Δευτέρα, 26 Ιουνίου 2017

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ ΚΑΙ "ΑΝΑΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΟΝΤΟΣ"- PAUL GRENET (1)

P A U L   G R E N E T

Ο ΑΓΙΟΣ ΘΩΜΑΣ ΑΚΙΝΑΤΗΣ ΒΡΗΚΕ ΣΤΟΝ ΑΡΙΣΤΟΤΈΛΗ ΤΗΝ «ΑΝΑΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΟΝΤΟΣ»;
    
Image result for P A U L   G R E N E TΣε αντίθεση με τους ισχυρισμούς της ακαδημαϊκής παράδοσης,  κυρίως τής σχολαστικής και μάλιστα της νέο-σχολαστικής, θα πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι ο Αριστοτέλης δεν αναφέρθηκε ποτέ στην αναλογία τού όντος.
     Ο R.G. Muskens επιβεβαιώνει το γεγονός, ενώ ο P. Aubenque πρότεινε  και μια ερμηνεία. Ποια είναι επομένως τα στοιχεία που μας παρέδωσαν ο Αριστοτέλης και οι διάδοχοί του σχετικά τόσο με το θέμα τής αναλογίας όσο και με αυτό τού όντος;
     Ως προς την αναλογία; μια έννοια μαθηματικής προέλευσης (αναλογία τεσσάρων όρων ανά δύο ζεύγη), στην οποία ο Πλάτων είχε ήδη αποδώσει ποιοτικό περιεχόμενο, και την οποία ο Αριστοτέλης εφαρμόζει – αφ’ ενός στην ηθική (ακλουθώντας και πάλι τον Πλάτωνα), προκειμένου να ρυθμίσει την διανεμητική δικαιοσύνη όχι στη βάση τής αριθμητικής ισότητας αλλά σε αυτήν της γεωμετρικής αναλογίας – αφ’ ετέρου στην βιολογία , προκειμένου να ανιχνεύσει τις λειτουργικές ομοιότητες οργανισμών που ανήκουν σε διαφορετικά γένη – και τέλος στην μεταφυσική τού Αγαθού, τού Ενός, τού Ενεργεία και τού Δυνάμει.
    Ως προς το ον; μια αναφορά στο προς εν, το μοναδικό μέσο που ανακάλυψε ο Αριστοτέλης για να ενοποιήσει κατά το δυνατόν τα διαφορετικά νοήματα του όντος.
     Είναι επομένως, εκ πρώτης όψεως, προφανές, ότι ο άγιος Θωμάς δεν θα ήταν δυνατόν να ανακάλυψε στον Αριστοτέλης την analogia entis, για τον απλούστατο λόγο ότι δεν μπορούμε να βρούμε κάτι εκεί που δεν υπάρχει.

1. Η ΕΝΝΟΙΑ ΑΝΑΛΟΓΙΑ ΧΑΝΕΙ ΤΟ ΚΥΡΙΟΛΕΚΤΙΚΟ ΝΟΗΜΑ ΤΗΣ ΥΠΟ ΤΗΝ ΕΠΙΔΡΑΣΗ ΜΙΑΣ ΜΗ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΙΚΗΣ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ.
    
Ανάμεσα στην αριστοτελική χρήση του όρου αναλογία και τη χρήση του από τον Ακινάτη σε σχέση με το όν, υπάρχει ασφαλώς μια σαφής μεταμόρφωση  νοήματος.
     Η διαφοροποίηση νοήματος μιας λέξης οφείλονταν πιθανότατα στην ακαδημαϊκή τακτική. Πράγματι στις σχολές που αναδύθηκαν από την αριστοτελική παράδοση έγιναν ανακατατάξεις λέξεων και συρρικνώσεις εννοιών.
