Σάββατο, 3 Ιουνίου 2017

HANS URS VON BALTHASAR--ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ (THEO-LOGIK)(14)-H νέα αίρεση

Συνέχεια από Τετάρτη , 24 Μαΐου 2017

                                           HANS URS VON BALTHASAR
                                     ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ  (THEOLOGIK)
                                                 Τρίτος Τόμος
             ΤΟ ΠΝΕΥΜΑ ΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ  (DER GEIST DER WAHRHEIT)
        (Οι δύο προηγούμενοι τόμοι: 1) Αλήθεια τού κόσμου (Wahrheit der Welt), 2)    Αλήθεια τού Θεού (Wahrheit Gottes) )
                                                      Johannes Verlag, 1987
                                                          3.  ΑΝΑΔΡΟΜΗ
                                                          δ)  Ο Ματθαίος …

… διευκρινίζει μερικά σημεία πέρα κι απ’ τον Μάρκο, και κρατάει μιαν ενδιάμεση θέση μεταξύ Μάρκου και Λουκά ως προς την κατανόηση τού Πνεύματος. ‘Υποστηρίζοντας’ μαζί με τον Λουκά τη ‘σύλληψη’ του Ιησού μέσω τού Αγίου Πνεύματος;;;; (1, 18 – «Του δε Ιησού Χριστού η γέννησις ούτως ήν. Μνηστευθείσης γαρ της μητρός αυτού Μαρίας τώ Ιωσήφ, πριν ή συνελθείν αυτούς ευρέθη εν γαστρί έχουσα εκ Πνεύματος Αγίου[Τό Πνεύμα τό Αγιο δέν είναι τό Αγιο Πνεύμα]. Ιωσήφ δε ο ανήρ αυτής, δίκαιος ών και μη θέλων αυτήν παραδειγματίσαι, εβουλήθη λάθρα απολύσαι αυτήν. Ταύτα δε αυτού ενθυμηθέντος ιδού άγγελος Κυρίου κατ’ όναρ εφάνη αυτώ λέγων· Ιωσήφ υιός Δαυίδ, μη φοβηθείς παραλαβείν Μαριάμ την γυναίκα σου· το γαρ εν αυτή γεννηθέν εκ Πνεύματός εστιν Αγίου· τέξεται δε υιόν και καλέσεις το όνομα αυτού Ιησούν· αυτός γαρ σώσει τον λαόν αυτού από τών αμαρτιών αυτών»…), η οποία ‘σύλληψη’ και εξηγείται κατόπιν διεξοδικά  (( ! ))  και ‘δικαιολογείται’ στον Ιωσήφ. Εκεί δε όπου μιλούν, κατά την υπόσχεση της συμπαράστασης του Ιησού προς τους Μαθητές, μόνο για το «Άγιο Πνεύμα» ο Μάρκος και ο Λουκάς, προσθέτει ο Ματθαίος: «Είναι το Πνεύμα τού Πατρός σας, που μιλά σε σας» (10, 20), όπου και ‘χάνει’ κάτι απ’ την ανωνυμία του για τους Μαθητές το Πνεύμα, εμφανιζόμενο σαφέστερα ως η παρεχόμενη απ’ τον ίδιον τον Θεό  (( ! ))  προστασία, υπενθυμίζοντάς μας μια ‘δύναμη’ απ’ το κατά Ιωάννην. Κι ενώ στη ‘σκηνή’ (Szene), όπου ‘σκανδαλίζονται’ (οι παριστάμενοι Φαρισαίοι…) απ’ το ότι εκδιώκει τούς δαίμονες ο Ιησούς, λέει πως τους εκδιώκει εν «τω δακτύλω τού Θεού» ο Λουκάς, θέτει πάλι το Πνεύμα ο Ματθαίος: «Αν εκδιώκω όμως εν Πνεύματι του Θεού τούς δαίμονες…» (12, 28 – «…ει δε εγώ εν Πνεύματι Θεού εκβάλλω τα