Παρασκευή, 3 Φεβρουαρίου 2017

ΠΕΡΙ ΘΕΙΑΣ ΕΝΩΣΕΩΣ ΚΑΙ ΒΙΟΥ ΘΕΩΡΗΤΙΚΟΥ -- ΟΣΙΟΥ ΚΑΛΛΙΣΤΟΥ ΤΟΥ ΚΑΤΑΦΥΓΙΩΤΟΥ


Ο θεωρητικός τρόπος ζωής συγκροτείται συνήθως κατά τρόπον ακατηγόρητον και αληθινόν, από τους ακολούθους τρεις παράγοντας· από την πίστιν, από την ενεργή μετοχήν της ψυχής στο άγιον Πνεύμα και από κάποια γεύσιν της σοφίας. Δυνάμεθα νε είπωμεν, σαν με ορισμόν, ότι θεωρία είναι η γνώσις των νοητών εκ της οράσεως των αισθητών κτισμάτων. Επίσης η θεωρία δύναται να ενεργήται από τους προχωρημένους πνευματικώς απευθείας προς τα νοητά χωρίς αναγωγήν από τα αισθητά. Αλλά για να ενεργή κανείς στον χώρον της θεωρίας χρειάζεται η πίστις. Γιατί γράφεται, «εάν μη πιστεύσητε, ουδ΄ ου μη συνήτε» (Ησα. ζ: 9). Επίσης χρειάζεται και η ενέργεια του αγίου Πνεύματος, δεδομένου ότι «το πνεύμα πάντα ερευνά και τα βάθη του Θεού» (Α΄ Κορ. ιβ: 10) και όπως είπεν ο θείος Ιώβ, «πνοή παντοκράτορος η διδάσκουσά με» (Ιώβ λγ: 4).

Ύστερα ακολουθεί στην καρδίαν θερμή ενέργεια του αγίου Πνεύματος, ζώσα και ως είναι επόμενον, ζωοποιούσα υπερφυσικώς την ψυχήν, που κατά τρόπον ανέκφραστον συνάγει τον νουν προς εαυτήν (η θεία ενέργεια), τον συσπειρώνει και τον διαφυλάττει από κάθε διάχυσιν, ενώ παραλλήλως, με ενέργειες γαλήνης, πολλής χαράς, παρακλήσεως και θείας αγάπης, του χαρίζει την ικανότητα να βλέπη τα θεία με ευκολία και να διατρίβη σ΄ αυτά. Ακολούθως δε με την ενέργειαν του αγίου Πνεύματος θεωρεί τον Θεόν κατά τρόπον ανώτερον του φανταστικού και αναλόγως ευφραίνεται από τους μεγάλους και αφορήτους έρωτας και τις πνευματικές αγαλλιάσεις. Για την θεωρίαν, όπως είπα, χρειάζεται και η σοφία. Και όπως λέγει η Γραφή, «η σοφία φωτιεί πρόσωπον ανθρώπου» (Εκκλ. Η:1). Η σοφία φωτίζει τον νουν για την μετάβασίν του, με πτερύγισμα, από την κατάστασιν της αισθήσεως εις αυτήν της νοήσεως και να υψωθή από τα αισθητά εις τα νοητά και τα θεία θεάματα και εν συνεχεία θα του αποκαλύψη, η σοφία, νοερές και ανέκφραστες πραγματικότητες και με το φως της θα ενισχύση τον νουν να ιδή, κατά την ενοποίησίν του, τον υπέρ πάσαν ουσίαν Θεόν. Γι΄ αυτό, λέγει, «μακάριος άνθρωπος ον αν παιδεύσης Κύριε και εκ του νόμου σου διδάξης αυτόν» (Ψαλμ. 93: 2). Γιατί αυτός είναι ο πραγματικός σοφός, που φθάνει με την θεϊκήν παιδείαν στην πίστιν και διδάσκεται τα μυστήρια του Θεού δια της διδαχής του αγίου Πνεύματος. Είναι αληθινά μεγάλο πράγμα ο σοφός άνθρωπος, που ζη μέσα στην πίστιν και διατελεί σε ένωσιν και κοινωνίαν υπερφυσικήν με το άγιον Πνεύμα. Και όπως κάποιος είπε, τρία είναι στην πραγματικότητα ακράτητα· ο Θεός, ο Άγγελος και ο φίλος της σοφίας. Γιατί αυτός ζη σαν Άγγελος και παράδοξον ον στη γη, εποπτεύων αδιαλείπτως την «λίαν καλήν» ορατήν κτίσιν και από αυτήν μυούμενος στις θείες και άκτιστες ενέργειες του Θεού – ή δωρεές, αν θέλη κανείς να τις ονομάση – σταδιακά και μιμούμενος τους Αγγέλους ανεβαίνει στην εξ εαυτού άμεσον θεωρίαν του αθεάτου Θεού και στην μεγαλειτέραν δυνατήν γνώσιν του. Αυτός είναι με λίγα λόγια ο εν αγίω Πνεύματι δια πίστεως σοφός και τόσον