     Στον Πορφύριο, για παράδειγμα (Περί των Κατηγοριών του Αριστοτέλη) τα ομώνυμα κατατάσσονται σε δύο κατηγορίες: τα από τύχης και τα από διανοίας (aequivoca a cocilio, κατά τους Λατίνους)· και αυτά τα δεύτερα επίσης υποδιαιρούνται σε τέσσερα είδη με βάση την προέλευσή τους από την ομοιότητα, την αναλογία, την σχέση τους προς εν, ή την σχέση αφ’ ενός. Επομένως η αναλογία και το προς εν είναι δύο είδη του αυτού γένους, και βρίσκονται και τα δύο στο ίδιο επίπεδο με την ομοιότητα. Οι στοχαστές του λατινικού μεσαίωνα θα ανακαλύψουν την ίδια αποτύπωση στο Σχόλιο περί των Κατηγοριών του Βοήθιου.
     Ο Φιλόπονος έκανε ένα επιπλέον βήμα στην κατεύθυνση τής προσέγγισης τού προς εν με την ομοιότητα. Κατά την άποψή του η σχέση προς εν αντιπροσωπεύει την εξάρτηση από το τελικό αίτιο, ενώ η σχέση αφ’ ενός την εξάρτηση από την τελεσιουργό αιτία. Προσθέτει όμως ότι το αφ’ ενός προσδιορίζει επίσης την σχέση με την αιτία τού παραδείγματος. Και επειδή το προς εν και το αφ’ ενός δεν αποσυνδέονται εύκολα, ολόκληρο το νόημα τής έννοιας τού προς εν κατευθύνεται προς την ομοιότητα. (Περί Κατηγοριών).
     Αντιθέτως, κατά τον Φιλόπονο πάντα, η αναλογία είναι αυτή που με τη σειρά της στηρίζεται σε μια σχέση αφ’ ενός, όπως ακριβώς συμβαίνει με μια μεταφορική αναλογία. Για παράδειγμα το «πόδι» ενός επίπλου ονομάζεται έτσι κατ’ αναλογία προς το πόδι του ανθρώπου. Αλλά η ονομασία προέρχεται από τον άνθρωπο (αφ’ ενός).
     Η ολίσθηση του νοήματος της αναλογίας προς την ομοιότητα ολοκληρώνεται υπό την επίδραση της νεοπλατωνικής θεολογίας στην ειδωλολατρία και της βιβλικής θεολογίας στον χριστιανισμό.
     Κατ’ αρχήν η διατύπωση αφ’ ενός και προς εν αποκτά στον νεοπλατωνισμό θεολογικό νόημα. Στον  Πρόκλο π.χ. περιγράφει την πρόοδο και την επιστροφή. Στη συνέχεια, ο Πρόκλος και πάλι (στο Περί του Παρμενίδη), καταλήγει με άνεση στην διαπίστωση ότι εάν όλα τα όντα ανάγονται σε ένα και το ίδιο, πρώτο Ον, τούτο σημαίνει ότι όλα συνδέονται αμοιβαία μεταξύ τους (ώστε και τα όντα της μιας εστί μονάδος ή πρώτως και λέγεται όν, δι’ ήν και ταύτα κατά την εαυτών τάξιν καί εστι και επονομάζεται όντα και από ταύτης πάντα τα όντα συμπαθή εστίν αλλήλοις και τα αυτά πως καθόσον εξ ενός όντος εστί).
     Και έτσι σταδιακά η αναλογία κατέληξε να προσδιορίζει την οντολογική βάση τής ομοιότητας όλων των όντων (συμπαθή): την οντολογική συνέχεια που συνδέει όλα τα κατώτερα όντα με το Πρώτο ον, μέσω μιας κλιμακούμενης εκπόρευσης. Αυτή η πρόοδος του Σύμπαντος από το Εν, μέσα από μια τάξη αρμονική, καταλήγει να ονομάζεται αναλογία. Στο βαθμό που το πολλαπλό προσεγγίζει το Εν, καθιερώνονται παντού ομοιογενείς σχέσεις. Και το γεγονός της καθιέρωσης αυτών των ομοιογενών σχέσεων, διαχέεται, διαδίδεται και κοινωνείται σε μια και μοναδική ουσιώδη ποιότητα. Ο Πρόκλος την αποκαλεί αναλογία άνωθεν άχρι των τελευταίων (στο Περί του Τίμαιου).
     Ο όρος αναλογία, χωρίς να έχει απολέσει το ετυμολογικό του νόημα τής ομοιότητας των σχέσεων, αρχίζει να γίνεται συνώνυμος της «ομοιότητας τηρουμένων των αναλογιών».