δαιμόνια, άρα έφθασεν εφ’ υμάς η βασιλεία τού Θεού. ή πώς δύναταί τις εισελθείν εις την οικίαν τού ισχυρού και τα σκεύη αυτού αρπάσαι, εάν μη πρώτον δήση τον ισχυρόν; και τότε την οικίαν αυτού διαρπάσει. ο μη ών μετ’ εμού κατ’ εμού εστι, και ο μη συνάγων μετ’ εμού σκορπίζει»…), καθώς αναφέρθηκε πριν από λίγο το προφητικό εκείνο σημείο, στο οποίο και θέτει το Πνεύμα του σε κείνον που εξέλεξε και αγάπησε ο ‘Γιαχβέ’ (12, 18). Έχει κρατήσει πιθανώς, παρ’ όλ’ αυτά, την αρχικότερη διατύπωση ο Λουκάς. Για να θέση τελικά, στο τέλος τού Ευαγγελίου του, τον εξής σημαντικό τριαδικό ‘τύπο’ ή ‘κανόνα’ ο Ματθαίος: «Να τους βαπτίζετε στο όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος» (Ματθ. 29, 19 – «Οι δε ένδεκα μαθηταί επορεύθησαν εις την Γαλιλαίαν, εις το όρος ού ετάξατο αυτοίς ο Ιησούς. και ιδόντες αυτόν προσεκύνησαν αυτώ, οι δε εδίστασαν. και προσελθών ο Ιησούς ελάλησεν αυτοίς λέγων· εδόθη μοι πάσα εξουσία εν ουρανώ και επί γης. πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τα έθνη, βαπτίζοντες αυτούς εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, διδάσκοντες αυτούς τηρείν πάντα όσα ενετειλάμην υμίν· και ιδού εγώ μεθ’ υμών ειμι πάσας τας ημέρας έως τής συντελείας τού αιώνος. αμήν.»…), ο οποίος και κατέστη πρότυπο τόσο για τα τρία ‘ερωτήματα’ της βαπτίσεως (απ’ όπου και εξελίχθηκε η διάταξη της ομολογίας πίστεως) όσο και για τον ίδιον τον εκκλησιαστικό, βαπτισματικό ‘τύπο’. Παραπέμπει δε μια φορά (μαζί με τον Μάρκο, 12, 36) στο παλαιοδιαθηκικό προφητικό Πνεύμα, εκεί όπου ονομάζει ο Δαυίδ «εν (Αγίω) Πνεύματι» (22, 44 – «Συνηγμένων δε των Φαρισαίων επηρώτησεν αυτούς ο Ιησούς λέγων· τί υμίν δοκεί περί τού Χριστού; τίνος υιός εστι; λέγουσιν αυτώ· του Δαυίδ. λέγει αυτοίς· πώς ουν Δαυίδ εν Πνεύματι Κύριον αυτόν καλεί λέγων, είπεν ο Κύριος τω Κυρίω μου, κάθου εκ δεξιών μου έως αν θώ τούς εχθρούς σου υποπόδιον των ποδών σου; ει ουν Δαυίδ καλεί αυτόν Κύριον, πώς υιός αυτού εστι; και ουδείς εδύνατο αυτώ αποκριθήναι λόγον, ουδέ ετόλμησέ τις απ’ εκείνης τής ημέρας επερωτήσαι αυτόν ουκέτι»…), στο ερώτημα των Φαρισαίων, ποιανού Υιός είναι ο Μεσσίας, ως Κύριό του και όχι ως Υιό του αυτόν  τον Μεσσία.

                                 ε)  Παλαιά Διαθήκη