μακάριος. Αν και θα μου ήτο αρκετόν αναμφιβόλως να αναφέρω, όσα ο Λουκάς είπεν εγκώμια περί του Κυρίου Ιησού, εν σχέσει προς την σοφίαν, την χάριν και την δύναμιν, και έτσι να αποφύγω εγώ την προσπάθειαν αυτήν. Γιατί ο Λουκάς γράφει, ότι «ο Ιησούς προέκοπτε σοφία και ηλικία και χάριτι» (Λουκ. β:52). Και αλλού γράφει, «το δε παιδίον ηύξανε και εκραταιούτο πνεύματι, πληρούμενον σοφίας» (Λουκ. β: 40). Αλλά επιθυμών να είπω περί σοφίας πιο αποκαλυπτικά, αναφέρω και εκείνο που είπεν ο ιερός Σολομών προς τον Θεόν· «τα εν ουρανοίς τις εξιχνίασε, βουλήν δε σου τις έγνω; Ει μη συ έδωκας σοφίαν και έπεμψας το Άγιόν σου Πνεύμα από υψίστων, και ούτω διεσώθησαν αι τρίβοι των επί γης, και τα αρεστά σου εδιδάχθησαν άνθρωποι και τη σοφία σου εσώθησαν» (Σοφ. Σολ. Θ: 16-19).

Βλέπεις την ηνωμένην μετά του αγίου Πνεύματος σοφίαν σε ποια ύψη ανεβάζει; Και πόσο μακρυά βαδίζει ο μη έχων σοφίαν και άγιον Πνεύμα, αλλά και μη θέλων να οδηγήται από σοφόν και μετέχοντα της ενεργείας του αγίου Πνεύματος; Παρ΄ ότι τα ανωτέρω έγραψεν ο Σολομών προφητικώς για τον Χριστόν, «εν ω κατώκησε παν το πλήρωμα της θεότητος» (Κολ. α: 19), εν τούτοις έχουν εφαρμογήν σε ολόκληρον γενικώς το ανθρώπινον γένος. Πόσον αναγκαία δια τους ανθρώπους είναι η σοφία μαζύ με την ενέργειαν του αγίου Πνεύματος και πόσην δύναμιν και ικανότητα έλαβεν ο πνευματικά σοφός από την φιλανθρωπίαν και το έλεος του Θεού, ώστε να ερευνά τα εν ουρανοίς και να εισέρχεται στην γνώσιν του θελήματος του Θεού, γεγονός θαυμαστόν, ας το αφήσωμεν τώρα. Αλλά αφού ήδη τόσα ανεπτύξαμεν περί του θεωρητικού βίου, ας εκθέσωμεν μερικώς και περί θεωρίας και με προθυμίαν να είπωμεν περί του θέματος τούτου και έτσι, κατά κάποιον τρόπον, να ενισχύσωμεν τον νουν των ακροατών μας. Γιατί ο Θεός έχει δώσει γενικώς στα λογικά όντα, τους Αγγέλους, εντολήν, να μεταδίδουν με προθυμίαν και χωρίς φθόνον στις κατώτερες τάξεις, όσες θείες ελλάμψεις δέχονται από τον Θεόν οι ανώτερες και όσες παίρνουν, κατά το μέτρον του δυνατού, θείες γνώσεις. Ο Θεός όμως θέλει επίσης να συνέρχωνται οι πιστοί, ως μεταξύ των ίσοι και να συζητούν με αγάπην και ταπείνωσιν και να συνομιλούν περί των υπεργείων πραγμάτων και γενικώς περί Θεού. Διότι έτσι όχι μόνον η ευθύτης και η αλήθεια θα λάμπουν με πολλήν ωραιότητα μέσα στην Εκκλησίαν του ζώντος Θεού, αλλά και το θείον και περικαλλέστατον πρόσωπον της αγάπης, που αποτελεί το γνώρισμα των μαθητών του Χριστού, θα φωτίζη πάντοτε εις τας καρδίας μας. Και η αγάπη που θα εκχυθή δια της ενεργείας του αγίου Πνεύματος, θα μεταβληθή σε τελείαν και καθαράν αγάπην προς τον Θεόν και τους ανθρώπους και έτσι θα ζήσωμεν επί της γης αγγελόπρεπον βίον και πραγματικά μακάριον και γλυκύτατον, επειδή θα είμεθα δέσμιοι της θείας και θεοποιού διπλής αγάπης, «εν η κρέμανται όλος ο νόμος και οι Προφήται» (Ματθ. κβ: 40). Αυτής της αγάπης, δεν υπάρχει τίποτε εντελώς γλυκύτερον στην ψυχήν και μάλιστα όταν συμβαίνη να προέρχεται από την θεωρίαν του Θεού και την γνώσιν των όσων περί τον Θεόν υπάρχουν, δηλαδή