Τετάρτη, 15 Φεβρουαρίου 2017

ΚΑΛΛΙΣΤΟΣ ΑΓΓΕΛΙΚΟΥΔΗΣ, Β ΜΕΡΟΣ (38) - ΕΠΑΝΑΛΗΨΗ

Συνέχεια από: Παρασκευή, 10 Οκτωβρίου 2014 

O Doctor Angelicus συναντά τον Κάλλιστο Αγγελικούδη
http://2.bp.blogspot.com/_q_EQdL-8G4M/TGKvyMKNCtI/AAAAAAAAAs0/v2SIBentlyM/s1600/image.jpg
Ο Κάλλιστος Αγγελικούδης αναλύει και σχολιάζει 
  το κατά των Ελλήνων βιβλίο του Θωμά Ακινάτη
Περί θείας απλότητος και διαφοράς ουσίας και ενέργειας
[Περί της εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος και της σχέσεως των θείων προσώπων]
562. « Έχει » λέει « γεννητική δύναμη προς το να γεννά ο Πατέρας». Κι ακόμα « είναι ανάγκη να υπάρχη δύναμη για ( προς το ) να γεννά στον Θεό, όπως ακριβώς και δύναμη για να νοή τον εαυτό του ». Δεν υπάρχει κανένας τόσο ολοφάνερα ασεβής, όπως αυτός ο ανόητος, που κάνει ( ποιείται) παιχνίδι ( παιδιάν ) τη θεολογία και δεν ντρέπεται ούτε τους ακροατές του, γράφοντας τέτοια ολοφάνερα ανόητα και αιρετικά. Γιατί αν έχη γεννητική δύναμη για ( προς το ) να γεννά ο Πατέρας, θα έχη δύναμη για να γεννά κι ο Υιός, ώστε να υπάρχη έτσι η ίδια δύναμη κι η ίδια ουσία σ’ αυτόν όπως στον Πατέρα σύμφωνα με τη διδασκαλία των θεηγόρων και της αλήθειας. Κι όπως φαίνεται στον Θωμά πως έχει δύναμη για να γεννά απ’ το ότι έχει γεννήσει τον Υιό ο Πατέρας, έτσι θα έχη βέβαια κι ο Υιός Υιό διαφορετικόν απ’ αυτόν τον ίδιον, ώστε να φανερωθή πως έχει ίση γεννητική δύναμη με τον Πατέρα, γιατί αναδεικνύεται απ’ τα έργα η δύναμη. Αλλ’ είναι άτοπο και εξαιρετικά βλάσφημο να υποθέσης πως έχει Υιό ο Υιός του Θεού. Κι αν δεν έχη Υιό, είναι προφανές, πως δεν έχει γεννητική δύναμη, την οποίαν έχοντάς την έχει Υιό, σύμφωνα με τον Θωμά, ο Πατέρας. Δεν έχει άρα την ίδια δύναμη και γι’ αυτό ούτε την ίδια ουσία ο Υιός με (προς) τον Πατέρα, όπως λέει ο Θωμάς. Τί χειρότερο και ασβέστερο απ’ αυτό θα έλεγε ο Ευνόμιος, ανοητότατε πάντων Θωμά ;

563. Δεν ανήκει στη φύση και γι’ αυτό ούτε στη δύναμη το να γεννάς, αλλά στην προσωπική ιδιότητα, είναι δηλαδή υποστατικό. Και λέει η ιερή Εκκλησία · « γνωρίζουμε, πως δεν είναι της φύσης το να γεννιέσαι, αλλά της υπόστασης. Γιατί αν ήταν της φύσης, δεν θα θεωρούνταν στην ίδια φύση το γεννητό και το αγέννητο » (Ιωάννου Δαμασκηνού, Εκδοσις ακριβής… Δ΄ 7 ). Και πάλι˙ « το Πνεύμα που εκπορεύεται απ’ την πατρική υπόσταση » ( Γρηγορίου Νύσσης, Εκλογαί μαρτυριών προς Ιουδαίους ). Και πάλι˙ « τίποτα δεν γεννά αυτό το ίδιο ( εαυτό ), αλλ’ αν γεννά η ουσία την ουσία, δεν θα γεννούσε παρά αυτήν την ίδια, επειδή δεν υπάρχει τίποτα που να έχει χωρισθή ( κεχωρισμένον ) στον Θεό απ’ τη θεία ουσία ». Και λέει ακόμα· « δεν γεννάται η θεία φύση στον Υιό, ούτε καθ’ εαυτό ούτε κατά συμβεβηκός˙ κι αν και δεν μιλά σωστά στα άλλα ( ου καλώς έχων ) ο Ούγων, φαίνεται όμως πως είναι σ’ αυτά υγιής. Γιατί λέει, πως ούτε προβάλλει ούτε γεννά ούτε γεννάται η ίδια η ουσία, γιατί ακολουθούν ( και… ) κάθε πρόσωπο αυτά που προσυπάρχουν με φυσικό τρόπο στη θεία ουσία, ώστε θα γεννούσαν κι ο Υιός και το Πνεύμα, αν ήταν γεννητική η ουσία, απ’ τα οποία δεν βρίσκεται τίποτα κοντά στην αλήθεια. Είναι φανερό λοιπόν, ότι δεν γεννά σύμφωνα με την ουσία που είναι ο Πατέρας, αλλά σύμφωνα με το ότι είναι πατέρας. 