     Και αναχθήκαμε έτσι, ως το τελευταίο ‘υπόβαθρο’, άλλη μια φορά στην Παλαιά Διαθήκη, για την οποία θέλουμε εδώ μόνο να επαναλάβουμε, ότι χρησιμοποιούνται σ’ αυτήν σε μεγάλον βαθμό ως συνώνυμα (synonym) το «Πνεύμα» και «ο Λόγος τού Γιαχβέ». Γιατί υπάρχει τελικά μόνο μια αντικειμενική αυτο-φανέρωση του Θεού στον αυστηρό μονοθεїσμό (Μonotheismus), έστω κι αν μπορή να παρουσιαστή με διάφορους τρόπους και να προσληφθή υποκειμενικά. Θεολογικά ειπωμένο, δεν είναι δύο διαφορετικοί Εξηγητές ή Ερμηνευτές ο Λόγος τού Θεού και το Πνεύμα τού Θεού, αλλά παραπέμπουν αμφότεροι στην ίδια θεїκή «αλήθεια» (αντικειμενικά) ή «πραγματικότητα» (υποκειμενικά). Και το κάνουν αυτό τόσο πολύ με τη δική τους δύναμη, εφ’ όσον είναι οι ίδιοι ‘αξιόπιστοι’, ώστε να παραμένη ένα όψιμο και δευτερεύον θέμα η διάκριση αληθινών και ψευδών φορέων τού Πνεύματος ή προφητών τού Λόγου. Παραπέμπει λοιπόν στη συνολική Ύπαρξη-Φύση και στην αντίστοιχη προς αυτήν ‘συμπεριφορά’ τού Θεού η ενότητα αλήθειας και πραγματικότητάς του. Γι’ αυτό και μπορούν να συνδέουν συνεχώς την «αλήθεια» (veritas) με το «έλεος» (misericordia) ή την «πραότητα» (mansuetudo) ή την «επιείκεια» (aequitas) οι Ψαλμοί. Φέρουν στον εαυτό τους την επαλήθευσή τους (επαληθεύονται οι ίδιοι…) ο Λόγος και το Πνεύμα τού Θεού  (( ! )) . Θα αντικατοπτρισθή δε νέο-διαθηκικά – όπου και διακρίνεται ο μόνος ενσαρκωμένος «Λόγος» απ’ τον Εξηγητή-«Πνεύμα» - σε όλα εκείνα τα σημεία τού κατά Ιωάννην αυτή η αρχική σχέση, όπου και ‘παραπέμπει’ στην εσωτερική αλήθεια της μαρτυρίας του για τον Πατέρα ο Λόγος, ο Ιησούς - είτε ‘υπολογίζει’ κανείς μια και μοναδική μαρτυρία τού Θεού, είτε μιλά για δυό μάρτυρες, Πατέρα και Υιό -, και όπου φέρει επίσης στον εαυτό του, αναφερόμενο στον Χριστό, την αλήθεια του το αποστολικό και εκκλησιαστικό Πνεύμα, όπως το δείχνει «αποδεικνύοντας με πνεύμα και δύναμη τον Λόγο του Σταυρού» (Α’ Κορ. 2, 4 – «Καγώ ελθών προς υμάς, αδελφοί, ήλθον ού καθ’ υπεροχήν λόγου ή σοφίας καταγγέλλων υμίν το μαρτύριον του Θεού. ου γαρ έκρινα του ειδέναι τι εν υμίν ει μη Ιησούν Χριστόν, και τούτον εσταυρωμένον. και εγώ εν ασθενεία και εν φόβω και εν τρόμω πολλώ εγενόμην προς υμάς, και ο λόγος μου και το κήρυγμά μου ουκ εν πειθοίς ανθρωπίνης σοφίας λόγοις, αλλ΄εν αποδείξει Πνεύματος και δυνάμεως, ίνα η πίστις υμών μη ή εν σοφία ανθρώπων, αλλ’ εν δυνάμει Θεού»…), καθώς και στη διδασκαλία του για την εσωτερική αξιοπιστία τού συμφιλιωτικού του αξιώματος (Β’ Κορ. 2-6) προπάντων ο Παύλος, αξίωμα (υπούργημα, λειτούργημα…) που «μπορεί να το κατανοήση και να το αναγνώση ο καθένας» (3, 2), εφ’ όσον μαρτυρά «την προφάνεια της αλήθειας (του Θεού)» όλη του η ύπαρξη (4, 3). Το ότι μπορεί δε να προσκρούση, και προσκρούει πράγματι, τόσο στην Παλαιά όσο και στην Καινή Διαθήκη, σε μιαν άρνηση να ιδωθή και να αναγνωρισθή αυτή η αυτο-προφάνεια του τρόπου, με τον οποίον φανερώνεται και είναι «Πραγματικός» ο Θεός, δεν αλλάζει τίποτα στην ποιότητά της.
