Τρίτη, 13 Ιουνίου 2017

PAUL FRIEDLȀNDER ΠΛΑΤΩΝ (67)

Συνέχεια από Δευτέρα,22 Μαΐου 2017
                                     
                                      PAUL FRIEDLȀNDER
                                                ΠΛΑΤΩΝ
                                         ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΤΟΜΟΣ
                                 ΤΑ  ΠΛΑΤΩΝΙΚΑ  ΚΕΙΜΕΝΑ
                                           Πρώτη περίοδος
ΔΕΥΤΕΡΗ ΟΜΑΔΑ – Ο ΚΥΚΛΟΣ ΤΩΝ ΜΙΚΡΩΝ ΠΡΩΙΜΩΝ ΔΙΑΛΟΓΩΝ
                                         14.  ΚΡΑΤΥΛΟΣ

     Το δραματικό τού διαλόγου δίνει την εντύπωση ενός πολύ επιπόλαου χειρισμού. Εμπλέκεται στην αντιδικία δύο ανδρών για τη φύση τής γλώσσας ο Σωκράτης, με τέτοιον όμως τρόπο ώστε να διεξάγεται αποκλειστικά ανάμεσα στον Σωκράτη και τον Ερμογένη το πρώτο και μεγαλύτερο μέρος, και αποκλειστικά ανάμεσα στον Σωκράτη και τον Κρατύλο το δεύτερο, τελικό και μικρότερο μέρος. Βασίζει ωστόσο αυτήν την ιδιαίτερα ‘αραιή’ συζήτηση στην ύπαρξη του Κρατύλου, όπως φαίνεται αμέσως, ο Πλάτων. Πρόκειται δε για έναν άνθρωπο, ο οποίος ξεκινά μεν με μιαν οξεία θέση τη διαμάχη, δεν εκφράζεται όμως κατόπιν σαφώς – «έτσι ώστε να μη μπορή να γνωρίζη κανείς, αν μιλά εκούσια ή ακούσια τόσο ασαφώς» (427 D) -, αποσυρόμενος μάλιστα σε μια σιωπή, που αντιγράφει βέβαια πιστά τη «σκοτεινότητα» του δασκάλου του Ηρακλείτου, συγκαλύπτοντας ωστόσο μιαν άγνοια μάλλον παρά μια βαθειά γνώση. Κάτω απ’ αυτήν την πολύ απλοїκή εξωτερική δραματικότητα υπάρχει παρ’ όλ’ αυτά μια πλούσια εσωτερική κίνηση.
     Η διαμάχη δεν είναι κατ’ αρχάς για την «καταγωγή τής γλώσσας», όπως π.χ. στον Επίκουρο και τους Στωїκούς, τον Χέρντερ και τον Χούμπολντ, αλλά για την «ορθότητα» των «ονομάτων» - των λέξεων, όπως λέμε -, για τη σχέση λοιπόν τών λέξεων προς τα πράγματα, την καταλληλότητα του εργαλείου για την ΄τέχνη’ τού λέγειν και αντιλέγειν. Και κινήθηκε πάνω στο γνωστό ίχνος, στο οποίο και συνήθιζε να ‘σέρνει’ πέρα-δώθε τέτοια πράγματα ο καιρός τών σοφιστών: αν βασίζεται δηλ. στη «φύση» (“Physis”) η ορθότητα των λέξεων, αν είναι ‘ουσιαστική’, ή αν στηρίζεται στη χρήση και τα έθιμα, τη συμφωνία και τη σύμβαση (συνθήκη καί ομολογία, νόμος καί έθος). Αποφασίζοντας κανείς για το πρώτο, έφτανε στις πιο ασυνήθιστες ‘παραδοξότητες’ (Paradoxien). Ενώ αποφασίζοντας για το δεύτερο, δεν υπήρχε βασικά καμμιά «ορθότητα» και ελευθερώνονταν ο δρόμος για κάθε αυθαίρετη χρήση τού πιο σημαντικού ‘εργαλείου’. Αυτός ο μεγάλος κίνδυνος εξηγεί και την ζωηρότητα της διαμάχης, με την κυρίαρχη εντύπωση μιας ακλόνητης αντίθεσης και επιχειρηματολογίας και μιας «τοποθέτησης» εκ μέρους τών διαμαχομένων. Ο Κρατύλος υποστηρίζει, ότι βασίζεται στη φύση η ορθότητα. Για να