όταν πηγάζει από την φωτιστικήν χάριν του αγίου Πνεύματος. Εκείνος λοιπόν που έχει την καλήν πρόθεσιν να κοπιάση για να ανέλθη εις τον Θεόν, ήτοι να ενωθή με τον Θεόν και εν συνεχεία θα θεωθή, δηλαδή να σωθή – γιατί χωρίς την θέωσιν του νου, είναι αδύνατον να σωθή ο άνθρωπος, σύμφωνα με τους λόγους των θεολόγων (Διονύσιος Αρεοπαγίτης) – οφείλει μαζύ με την εφικτήν εργασίαν των εντολών του Κυρίου, να στρέφεται και προς την φυσικήν θεωρίαν των όντων και φαινομένων. Ώστε ούτε την πρακτικήν να αφήνη τυφλήν, μη ενώνων σ΄ αυτήν και την θεωρίαν, αλλ΄ ούτε την θεωρίαν να έχη άψυχη χωρίς υποδομήν της την πράξιν. Έτσι λοιπόν αυτός ο άνθρωπος μαζύ με την σοφίαν, που διακρίνεται για το έλλογον και νοερόν, και την γνώσιν που αντλεί από την μελέτην των θείων Γραφών, αρχίζει με θείαν τινά ορμήν να στρέφεται στην φυσικήν θεωρίαν της καλλονής των κτισμάτων, όπου φανερούται ο απειροδύναμος και απειρόσοφος Δημιουργός, εις όλην την ποικιλίαν της δυνάμεως και απειρίας. Και όσον ο νους στρέφεται στην θεωρίαν των όντων, κατ΄ αναλογίαν εντρυφά δια των αναγωγικών μυστικώς λογισμών. Και ενώ περνά ο καιρός μέσα στον αθόρυβον και ησυχαστικόν βίον, δια της μελέτης των θείων, - τα οποία μελετά μόνον δια της Γραφής και των κτισμάτων – φθάνει στο σημείον, κατά το δυνατόν, να ενοποιή μέσα του κατά τρόπον αρμονικόν την Γραφήν με την κτίσιν και την αλήθειαν με τα σύμβολα. Και αφού επιτευχθή αυτό, εν συνεχεία ο νους, μαζύ με την ενέργειαν της χάριτος του προσκυνητού Πνεύματος, ανυψώνεται στην όρασιν και την επιστήμην – γνώσιν της ιεράς αληθείας, όπως λέγει ο μέγας Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης. Κατόπιν ανάγεται σε δεύτερον και υψηλότερον ιερόν αναβαθμόν θεωρίας, εις τα θεία θεάματα και νοήματα, που είναι απλά, χωρίς τύπους και σύμβολα.

α΄. Κάθε τι που ζει, έχει σαν ιδιότητα φυσική την φυσική του ενέργεια, στην οποία αναπαύεται και ευχαριστείται αναλόγως. Και στην ενέργειά του βρίσκει την χαρά, γι΄ αυτό και θέλει να ενεργή. Επομένως και ο άνθρωπος, επειδή έχει νουν και η ζωή του φυσικώς βρίσκεται στην ενέργεια να νοή, ηδύνεται και αναπαύεται πιο έντονα, όταν οι νοήσεις του στρέφονται προς ανώτερα αντικείμενα, που χαρακτηρίζονται ως καλά και αγαθά. Η πνευματική δε ηδονή φθάνει στο κατακόρυφον, όταν κανείς έχει την μνήμη του Θεού και μελετάει τις αρετές και τελειότητές του. Του Θεού, που είναι το άκρον αγαθόν και νοητόν, υπεράνω της καταλήψεως του νου, που η αγάπη του προς τον άνθρωπον είναι υπέρ νουν και χαρίζει στους αγαπώντες τον αγαθά ασύλληπτα και μάλιστα αιώνια.
β΄. Εάν κάθε γένεση κάνει εκείνο που γεννιέται να ομοιάζη με εκείνο που γεννάει, όπως είπεν ο Κύριος, ότι «το γεγεννημένον εκ της σαρκός, σαρξ εστι, και το γεγεννημένον εκ του Πνεύματος, πνεύμα» (Ιω. γ: 6)· εάν λοιπόν είναι πνεύμα ο γεννημένος από το Πνεύμα, γίνεται φανερόν ότι είναι και θεός, σύμφωνα με το Πνεύμα που το εγέννησε, επειδή και το Πνεύμα είναι αληθινός Θεός, από τον οποίον γεννήθηκε κατά χάρη εκείνος που μετέχει στη ζωή του αγίου Πνεύματος.