      Διακρίνονται βέβαια κατ’ αρχάς ως ‘σχετικά’ διακρινόμενοι τρόποι τής αυτο-φανέρωσής του το Πνεύμα και ο Λόγος τού Θεού στην Παλιά Διαθήκη, αλλά πρέπει και τότε να προσέξουμε, ότι φανερώνεται στο Πνεύμα του όπως και στον Λόγο του πάντα ολόκληρος και αμέριστος ο Θεός. «Αυτό που παραλαμβάνουν για να το αναγγείλουν οι προφήτες, λέγεται ο Λόγος τού Θεού. Και ποτέ ένας Λόγος τού Θεού… Μιλά λοιπόν σε κάθε ξεχωριστή φανέρωση ολόκληρος πάντοτε ο Λόγος τού Θεού» (L. Koehler, Theologie des Alten Testaments – Θεολογία τής Παλαιάς Διαθήκης… -  Tuebingen 1936). Και αποδεικνύει το Πνεύμα τού Θεού πάντοτε – όσο διαφορετικά κι αν γνωστοποιείται – μια ‘ρωμαλέα’, επιβαλλόμενη παρουσία τού Θεού, στη φύση, στην ιστορία τής Διαθήκης συνολικά ή και στα μεμονωμένα της περιστατικά. Όταν «εμπίπτη» δε, στις προτυπώσεις τής ‘υψηλής’ προφητείας, σε ορισμένα πρόσωπα το Πνεύμα τού Θεού και τα ‘μεταθέτη’ σε έκσταση ή τα καθιστά ικανά για ορισμένες πράξεις ισχύος (τούς Κριτές), δεν διαχωρίζεται ούτε κι εδώ εντελώς απ’ τον Λόγο το Πνεύμα (πρβλ. τις αναγγελίες γέννησης των Κριτών). Και στους μεγάλους προφήτες τού Λόγου, που δεν μιλούν καθόλου (όπως ο Ιερεμίας) ή μιλούν μόνο σπάνια για το Πνεύμα, ‘εργάζεται’ περισσότερο από αλλού το Πνεύμα, όχι μόνο στις ‘αποστολές’ που τους υπερβαίνουν, αλλά και στον ‘ακαταμάχητον εξαναγκασμό’ να εκφράσουν τον Λόγο που έχει τεθή εντός τους (που πρέπει συχνά και να τον ‘φάνε’: Ιερ. 15, 16, Εζ. 3, 1 κ.ε.), έτσι ώστε να καίη μια ενδεχόμενη αντίσταση στην επιβεβλημένη ‘εξωτερίκευση’, όπως οι φλόγες μιας φωτιάς τούς προφήτες (Ιερ. 20, 7-9). Μεταγενέστεροι προφήτες ονομάζουν κατόπιν την εγκατοικούσα στον Λόγο τού Θεού δύναμη (dynamis) ως Πνεύμα· ενώ κι εκεί όπου βιώνεται και κατανοείται ως ζωντανή δύναμη ζωής στον άνθρωπο ο ‘λογικός’ νόμος τού Θεού, μπορεί επίσης να χαρακτηρισθή ως Πνεύμα. Όταν ικετεύη ο ευχέτης τού «Ελεήμονα»: «Μην πάρης από εμένα το Άγιο σου Πνεύμα» (Ψαλμ. 51, 13 – Στην πραγματικότητα, Ψαλμ. 50, 11: «Μη απορρίψης με από τού προσώπου σου και το πνεύμα σου το άγιον μη αντανέλης απ’ εμού»…), ή ένας ‘άλλος’: «Το πνεύμα σου το αγαθόν οδηγήσει με εν γη ευθεία· ένεκεν του ονόματός σου, Κύριε, ζήσεις με» (Ψαλμ. 142, 12)  (( Σημ. τ. μετ.: Αριθμούν με μια διαφορά τούς Ψαλμούς, και τους μεταφράζουν διαφορετικά… )) , δεν εννοείται βέβαια ένα ‘δίχως λόγο’ Πνεύμα, αλλά εκείνο που κατοικεί στον Λόγο τού Νόμου. Η δε έννοια της «σοφίας», ταυτιζόμενη εν μέρει με το Πνεύμα και εν μέρει με τον Λόγο, χρησιμεύει στο να ‘εξισώση’ (να ‘ισοπεδώση’ – einebnen!...) ακόμα ισχυρότερα τη διαφορά ανάμεσα στους δύο. Οι οποίοι και μπορούν να ονομασθούν τελικά με μιαν αναπνοή: «Το πνεύμα μου, που είναι επί σέ, και οι λόγοι μου, που έθεσα στο στόμα σου, δεν θα σε εγκαταλείψουν» (Ιησ. 59, 21). Αυτή η ονομασία τού Πνεύματος, που παραπέμπει περισσότερο στην προσωπική δυναμική επίδραση της ισχύος τού Θεού, γίνεται όλο και πιο αναγκαία στους ύστερους χρόνους τής Παλαιάς Διαθήκης, όταν ‘σκληραίνη’ καταφανώς ως κατεγραμμένος νόμος ο «Λόγος», οπότε και συνδέεται στη μεγάλη εξιλεωτική προσευχή τού Νεεμία με το δώρο τού αγαθού Πνεύματος (9, 20) η αποκάλυψη του Νόμου στην έρημο (9, 13. 34), και περιγράφεται ως συντελούμενη μέσω τού Πνεύματος του Θεού η προφητεία τού Λόγου (9, 30). Μπορούμε μάλιστα να πούμε, πως εμπνέεται και ολόκληρη η Τορά απ’ το Πνεύμα, και πως χαρακτηρίζεται, εκεί όπου δεν συντελείται πια καμμιά προφητεία, ως Πνεύμα «η δύναμη, που ζωντανεύει τον λόγο τού παρελθόντος, και τον προσεγγίζει με μιαν υποχρεωτικήν αμεσότητα στο παρόν» (W. Eichrodt,  Theologie des Alten Testaments II, 1950 – «Αντιλαμβάνεται οπωσδήποτε το Πνεύμα μαζί με τον Λόγο τού Θεού η κοινότητα»). «Δεν προσπάθησε όμως και ποτέ να χαράξη μιαν ακριβή οριοθέτηση η ιουδαїκή σκέψη» (Ο ίδιος…).