ισχυριστή ‘αναιδώς’ κατόπιν, πως υπάρχει η ίδια ορθότητα και για τους Έλληνες και για τους Βάρβαρους, οπότε δεν είναι και πρόβλημα η διαφορά στο ανθρώπινο γλωσσικό οικοδόμημα, αλλά καλύπτεται εδώ από μιαν ‘εκ των άνω’ εντολή. Και το ‘τραβάει’ τόσο μάλιστα μακριά – ή μήπως πρόκειται για μια μοχθηρή και μόνον ‘υπερβολή’ εκ μέρους τού αντιπάλου του; - ώστε να βεβαιώνη πως ανήκουν ουσιωδώς στους φορείς τους και τα κύρια ονόματα. Ο Ερμογένης δεν αναγνωρίζει αντίθετα καμμιάν άλλην ‘ορθότητα’ από εκείνην που βασίζεται στη «σύμβαση και τη συμφωνία», απ’ όπου και προκύπτει η ακραία συνέπεια, ότι θα μπορούσε να προσδώση κανείς το οποιοδήποτε όνομα στο οποιοδήποτε πράγμα. Γι’ αυτό μοιάζει να βρίσκεται κατ’ αρχάς σ’ αυτήν τη θέση τού Ερμογένη ο μεγαλύτερος κίνδυνος – λόγος για τον οποίον και θα ‘εφορμήση’ αρχικά προς αυτήν την κατεύθυνση ο Σωκράτης -, ότι δεν εμπιστεύεται δηλ. κανείς καθόλου τις λέξεις ή μπορεί να κάνη το οτιδήποτε μ’ αυτές, «όπως ένας κύριος απέναντι σε σκλάβους» (384 D 5). Δεν είναι όμως λιγότερο επικίνδυνη στις συνέπειές της και η θέση τού Κρατύλου. Μπορεί να ‘εμπιστευθή’ υπερβολικά κανείς τις λέξεις, και να καταστή κι εδώ ένα τόσο απειλητικό και αυθαίρετα χρησιμοποιούμενο όπλο η «ετυμο-λογία» (Etymo-logie), όσο και πριν η λέξη που μοιάζει να αιωρείται ‘ασταθώς’ πάνω απ’ τα πράγματα.
     O Kρατύλος ‘ακολουθεί’, όπως ξεύρουμε, τον Ηράκλειτο. Και έγινε στον Κρατύλο η μυστική συμφωνία που αντιλαμβανόταν διαισθητικά μεταξύ γλώσσας και πραγμάτων ο μεγάλος ‘προσωκρατικός’ μια ορθολογική σχέση, με τη βοήθεια της οποίας ‘φρονεί’ πως εξασφαλίζει μιαν ‘άνετη’ ματιά στα πράγματα η λογική. Eνώ εξέφραζε στον Ηράκλειτο εκείνην ακριβώς την «αρμονία (Harmonie) τού αντι-εριστικού» η γλώσσα, αρμονία που είναι η ίδια η φύση (Physis), ή που είναι, με άλλα λόγια, ο λόγος (Logos) τής Φύσης, ‘επικυρώνεται’ στον ‘ισοπεδωμένο’ Ηρακλειτισμό τών πλατωνικών χρόνων η διδασκαλία για τη ροή όλων τών πραγμάτων με τη βοήθεια της ετυμολογίας. Και δεν έχει τόση σημασία εδώ, το αν σκεφτόταν έτσι ακριβώς ο ιστορικός Κρατύλος. Πρέπει να αναγνωρίσουμε, το πώς’στερεοποιείται’ εδώ σε μια θεωρία εκείνη η ετυμολογική ‘ορμή’, που κυκλοφορούσε στο αίμα τών Ελλήνων, και μάλιστα και του Πλάτωνα, και πώς αποκτά προοπτικά αυτόν τον όψιμον ‘Ηρακλείτιο’ ως φορέα. Ο Ερμογένης ανήκει απ’ την άλλη, λόγω τού αδελφού του Καλλία, στον ‘κύκλο’ (το ‘κύκλωμα’…) της σοφιστικής (391 BC). Και συμπορεύεται επικίνδυνα η θέση που παίρνει με την ενθρόνιση (Inthronisierung) του απολύτου Εγώ, όπως την είχε διατυπώσει στην περίφημη φράση του για τον άνθρωπο ως μέτρο όλων τών πραγμάτων ο Πρωταγόρας (385 Ε κ.