ΠΕΡΙ ΤΟΥ  ΦΙΛΙΟΚΒΕ

564. « Εχουν βρεθή »λέει « κάποιοι που πλανώνται όσον αφορά ( περί ) στην εκπόρευση του αγίου Πνεύματος, που λένε πως δεν εκπορεύεται απ’ τον Υιό το άγιο Πνεύμα ». Βλέπεις τον υιό της παραφροσύνης ( απόνοιας ) ; νομίζει τώρα πως πλανώνται οι θεοφόροι ιεροδιδάσκαλοι! Γιατί κανένας απ’ αυτούς δεν παραχωρεί ( συγχωρεί ) την εκπόρευση στον Υιό, ούτε θέλει να κοινωνή με την ιδιότητα του Πατέρα ο Υιός, αλλ’ ονομάζει τον Πατέρα μοναδικόν και γεννήτορα και προβολέα, μοναδικήν αρχή του Υιού και του Πνεύματος, σαν ήλιο κάποιων δίδυμων ακτίνων, μοναδικήν πηγή και ρίζα, μοναδικόν αίτιον, όπως έχουμε ήδη πη. 

565. Και λέει ο Νύσσης· « είναι ένα και το ίδιο πρόσωπο, του Πατέρα, στην αγία Τριάδα, απ’ το οποίο γεννάται ο Υιός και εκπορεύεται το άγιο Πνέυμα, και γι’ αυτό ονομάζουμε κυριολεκτικά ( κυρίως ) και με θάρρος ( τεθαρρηκότως ) τον έναν αίτιο μαζί με τα αιτιατά του έναν Θεό » ( Προς Ελληνας εκ τον κοινών εννοιών ). Κι ακόμα· « το Πνεύμα » λέει « που εκπορεύεται απ’ την πατρική υπόσταση, γιατί γι’ αυτόν τον λόγο το έχει ονομάσει και πνεύμα στόματος ( Ψαλμ. λβ΄6 ), όχι όμως και λόγο στόματος ο Δαβίδ, ώστε να βεβαιώση ( πιστώσηται ) πως προσυπάρχει στον Πατέρα και μόνον η εκπορευτική ιδιότητα » (Γρηγορίου Νύσσης, Εκ του « Περί θεογνωσίας » απολεσθέντος, πλην αποσπασμάτων, έργου ).

566. Κι ο άγιος Κύριλλος· « γνωρίζονται και πιστεύονται στον ( εν ) άναρχο Πατέρα και τον μονογενή Υιό και το άγιο Πνεύμα οι τρεις προσκυνητές υποστάσεις, το οποίο εκπορεύεται όχι κατά γέννηση ( γεννητώς ) απ’ τον Πατέρα, όπως ο Υιός, αλλ’ εκπορεύεται, όπως έχει ειπωθή, απ’ τον Πατέρα και μόνον όπως από στόμα, έχει δε φανερωθή με ( δια ) τον Υιό και μίλησε ( λαλήσαντι ) σε όλους του αγίους προφήτες και αποστόλους » ( Κυρίλλου Αλεξανδρείας, Λόγος Β΄ περί αγίας και ομοουσίου Τριάδος ). Κι αλλού πάλι˙ « δεν εκπορεύεται, όπως ακριβώς γεννάται απ’ τον Πατέρα ο Υιός, και το άγιο Πνεύμα απ’ τον Υιό, μακριά από ’δώ η βλασφημία και πολυθεΐα, γιατί ένας είναι σε μας αίτιος και σύνδεσμος και στα δυό πρόσωπα, ο Πατέρας » (Κυρίλλου Αλεξανδρείας, Ομολογία πίστεως ).

