Τετάρτη, 28 Ιουνίου 2017

«Μήτε στοχάζονται μήτε ντρέπονται».ΓΕΡΩΝ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ. ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΔΟΧΕΙΑΡΙΟΥ.

 
 
Το Αρχιπέλαγος, το κατακοσμημένο από τα πανέμορφα νησάκια, είναι γνωστό πιά σε όλο τον κόσμο. Αφού σηκώθηκε και κομματιάστηκε το καραβόπανο του μουσουλμανισμού, έγιναν αγαπητά από όλους τους λαούς που κατοικούνε στις μεγάλες στεριές. Αυτά τα άνυδρα και άνικμα νησάκια βρίθουν από νόστιμα και ωφέλιμα βότανα.
Τους πρώτους μήνες του χειμώνα βγάζουν τα λεγόμενα πορίχια (άγρια ραδίκια). Αυτά αποτελούσαν το δείπνο των νησιωτών. Όταν όμως παρήρχετο ο χειμώνας και άρχιζε να φέγγη η άνοιξη, με το λάλημα των πρώτων πουλιών και μάλιστα του γλυκόφθογγου πετροκότσυφα, τα σταροχώραφα ανέμιζαν ένα βότανο που μοιάζει με την βρούβα, αλλά δεν είναι βρούβα. Τα τρυφερά βλασταράκια από το φυτό αυτό, προτού εμφανίσουν το κίτρινο λουλουδάκι τους, οι καταπονημένες νησιώτισσες τα τσιμπούσαν με τα ροζιασμένα τους χέρια. Από τον τρόπο λοιπόν που τα συλλέγανε ωνομάστηκαν τσιμπητά. Μάλιστα για τις νηστεύτριες οικογένειες ήταν πολύ σπουδαία, γιατί αφού τα ζεματούσανε, τρώγονταν πολύ ευχάριστα χωρίς λάδι και χωρίς λεμόνι. Γιατί και το λαδάκι ήταν λιγοστό τα χρόνια εκείνα και το λεμόνι ανύπαρκτο. Η λειψυδρία και οι ισχυροί άνεμοι, που πνέουν στα νησιά σχεδόν όλες τις εποχές, δεν αφήνουν την ευαίσθητη λεμονιά να τελεσφορήση.
Αυτά λοιπόν τα τσιμπητά ήταν μια πλούσια παραγωγή προτού καταφθάσουν οι καύσωνες οι μαγιάτικοι. Μέσα στην αγία Σαρακοστή ήταν δώρα Θεού. Με δυό-τρεις ελιές δειπνούσες και τον Θεόν εδόξαζες που γέμισε το ξύλινο τραπέζι με δώρα απολαυστικά. Στο καζάνι μάλιστα που τα έβραζαν βάζανε και τα ξερόψωμα, για να γίνουν σούπες.
Μετά από αυτούς τους στοχασμούς (που σίγουρα είναι του παλιού καιρού, γιατί η σημερινή γυναίκα μάλλον δεν γνωρίζει ότι και η έρημος ετοιμάζει τράπεζα, παρά μόνον το σούπερ-μάρκετ), έρχομαι στους στερνούς καιρούς. Οι κρατούντες λοιπόν, ακούγοντας για τσιμπητά, δεν εννόησαν ότι αυτά εμφανίζονται μόνον λίγο προ της ανοίξεως, και άρχισαν με τα τρυφερά τους χέρια να ψάχνουν, όχι μόνον στα σταροχώραφα, αλλά και στα μπαίρια, να συνάξουνε τσιμπητά, για να γεμίσουν το καζάνι της Ερωπαικής Ένωσης. Όχι όμως μόνον δεν φρακάρει το καζάνι αυτό, αλλά ξεπάτωτο ον, ούτε φαίνονται μέσα αυτά που ρίχνουνε. Οι παλιές εκείνες νοικοκυρές