     Η διαπίστωση αυτή αποκτά μεγαλύτερη σαφήνεια στον Ψευδο-Διονύσιο Αρεοπαγίτη. Κατ’ αυτόν αναλογία είναι η αναλογική κατανομή των ιδιοτήτων ή των χαρισμάτων, δηλαδή των εξ ύψους δωρεών, στα διάφορα κατώτερα όντα, κατά την δυνατότητα αποδοχής τους.
     Η αναλογία (όπως και η συμμετρία), προσδιορίζει «τον ανώτερο δυνατό ιδανικό βαθμό συμμετοχής του κάθε όντος στο θείο στοιχείο». «Ιδιότητα τής Αιτίας όλων των πραγμάτων είναι να καλεί τα όντα να μετάσχουν σ’ αυτήν, όπως έχει οριστεί για καθένα από αυτά κατά την δική του αναλογία (ως εκάστω των όντων ώρισται προς της οικείας αναλογίας, Περί της Ουρανίου Ιεραρχίας 177c). Η μετοχή στον Θεό είναι επομένως κοινό γνώρισμα όλων θεοειδών διανοιών (κοινόν εστι πάσι τοις θεοειδέσι των νοερών), αλλά «η ικανότητα της συμμετοχής τους» ορίζεται ανάλογα με τη θέση τους στην ιεραρχία (κατά τάξιν), σύμφωνα με την αναλογία εκάστου (ως εκάστω προς της οικείας αναλογίας ώρισται).
     Αυτό που ισχύει κατά την κάθοδο, ισχύει επίσης και κατά την άνοδο: ξεκινώντας από την ελάχιστη αναλογία, θα πρέπει να ανυψωθούμε μέχρι την τέλεια αναλογία. Διότι η κοινωνία με τον Θεό διευρύνεται όσο επεκτείνεται η αγάπη προς αυτόν. «Ο Θεός προωθεί τις διάνοιες ανάλογα με τις δυνατότητες ανύψωσής τους» (αεί ανατείνειν αυτάς επί τα πρόσω, κατά την σφων εις ανάνευσιν αναλογίαν). Πεδίο εφαρμογής αυτής την αναλογίας, είναι τόσο οι σχέσεις του αγγελικού κόσμου με τον Θεό, όσο και οι σχέσεις κοινωνίας στον ανθρώπινο πνευματικό κόσμο ανάμεσα σε έναν Ανώτερο (πνευματικό άνθρωπο) και τους κατώτερους.
     Μία ακόμη παρατήρηση πριν ολοκληρώσουμε την μελέτη μας σε σχέση με τον Διονύσιο: παρότι χρησιμοποιεί συχνά τον όρο αναλογία όταν αναφέρεται στην κάθοδο από το ύψιστο Αγαθό στα κοινά αγαθά, δεν έχω την εντύπωση ότι έκανε χρήση του όρου σε σχέση με το ον.
     Και εδώ επίσης η ιδέα της αναλογικότητας παραμένει ισχυρή στο νόημα της λέξεως αναλογία, αλλά επίσης η ιδέα της ομοιότητας σε συνδυασμό με την διαφορά αρχίζει νά επικρατεί.
     Στην ελληνική γλώσσα δεν ήταν εύκολη η ταύτιση της σχέσεως προς εν, και ακόμη περισσότερο της περίφρασης τής διπλής σχέσεως αφ’ ενός και προς εν, με την αναλογία. Η περίφραση ήταν επαρκής, ενώ η ετυμολογία τής λέξεως αναλογία εμπόδιζε την αυτόματη ταύτιση.
     Αντίθετα, η έννοια της αναλογίας σε άλλα γλωσσικά ιδιώματα, ακόμη και με την κυριολεκτική εκδοχή της, είναι εύκολο να προσλάβει το καινούργιο, ευρύτερο και λιγότερο θεσμικό νόημα της ομοιότητας σε συνδυασμό με την διαφορά.
    Στην αραβική γλώσσα για παράδειγμα, όπως μαρτυρεί ο Lyttkens, παρότι δεν γνωρίζουμε ποια ακριβώς στιγμή, είναι γεγονός αναμφισβήτητο ότι η αναλογία απέκτησε το αντίστοιχο νόημα του αφ’ ενός και προς εν.