567. Κι ο Θεολόγος Γρηγόριος· « ένας είναι σε μας ο Θεός, όχι μόνον επειδή είναι μια η θεότητα, αλλ’ επειδή αναφέρονται και σε ένα και τα δυό που προέρχονται απ’ αυτόν ( Λόγος 31 ). Κι ακόμα· « το άναρχο κι η αρχή κι αυτό που είναι μαζί ( μετά ) με την αρχή είναι ένας Θεός , η δε φύση και στα τρία μία, είναι ένωση δε ο Πατήρ, απ’ τον οποίον και προς τον οποίον ανάγονται τα επόμενα ( εξής ), όχι σαν να συναλείφονται ( συγχωνεύονται, συνενώνονται… ), αλλά σαν να συνδέονται ( ως έχεσθαι ) ». Κι ακόμα· « ας τηρούμε » λέει « όπως κι ο δικός μου λόγος, ότι είναι ένας μεν ο Θεός, και αναφέρονται σε μιαν αιτία και σύμφωνα με το ένα και εντελώς ίδιο ( ταυτόν ), για να το πω έτσι, κίνημα και βούλημα της θεότητας και την ταυτότητα της ουσίας και ο Υιός και το Πνεύμα, υπάρχουν δε χωρίς να επινοείται καμμιά συναλοιφή ή ανάλυση ή σύγχυση οι τρεις υποστάσεις. Οπου επινοείται και ονομάζεται άναρχος μεν και αρχή ο Πατέρας, αρχή δε ως αίτιος και ως πηγή και ως αΐδιο φως » ( Γρηγορίου Θεολόγου, Λόγος 20, Περί δόγματος και καταστάσεως επισκόπων ). Κι ακόμη· « είναι κοινό μεν στον Πατέρα και στον Υιό και στο άγιο Πνεύμα το ότι δεν έχουν δημιουργηθή ( το μη γεγονέναι ) και η θεότητα, στον δε Υιό και το άγιο Πνεύμα το ότι προέρχονται απ’ τον Πατέρα ( το εκ του Πατρός ) » ( Γρηγορίου Θεολόγου, Εις Ηρίωνα τον φιλόσοφον ). Κι ακόμα· « αυτό είναι σε μας ο Πατέρας κι ο Υιός και το άγιο Πνεύμα· ο μεν γεννήτορας και προβολέας, και εννοώ ( λέγω ) δίχως πάθος και δίχως χρόνο και δίχως σώμα ( απαθώς και αχρόνως και ασωμάτως ), κι απ’ τα δυό τον μεν γέννημα, το δε πρόβλημα ( το προβαλλόμενο… ) » ( Γρηγορίου Θεολόγου, 29, Περί Υιού ).

568. Κι ο Μέγας Διονύσιος˙ « ότι είναι μεν πηγαία θεότητα ο Πατέρας, βλαστοί δε θεόφυτοι και όπως άνθη και υπερούσια φώτα, αν πρέπη έτσι να φανερωθή ( φάναι ), της θεογόνου θεότητας ο Υιός και το Πνεύμα, το έχουμε παραλάβει απ’ τα ιερά αποφθέγματα ( λόγια ) » ( Ψευδο – Δονυσίου, Περί θείων ονομάτων). Και η Α΄ σύνοδος στη Νίκαια˙ « εκπορεύεται μεν απ’ τον Πατέρα, είναι δε ιδιαίτερο χαρακτηριστικό ( ίδιον ) του Υιού το άγιο Πνεύμα » ( Γελασίου Κυζικηνού, Σύνταγμα των κατά την εν Νικαία αγίαν σύνοδον πραχθέντων ). Κι ο θείος Βασίλειος˙ « έχει μεν εξαρτηθή ( ήρτηται ) απ’ τον Υιό, με τον οποίον και συγκαταλαμβάνεται ( λαμβάνεται και κατέχεται… ) αδιάστατα ( συνεχόμενο… ) το άγιο Πνεύμα, έχει δε παραλάβει ( εξημμένον ) το είναι απ’ την αιτία του Πατέρα, απ’ όπου και εκπορεύεται» (Επιστολή Γρογορίω αδελφώ περί διαφοράς ουσίας και υποστάσεως ). Και πάλι˙ « γνωρίζεται με τον Υιό και μαζί μ’ αυτόν ( μετά του Υιού και συν αυτώ ) το άγιο Πνεύμα, έχει δε λάβει υπόσταση ( υφέστηκε ) απ’ τον Πατέρα » ( ό.π. ).

