Τρίτη, 27 Ιουνίου 2017

PAUL FRIEDLȀNDER ΠΛΑΤΩΝ (68)

Συνέχεια από Τρίτη,13 Ιουνίου 2017
                                      
                                      PAUL FRIEDLȀNDER
                                                ΠΛΑΤΩΝ
                                         ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΤΟΜΟΣ
                                 ΤΑ  ΠΛΑΤΩΝΙΚΑ  ΚΕΙΜΕΝΑ
                                           Πρώτη περίοδος
ΔΕΥΤΕΡΗ ΟΜΑΔΑ – Ο ΚΥΚΛΟΣ ΤΩΝ ΜΙΚΡΩΝ ΠΡΩΙΜΩΝ ΔΙΑΛΟΓΩΝ
                                         14.  ΚΡΑΤΥΛΟΣ
                                              ( συνέχεια )

      Τo παράδειγμα του τεχνίτη (του χειρώνακτα…), που κατασκευάζει κατάλληλα και προς χρήσιν ενός άλλου ειδήμονα τα εργαλεία του, χρησιμεύει τώρα στο να κατανοήσουμε περαιτέρω το Πώς αυτής τής δημιουργίας λέξεων ή λόγου. Ο καθένας κοιτάει σε κάτι, το οποίο είναι κατά τη φύση του έτσι, ώστε να είναι κατάλληλο (π.χ….) για την ύφανση (για το ‘υφαίνειν’…) (ό πεφύκει κερκίζειν), και δεν προσβλέπει σ’ ένα υλικό πρότυπο, αλλά στη «μορφή» (είδος), που υπάρχει πάντοτε, ακόμα κι όταν σπάση το μεμονωμένο εργαλείο, στην «υφαντική κερκίδα καθ’ εαυτήν» (αυτό ό έστι κερκίς), που είναι και το πρότυπο όλων τών μεμονωμένων και προσαρμοσμένων στους διάφορους μεμονωμένους σκοπούς τους κερκίδων. Κι όπως υπάρχει αυτό εδώ, η διαρκής δηλ. μορφή (είδος 289 Β 3, ιδέα Ε 3), ο ιδιαίτερος σκοπός για τον οποίον είναι προσδιορισμένο το μεμονωμένο εργαλείο (Β 8), και η εκάστοτε ύλη απ’ την οποίαν και είναι φτιαγμένο (εξ ού C 5), κι όπως κατασκευάζεται κάθε φορά απ’ τον ειδικό, τον ειδήμονα, κατά τη μορφή, απ’ την ύλη και προς τον σκοπό τού εργαλείου, έτσι συμβαίνει και με τη λέξη ή τον λόγο. Πρέπει να σκεφτούμε κι εδώ τον «νομοθέτη», πώς κοιτάει προς την καθ’ εαυτή λέξη ή όνομα (αυτό εκείνο ό έστιν όνομα) και εναποτυπώνει στην εκάστοτε ύλη τών ήχων και των συλλαβών το αρμόζον από τη φύση του σε κάθε πράγμα όνομα (τό εκάστω φύσει πεφυκός όνομα). Ξαναποκτά λοιπόν πλήρως τη βεβαιότητά του, που αμφισβητήθηκε απ’ τον Ερμογένη, το ‘όνομα’ (εκ του ‘ονομάζω’…), καθώς εξασφαλίζεται ως πρωτότυπο (Prototyp) για την ίδια του την ύπαρξη το Είδος (Eidos) μαζί και με όλες τις απομιμήσεις του. Και η διαφορά τών λέξεων στις διάφορες γλώσσες, που δεν αποδεικνύει βέβαια καθόλου μιαν οποιαδήποτε αυθαιρεσία, δεν είναι παρά η αναγκαία εκείνη διαφορά στην οποίαν και υποχρεώνει η διαφορετική εκάστοτε ύλη. Η λέξη, το όνομα καθ’ εαυτό: πρόκειται για μιαν απ’ τις βαθύτατες ‘προαισθήσεις’ ή ‘ιδέες’, στην οποίαν και ‘ανυψώθηκε’ η πλατωνική «φιλοσοφία τής γλώσσας». Πρέπει να προ-ανατρέξουμε στον Μύθο τού Σπηλαίου τής «Πολιτείας»: όπου και ακούν, εκεί κάτω στη σπηλιά (515 Β), κάθε είδους ήχους να αντηχούν απ’ τα τοιχώματα της σπηλιάς και τους συσχετίζουν προς τις σκιές που περνούν γλιστρώντας μπροστά στα μάτια τους οι ‘δεσμώτες’. Εκείνη η γλώσσα τής ηχούς είναι η πραγματική, πρέπει να σκεφτούμε, γλώσσα εκείνων που διαβαίνουν μακριά και ψηλά πίσω απ’ τις πλάτες τών δεσμωτών, γλώσσα ασύλληπτα υπέρτερη σε σαφήνεια και ‘πραγματικότητα’ ή αντιστοιχία προς τα πράγματα. Στον διαμορφωτή τών λέξεων νομοθέτη τού «Κρατύλου» απαντά ωστόσο, μετά από κάποιες δεκαετίες πλατωνικής σκέψης, ο Δημιουργός (Demiurg) τού «Τίμαιου»· μυθολογήματα (Mythologeme) για ένα ‘γίγνεσθαι’, το οποίο και δεν μπορούμε παντελώς να γνωρίζουμε, προορισμένα όμως να αναφέρουν το ‘φαίνεσθαι’ (το φαινόμενο…) σε κείνο το Είναι, προς το οποίο και στρέφεται τελικά η γνώση.
