Δευτέρα, 6 Φεβρουαρίου 2017

HANS URS VON BALTHASAR--ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ (THEO-LOGIK)(4)- Η ΝΕΑ ΑΙΡΕΣΗ

Συνέχεια από Κυριακή, 22 Ιανουαρίου 2017

                                   HANS URS VON BALTHASAR
                                     ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ  (THEOLOGIK)
                                                   Τρίτος Τόμος
             ΤΟ ΠΝΕΥΜΑ ΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ  (DER GEIST DER WAHRHEIT)
(Οι δύο προηγούμενοι τόμοι: 1) Αλήθεια τού κόσμου(Wahrheit der Welt), 2) Αλήθεια τού Θεού (Wahrheit Gottes) )
                                               Johannes Verlag, 1987

                           3.  ΥΠΑΡΧΕΙ ΜΙΑ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΧΡΙΣΤΟΛΟΓΙΑ ;

                                   β)   Μια «θεωρητική Πεντηκοστή»

Image result for hans urs von balthasar     Η λέξη κατάγεται απ’ τον Χέγκελ (“Berliner Schriften”…), και παρουσιάζει αναμφισβήτητα ο Χέγκελ το πιο περιεκτικό ‘σχέδιο’ μιας «πνευματικής Χριστολογίας», μιας θεολογικής δηλ. φιλοσοφίας, όπου είναι το Πνεύμα που τα ‘περιλαμβάνει’ όλα, το Άλφα (Alpha) και το Ωμέγα (Omega), αλλά μ’ έναν τρόπο ώστε να έχη σε μια Χριστολογία το κέντρο του, εκ της οποίας και γίνεται πρωτίστως αντιληπτό    (( Δεν κρύβουν τίποτα· άρα είναι σε μας και στα καθ’ ημάς ‘πρωτίστως’ το πρόβλημα· τί και πώς τα προσλαμβάνουμε και τα αναγνωρίζουμε ως… θεολογία!  )) . Είναι γνωστό, ότι κατανοούσε τη φιλοσοφία του σε συνύπαρξη με την ουσία τής χριστιανικής θεολογίας ο Χέγκελ, κι ότι τήν καταφρονούσε εξίσου βαθειά ως «αποβλακωμένο άλας», ως ανιαρή και προερχόμενη απ’ τον διαφωτισμό τής λογικής ‘εξήγηση’ (Exegese), και ως «αλαζονική, αυτοϊκανοποιούμενη κενότητα» (“Philosophie der Religion”… - «Έτσι είναι το ένα και μοναδικό αντικείμενο της φιλοσοφίας ο Θεός… Και είναι γι’ αυτό θεολογία η φιλοσοφία, και θεία λειτουργία η απασχόληση μ’ αυτήν ή μάλλον σ’ αυτήν» ) κάθε θεολογία, που δεν μπορούσε να ‘αναπετάξη’ σε μια φιλοσοφική εξέταση του περιεχομένου της: απ’ αυτό έπρεπε ακριβώς «να διαφύγη στη φιλοσοφία η θρησκεία». Δεν μπορούμε δε ούτε καν να διανοηθούμε, όχι μόνον τούς τότε «εγελιανούς δεξιούς», αλλά ούτε και τους πρωταγωνιστές (Protagonisten) τής σημερινής ευαγγελικής και ‘καθολικής’ θεολογίας – τον Barth, τον Juengel, τον Pannenberg, τον Moltmann, τον K. Rahner (πλησιέστερον ίσως στους Kant και Fichte), τον Kueng, τον Bruaire, τον Chapelle, τον Brito, τον A. Leonard, τον G. Fessard – χωρίς τον Χέγκελ. Και δεν μπορούμε επίσης να αμφιβάλουμε για τη θέληση του Χέγκελ, να σκεφτή ως φιλόσοφος την ‘ιδέα’ (Idee) τού χριστιανισμού, που πέρα απ’ αυτήν δεν έχει κανένα καινούργιο περιεχόμενο η φιλοσοφία, αλλά και για το ότι είναι η τριαδικότητα του Θεού το κέντρο (Zentrum) τής θεολογικής του φιλοσοφίας. Δεν μπορούμε να μιλήσουμε βέβαια εδώ για μια συνολική παρουσίαση του συστήματός του (System)· μπορούμε να διατυπώσουμε ωστόσο δυό ερωτήματα, που αφορούν στο θέμα μας (Thema): Υπάρχει (άραγες…) μια «Χριστολογία τού Πνεύματος» στον Χέγκελ; Και είναι (άραγες…) το Άγιο Πνεύμα το Πνεύμα κατά την εγελιανήν έννοια;

