολιτεία ως επέκεινα της ουσίας υπερέχον, θα πρέπει να είναι το Εν. Η διαπίστωση αυτή συμπίπτει απόλυτα με τα κείμενα που μόλις παραθέσαμε. Στην Πολιτεία ο Πλάτων χρησιμοποιεί τον όρο Αγαθό για τους αντικειμενικούς σκοπούς αυτού του Διαλόγου: τοποθετεί στο πρώτο πλάνο το αξιολογικό του νόημα επειδή η Πολιτεία είναι κυρίως ένα έργο κοινωνικής ηθικής.
     Το Αγαθό είναι λοιπόν το ίδιο το Εν. Από τους δύο όρους πρώτιστα ουσιώδες δεν είναι το Αγαθό, αλλά το Εν: το Εν δεν είναι ένας προσδιορισμός του Αγαθού, αλλά αντίθετα το Αγαθό αποτελεί γνώρισμα του Ενός· το Εν είναι  η πραγματική Ουσία μέσα από την οποία πραγματώνεται το Αγάθο, και δια της οποίας καθίσταται και το ίδιο Ουσία. Επομένως το Αγαθό δεν καθίσταται πρώτη και αιώνια αρχή, μια αυταξία, επειδή είναι το Αγαθό, αλλά επειδή είναι το Εν. Πράγματι για τον Πλάτωνα όλες οι ιδιότητες που αποδίδονται στο Αγαθό είναι δυνατόν να εκπορεύονται από την οριοθετική και γνωσιολογική δύναμη του Ενός. Έτσι η έννοια της αρετής – μέσος όρος μεταξύ δύο άκρων (μέσον των εσχάτων) – δεν είναι κατανοητή χωρίς την αναφορά σε μια μαθηματικο-οντολογική δομή της μεσότητας, που επιβάλει μια οριοθέτηση στην ατέρμονη ταλάντευση μεταξύ Υπερβολής και Έλλειψης. Αυτή η μεσότης ανήκει στην κατηγορία του Ίσου που είναι και το ίδιο ένας προσδιορισμός του Ενός και συνιστά την οντολογική δομή του Αγαθού. Η αρετή του κάθε όντος προκύπτει ταυτόχρονα από μια ισορροπία (μέτριον) που της εξασφαλίζει την απόσταση από την Υπερβολή και από την Έλλειψη, και από μια (κάθετη) σχέση συμμετοχής στο Εν.
     Αποτέλεσμα όλων αυτών είναι ότι η έννοια της αρετής στον Πλάτωνα είναι αδιάσπαστα οντολογική και αξιολογική.
III. H ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΗΣ ΕΝΝΟΙΑΣ ΤΟΥ «ΔΥΑΛΙΣΜΟΥ» ΣΤΗΝ ΠΡΟΦΟΡΙΚΗ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΤΟΥ ΠΛΑΤΩΝΑ
     Τα χαρακτηριστικά των αρχών στην προφορική διδασκαλία του Πλάτωνα εμφανίζονται ώς εξής: Όπως προκύπτει από τις μέχρι τώρα αναλύσεις μας, θεμελιώδους σημασίας για τον Πλάτωνα είναι η δυαλιστική δομή. Ο «δυαλισμός» εκφράζεται με την παρουσία δίπλα σε μια πρώτη αρχή μιας δεύτερης αρχής η οποία δεν εκπορεύεται από την πρώτη. Όπως προκύπτει από τις περισσότερες μαρτυρίες, χωρίς την αόριστη Δυάδα, το Εν θα ήταν αδύνατον να δημιουργήσει οτιδήποτε. Επομένως το γεγονός ότι η δεύτερη αρχή δεν έχει ίση αξία με τον Εν δεν αποδυναμώνει καθόλου την έννοια του «πλατωνικού δυαλισμού». Αλλά ενώ το Εν τοποθετείται εκείθε του Είναι (ϋberseiend), η αόριστη Δυάδα παραμένει εδώθε του Είναι (unterseiend).
     Το συμπέρασμα που προκύπτει, σύμφωνα με πολυπληθείς μαρτυρίες είναι ότι προοπτική του Πλάτωνα υπήρξε η συστηματοποίηση του συνόλου της γνώσης και του συνόλου της πραγματικότητας μέσα από ένα διπλό εγχείρημα, την μείωση στις αρχές και την εκπόρευση από τις αρχές. Η άνοδος και η κάθοδος υπόκεινται ασφαλώς σε διαβαθμίσεις. Πρόκειται για μια οντολογική ιεράρχηση του πλατωνικού σύμπαντος.
     Ανάμεσα στο Περατό, που βρίσκεται στην κορυφή, και το Απεριόριστο που τοποθετείται στη βάση, κατανέμονται τα γένη των ακόλουθων όντων:
        –  Οι ανώτερες Ιδέες, που εκπροσωπούνται από την Δεκάδα και μπορούμε να τις θεωρήσουμε ως πραγματικές ενότητες, παρότι ορίζονται από τις «αιτίες» : η διχοτόμηση ή ο διπλασιασμός που τις αναδεικνύει δηλώνει ήδη την παρουσία της δεύτερης αρχής.
       – Οι επιμέρους Ιδέες, που δεν ανήκουν πλέον στο χώρο των «αριθμών», αλλά ορίζονται από σχέσεις που παρεμβαίνουν στην διχοτομική διαίρεση των γενών, σχέση στην οποία εισέρχεται πάντοτε ένα «άλογο» στοιχείο : στο χαμηλότερο σημείο αυτών των Ιδεών βρίσκεται το άτομο είδος.
        – Η Ψυχή (Ψυχή του Κόσμου και σύστημα των ιδιαίτερων ψυχών), «ενδιάμεση»  περιοχή μεταξύ των Ιδεών και του αισθητού κόσμου.
       – Το αισθητό, ή ο κόσμος των σωμάτων.
     Τα διαφορετικά οντολογικά επίπεδα υπακούουν σε ένα κοινό μέτρο και ακολουθούν μια πανομοιότυπη μαθηματική δομή: τη διαστατική δομή (Αριθμός – Γραμμή – Επιφάνεια – Όγκος). Η μαθηματική επιστήμη προσφέρει έτσι ένα πρότυπο «μείωσης» στην ενότητα (μονάδα), που καθιστά κατανοητό τον διαχωρισμό και την συμμετοχή. Ο ρόλος των μαθηματικών στην πλατωνική οντολογία ερμηνεύεται από το γεγονός ότι οι μαθηματικές Μονάδες συνιστούν για τον Πλάτωνα έναν ενδιάμεσο χώρο στον οποίο συμπυκνώνεται η δομή της συνολικής πραγματικότητας.
     Χάρη στην μαθηματικοποίηση της οντολογίας ο Πλάτων μπόρεσε να προσεγγίσει την λύση του κλασσικού φιλοσοφικού προβλήματος της σχέσης ανάμεσα στο Μέρος και το Όλο, το Εν και το Πολλαπλό, το Αυτό και το Έτερο.

     Τέλος, είναι φανερό, ότι η ρητή αρχή που κυριαρχεί αυτής της μεγαλειώδους σύνθεσης επέχει την θέση αξίας, έτσι που ο Πλάτων μπορούσε να δώσει στο έργο που αποτελεί την έκφραση της προσπάθειάς του για ενότητα, τον τίτλο «Περί του Αγαθού».

(συνεχίζεται)  

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...