Εάν λοιπόν είναι θεός αυτός, τότε κατά συνέπεια είναι προφανώς θεωρητικός, γιατί ο Θεός λέγεται Θεός εκ του θεωρείν. Ώστε είναι επόμενον, ότι εκείνος που δεν «θεωρεί», ή ακόμα δεν επέτυχε να γεννηθή πνευματικά και να μετέχη στο Πνεύμα, ή, επέτυχε μεν, αλλά από αμάθεια κλείνει την οπτική δύναμη της ψυχής του και από απαιδευσία αποστρέφεται τις νοητές θείες ακτίνες, που λάμπουν γύρω από τον νοητόν ήλιον της δικαιοσύνης. Καίτοι αυτός κατέστη μέτοχος της δυνάμεως που θεώνει και υψώνεται προς την αγιότητα, όμως δυστυχώς στερείται της ενεργείας της.

 γ΄. Όλα τα όντα έλαβαν από τον δημιουργόν τους την κίνησή τους με σοφίαν, όπως και τις ιδιότητές τους. Το ίδιο και ο ανθρώπινος νους. Εξαιρέτως όμως ο νους έχει την αεικινησίαν, το δε αεικίνητον είναι άπειρον και αόριστον. Επομένως ο νους που κινείται μόνον στον μη άπειρον και περιορισμένον κόσμον, ευρίσκεται σε παραφυσική κατάσταση, κατώτερη από τις δυνατότητές του. Και αυτό παθαίνει όταν κινείται στα πεπερασμένα και περιορισμένα. Γιατί δεν είναι δυνατόν, η μεν ουσία ενός όντος να είναι πεπερασμένη και περιοριστική, η δε κίνηση του νου γύρω από αυτό να οδεύη προς το άπειρον. Επομένως και αναγκαίως το αεικίνητον του νου χρειάζεται κάτι αόριστον και άπειρον, προς το οποίον να στρέψη έλλογα την φυσικήν του κίνηση. Αλλά κανένα άπειρον και αόριστον πραγματικά δεν υπάρχει, εκτός από τον Θεόν, που είναι κατά φύση και κυρίως ένα. Συνεπώς ο νους πρέπει να ανατείνεται, να αποβλέπει και να κινείται προς το κυρίως άπειρον ένα, δηλαδή εις τον Θεόν. Και αυτό είναι το φυσικόν ιδίωμα του νου.
δ΄. Τα ιδιώματα του Θεού, που βλέπει κανείς γύρω από τον Θεόν, είναι άπειρα και αόριστα. Αλλά ο νους δεν χαίρεται τελείως σ΄ αυτά γιατί ζητάει εκείνον που έχει αυτά. Και αυτό συμβαίνει γιατί κάθε ον χαίρεται στο κατά φύση όμοιόν του. Ο νους είναι από την φύση του ένας, αν και πολλά κατά τις νοήσεις τους. Ανατεινόμενος και κατά κάποιον τρόπον κινούμενος προς τον Θεόν, που κι΄ αυτός είναι ένας κατά τη φύση και πολλά κατά την ενέργειαν, είναι αδύνατον να χαίρεται απόλυτα, αν δεν φθάση δι΄ αγίου Πνεύματος εις το κατά φύση αόριστον ένα, αφού προηγουμένως ξεπεράσει όλα τα πράγματα. Επειδή δε ένα κατά φύση είναι ο Θεός, επόμενον είναι να χαίρεται ο νους απόλυτα σ΄ αυτόν. Αλλά και τα όντα χαίρονται στις φυσικές τους ιδιότητες. Επομένως φυσική ιδιότης του νου είναι να κινείται, να ανατείνεται, να αναπαύεται και να χαίρεται απόλυτα μόνον εις τον Θεόν, τον μόνον και αόριστον ένα.