                 β1) Σχετικά με την ‘πνευματική Χριστολογία» τού Χέγκελ

     Το κεντρικό ερώτημα που μπορούμε να ‘απευθύνουμε’ στον Χέγκελ είναι, αν αναγνωρίζη μιαν ενυπάρχουσα (immanent) Τριάδα, ή αν πραγματοποιείται (πληρούται με πραγματικότητα!...) περιβαλλόμενη κατ’ αρχάς το πεπερασμένο (φύση και ιστορία) η αφηρημένη έννοια του αιώνιου και απόλυτου Θεού, ώστε να συνειδητοποιηθή αυτή η διαφορά – της θεανθρωπότητας κυρίως και του θανάτου τού Ιησού στον Σταυρό – προς το Πνεύμα, το οποίο και τελειώνει κατ’ αρχάς, εκχυνόμενο απ’ τον Σταυρό στην Εκκλησία και τον κόσμο, την πληρότητα του Θεού   (( Σημ. τ. μετ.: «Σε τον αναβαλλόμενον το φως ώσπερ ιμάτιον…», ψέλνουμε τη Μεγάλη Παρασκευή το πρωί… Αλλιώς περιπλεκόμαστε σε ατελείωτες διανοητικές ‘περι-‘ και ‘παρα-πλανήσεις’, ανθρώπινες και μάταιες εντελώς κατασκευές… Και τη σύγχρονη ‘μανία’ να αποδείξουμε (!), ότι το Άγιο Πνεύμα ‘ξεπερνά’ τον Χριστό και θα μας βοηθήση να εξαπλωθούμε και να κυριαρχήσουμε σε όλον τον κόσμο!... )) . Μια και μόνον απάντηση υπάρχει σε όλα αυτά: Ναι, ‘στοχοποιεί’ μιαν ενυπάρχουσα Τριάδα ο Χέγκελ, η οποία και «διαφυλάττει» ωστόσο στον εαυτό της, «εξαλείφοντας τον χρόνο» περνώντας μέσα απ’ αυτόν, την οικονομική (oekonomisch). Αυτό υπάρχει στο τέλος τής «Φαινομενολογίας τού Πνεύματος», η οποία και πορεύεται μέσα απ’ την άνοδο τού Πνεύματος στο Απόλυτο, της οποίας όμως το τέλος αποδεικνύεται (ως ο ζωντανός Θεός-Πνεύμα) ως η απόλυτη αρχή στη φιλοσοφία τής θρησκείας. Χωρίς να εξαλείφεται ωστόσο μ’ αυτό η περιγραφόμενη στη μεγάλη «Λογική», όπως και στη «Φαινομενολογία», ‘προσπέλαση’ και να μην μπορούμε να αρνηθούμε το ότι «δεν αναπτύσσεται, όπως η ελληνική θεολογία, κατά την ‘αρχή’ μιας δίχως φθόνο μεγαλοψυχίας, αλλά από μιαν ‘αρχή’ τής έλλειψης η τριαδική θεωρία τού Χέγκελ, η οποία ‘αρχή’ και επιτρέπει να αλληλο-αναιρεθούν η πρωταρχική έλλειψη του αφηρημένα γενικού και η έμφυτη έλλειψη της ιδιαίτερης διαφοράς στην τελική συναίνεση του Πνεύματος προς την αναγκαία του διάσταση και την ελεύθερή του συμφιλίωση» (A. Chapelle, Hegel et la Religion…). Δεν μπορεί δε να αναλυθή περαιτέρω αυτή η αμφισημία τού συστήματος: μπορεί να σκεφθή κανείς «ξεκινώντας απ’ τον Θεό» και «ξεκινώντας απ’ τον άνθρωπο», και μπορεί να κατανοήση ως την αναίρεση κάθε περατότητας στο ατελεύτητό Του ή ως τη διαδικασία αυτής τής αναίρεσης μέσα απ’ τη φύση και την ιστορία, ως τη συγκεκριμενοποίηση της πληρούμενης πληρότητας τη συγκεκριμένη πληρότητα του Θεού. Όπου και υπερισχύει η δεύτερη άποψη, καθ’ όσον ταυτίζεται η παγκόσμια «δημιουργία» (ως το Άλλο τού Θεού ή στον Θεό) με τον Υιό, ο οποίος εμφανίζεται ωστόσο στο τέλος κατ’ αρχάς αυτής τής δημιουργίας ως ο συγκεκριμένος