Παρασκευή, 23 Ιουνίου 2017

Ο ΧΑΙΝΤΕΓΚΕΡ ΚΑΙ ΤΟ ΠΝΕΥΜΑ (2)


Ο ΧΑΙΝΤΕΓΚΕΡ ΚΑΙ ΤΟ ΠΝΕΥΜΑ 
Του Ugo Ugazio.

1. Η "ουσιώδης γνώση" μετά τους Έλληνες (συνέχεια).

        
Παρά το ότι ο Πλάτων στάθηκε σ'αυτό το πλαίσιο μόνον στους "μύθους" που κατασκεύασε, ο Χάιντεγκερ υπολόγισε ακριβώς αυτή την στάση σαν την μοναδικά ικανή να αποκαλύψει την αλήθεια τού Είναι. (Μ.Χάιντεγκερ, Ο ύμνος "Der ister" τού Χαίλντερλιν). Στην αντίπερα όχθη όμως στεκόταν η μεταφυσική ή οποία αναζητούσε τον ριζικό διαφωτισμό με τον τρόπο τών μελλοντικών θετικών επιστημών. Ο Χάιντεγκερ δηλαδή πίστεψε ότι μπορούσε να αποδείξει ότι η ουσιώδης γνώση τής αρχής, τού ξεκινήματος είχε αφήσει ίχνη στον Πλάτωνα, στον Αριστοτέλη, και στην μεταφυσική σκέψη η οποία προέκυψε μετά απο αυτούς μέχρι τον Χέγκελ και τον Νίτσε, αλλά μόνον καθότι σοφία ολοκληρωτικώς χαμένη! Κάθε προσπάθεια να δοθεί ένα θετικό περιεχόμενο στην αρχική γνώση φαινόταν στραμμένη αποκλειστικά σε απαιτήσεις τού όντος που παρουσιάζοντο κάθε φορά. Έτσι μόνον στην προοπτική τού διαφωτισμού, την οποία εγκαινίασε η σοφιστική και ο Σωκράτης, το πλαίσιο των ιδεών κατόρθωσε να κατανοηθεί σαν ένα πλαίσιο ολοκληρωτικώς απλωμένο αλλά και ταυτοχρόνως κρυμμένο απο την αισθητή περατότητα τού ανθρώπινου παρατηρητού. Η κύρια δυσκολία για την πραγματοποίηση τής "λογικής" σκέψης φάνηκε λοιπόν να είναι ο φυσικός κόσμος και η φαινομενική του σύσταση, σε τέτοιο σημείο ώστε η αναζήτηση τού νοήματος τού Είναι αναγκάστηκε κατ'αρχάς να διευκρινίσει ότι η υποταγή τής παρουσίας τού ενδοκοσμικού Είναι σε δομές σημασίας και πληρότητος (ευχαριστίας) δέν βρισκόταν σε καμμία υποκειμενική στάση!
          Η ερώτηση, γιατί το Είναι, το όν κατά Χάιντεγκερ και όχι το τίποτα, μάς μεταφέρει στο θεμέλιο μιάς απόφασης η οποία δέν αναφέρεται σε άλλο παρά μόνον στον εαυτό της. Αυτός ο τρόπος ερωτήσεως έχασε κάθε έδαφος στο οποίο θα μπορούσε να ακουμπήσει και έμεινε ας πούμε, μετέωρος. Ο Χάιντεγκερ λέει λοιπόν ότι αυτός είναι μόνον μία πρόοδος η οποία συμβαίνει αποκλειστικά μέσα στην νόησή μας, χωρίς πιάσιμο πλέον στο ίδιο το όν. Η κατάσταση μετεωρσμού η οποία χαρακτηρίζει την αποθεμελίωση, μόνον φαινομενικώς μοιάζει να μας περιλαμβάνει. Μας σπρώχνει όμως στο ανοιχτό, και πάνω στα πάντα και μέσω των πάντων, προγραμματίζει έναν νέο χώρο. Η μετα-φυσική ερώτηση η οποία μας αφήνει μετέωρους ανάμεσα στο όν και στο τίποτα δέν μας ωθεί σε ένα στοιχείο οικείο σε μας, τέτοιο ώστε να μας συμπεριλαμβάνει εξ'αρχής, αλλά συστήνει, ιδρύει, με τον τρόπο τής αγαθής ερωτήσεως, τής καθαρής απορίας έναν καινούργιο, νέο χώρο.