ε΄. Κάθε κίνησις οποιουδήποτε κτιστού όντος, ακόμη και αυτού του νου, γίνεται με τον σκοπόν να σταθή σε κάποιον κτιστόν, για να ηρεμήση και αναπαυθή οριστικά κατ΄ αναλογία προς την φύση του. Αλλά ο νους, αν και είναι μία κτιστή ουσία, όμως δεν ημπορεί κινούμενος να σταματήση στα κτιστά και να ηρεμήση σ΄ αυτά. Διότι το κτιστόν έχει ως ιδιότητα τον περιορισμόν εις τα κτιστά, επειδή έχει αρχήν, ενώ ο νους σαν αεικίνητος δεν υπόκειται σε περιορισμόν, αλλά θα εξακολουθή να επιζητή κάπου να κινηθή. Είναι αδύνατον δε να ηρεμήση, ή να επιτύχη εκείνο που από τη φύση του είναι ο τελικός σκοπός του (ο Θεός) ή να έχη την σωστή αεικινησία του, ο νους, εάν κλειστή στους περιορισμούς των κτιστών. Αυτό είναι έξω από τη φύση του νου, που είναι φανερά αεικίνητος. Επομένως δεν ημπορεί ο νους να εύρη την ηρεμίαν ή να σταθή σε κάποιο κτιστόν. Που λοιπόν να χρησιμοποιήση ο νους την ιδιότητά του, δηλαδή να στέκεται δια της κινήσεως, κι΄ έτσι να ηρεμή, να ειρηνεύη και να έχη σταθερή την αίσθηση της αναπαύσεως, αν δεν φθάση σε κάτι άκτιστον και μη περιγραπτόν; Αυτό είναι μόνον ο Θεός, το εν υπερκόσμιον υπάρχον. Εις αυτό συνεπώς το ένα και απερίγραπτον πρέπει να φθάση ο νους δια κινήσεως, ώστε ευρίσκοντας τη φυσική του ηρεμία, να επιτύχη την νοεράν ανάπαυσή του, όπως αρμόζει. Γιατί εκεί υπάρχει στάση δι΄ αγίου Πνεύματος και υπερφυσική ανάπαυση και τέλος των πάντων είναι το άπειρον. Και δεν υπάρχει πλέον ουδεμία κίνηση σε κάθε νουν, που έφθασε το ένα, το αόριστον, το απέραντον, το απερίγραπτον, το ανείδεον, το ασχημάτιστον και απόλυτα απλούν. Γιατί τέτοιο είναι το ένα, δηλαδή ο Θεός.
στ΄. Εάν ο Θεός «ποιεί τους Αγγέλους αυτού πνεύματα», όπως λέγει ο Δαβίδ, και εκείνους τους ανθρώπους, που γεννάει το άγιον Πνεύμα, τους κάνει πνεύμα, όπως είπεν ο Κύριος (Ιω. γ: 6), τότε γίνεται Άγγελος ο άνθρωπος εκείνος που έχει γεννηθή από την πραγματική μετοχή του στο άγιο Πνεύμα. Αλλά όμως το έργον των Αγγέλων είναι η θεωρία του προσώπου «του Πατρός ημών του εν ουρανοίς», όπως είπεν ο Κύριος. Επομένως και ο μετέχων πραγματικά του αγίου Πνεύματος πρέπει να ανυψώνεται στη θεωρία του προσώπου του Θεού. Γι΄ αυτό και ο Δαβίδ διδάσκει κάπου λέγοντας: «Ζητήσατε τον Κύριον και κραταιώθητε · ζητήσατε το πρόσωπον αυτού δια παντός». Άρα δεν τηρεί το πρέπον εκείνος που, ενώ μετέχει του αγίου Πνεύματος, του ζωοποιού και φωτιστικού και ερωτοεργού και έλαβε πείρα της ανεκφράστου γεννήσεως από το άγιον Πνεύμα, και ανέβηκε στα ύψη της αγγελικότητος, αυτός από αδόκιμη ευλάβεια αχρηστεύει την νοερά αίσθησή του προς τον Θεόν και δεν θέλει να ανυψώνεται προς τον Θεόν και τα θεία. Και τούτο, παρά την επιταγή του Σωτήρος να «μένωμεν εν αυτώ», επειδή και αυτός «μένει εν ημίν» και παρ΄ ότι λέγει ο Δαβίδ · «προσέλθετε προς αυτόν και φωτίσθητε». Αληθινά εάν έχωμε πρόθεση να ακολουθήσωμε με συνέπεια τον σωστό δρόμον μέσα στο φως του Θεού και Πατρός, δηλαδή μέσα στο άγιον Πνεύμα, θα ιδούμε το περί τον Θεόν φως, ήτοι την θείαν αλήθειαν. Και αυτό, εάν βέβαια δεν θελήσωμε από αγνωσίαν να αποτρέψουμε το πρόσωπον από τις θείες ακτίνες.