    Ο Αβερρόης, για παράδειγμα, αναφέρει την ύπαρξη «ειδών αναλογίας» και εξηγεί ότι «υπάρχουν συγκεκριμένα ονόματα των οποίων η σημασία αναφέρεται σε πολλά πράγματα, τα οποία όμως μπορούν να αναφέρονται επίσης και σε ένα πράγμα, ανάλογα με το αν αυτό προηγείται ή έπεται». (Θα έπρεπε όμως να μπορούμε να αναφερθούμε εκτενώς στην αραβική γλώσσα προκειμένου να καταλήξουμε στο αν καλύφθηκε η απόσταση που χώριζε στον Αριστοτέλη την αναλογία των τεσσάρων όρων από την σχέση των δύο όρων).
     Ας περάσουμε λοιπόν στους Λατίνους, αφού όπως είναι γνωστό η διδασκαλία και ο τρόπος σκέψης τους επηρέασαν αποφασιστικά το φιλοσοφικό ύφος του Θωμά Ακινάτη.
     Από τους Λατίνους επιλέγουμε τον άγιο Αλβέρτο τον Μέγα, τον κατεξοχήν διδάσκαλο του Θωμά.
     Στα έργα του ο όρος αναλογία, μεταφερόμενος στην λατινική γλώσσα, χάνει εντελώς τον αναλογικό του χαρακτήρα, και ως analogia προσδιορίζει φανερά την ομοιότητα σε σχέση με την διαφορά.
     Για να κατανοήσουμε καλύτερα αυτό το γεγονός ας θυμηθούμε ότι ο Αλβέρτος είχε βαθύτατα επηρεασθεί από την αυγουστίνια θεολογία. Γνωρίζει και χρησιμοποιεί τους όρους ίχνος και εικόνα, οι οποίοι για τον άγιο Αυγουστίνο προσδιορίζουν αυτό που μοιάζει κατά ένα μέρος, δηλαδή ατελώς, σε ένα πρότυπο.
     Ο Αλβέρτος προχώρησε στην θεολογική τους εφαρμογή: το Πρότυπο ή (με τεχνικούς όρους) η Υποδειγματική Αιτία, είναι ο Θεός. Επομένως εμπεριέχει ο ίδιος το πρότυπο των έργων του. Έτσι η έννοια της ομοιότητας γίνεται πιο συγκεκριμένη. Κατά τί όμως η ομοιότητα παράμενε σχετική;
     Είναι σχετική διότι αποτελεί μόνο μετοχή και όχι κατοχή. Ως ίχνος τής υποδειγματικής αιτίας, το δημιούργημα δεν μπορεί να ομοιάσει στον Θεό παρά μόνο μερικώς, διότι οι ιδιότητες του Θεού κοινωνούνται στα δημιουργήματα δια της απλής μετοχής. Όπως σημειώνει ο Αλβέρτος «κατ’ αναλογία της μετοχής».
     Σε πολλά αποσπάσματα του έργου του ο Αλβέρτος αναφέρεται στην αναλογία με την καθαυτό ελληνική σημασία της: στην περίπτωση αυτή ο όρος έχει το ίδιο νόημα με αυτό που του αποδίδει ο Διονύσιος – δηλαδή για μια έννοια που εκφράζει επίσης την καθοδική ιεραρχία, κατά την οποία κάθε κατώτερο ον μετέχει στο ανώτερο ανάλογα με την ικανότητα αποδοχής του. Αλλά το καθαυτό αναλογικό νόημα τής έννοιας, στον Αλβέρτο το Μέγα, αποδίδεται ρητά μόνο στους Αγγέλους.
     Όταν προσεγγίζουμε τις αναλογίες ομοιότητας και σύγκρισης όμως το νόημα τής αναλογικότητας μοιάζει να εξασθενίζει, ενώ αναδεικνύονται δύο συγγενείς έννοιες.