569.Κι ο μακάριος Ανδρέας Κρήτης˙ « δεν μπορεί παρά να ενοπτρίζεται ( να οράται όπως μέσα σε κάτοπτρο… ) ή στον Υιό ο Πατέρας ή στον Πατέρα ο Υιός ή στο άγιο Πνεύμα, το οποίο εκπορεύεται μεν απ’ τον Πατέρα, εμφιλοχωρεί ( ενδιατρίβει ευχαρίστως…) δε και αναπαύεται κατ’ ουσίαν στον Υιό, ως ομοούσιο και ομόθρονο και ομότιμο και με τους δυό ( αμφοίν ) » ( Λόγος Ζ΄, Εις την μεταμόρφωσιν ). Κι ο έξοχος απ’ τη Δαμασκό Ιωάννης, « ο Πατέρας είναι » λέει « πηγή και αιτία του Υιού και του Πνεύματος˙ λόγος, σοφία, δύναμη, εικόνα, απαύγασμα, χαρακτήρας του Πατέρα και απ’ τον Πατέρα ο Υιός, κι όχι Υιός του Πνεύματος˙ Πνεύμα του Πατέρα, ως εκπορευόμενο απ’ τον Πατέρα το άγιο Πνεύμα, γιατί δεν υπάρχει καμμιά ορμή χωρίς το Πνεύμα˙ Πνεύμα δε και του Υιού, όχι σαν να προέρχεται απ’ αυτόν, αλλ’ ως εκπορευόμενο μ’ αυτόν ( δι’ αυτού ) απ’ τον Πατέρα, γιατί είναι μοναδικός ( μόνος ) αίτιος ο Πατέρας » ( Εκδοσις ακριβής…Α΄ ιβ΄).

570. Και πάλι˙ « αυτό είναι που λατρεύουμε˙ Πατέρας, γεννήτορας του Υιού, αγέννητος, γιατί δεν προέρχεται από κανέναν ( ου γαρ έκ τινος )˙ Υιός, γέννημα του Πατέρα, καθώς έχει γεννηθή ( γεγεννημένος ) απ’ αυτόν˙ Πνεύμα άγιο, του Θεού και Πατέρα, καθώς εκπορεύεται απ’ αυτόν, το οποίο λέγεται πως είναι μεν και του Υιού, καθώς φανερώνεται μ’ αυτόν ( δι’ αυτού ) και μεταδίδεται στην κτίση, αλλά δεν έχει απ’ αυτόν την ύπαρξη » ( Ιωάννου Δαμασκηνού, Λόγος εις το άγιον Σάββατον ). Κι ο θείος Ιουστίνος, ο μάρτυρας και φιλόσοφος˙ « όπως προέρχεται απ’ τον Πατέρα ο Υιός, έτσι προέρχεται απ’ τον Πατέρα και το Πνεύμα, εκτός βέβαια απ’ τον τρόπο της ύπαρξης » (Έκθεσις της ορθής ομολογίας 9 ). Κι ο άγιος Μάξιμος˙ « η πρόφαση ( ο λόγος… ) της επιστολής, σε τί δηλαδή σκοπεύουμε, είναι ότι λέει πως δεν είναι αιτία του Πνεύματος ο Υιός˙ γιατί μιαν αιτία του Υιού και του Πνεύματος τον Πατέρα, του μεν κατά γέννησιν, του δε κατ’ εκπόρευσιν, και ο ίδιος γνωρίζει και αποδέχεται αυτούς που έτσι λένε » ( Επιστολή προς Μαρίνον…). 