          Τόσο στην αυγή τής ελληνικής σκέψης, όσο και στην σκέψη η οποία ωρίμασε με τον μηδενισμό, ο Χάιντεγκερ θέλησε να δεί ένα κοινό έδαφος στο οποίο θα μπορούσε να αποδώσει την προέλευση εκείνου το οποίο διαφορετικά μπορούσε να φανερωθεί μόνον σαν όν. Η αστάθεια, την οποία θα κατέληγαν να αποδώσουν στον αισθητό κόσμο οι Έλληνες, ήταν τέτοια μόνον αναφορικά με κάποιο πρότερον της φύσεως, το οποίο κατενοήθη σαν το πλαίσιο τής πλήρους ενέργειας, του ενεργεία, χάρις στην αριστοτελική οπτική την οποία αποδίδει ο Χάιντεγκερ στην ελληνική σκέψη μετά τον Σωκράτη! Εξίσου, η δύναμις μετά λόγου κατανοήθηκαν με την σημασία των δυνάμεων οι οποίες απαρχής, έπρεπε να οδήγησαν τις κινήσεις, πρός τους σκοπούς οι οποίοι τις είχαν καθορίσει. Έτσι και η δουλειά του τεχνίτη, του χειρώνακτα, ο οποίος παράγει το χειροποίητό του, προχωρά βεβαιώνοντας και αρνούμενη κάτι, γύρω απο ουσίες οι οποίες έχουν ήδη κατανοηθεί σαν σκοποί πρός κατάκτηση! Οπωσδήποτε, αυτό το εισαγωγικό λέγειν δέν κατανοήθηκε στο όριο τού όντος και δέν μειώθηκε σε ένα σύνολο ορισμών καθαρά αντικειμενικών. Το τέλειο a'priori που συνοδεύει το "ήδη πάντοτε" αυτών των ουσιών είναι στην πραγματικότητα, σύμφωνα με τον Χάιντεγκερ, ένα τέλειο υπερβατικό ή οντολογικό. [Σ'αυτό το τέλειο a'priori συνδέεται με κάποιο τρόπο η έννοια του a'priori τής επικοινωνίας του O.Apel]. Έτσι λοιπόν παρά το ότι το άπλωμα, το ξεδίπλωμα τού Είναι δέν φανερώθηκε παρά μόνον σαν αντικατόπτρισμα τού όντος στην σκέψη, ακριβώς αυτό το αντικατόπτρισμα πρέπει να κατορθώσει να φανερωθεί σαν την καταγωγή του ίδιου του Είναι.         
          Η φιλοσοφία η οποία αντελήφθη τον εαυτό της σαν μεταφυσική θα είχε πάρει λοιπόν έναν δρόμο ριζικά λανθασμένο, μετά το μεγαλειώδες ξεκίνημά της κοντά στο Είναι, ακριβώς επειδή κατενόησε με ανακόλουθο τρόπο το ξεπέρασμα τού "φυσικού", όπως ακριβώς παρανόησε την σημασία τής "αιτίας" και της "δημιουργίας" . Κάτω απο την Physis οι Έλληνες τοποθετούσαν την ολότητα τού όντος, όπως επίσης και εκείνο το οποίο στην συνέχεια θα υπολογισθεί σαν "ψυχικό". Στην φύση αντιθέτως αντιπαρατέθηκε η θέσις, δηλαδή εκείνο που τοποθετείτο και προήρχετο κατά κάποιο τρόπο απο την απρόβλεπτη ελευθερία τής συμπεριφοράς τού καθενός. Φύσις και πνεύμα ήταν υποταγμένα στην Physis και η αντίθεσή τους δέν έπαιξε κανέναν ρόλο στην γιγαντομαχία περί της ουσίας (στην ελληνική ύπαρξη ήταν φανερή η αντίθεση ανάμεσα στο Είναι και στο φαίνεσθαι). Ακόμη και οι θεωρίες τού Πλάτωνος και του Αριστοτέλη, σύμφωνα με τον Χάιντεγκερ, δέν είχαν καθορισμούς κατά βάθος και φανερώθηκαν μόνον απο την στιγμή που εξαφανίστηκε καθοριστικά η "ουσιώδης γνώση".