Υιός τού Θεού στον Ιησού Χριστό   (( Σημ. τ. μετ.: Κι όμως, είναι προαιώνια όλα στην Αγία Τριάδα· και είναι ίσως η έλλειψη διάκρισης ανάμεσα στην προαιώνια και την οικονομική Αγία Τριάδα που εμποδίζει αυτούς τούς ανθρώπους – μαζί με άλλα πολλά - να ‘θεολογήσουν’. Και έχουν χάσει εντελώς από μπροστά τους τούς μεγάλους ‘Έλληνες’ Πατέρες τής Εκκλησίας μας… )) . Θα μπορούσε βέβαια να αντιτείνη κανείς, ότι υπάρχει ήδη πάντοτε στην αιώνια ‘λειτουργία’ (processio) τού Υιού και η ‘αποστολή’ (missio) του, ότι γεννήθηκε προαιώνια ως ο Ενανθρωπήσας· και θα υπερνικόταν με μιαν τέτοιαν ταύτιση  (( όλα με την ανθρώπινη, πεπερασμένη λογική… ))  η διαφορά ανάμεσα στη γέννηση και τη δημιουργία  (( μόνοι μας τα φτιάχνουμε, μόνοι μας προσπαθούμε μετά να τα υπερβούμε· απελπισία! … )) . Κι αν ‘παραδεχθή’ κανείς, όπως οι Έλληνες Πατέρες, ότι περιέχονται από αιώνος όλες οι Ιδέες (Ideen) τού κόσμου (ennoiai) πραγματικά στον Λόγο (Logos), θα οδηγηθή  (( και οι Έλληνες Πατέρες!... ))  εντός τού χεγκελιανού συστήματος στις καρτεσιανές σκέψεις, ότι δεν υπάρχει, λόγω τής ενότητας σκέψης και θέλησης στον Θεό, καμμιά άλλη Ιδέα πέρα απ’ τις πραγματοποιούμενες, θέτοντας όμως εν αμφιβόλω τη δημιουργική ελευθερία τού Θεού. Και δεν μένει παρά να αναρωτηθούμε τελικά, αν μπορή να είναι κάτι άλλο η χριστιανική «ιδέα» τής Ανάστασης και της Ανάληψης του Χριστού στον Χέγκελ (για τον οποίον συνιστά κάτι το παράλογο η συνέχιση της ζωής μετά την αυτοαναίρεση της θνητής ύπαρξης στον θάνατο) απ’ την «έκχυση του Πνεύματος, που μπορούσε μόνον τότε να εμφανιστή…, αφού θα είχε παύσει η αισθητή και άμεση παρουσία (ο Ιησούς)»  (( λέει όμως ο Χριστός στους μαθητές: «Εγώ μεθ’ υμών ειμί πάσας τας ημέρας τής ζωής σας»… Δεν πιστεύουν οι άνθρωποι… Κι ας δούμε πού φτάνουν, με τα λόγια τού Χέγκελ… ))  (σ.σ.: «Φιλοσοφία της θρησκείας» ΙΙ/2, 194, κ.α.: «Το πεπερασμένο δεν είναι αληθινό Είναι· και υπάρχει σ’ αυτό η διαλεκτική, να αυτοαναιρεθή, να αρνηθή, και είναι η κατάφασή του ως ατελεύτητο η άρνησή του. Και δεν είναι έτσι τελικά τίποτε άλλο η Ανάσταση και η Ανάληψη, απ’ αυτό που περιγράφεται στην πνευματική κοινότητα ως «ανύψωση προς τον Θεό» στη λατρεία, ως «αυτοσυνείδηση», για την οποία δεν είναι απλώς «αντικείμενο της συνείδησης», αλλά «μαρτυρία τού Πνεύματος» ο Θεός, ότι κατανοείται δηλ. «μόνον ως η γνώση τού Θεού σ’ αυτόν» η γνώση τού πιστού για τον Θεό. Με τα λόγια δε του Meister Eckhart: «Το μάτι με το οποίο με βλέπει ο Θεός, είναι το μάτι με το οποίο κι εγώ τον βλέπω· και είναι ένα το δικό μου και το δικό του μάτι». Και είναι «μια μετάβαση απ’ το πεπερασμένο στο απολύτως ατελεύτητο η ανύψωση προς τον Θεό»)  (( Σημ. τ. μετ.: Δεν μπορούμε να μην αναρωτηθούμε κι εμείς εδώ, πόσο διαφαίνεται ήδη το υποκείμενο, το ‘φρικαλέο’ εκείνο υποκείμενο που ξεκινά με τον ‘εσωτερικό δάσκαλο’ του Αυγουστίνου… Το θέλημά μου και το θέλημά Σου είναι ένα· Κύριε, ελέησον!... )) .