    Kαι ένα ακόμα τελευταίο βήμα τώρα. Όπως παραδίδει ο κατασκευαστής το εργαλείο σ’ έναν άλλον γνώστη τού πράγματος (έναν εμπειρογνώμονα…), που το χρησιμοποιεί και το ‘κρίνει’, έτσι παραδίδει και ο δημιουργός τής γλώσσας το έργο του σε κείνον, που «γνωρίζει να ρωτά και να απαντά»: στον διαλεκτικό (Dialektiker). Και θυμόμαστε εκείνο το σημείο στον «Ευθύδημο», όπου είχε αναζητηθή η ύψιστη γνώση και είχε ανευρεθή εκεί όπου συμπίπτουν το ‘ποιείν’ και το ‘χρήσθαι’. Και είμασταν κοντά εκεί στην ‘απόφαση’, όταν είχε γίνει σαφές (290 C), το πώς παραδίδουν αυτό που έχουν βρη ο γεωμέτρης (Geometer), ο αστρονόμος (Astronom), ο ‘υπολογιστής’ στον διαλεκτικό, που γνωρίζει πώς να το χρησιμοποιήσει. Εδώ στον «Κρατύλο» οδήγησε η καρποφόρα αναλογία (Analogie) τής χειροτεχνικά ‘εξασφαλισμένης’ εργασίας μέχρι το σημείο, όπου αποδεικνύεται η πραγματική «ορθότητα» της γλώσσας στο ότι μπορεί να ‘ξεκινήση’ κάτι μαζί της ο διαλεκτικός, ή και στο ότι τη χρησιμοποιεί, ακόμα σαφέστερα,  ‘χειροτεχνικά’ ακριβώς εδώ ο Σωκράτης. Σκοπεύει λοιπόν στον διαλεκτικό (πλέον…) αυτή η συζήτηση, έστω κι αν βρίσκονταν ο εριστικός (Eristiker) κι ο σοφιστής αρχικά στο επίκεντρο. Και καταπαύει τελικά ο αγώνας ανάμεσα σ’ αυτούς τούς δυό. Αποσπάστηκε απ’ τη σοφιστική κατάχρηση η γλώσσα, και βεβαιώθηκε (‘εξασφαλίστηκε’…) ως το εργαλείο τού φιλοσόφου, που γνωρίζει να τη μεταχειρίζεται σοβαρά και αντικειμενικά. Η πραγματική εξασφάλιση συντελείται όμως εκεί, όπου και θεωρείται – συγκριτικά τώρα, κι ακόμα περισσότερο από μακριά – το Είδος (Eidos). Όταν διατυπώνη δε αυτό το ‘αποτέλεσμα’ ως μιαν έκφραση του Κρατύλου, και αναγνωρίζει συνεπώς ως «αληθινή» τη θέση του (του Κρατύλου…) ο Σωκράτης (390 D 9), αντιλαμβανόμαστε απ’ αυτήν την εξαιρετικά ειρωνική ‘εξίσωση’, το πώς λαμβάνει νόημα και σοβαρότητα απ’ τον Σωκράτη κατ’ αρχάς – στο προσωπικό επίπεδο – κι απ’ τους συλλογισμούς περί μορφής – στο αντικειμενικό – εκείνη η κενή περιεχομένου και επικίνδυνη θέση, με το ότι καθιστά ακριβώς ορατό στη Φύση το Είδος ο Σωκράτης.  