ε.). Ίσως να ‘άκουγε’ ωστόσο ένας ‘ειδήμων’ ακόμα περισσότερα πίσω απ’ το όνομα του Ερμογένη, αν ισχύη βέβαια η παλαιά πληροφορία, ότι ήταν ένας απ’ τους οπαδούς τού Παρμενίδη. Και αποτελεί πράγματι το ανθρωπίνως αυθαίρετο κάθε ονοματοθεσίας και η εχθρότητά της προς το αληθινό Είναι μια καθοριστική σκέψη τού παρμενίδειου ποιήματος: «Γι’ αυτό και είναι όλα (απλώς και μόνον) ονόματα, που τα έθεσαν οι θνητοί πιστεύοντας, πως είναι αληθινά» (Αποσπ. 8, 38 κ.ε.). Δεχόμενοι λοιπόν πως ‘ακουγόταν’ πίσω απ’ το όνομα του Ερμογένη επίσης ο Ελεάτης (ο Παρμενίδης…), βλέπουμε να αντιπροσωπεύεται ήδη στα ‘πρόσωπα’ του διαλόγου η αντίθεση (Antithese) Ηράκλειτου-Παρμενίδη, ύψιστα σημαντική για τη συνέχεια της συζήτησης. Γίνεται μάλιστα τότε πλήρης η ‘διασκέδαση’, όταν αντιπαρατίθεται, όπως αντιπαρατέθηκε στον ‘εκπρόσωπο’ του Ηρακλείτου η διδασκαλία για το αιώνιο Είναι, στον ‘εκπρόσωπο’ του Παρμενίδη η διδασκαλία για την αιώνια ροή. Όπως και νά ’ναι όμως, ‘τεντώνει’ προπάντων τόσο πολύ αυτήν την αντίθεση η πλατωνική ειρωνία (Ironie) για να φανή, το ότι φορούν τον ίδιον ‘σκούφο’ οι φαινομενικά τόσο ανόμοιοι αδελφοί: Γιατί καταλήγουν παρατεινόμενες εκεί, όπως θα φανή, και οι δυό θέσεις, όπου θα αμφισβητηθή με τον Πρωταγόρα και τον Ευθύδημο, με τον Αντισθένη και τους Μεγαρικούς – με ολόκληρη δηλ. τη σοφιστική ‘φάλαγγα’ (Phalanx) έξω και μέσα στον ‘σωκρατισμό’, όπως έπρεπε να το βλέπη ο Πλάτων – η    δυνατότητα (το ενδεχόμενο…) της πλάνης ή τού λάθους, και άρα και της αλήθειας.   (( Σημ. τ. μετ: Ας δούμε κι απ’ αυτήν τη ‘μακρινή’ σκοπιά το φρικαλέο τού ‘αλάθητου’ στον Πάπα… )) .
     Δεν μπορούν λοιπόν να συμφωνήσουν οι αντιμαχόμενοι, και δεν μπορούν καν να συζητήσουν, παρά μόνο να αντιπαρατεθούν. Και μόνον εκεί που φέρνει την αντιδικία μπροστά στον Σωκράτη ο Ερμογένης, ξεκινά κι ένας διάλογος. Γιατί το ότι κρύβεται πίσω απ την αυθεντία τού Πρόδικου ο Σωκράτης, απ’ τον οποίον και θα μπορούσε να λάβη έτοιμη κανείς την απαιτούμενη απόφαση, αυτό δεν είναι παρά η παιδαγωγική ειρωνία τού φιλοσόφου: ΄παραχωρείται’ στους σοφιστές η «γνώση»· η πεποίθηση αντίθετα, ότι είναι πολύ δύσκολο να γνωρίσουμε τέτοια πράγματα, ότι δεν θα μπορούσαμε δηλ. και να προχωρήσουμε εκεί σε μιαν τελική γνώση, συνδέεται στον Σωκράτη με την ετοιμότητα για  μιαν κοινήν αναζήτηση (μια συ-ζήτηση…).
     Διεξάγεται άρα ανάμεσα στον Σωκράτη και τον Ερμογένη ολόκληρος ο πρώτος διάλογος. Και φτάνει το πρώτο του μέρος μέχρι το σημείο, όπου αντιλέγει ο Ερμογένης, και έχει αναγνωρισθή (φαινομενικά) η πρόταση του Κρατύλου. Την οποίαν και περιορίζει το δεύτερο μέρος. Εδώ επισυνάπτεται ο δεύτερος διάλογος, που ολοκληρώνει την αμφισβήτηση του Κρατύλου και ‘αναβιβάζει’ τη ματιά μας μέχρι και το ‘κέντρο’ τής σωκρατικο-πλατωνικής γνώσης. Αυτή είναι δε η απλή και εξωτερική διάρθρωση του όλου διαλόγου.