      Αυτή η αισθητή παρουσία σταμάτησε όμως ήδη με τον θάνατο του Χριστού  (( εδώ ξεπερνούν κάθε όριο ύβρεως και βλασφημίας… )) , έτσι ώστε να είναι η αληθινή πηγή τού Πνεύματος, ως άρνηση της αρνήσεως της περατότητας του ανθρώπου Ιησού αυτός ο θάνατος. «Είναι το κέντρο, γύρω απ’ το οποίο περιστρέφονται τα πάντα, ο θάνατος του Χριστού· και στην αντίληψή του υπάρχει η διαφορά μιας εξωτερικής αντίληψης (όπως π.χ. στον Σωκράτη) και μιας αντίληψης πίστεως, το να τον θεωρήσουμε δηλ. μαζί με το Πνεύμα, μέσα απ’ το Πνεύμα τής Αληθείας, απ’ το ΄Αγιο Πνεύμα» (Φιλ. Θρ. ΙΙ/ 2 109). Ο Σταυρός είναι «η ύψιστη κορυφή τής περατότητας» για τον Χέγκελ, «απαλλοτρίωση του θεϊκού, αλλά μια απαλλοτρίωση του ίδιου της του εαυτού, ώστε να εξακολουθή να υπάρχη σ’ αυτήν την απαλλοτρίωση», και «κατ’ αυτόν τον τρόπο η ύψιστη αγάπη… Η απέραντη (τεράστια, τερατώδης…) συνένωση αυτών τών άκρων (της ταυτότητας με το άλλο Είναι) είναι η ίδια η αγάπη» - κι αυτό ακριβώς είναι το Πνεύμα. «Το Πνεύμα είναι μόνον Πνεύμα ως αυτό το αρνητικό τού αρνητικού, το οποίο και περιέχει άρα το αρνητικό στον εαυτό του». Ενώ είναι ταυτόχρονα υπέρτατος πόνος η συμφιλίωση. Γιατί φτάνει κατά τον Χέγκελ, στο ακρότατό της σημείο μηδαμινότητας, στο Κακό η «ύψιστη κορυφή τής περατότητας», έτσι ώστε να εξολοθρεύη ταυτόχρονα ο σταυρικός θάνατος, με τον οποίον και «ανέλαβε τον πόνο τού Κακού και της ίδιας του της αποξένωσης» ο Χριστός, αυτόν τον πόνο  (( «Την κοινήν ανάστασιν προ του σου πάθους πιστούμενος, εκ νεκρών ήγειρες τον Λάζαρον, Χριστέ ο Θεός…»· εντελώς άλλο ‘ήθος’… )) . Συναινεί λοιπόν στο «Για εμάς (τούς ανθρώπους…)» και στο «Επαρκές» αυτού τού θανάτου ο Χέγκελ και απορρίπτει την αντίρρηση του Καντ, ότι μόνον ο καθένας μπορεί να μετανοήση για τις αμαρτίες του  (( οι προσευχές τών αγίων;… )) , επειδή «συνιστά την απόλυτη ιστορία τής θεϊκής Ιδέας» αυτός ο θάνατος, το οποίο και καθίσταται μόνον τότε κατανοητό, αν αυτή η φαινομενικά και μόνο «φυσική και συνηθισμένη  (( ! ))  ζωή τού Χριστού» δεν γεννά ή απελευθερώνει μόνο στον θάνατο κατ’ αρχάς το (αιώνιο και άγιο) Πνεύμα, αλλά πρέπει  (( ! ))  να το ‘κατέχη’ ήδη από πάντα κατά έναν μοναδικόν τρόπο, ώστε να το μπορή (τώρα…) αυτό. Και οδηγούμαστε έτσι  στο δεύτερο αμέσως πρόβλημα της χεγκελιανής «πνευματικής Χριστολογίας»: είναι (άραγες…) το Πνεύμα, το οποίο και υπήρχε και πριν απ’ τον συμφιλιωτικό θάνατο του Ιησού σ’ Αυτόν, υπήρχε δηλ. στη σύνολη προϊστορία προς τον Ιησού στον κόσμο, ήδη το «Άγιο Πνεύμα»;