     Αυτό ήταν και το ‘αποτέλεσμα’ της συζήτησης – της ‘προσκηνιακής’, ακριβέστερα, συζήτησης -, ότι υπάρχει δηλ. μια «ορθότητα των λέξεων ή ονομάτων». Και αναγνωρίσθηκε φαινομενικά έτσι η θέση τού Κρατύλου, που νομίζει (he thinks so…) πως αντιλαμβάνεται τα ίδια τα πράγματα στις λέξεις. Εδώ βρίσκεται όμως ο άλλος κίνδυνος, και απαιτεί μιαν ‘ανταπάντηση’ η διαλεκτική τού προβλήματος. Υπάρχει ασφαλώς «μια ορισμένη ορθότητα» (391 Α – 397 Α). Αν πιστεύη όμως κανείς, πως μπορεί να την ‘εκμεταλλευτή’ άμεσα για να γνωρίση τα πράγματα, τότε απογοητεύεται. Κι αυτό το δείχνει το δεύτερο μέρος αυτού τού πρώτου διαλόγου, όπου, για να οδηγήση στον παραλογισμό εκείνην την απερίσκεπτη και υποτιθέμενη ‘διείσδυση’ μέσα απ’ τις λέξεις προς τα πράγματα, αφήνει να ‘αναβλύση’ ένας ολόκληρος χείμαρρος ετυμολογικών ερμηνειών ο Σωκράτης. Προειδοποιεί δε ο ίδιος συνεχώς για την ξένη δύναμη, που επενεργεί σ’ αυτόν, κι απ’ την οποίαν σήμερα επωφελείται κανείς, ενώ αύριο πρέπει να καθαρισθή απ’ αυτήν όπως από ένα κακό όνειρο (396 Ε). Και την ονομάζει ειρωνικά και αστειευόμενος ως την πνοή ή τη Μούσα (Muse) τού Ευθύφρονα, με την οποίαν και ‘συνυπάρχει’ από νωρίς (εκείνο το…) πρωί. Δεν γνωρίζουμε αν ετυμολογούσε ο ιστορικός Ευθύφρων, όσο κι αν θα θέλαμε να παραδεχθούμε, πως θα υποστήριζαν τα ετυμολογικά ‘τεχνάσματα’ την κακή του θεολογία. Ακολουθώντας τον Πλάτωνα πρέπει όμως να ανατρέξουμε στον διάλογο «Ευθύφρων» - όπως προηγουμένως στον διάλογο «Ευθύδημος» - και να θυμηθούμε την αντίθεση ανάμεσα στον ‘δοξόσοφο’ (Doxosophe), που αντιποιείται ή σφετερίζεται μια (δήθεν…) γνώση για τα θεїκά πράγματα, και τον ‘γνωρίζοντα αγνοούντα’, που δεν ‘απαντά’ με σκέψη (Skepsis) αλλά με σεβασμό ως άνθρωπος. Αντιπαραθέτει έτσι εδώ, απέναντι στην ‘πίστη’ ότι μπορούμε να κατανοήσουμε ετυμολογικά τα θεїκά ονόματα, την εξής φράση ως οδηγό ο Σωκράτης: «ότι δεν γνωρίζουμε τίποτα, ούτε για τους ίδιους τους θεούς, ούτε και για τα ονόματα με τα οποία αυτοί ονομάζονται». Κάτι που υπενθυμίζει σαφώς ως διατύπωση την περίφημη φράση τού Πρωταγόρα για τους θεούς, μόνο για να φανή όμως ακόμα πιο καθαρά στα επόμενα λόγια η ‘εχθρότητα’ απέναντι σε κάθε ‘διαλυτική’ (ή ‘απλοποιητική’…) σκέψη: «Γιατί είναι (εξάλλου…) σαφές, ότι ονομάζονται με τα σωστά (τους…) ονόματα». Μπορούμε να αρκούμαστε, μέσα στη γνωρίζουσα άγνοιά μας, σε μιαν ευσεβή και μόνο χρήση, που αφήνει στην ίδια τη δική τους διάθεση το «πώς και από πού θέλουν να ακούνε τα ονόματά τους». Γιατί το μόνο που μπορούμε να γνωρίζουμε στην καλύτερη περίπτωση είναι το ποια γνώμη είχαν οι άνθρωποι που έδωσαν αυτά τα ονόματα για τους θεούς (400 D – 401 A). Αυτή είναι και η θεολογική αντίθεση μεταξύ Σωκράτη και