ζ΄. Με τρεις τρόπους ο νους έρχεται στη θεωρία του Θεού · κινούμενος από τον εαυτόν του, κινούμενος από άλλη δύναμη και μεταξύ των δύο τρόπων. Και ο μεν πρώτος τρόπος ενεργείται μόνον από τη φύση του νου με τη θέλησή του, χρησιμοποιώντας την φαντασία του. Το τέλος αυτού του τρόπου είναι η θεωρία όχι του Θεού, αλλά των περί τον Θεόν. Αυτά και παραπλήσια εφαντάσθησαν και οι Έλληνες ειδωλολάτραι σοφοί. Ο δε δεύτερος είναι υπερφυσικός, πραγματοποιούμενος με τη θέληση και τον φωτισμόν μόνο του Θεού. Ως εκ τούτου, ο νους, διατελεί υπό την πλήρη κατοχή του Θεού, αρπάζεται σε θείες αποκαλύψεις, γεύεται τα απόρρητα μυστήρια του Θεού και βλέπει τις εκβάσεις των μελλόντων. Ο δε μεταξύ των δύο αυτών τρόπος, ενώνεται μερικώς και στους δύο τρόπους. Αφ΄ ενός μεν με τη θέλησή του και την φαντασία του ενεργεί τον αυτοκίνητον τρόπον, αφ΄ ετέρου δε κοινωνεί με τον ετεροκίνητον, κατά το μέτρον της χορηγουμένης εις αυτόν θείας ελλάμψεως, με την οποίαν ενούται · τον δε Θεόν βλέπει κατά τρόπον ανέκφραστον «επέκεινα», δηλ. χωρίς πραγματική νοερά ένωση. Ευρισκόμενος ο νους έξω απ΄ όλα τα γύρω από τον Θεόν βλεπόμενα και λεγόμενα, δεν βλέπει τις ενέργειες του Θεού, δηλ. αγαθότητα, θέωση, σοφίαν, δύναμη, πρόνοια ή άλλο τι ιδίωμα. Αλλά γίνεται όμως πλήρης κυρίως νοερού φωτός, χαράς πνευματικής, που ενεργεί το θείον πυρ της αγάπης και ενώνεται με όλες αυτές τις θείες ενέργειες.
η΄. Ο νους χρησιμοποιώντας την φαντασία του για να «θεωρή» τα αόρατα, οδηγείτε από την πίστη. Στη συνέχεια, ελλαμπόμενος από την Χάρη, βεβαιώνεται από την ελπίδα. Ύστερα, όταν «αρπαγή» από το θείον φως, τότε γίνεται σκεύος αγάπης προς τους ανθρώπους και πολύ περισσότερον, αγάπης προς τον Θεόν. Έτσι η τριπλή τάξη και κίνηση του νου, με πίστη, με ελπίδα και αγάπη, είναι τελεία και θεοποιός και αποβαίνει ασφαλής και σταθερή. Και εκείνος που φθάνει στον άνετον χώρον της ακροπόλεως, δηλαδή στο φρούριον της αγάπης, έχει πλέον ασφαλισθεί. Ως εκ τούτου πραγματοποιείται το Αποστολικόν: «η αγάπη πάντα στέγει, πάντα υπομένει», δια το αγαθόν της πίστεως και της ελπίδος· «η αγάπη ουδέποτε εκπίπτει», όπως λέγει, χάρη στην πύρινη ένωσή της και την ανέκφραστη επαφή της με τον Θεόν.
θ΄. Σε κανένα από τα κτιστά δεν υπάρχει η μοναδικότης. Δεν είναι άγνωστον, ότι τα κτιστά διαφέρουν μεταξύ τους κατά τον τρόπον κάπως των ιδιωμάτων τους. Αφού είναι κτιστά δεν έχουν ουσιώδη διαφοράν μεταξύ τους, γιατί έκαστον κτίσμα έχει αρχή και τέλος και τελεί υπό φυσικήν αναγκαιότητα κι΄επομένως δεν μπορεί ποτέ να είναι κυρίως ένα απλούν. Γιατί πραγματικόν ένα, είναι μόνον το άκτιστον, ως απλούν, ως άναρχον, ως ατελεύτητον και αόρατον, γι΄ αυτό και άπειρον που είναι ο Θεός. Προς το ένα αυτό, αν ο νους βλέπη, μετέχοντας του αγίου Πνεύματος και ζωοποιού και βοηθούμενος υπ΄ αυτού, τότε κάθε ημέρα θα δέχεται πνευματική αύξηση, θα είναι ενωμένος και απλωμένος στον Θεόν, και σταδιακά θεοποιούμενος. Mε τα ανωτέρω ενεργήματα, ο νους, σαφώς και με αίσθηση κατενόησε, ότι χωρίς την απόβλεψη, με την ενέργεια του Πνεύματος, προς το ένα, είναι αδύνατον να αποκτήση κανείς νουν ανώτερον. Και αυτό, γιατί ο νους σκορπίστηκε στον πολυσχιδή κόσμον και υπετάχθη στα πάθη, γι΄ αυτό χρειάζεται μια δύναμη υπερκόσμια και επομένως του υπερφυσικού ενός, προς το οποίον να «αποβλέπη», κι΄ έτσι, αποσπώμενος από τα διασπαστικά στοιχεία του κόσμου, να ελευθερωθή από τα πάθη και από την διάσπαση και να επιτύχη την θεϊκήν ενότητα. Γι΄ αυτό και ο Κύριος παρακαλεί τον Πατέρα, «ίνα ώμεν εν» οι πιστοί μαζή με τον Πατέρα και τον Υιόν δια Πνεύματος. Και