    ( συνεχίζεται )

5 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

Δεν υπάρχει συμφωνία με Ζηζιούλα και Βαλθασαρ αλλά ούτε Χριστολογική εμμονή Προτεσταντικού τύπου ή παπικού τύπου subortinatio μηπως κάνετε ενα μικρο λάθος;

amethystos είπε...

Mικρό, αμελητέο.Δέν είναι δά καί τόσο σοβαρό ο Χριστός νά είναι δεύτερος θεός καί η Τριάδα νά μήν έχει ταυτόχρονη ύπαρξη. Ας μήν είμαστε υπερβολικοί. Σωστός!!!!

χαλαρωσε είπε...

ερωτηση: βαλθασαρ ή βαλτασαρ λεγεται; ΕΜΕΝΑ ΙΔΙΟ ΜΟΥ ΦΑΙΝΕΤΑΙ. ΕΡΡΩΣΘΕ.

Ανώνυμος είπε...

ΑΠΛΑ ΛΙΓΟ ΙΣΩΣ ΜΠΕΡΔΕΜΕΝΗ Η ΓΝΩΜΗ ΣΑΣ ΓΙΑ ΤΟ ΑΓΙΟ ΠΝΕΥΜΑ , ΜΙΑ ΥΠΟΤΙΜΗΣΗ ;

amethystos είπε...

Λίγο ίσως!! Περνούσες είδες φώς καί μπήκες;

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...