     Θα μπορούσε να είναι ωστόσο αυτή ακριβώς η ενότητα Λόγου και Πνεύματος του Θεού στην Παλαιά Διαθήκη σημαντική για τα θεολογικά μας συμφραζόμενα. Και θα συνεχισθή πράγματι η ‘συνάφειά’ τους και στην Καινή Διαθήκη, καθ’ όσον είναι, όπως ήδη δείξαμε, ένας Λόγος που δίνεται απ’ το Πνεύμα τού Πατρός και παραλαμβάνεται και εκφράζεται στο Πνεύμα τού Ιησού ο Λόγος τού Ιησού, ενώ δεν ερμηνεύει μόνον τον (απόλυτο!) Λόγο τού Ιησού στην Εκκλησία μετά την ‘εξαφάνιση’ (Entschwinden!) του Ιησού το Πνεύμα, αλλά καθιστά παρόντα και τον ίδιον τον Ιησού (μυστηριακά και υπαρξιακά) με τη δράση του – και μάλιστα στο Σώμα τού Χριστού, το οποίο και οικοδομεί ως τον ιερό του ναό το Πνεύμα. «Ένα όμοιο Πνεύμα εμπνέει ολόκληρο το Σώμα μέχρι το τέλος τού χρόνου, γνωστοποιείται όμως σε κάθε γενιά ιδιαιτέρως η παρουσία τού Πνεύματος». Δεν μπορούν να αλλάξουν βέβαια οι ‘βασικές γραμμές’ που καθόρισε στην Καινή Διαθήκη ο Λόγος, αλλά «αφήνει (επιτρέπει, παραγγέλλει…) το Πνεύμα στις επόμενες γενιές την αποστολή και τη χαρά, να επιμηκύνουν σε νέες περιοχές, σύμφωνα με τις οδηγίες τού ουράνιου Οδηγού, το νόημά τους και την (ίδιαν την επίγεια – αλλίμονο! …) ζωή» (H.B. Swete, The Holy Spirit in the New TestamentLondon 1919… - Για την ιδιαίτερη πνευματική ικανότητα του αναμενόμενου Μεσσία, μιλήσαμε ήδη. Πρβλ. εδώ: Robert Koch, Geist und MessiasHerder, Wien 1950. Όπου εμφανίζεται ο Μεσσίας και ως ένα είδος ανακεφαλαίωσης όλων τών μορφών φορέων τού Πνεύματος στην ιστορία τού Ισραήλ: Κριτών, Βασιλέων και Προφητών. Ενώ ενεργεί ταυτόχρονα και σε όλον τον λαό τών εσχάτων χρόνων το επαναπαυόμενο σ’ αυτόν Πνεύμα).
     (( Σημ. τ. μετ.: Είναι φανερή η απιστία τών ανθρώπων… Ένα ολόκληρο ‘σύστημα’ κατασκευάζεται, αντίθετο στον Λόγο τού Θεού, για να υποβοηθήση στην παντοτινή τους επιδίωξη: να κυριαρχήσουν επί τής γης… Διαβάζοντάς τους, δεν μπορούμε να έχουμε καμμιάν αμφιβολία για ποιο πράγμα ‘συζητάνε’ και οι ‘δικοί’ μας στους επονομαζόμενους ‘διαλόγους τών Εκκλησιών’… Πικρή, πικρότατη η ‘γεύση’ και η ‘εμπειρία’, αλλά ο Κύριος μάς είπε να γνωρίζουμε την αλήθεια για να είμαστε ελεύθεροι… )) .


     ( συνεχίζεται με το επόμενο κεφάλαιο, «Προόραση» )

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...