όπως θα είμαστε ένα, όπως είναι η Τριάς, (όχι βέβαια αιρετικά ένα, όπως είπε ο Σαβέλλιος το εν) θα είμαστε, όπως και πρέπει, τετελειωμένοι, του αγίου Πνεύματος ενοποιούντος με τη Χάρη και διατελούντες σε ενοποιόν θεωρίαν του ενός Θεού. Αυτή είναι φανερά η πραγματική βελτίωση και αυτό είναι το τέλος και η αληθινή και μοναδική ανάπαυση. Γι΄ αυτό και η φθονερή και μισάνθρωπη συμμορία των δαιμόνων, απρεπέστατα, διεσκόρπισε τον σεβασμόν σε πολλούς θεούς, διέσπασε μέσα στην πλάνηση το ενιαίον του νου κι΄ έτσι δεν του άφησε την δυνατότητα να έχη μονάχα την φαντασία του στο υπερκόσμιον ένα. Κι΄ έτσι, με την λατρεία στους πολλούς θεούς, με την απόβλεψη σ΄ αυτούς και την ακόλουθη διαίρεση, να πείση τον νουν (η συμμορία των δαιμόνων) να κινήται παρά την φύση του και επομένως να τον καταστήση επιθυμητήν των διαφόρων παθών και του ψεύδους, αντί της αρετής και της αληθείας. Γι΄ αυτό το άγιον Πνεύμα, δια του Προφήτου συμβουλεύει, λέγοντας· «προσέλθετε προς αυτόν, τον ένα δηλαδή, και φωτίσθητε». Και ακόμη αλλού: «εγώ Θεός πρώτος και εγώ μετά ταύτα και πλην εμού ουκ έστιν άλλος Θεός». Και πάλιν· «άκουε Ισραήλ, Κύριος ο Θεός σου, Κύριος εις εστιν». Διότι το τρισυπόστατον της μιας θεότητος δεν διαιρεί την μίαν κυριότητα, αλλά και τρία είναι ακριβώς τα πρόσωπα και πάλιν παραμένει ένα κατά την ουσίαν, την δύναμη, την θέληση και την ενέργειαν και στα άλλα ουσιώδη αγαθά. Επομένως το να λατρεύη κανείς το ενιαίον του Θεού, να «αποβλέπη» εις αυτό και να συνάγεται με όλη την δύναμη προς αυτό, αφαιρούμενος απ΄ όλα τ΄ άλλα είναι θέλημα του Θεού και βελτίωση του νου, αφού έτσι ευρίσκεται η αλήθεια, ο θείος έρωτας κι΄ επομένως γεννιέται η θέωση.
ι΄. Εάν το μεν ψέμα είναι πολυσχιδές, η δε αλήθεια είναι ένα, άρα ο νους που υψώνεται στο ένα με την ενέργεια του Πνεύματος, υψώνεται στο υπερκόσμιον, στο ανώτερον απ΄ όλα, στον δημιουργόν της κτίσεως, προς αυτήν την αλήθειαν. Αλλά όμως δεν μπορεί ο νους να ελευθερωθή από τα πάθη, αν αυτή αλήθεια δεν τον ελευθερώση (Ιω. η: 32). Επομένως ο νους ελευθερώνεται από τα πάθη στρεφόμενος και υψούμενος προς το υπερκόσμιον ένα. Στον νουν ταιριάζει φυσικώς όχι η δουλεία, αλλά η ελευθερία για να είναι απαθής η ψυχή και για να τείνη προς την θεοειδή κατάσταση και κυρίως στην πνευματικήν υιοθεσία. Διότι λέγει ο Κύριος «ο δούλος ουκ οίδε τι ποιεί ο Κύριος αυτού» (Ιω. ιε: 15). Εάν η άγνοια είναι χαρακτηριστικόν του δούλου, είναι φανερόν, ότι εκείνος που επέτυχε την ελευθερία του, γνωρίζει τα μυστήρια του Πατρός και παραλλήλως ανέβηκε στο ύψος, όπως είναι επόμενον του αξιώματος της υιοθεσίας. Όπως η άγνοια είναι προφανώς αντίθετη στη γνώση, έτσι οπωσδήποτε και η τάξη του δούλου είναι αντίθετη σαφώς με την υιϊκή τάξη. Και αν εκείνος που δεν γνωρίζει το θέλημα του Κυρίου είναι δούλος, εκείνος που το γνωρίζει δεν είναι δούλος, αλλά ελεύθερος ή μάλλον υιός. Διότι το Πνεύμα της αληθείας ενεργώντας την ελευθερίαν, αυτό το ίδιον υιοθετεί στον Θεόν όσους επισκιάση. Γιατί, λέγει, «όσοι Πνεύματι Θεού άγονται, ούτοί εισιν υιοί Θεού» (Ρωμ. η: 14). Εάν λοιπόν το να ατενίζη κανείς στο υπερούσιον ένα, βρίσκεται μέσα στην αλήθεια, η δε αλήθεια χορηγεί στον νουν την ελευθερίαν, η δε ελευθερία αποτελεί απόδειξη ζωντανή της θείας υιοθεσίας, αυτού του δώρου της υιοθεσίας επομένως ούτε μεγαλύτερον υπάρχει, αλλά ούτε άλλο τι πρέπει στην λογικήν φύση. Συνεπώς είναι πολύ έλλογον και από τα πλέον επείγοντα, να ανυψώνεται ο νους, να ατενίζη και να συνάγεται με την Χάρη του Πνεύματος, με όλη την δύναμή του, προς το υπερκόσμιον ένα, δηλαδή στον Θεόν.