Ευθύφρονα, και είμαστε τώρα κοντά στο να μάθουμε, γιατί άραγες ακούγεται πράγματι συνεχώς το ευθυφρόνειο αυτό ‘θέμα’. Οι θεοί και τα ονόματά τους: εδώ είναι που φανερώνεται με τη μεγαλύτερη τρόπον τινά οξύτητα η αμφισημία και το διφορούμενο κάθε ετυμολογίας. Η οποία δεν αφορά στην ουσία τών πραγμάτων αλλά σε γνώμες γι’ αυτά, ή στις γνώσεις, στην καλύτερη των περιπτώσεων, παλαιών και σοφών ανθρώπων, αναμεμειγμένων ωστόσο με στερημένα από κάθε κριτήριο (Kriterium) σφάλματα, συνδεδεμένα μάλιστα εξαιρετικά πρόθυμα με κάθε είδους αμφίβολη και υλιστική φυσιολογία (Physiologie). Και συναντάμε έτσι, καθόλου άσκοπα, στο τέλος τής μακριάς σειράς τών ‘θεїκών’ ετυμολογιών – συνοδευομένων απ’ τις ικετευτικές παρακλήσεις τού Σωκράτη, να απαλλαγούμε επιτέλους, για όνομα του Θεού, απ’ τους θεούς (407 D 6 – 408 D 5) -, την ερμηνεία τού Ερμή και του Πανός ως αντιπροσώπων τού λόγου ή τής ομιλίας. Οφείλεται στον Ερμή το να είμαστε διερμηνείς και αγγελιοφόροι απ’ τη μια, το να εξαπατούμε, να ξεγελάμε και να παζαρεύουμε απ’ την άλλη. Μήπως δεν σημαίνει λοιπόν αυτό, ότι μπορεί να ‘μεσιτεύουν’ μεν προς τα πράγματα οι λέξεις, αλλά μπορούν και να τα καλύπτουν ξεγελαστικά απ’ την άλλη; Κι ο ερμαφρόδιτος επιπλέον Παν, αληθινός και θεїκός στο επάνω του μέρος, απατηλός και ζωώδης στο κάτω, σε αχώριστη σύμφυση τα δυό – μήπως δεν γίνεται σαφής η διπλή φύση τού λόγου, του ετυμολογικού ιδιαιτέρως λόγου, σ’ αυτήν την ‘παιχνιδιάρικη’ αλληγορία (Allegorie);
    H ίδια τώρα η αναζήτηση για την ορθότητα των λέξεων ή ονομάτων αναφέρεται κατ’ αρχάς στον Πρωταγόρα ως διδάσκαλο, και τίθεται έτσι αμέσως απ’ την αρχή στη σωστή κοινότητα ή ‘συντροφιά’, όταν ‘παραμερίζη’ και ο Ερμογένης με μια κίνηση του χεριού του την πρωταγόρεια «αλήθεια» (391 C – Λέει ο Ερμογένης, ότι δεν συμφωνεί ούτε αυτός με την «αλήθεια» τού Πρωταγόρα…). Παροτρύνει τότε ο Σωκράτης, να διδαχθούμε απ’ τον Όμηρο το τί σκέφτεται για τη γλώσσα. Το ότι δεν θα μπορούσε ωστόσο να αποκομίση κανείς κάποια γνώση ερμηνεύοντας τους ποιητές, το γνωρίζουμε ήδη απ’ τον διάλογο «Πρωταγόρας». Που είναι πλήρης, όχι μόνον από συζητήσεις για τη γλώσσα τών θεών, αλλά και από επικίνδυνες ήδη, και ως ‘αραβουργήματα’ ετυμολογίες, που ‘καταβροχθίζουν’ ή ‘εμπλέκουν’ οποιοδήποτε σημαντικό αποτέλεσμα: Υπάρχει μια σταθερά τού φυσικού φύλου ή είδους και μια σταθερά τού προσδιορισμένου απ’ τη φύση γένους, που δηλώνεται με κοινά μεν ονόματα, απορρίπτει όμως με την παρουσία της την αυθαίρετη χρησιμοποίηση των λέξεων. Δεν μπορώ δηλ. να ονομάσω λιοντάρι τον απόγονο ενός ίππου, ούτε άδικο έναν δίκαιο (393 Β κ.ε.). Υφίσταται λοιπόν ένα σημείο εδώ, όπου και διακρίνονται πραγματικές πλέον δομές στη γλώσσα.