571. Και πάλι ο Δαμασκηνός˙ « και λέμε πως είναι απ’ τον Πατέρα το Πνεύμα το άγιο και το ονομάζουμε Πνεύμα του Πατέρα, δεν λέμε δε πως είναι απ’ τον Υιό το Πνεύμα, το ονομάζουμε δε Πνεύμα του Υιού » ( Έκδοσις ακριβής της ορθοδόξου πίστεως, Α΄ ιβ΄). Λοιδορείς ( υβρίζεις…) λοιπόν αυτόν τον χορό των αγίων γι’ αυτές τις ιερές τους αποφάσεις ( διακηρύξεις… ) και τους αποκαλείς «κάποιους» και λες πως έχουν πλανηθή ; Είσαι όντως γυιός της πλάνης και αντάρτης ( ταραξίας… ) της ιερής Εκκλησίας και εντελώς πλήρης ( έμπλεως ) από κάθε αισχρήν αίρεση. Με ποιο πρόσωπο έλκεις ( τραβάς δια της βίας…) το ιδιαίτερο χαρακτηριτικό ( το ίδιον ) του Πατέρα και στον Υιό, και αποστερείς πάλι απ’αυτό το χαρακτηριστικό το Πνεύμα, σαν κάποιος κουφός και άνους, που ούτε έχει ακούσει, ούτε έχει βέβαια διακρίνει ( διεγνωκώς ) τα των ιεροδιδασκάλων, ότι πρέπει να ανατεθούν καθολικά και κατά πάσαν ανάγκην τα του Πατέρα και του Υιού και στο θεαρχικό Πνεύμα; Γι’ αυτό, αν είναι απ’ τον Πατέρα και τον Υιό η εκπόρευση του Πνεύματος, θα είναι αναγκαστικά κι απ’ το Πνεύμα η εκπόρευση και θα έχη το Πνεύμα άλλο Πνεύμα, το οποίο εκπορεύει, και θα είναι τετράδα η Τριάδα, το οποίο ανήκει ακριβώς στα εξαιρετικά ατοπώτατα. Άκου δε και τους ιερούς θεολόγους της αλήθειας, τί λένε γι’ αυτό. Και λέει ο Μέγας Βασίλειος˙ « όλα όσα είναι κοινά στον Πατέρα και τον Υιό είναι κοινά και στο Πνεύμα » ( Κατά Ευνομίου Ε΄). Κι ο ιερός Διονύσιος˙ « όσα είναι του Πατέρα και του Υιού τα αναθέτει κοινωνικά και ενωμένα και στο άγιο Πνεύμα ο θεαρχικός λόγος » ( Περί θείω ονομάτων ). Κι ο Θεολόγος Γρηγόριος˙ « όλα, όσα ανήκουν στον Υιό, ανήκουν και στο Πνεύμα , εκτός απ’ την υιότητα » ( Λόγος 34 , Εις τους Αιγυπτίους αποδημήσαντας ). Και πάλι˙ « όλα, όσα έχει ο Υιός, είναι και του Πνεύματος, εκτός απ’ τη γέννηση » (Λόγος 41, Εις την Πεντηκοστήν ).

572. Και τόσο πολύ γνώρισαν ( ήδεσαν ) οι θεόσοφοι πως δεν είναι αίτιος ο Υιός του Πνεύματος, ώστε, παρ’ όλο που λένε ρητά ότι είναι ίδιαίτερο χαρακτηριστικό ( ίδιον ) του Υιού το Πνεύμα, κανένας όμως απ’ αυτούς δεν είπε, ότι είναι ίδιαίτερο χαρακτηριστικό του Υιού το Πνεύμα, επειδή έχει απ’ τον Υιό την ύπαρξη. Και λένε˙ « να δέχεσαι μια θεότητα, του Πατέρα, που γέννησε με ανέκφραστο τρόπο τον Υιό, και του Υιού, που έχει γεννηθή απ’ αυτόν, και του αγίου Πνεύματος, που εκπορεύεται απ’ τον ίδιον τον Πατέρα, είναι δε ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του Υιού, όπως λέει ο Θείος απόστολος˙ “ εί τις Πνεύμα Χριστού ουκ έχει, ούτος ουκ έστιν αυτού ” ( Ρωμ. Η΄9 ) » ( Γελασίου Κυζικηνού, Σύνταγμα των κατά την εν Νικαία αγίαν σύνοδον πραχθέντων ). Και ο Κύρου Θεοδώρητος˙ « είναι ιδιαίτερο χαρακτηριστικό ( ίδιον) του Υιού το Πνεύμα, λέει. Αν το είπε μεν, δηλαδή ο Κύριλλος, ως ομοφυές και εκπορεύομενο απ’ τον Πατέρα, θα συνομολογήσουμε και θα δεχθούμε ως ευσεβή τη φωνή. Αν δε επειδή έχει απ’ τον Υιό ή δια του Υιού την ύπαρξη, θα το απορρίψουμε ως βλάσφημο και δυσσεβές˙ γιατί πιστεύουμε στον Κύριο, που λέει “ το Πνεύμα, ό εκ του Πατρός εκπορεύεται ” ( Ιωάν, ιε΄ 26 ) και στον θεiότατο δε Παύλο που λέει ομοίως “ ημείς δε ού το πνεύμα του κόσμου ελάβομεν, αλλά το Πνεύμα το εκ του Θεού ” ( Α΄ Κορινθ. β΄ 12)» ( Θεοδώρητου Κύρου, Ανατροπή των Δώδεκα κεφαλαίων ).