έκοβαν μόνον τα βλαστάρια από τα τσιμπητά, αλλά εσείς βγάζετε και το φυτό! Χωρίς να αναλογίζεστε «Θα βρούμε σε λίγο τσιμπητά; Θα βρούμε σε λίγο κόσμο, να του παίρνουμε την μπουκιά μέσα από το στόμα;». Από τον καιρό που επικρατείτε δεν ξημέρωσε μια μέρα καλύτερη από την άλλη. Ούτε οι σουλτάνοι δεν φορολογούσαν και δεν επινοούσαν φόρους με τέτοιες ωραίες λέξεις, απίθανες λέξεις: Ε9, ΑΦΜ, ΕΝΦΙΑ… Τέτοιες λέξεις δεν χρησιμοποιούσαν ούτε οι Ρωμαίοι αυτοκράτορες.
Η Ευρωπαική Ένωση διαθέτει στους δήμους τροφές για τα αδέσποτα ζώα, τα σκυλιά, τις γάτες. Γι᾽ αυτόν τον φτωχό κόσμο, για τα άνεργα παλληκάρια, δεν περισσεύει τίποτα; Όταν ανεβήκατε στην έξουσία, υποσχεθήκατε εκείνο που είπε ο Δαβίδ: «Ανοίξαντός σου την χείρα, τα σύμπαντα πλησθήσονται χρηστότητος». Αντί αυτού εσείς έχετε τις παλάμες σας πάντοτε προς τα πάνω και ζητάτε χωρίς να δίνετε. Σαν τις χήνες, ο,τι βρήτε μπροστά σας το τσιμπολογάτε. Πέστε μας ξεκάθαρα «Θα σταματήση αυτό το τσιμπολόγημα;» Για να ευχώμαστε για την βασιλεία σας, η να απευχώμαστε, να απέλθετε εις τα άπατα βάθη της θαλάσσης και να μην ξαναεμφανισθήτε.
Σε όλα τα φιλανθρωπικά ιδρύματα την προεδρία την είχε ο επίσκοπος της κάθε περιοχής. Πάλαιψαν και μάχηκαν κυριολεκτικά οι κυβερνήσεις να χάσουν αυτήν την προεδρία οι επίσκοποι. Και η Εκκλησία να είναι αδύναμη για κάθε φιλανθρωπικό έργο. Παντοδύναμη όμως η Εκκλησία του Χριστού σε κάθε ενορία ωργάνωσε συσσίτια, για να χορτάση τα πεινασμένα και ταλαιπωρημένα Ελληνόπουλα. Η Εκκλησία δεν θα σταματήση να είναι η μάννα του ελληνικού λαού. Δεν θα σταματήσουν τα κουδούνια των προβάτων της να ηχούν αρμονικά στις νάπες και στις κοιλάδες της ελληνικής γης.Ένας παλιός άνθρωπος, λαικός, που χρόνια ζούσε στο Άγιον Όρος, βγήκε ένα καλοκαίρι για μια μέρα έξω στον κόσμο, κι όταν γύρισε ο μπαρμπα-Γιάννης έκοβε βόλτες γύρω από το Πρωτάτο και έλεγε και συνεχώς μονολογούσε: «Μήτε στοχάζονται μήτε ντρέπονται». Ακροάστηκα από μια γωνιά τον μονόλογο του μπαρμπα-Γιάννη. Τον πλησίασα.
-Τι είναι αυτό που μονολογείς;
-Πήγες -μου λέει- Γέροντα, στην Ουρανούπολη;
-Έχω καιρό.
-Όταν πας και σηκώσης τα μάτια σου και δης τον κόσμο, θα λες κι εσύ αυτό που λέγω τώρα εγώ «Μήτε στοχάζονται μήτε ντρέπονται».
Αυτό λέγω τώρα κι εγώ για σας «Μήτε στοχάζεστε μήτε ντρέπεσθε»!
Γρηγόριος ο Αρχιπελαγίτης
πηγή : Βήμα Ορθοδοξίας

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...