     Απελευθερώνεται ωστόσο αμέσως κατόπιν με μιαν καινούργια αρχή από τούς ποιητές η έρευνα (αρξώμεθα, 397 Α 4), για να ‘συλλάβη’ με ένα είδος συστηματικής συνέχειας μέσα απ’ την ετυμολογία την ουσία (τη φύση…) τών πραγμάτων, και την ουσία προπάντων αυτού που υπάρχει πάντοτε (τά αεί όντα καί πεφυκότα, 397 Β 7). Και φτάνουμε σύντομα σ’ ένα ‘σύστημα’ (System) σ’ αυτήν την ετυμολόγηση: την εξήγηση μέσα απ’ την ηρακλείτια ροή τού ποταμού. Για να παρατηρήση ωστόσο – στη δεξιοτεχνική της, για την ακρίβεια, χρήση στην ετυμολόγηση – εκεί όπου παρουσιάζεται για πρώτη φορά με σαφήνεια, το εξής ο Σωκράτης: ότι είμαστε σε άγνοια (401 D). Και προειδοποιείται έτσι, όπως προειδοποιήθηκε και προηγουμένως (399 Α 4), ο αναγνώστης, καθώς καθιστά τον ίδιον του τον εαυτό προσεχτικό στον υποτιθέμενον ενθουσιασμό του ως ετυμολόγος ο Σωκράτης. Σύντομα όμως παρασύρει μαζί του τα πάντα στην ασταθή του κίνηση αυτό το ρεύμα. Προχωράν δε ακόμα και για τον ίδιον τον Σωκράτη ολοένα και πιο γρήγορα και πιο εύκολα οι ‘ερμηνείες’ (510 Ε), παρόμοια όπως τα σοφιστικά τεχνάσματα στον «Ευθύδημο», ενώ υπάρχει και ’δώ πλήθος προειδοποιητικών σημείων. Και είναι σαν να θέλη να ‘πληρώση’ (να ‘γεμίση’…) ο Πλάτων τον αναγνώστη του με τη γνώση, ότι έτσι και έχει αφεθή κανείς μια φορά σ’ αυτήν τη μονόπλευρη άποψη των πραγμάτων, δεν υπάρχει πια (δυστυχώς…) καμμιά αντίσταση. Γιατί δεν ‘ρέει’ μόνον ο αέρας τότε παντοτινά, αλλά καθίστανται και η αρετή, κι η γνώση, και η δικαιοσύνη ρέοντα (ρευστά…) πράγματα. Και δεν χρειάζεται παρά να προστεθή στο ίδιο το «υπάρχον» (όν) ένα μόνο γράμμα στα ελληνικά, για να γίνη (κι αυτό…) κάτι που πορεύεται (ιόν) και αυτο-κινείται. «Σφυρηλατείται» δε, χωρίς να προστεθή ή να αφαιρεθή ούτε ένα γράμμα, από δυό λέξεις: «θεία δίνη, περιπλάνηση, κορυφή» (άλη θεία) η «αλήθεια» - όπου και τελειώνει το ρεύμα και η ‘ροή’ τών ετυμο-λογιών (Etymo-logien). Έγινε λοιπόν σαφές – ενάντια στον Κρατύλο – ότι δεν μπορούμε να αντιληφθούμε μ’ αυτόν τον τρόπο την «ορθότητα» των λέξεων ή ‘ονομάτων’, την οποίαν οφείλουμε πάντως να προϋποθέσουμε. Κι όταν στραφούμε απ’ τις λέξεις στα πράγματα, τότε είναι ολόκληρη η διδασκαλία τής ροής μια ‘ζάλη’, λέει ο Σωκράτης, που στριφογυρίζει στα κεφάλια τών «σοφών», μεταφερόμενη ωστόσο ‘κατά λάθος’ απ’ αυτούς και στα πράγματα.


    ( συνεχίζεται )

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...