573. Και λέει κοντά σ’ αυτά ο θείος Κύριλλος στην προς τον Ιωάννην Αντιοχείας επιστολή˙ « δεν ανεχόμαστε να σαλεύεται κατά κανέναν τρόπο από κάποιους η ορισθείσα πίστη, το σύμβολο δηλαδή της πίστεως, που προήλθε απ’ τους άγιους Πατέρες μας, που συνήλθαν στη Νίκαια κατά καιρούς ( σε διάφορους καιρούς…). Και δεν επιτρέπουμε βέβαια, στους εαυτούς μας ή σε άλλους, ούτε λέξη να αλλάξουν απ’ όσα ενυπάρχουν εκεί ή να παραβούν μιαν έστω συλλαβή, ενθυμούμενοι αυτόν που λέει˙ “ μη μέταιρε όρια αιώνια, ά έθεντο οι Πατέρες σου ” ( Παροιμ. κγ΄ 28 ). Γιατί δεν ήταν αυτοί που μιλούσαν, αλλά το ίδιο το Πνεύμα του Θεού και Πατέρα, το οποίο εκπορεύεται μεν απ’ αυτόν, δεν είναι δε αλλότριο ( ξένο… ) απ’ τον Υιό σύμφωνα με τον λόγο της ουσίας » ( Κυρρίλου Αλεξανδρείας, Επιστολή προς Ιωάννην Αντιοχείας ). Και πάλι ο Κύρου Θεοδώρητος˙ « δεν έχει την ύπαρξη απ’ τον Υιό ή δια του Υιού το Πνεύμα το άγιο, αλλ’ εκπορεύεται απ’ τον Πατέρα, ονομάζεται δε ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του Υιού ως ομοούσιο » ( ό.π. ). 

574. Και πάλι ο άγιος Κύριλλος˙ « όπως έχει ακριβώς απαρτηθή ( εξαρτηθή… ) το δάχτυλο απ’ το χέρι, χωρίς να είναι ξένο απ’ αυτό, αλλ’ ανήκει με φυσικόν τρόπο σ’ αυτό, έτσι έχει συναφθή και το Πνεύμα το άγιο με τον λόγο της ομοουσιότητας σε ένωση προς τον Υιό, έστω κι αν εκπορεύεται απ’ τον Θεό και Πατέρα » ( Κυρίλλου Αλεξανδρείας, Βίβλος θησαυρών περί της αγίας και ομοουσίου Τριάδος ). Κι ακόμα˙ « είναι ιδιαίτερο Πνεύμα αυτό και του μονογενούς, γιατί είναι ομοούσιος με τον Πατέρα » ( Κυρίλλου Αλεξανδρείας, Υπόμνημα εις το κατά Ιωάννην ). Και πάλι˙ « είναι ιδιαίτερο χαρακτηριστικό( ίδιον ) του ίδιου εκείνου λέει, ως οικείο κατά τη φύση, ως μη αλλότριο ( ξένο… ), ως μη προσυπάρχον εκείνο απ’ έξω » ( ό.π. - Πρβλ. και του ίδιου, Περί ενανθρωπήσεως του μονογενούς ). Γιατί λέει ο ίδιος, ερμηνεύοντας το « όταν έλθη ο Παράκλητος » ( Ιωάν. ιε΄ 26 )˙ « θα υπάρχη λοιπόν το ενδεχόμενο, αν δεν είναι ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του Υιού το Πνεύμα, αλλ’ έχει υιοθετημένον ( εισποιητόν ), όπως ακριβώς η κτίση, κι αυτός τον αγιασμό, να μπορή κάποτε και να αποπέση » ( Κυρίλλου Αλεξανδρείας, Υπόμνημα εις το κατά Ιωάννην ). Και πάλι˙ « λέμε πως είναι ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του Υιού ο Παράκλητος, δηλαδή το Πνεύμα το άγιο, και όχι εισαγόμενο ( επεισκρινόμενον ) απ’ έξω ούτε και επίκτητο σ’ αυτόν, όπως είναι ακριβώς σ’ αυτούς που δέχονται την αγιότητα ».


Συνεχίζεται

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...