          Παραμένει όμως η ερώτηση περί του τρόπου με τον οποίο φανερώνεται και φανερώθηκε ακόμη και στο παρελθόν εκείνο που για μας τώρα πλέον φαίνεται σαν πλήρες κρύψιμο! Σ'αυτή την τοποθέτηση τής ερωτήσεως στην πραγματικότητα περιέχεται ήδη ο δείκτης της πορείας που ακολούθησε ο Χάιντεγκερ. Αυτό που έγινε για την Μεταφυσική το ΤΙΠΟΤΑ είναι στην πραγματικότητα η σταθερή αναφορά τής αρχικής σκέψης, το "απο πού" και το "πρός πού" της δημιουργικής καταγωγής. Και για να στηρίξει την θέση του, ο Χάιντεγκερ, αναφέρεται σε ένα χωρίο του Πλάτωνος όπου κάθε αιτία τού περάσματος απο το μή-όν (εκ του μή όντος) εις το όν, επαναφέρεται ακριβώς στην ποίηση, στην δημιουργία. (όπου φαίνεται καθαρά ότι ο Χάιντεγκερ βλέπει τον Πλάτωνα μέσω του φακού τού Αριστοτέλη).
          Η ακραία αναφορά κάθε θεμελίου θα έπρεπε να αναζητηθεί σε εκείνο το οποίο για την μεταφυσική και για τις επιστήμες ήταν μόνον ένα ψυχοπνευματικό συμβάν. Αυτής της αναφοράς οι Έλληνες συνέλαβαν κατ'αρχάς τον αρνητικό χαρακτήρα και σχημάτισαν την αλήθεια σαν α-λήθεια, την φανέρωσή έξω απο το κρύψιμο. Την μεταφορά έξω απο το κρυφό. Εξ'άλλου ακριβώς αυτή η αρνητικότης η οποία συνόδευε το αληθινό τούς εμπόδισε να εκφράσουν οποιοδήποτε καθορισμό ο οποίος θα υπερέβαινε την ένδειξη τής καταγωγής. Έτσι η δυσκολία βρισκόταν ολοκληρωτικώς στον αρνητικό χαρακτήρα αυτού τού πλαισίου και στον προβληματισμό ενός περιορισμού του! Παρότι λοιπόν για παράδειγμα η καθολικότης και η ανάγκη των μαθηματικών αρχών και των λογικών περιοριζόταν στην νόηση, βάσιζαν δηλαδή την σταθερότητα τους ακριβώς στο γεγονός ότι δέν ήταν υποκείμενες στην μεταβλητότητα τού αισθητού κόσμου, παρ'όλα αυτά το συμπλήρωμα σταθερότητος που τις καθόριζε έμοιαζε να οφείλεται απο τα ιδιαίτερα σύνορα τής νοήσεως. Το παράδειγμα των μαθηματικών όμως έδειχνε ότι οι υποθέσεις τής γεωμετρίας δέν θα μπορούσαν να έχουν μία δική τους βάση. Στην αλήθεια μίας γεωμετρικής αποδείξεως απαιτείτο να βασισθεί στην γνώση, χωρίς καμμία βοήθεια απο την διαίσθηση ή τις σχηματισμένες φιγούρες (Πλάτων VII επιστολή, 339 d.ss).

Συνεχίζεται
Αμέθυστος. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...