ια΄. Το άγιον Πνεύμα λέγει· «Κύριος ο Θεός σου, Κύριος εις εστίν». Η φροντίδα της θειότητος του Πνεύματος είναι να ανυψώνη τον νουν προς το υπερκόσμιον ένα. Και μάλιστα, όχι μόνον να διακηρύττη μεν το ένα και να λέγη εκ του άλλου ότι δεν πρέπει κανείς να στρέφη τον νουν προς το ένα και αυτό να ενατενίζη. Εκείνο που λέγει το Πνεύμα, αυτό θέλει και να νοούμεν, τον Θεόν. Και εκείνο το οποίον νοείται, προς αυτό πρέπει να στρέφεται ο νους. Εάν ο νους δεν στραφή στο νοητόν ένα (για να σταθή σ΄ αυτό), κάθε άλλη νόηση είναι ανύπαρκτη. Επομένως η διδασκαλία περί ενοποιήσεως και στροφής προς το ένα αποβαίνει ματαία. Εάν λοιπόν αυτό είναι άτοπον, άτοπον είναι επίσης το να μη διανοήται κανείς το ένα και προς αυτό να στρέφεται.
ιβ΄. Εάν είναι φύση στα αιτιατά και μάλιστα στους λογικούς ανθρώπους, να στρέφωνται, να ανατείνωνται και να βλέπουν προς το αίτιον, (αιτία πάντων των δημιουργημάτων είναι ο Θεός, από τον οποίον και ο νους· ο δε Θεός είναι το κορυφαίον ένα και απλούν), επομένως είναι φύση του νου να στρέφεται προς το κορυφαίον ένα, να ανυψώνεται και να βλέπη αυτό ως αίτιόν του.
ιγ΄. Εάν, «εξ αυτού και δι΄ αυτού και εις αυτόν τα πάντα» (Ρωμ. ια: 46), επειδή και ο νους είναι ένα απ΄ αυτά, συνεπώς από τον Θεόν και δια του Θεού έγινεν ο νους κυριώτατα μάλιστα ωσάν εικόνα Θεού. Γι΄ αυτό περισσότερον οφείλει ο νους να βλέπη τον Θεόν. Και το «εις αυτόν» λεγόμενον σημαίνει ότι ο νους πρέπει να στρέφεται εις την όραση του ενός υπερκοσμίου. Επομένως ο νους οφείλει να ενατενίζει το ένα.
ιδ΄. Τα πολλά δημιουργήματα προήλθαν από το ένα και όχι από τα πολλά. Και η κτίση είναι τα πολλά και επομένως είναι φανερόν ότι έγιναν από το ένα. Αλλά το ένα εκείνο, ως κτίστης και δημιουργός, είναι επάνω από την κτίση. Επομένως εκείνος που θεωρεί την κτίση σωστά, κατ΄ ανάγκην θα φθάση στο υπερκόσμιον ένα υπερβαίνοντας την κτίση. Επειδή υπάρχουν άφθονα δημιουργήματα σαν απηχήματα του δημιουργού, με τα οποία φανερώνεται ο Θεός που με την θέλησή του τα παρήγαγε με τέχνη, σοφία, δύναμη και αγαθότητα και προνόησε γι΄ αυτά, γι΄ αυτό και ο Ησαϊας λέγει εν Πνεύματι· «επάρατε τους οφθαλμούς υμών και ίδετε τις κατέδειξε ταύτα πάντα» (Ησα. μη:26). Με το μεν «ταύτα πάντα», εννοεί τα πολλά κτίσματα, με το δε «τις», ανεβάζει τον νουν προς τον δημιουργόν των (που είναι ένα κατά φύση απλούν).


ΣΧΟΛΙΟ: Σήμερα καταντήσαμε από άγνοια νά ψάχνουμε νά βρούμε τόν νού.  Νά τόν αγνοούμε. Πού έχει σάν συνέπεια η πίστη μας νά είναι χλιαρή, ιδεολογική, εγωκεντρική. Αυτή είναι καί η διαφορά μας από τήν εκκλησία πού χάσαμε, από τήν Αγιορείτικη εμπειρία τής πίστης μας. Η έλλειψη ενοποιημένου Νοός, Μιάς επιθυμίας.

Αμέθυστος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...