    Ο Αλβέρτος αποδέχεται κατ’ αρχήν αυτήν που αποκαλεί αναλογία της μετοχής: «Υπάρχει ένα είδος αναλογίας, η οποία αναφέρεται σε ένα εξέχoν και περίοπτο ον». Πρόκειται κατά μια έννοια στην σχέση προς εν, όπως την κατανοεί στην ιεραρχική προοπτικής της ο Διονύσιος: πρόκειται για την περίπτωση που η έννοια αναφέρεται σε ένα υποκείμενο που μετέχει κατ’ αναλογίαν. Εδώ ο Αλβέρτος μας δίνει παραδείγματα που αναφέρονται σε αποσπάσματα από το Περί θείων ονομάτων ( Κεφ. IV,  Ι,  106) του Διονύσιου Αρεοπαγίτου, στα οποία γίνεται λόγος για το ύψιστο Αγαθό: «Αποστέλλει τις ακτίνες τής απόλυτης αγαθότητάς του σε όλα τα όντα κατ’ αναλογίαν».
    Αλλά η μετοχή στο αγαθό, που στον Διονύσιο εμφανίζεται κατ’ αναλογίαν προς την ιεραρχία, στον Αλβέρτο περιορίζεται στο μέγιστο και το ελάχιστο, χωρίς όμως να τον εμποδίζει να χρησιμοποιεί τον ελληνικό όρο αναλογία.
     Ο Αλβέρτος διατηρεί τον ελληνικό όρο ακόμη και όταν αναφέρεται στην σχέση προς εν του Αριστοτέλη, την οποία όμως ο Αριστοτέλης δεν αποκάλεσε ποτέ αναλογία. Έτσι καταλήγουμε στην δεύτερη μορφή αναλογίας, την οποία χρησιμοποιεί συνηθέστερα ο Αλβέρτος ο Μέγας: την αναλογία προς εν.
     Είναι αυτή που συναντάται συνήθως στο έργο του και στοιχειοθετείται δια της λογικής. Ο Αλβέρτος δεν διστάζει λοιπόν να αποκαλέσει αναλογία την μετοχή στην σχέση προς εν. Επιπλέον η έννοια της αναλογίας μοιάζει να έχει χάσει εντελώς το νόημά της στον ορισμό που δίνει ο Αλβέρτος στο αναλογικό στο έργο του Summa Theologiae, και κατά τον οποίο αναλογία σημαίνει απλώς σχέση. Πρόκειται για τον προσδιορισμό μιας καθαρά αριστοτελικής ιδέας με μία λέξη την οποία ο Αριστοτέλης γνώριζε αλλά ποτέ δεν χρησιμοποίησε με αυτή την έννοια.
     Αυτή όμως η λανθασμένη ερμηνεία, αν όντως πρόκειται για κάτι τέτοιο, διευκόλυνε την προσέγγιση ανάμεσα στις καθαυτό αριστοτελικές θεωρίες, και την σύλληψη τής έννοιας της μετοχής από τον Πλάτωνα: «Εάν λέγω, μπορούμε να ερμηνεύσουμε με αυτό τον τρόπο την ουσία, την πρώτη και αληθέστερη θα αποδώσουμε στον Θεό, και την ύστερη, κατά την αναλογία της μετοχής σ’ αυτήν, θα αποδώσουμε στα πλάσματα της δημιουργίας».
    Επομένως, το πρότερο και το ύστερο στηρίζεται στην αναλογία, αφού όπως είδαμε η ιδιότητα είναι «στην μία περίπτωση εξέχουσα» και «στην άλλη μια μεταξύ πολλών», και πιο συγκεκριμένα «αυτούσια στο άκτιστο αγαθό, αλλά υπαγόμενη σε όρια για τα υπόλοιπα όντα». Όπου η λέξη «όριο» στην ακαδημαϊκή λατινική γλώσσα εμπεριέχει πάντοτε την ιδέα του «μέτρου».
     Εδώ ανατρέπεται η ορολογία του Αριστοτέλη… εκτός αν δεχτούμε ότι εμβαθύνεται, αφού η σχέση του προς εν εξακολουθεί να είναι παρούσα, υποδεικνύοντας μιαν αναλογία ανάμεσα στην προκαθορισμένη τελειότητα και τα υποκείμενα σ’ αυτήν όντα.

(συνεχίζεται)


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...