    Η πρώτη παρέμβαση του Σωκράτη αναφέρεται κατευθείαν στο πιο επικίνδυνο σημείο, εξασφαλίζοντας τη ‘βάση’ (Basis). Υπάρχει η αντίθεση ανάμεσα στο «αληθινό» και το «λανθασμένο». Υπάρχει αληθινός και λανθασμένος λόγος. Μπορεί «να πη κανείς το Είναι όπως είναι», αλλά και «όπως δεν είναι». Και συμφωνούν σ’ αυτό και οι δυό. Θυμόμαστε τον «Ευθύδημο», όπου διαφιλονικήθηκε σοφιστικά το ίδιο αντικείμενο και παραβλέφθηκε βίαια η διατύπωση: «να πούμε το Είναι όπως είναι» (Κρατ. 385 Β, Ευθύδ. 285 Ε). Θα ήταν πολύ πιο κοντά στη συνέπεια της θέσης τού Ερμογένη μια τέτοια σοφιστική αμφισβήτηση. Δεν έχει ‘θέσει’ όμως κάποιον συνεπή στοχαστή στο πρόσωπο του Ερμογένη ο Πλάτων. Και δεν παρατηρεί ο Ερμογένης, ότι έχει ακυρώσει σχεδόν τη ‘θέση’ του η σωκρατική θεμελίωση. Αναγνωρίζει λοιπόν μαζί με τον Σωκράτη αλήθεια και λάθος (κιβδηλεία…) στα μέρη τού λόγου, τις «λέξεις» (ονόματα) (παρ’ όλο που εδώ θά ’πρεπε περισσότερο να αντιλέξη). Όταν όμως επανέρχεται ερωτηματικά στην ίδια του τη θέση (τού Ερμογένη…) ο Σωκράτης, την επαναλαμβάνει απλώς επίμονα, χωρίς να παραδεχτή ότι έχει ήδη, με την αναγνώριση του αληθινού και του κίβδηλου, ακυρωθή.
    Παρεμβαίνει λοιπόν τώρα εκ νέου ο Σωκράτης. Και συνενώνει τη θέση για την υποκειμενικότητα της γλωσσικής ορθότητας με τη φράση τού Πρωταγόρα, ότι είναι (δήθεν…) ο άνθρωπος το μέτρο όλων τών πραγμάτων. Μεταφέρεται έτσι απ’ τις λέξεις (τα ‘ονόματα’…) στο Είναι η αβεβαιότητα, και καθίσταται αμέσως σαφής ο κίνδυνος απ’ την τόσο ‘αθώα’ φαινομενικά ‘θέση’, σε ακόμα μάλιστα μεγαλύτερον βαθμό, καθώς τίθεται αμέσως μετά στο πλευρό τού Πρωταγόρα με την εριστική του διατύπωση «ότι είναι εξίσου ταυτόχρονα και πάντοτε όλα για όλα» και ο Ευθύδημος. (Όπου και μας θυμίζει τον ομώνυμό του διάλογο, με το πλήθος τών ‘παγιδευτικών’ συμπερασμάτων αυτό το όνομα). Έχει όμως ήδη προσθέσει μια δεύτερη αντίθεση κοντά σε κείνην την πρώτη μεταξύ αληθινού και ψευδούς ο Σωκράτης, επιτυγχάνοντας μάλιστα εξίσου εύκολα πάλι την αναγνώρισή της: «Καλό και κακό» ή, που θα ήταν το ίδιο, «συνετό και ανόητο». Και με το να υπάρχη μια διαφορά, και μάλιστα η ριζικώτατη, ανάμεσα σε κείνους που εκφέρουν (απλώς…) μια γνώμη ή κρίση, αντικρούσθηκε το ισάξιο όλων τών κρίσεων και κατέστη χειροπιαστός ο κρυμμένος κίνδυνος στη ‘θέση’ τού Ερμογένη.
    Aφού παραμερίστηκε έτσι ο κίνδυνος, φανερώνεται το εξής ως προς τα πράγματα στην ασύγχυτη (πλέον…) ματιά (δήλον): Έχουν την ουσία τους στον εαυτό τους τα πράγματα, χωρίς να μας λαμβάνουν υπ’ όψιν, και δεν αφήνονται να ‘παρασέρνονται’ αυθαίρετα εδώ κι εκεί, όπως το φαντάζεται ο Πρωταγόρας. Εξίσου συμβαίνουν δε και οι πράξεις, τα γεγονότα – ως μια μορφή τού Όντος – «κατά τη φύση τους», κι όχι όπως εμείς θέλουμε. Αντιτίθεται λοιπόν εδώ ο σωκρατικός «πραγματισμός» (“Pragmatismus”) στην αυθαίρετη κατασκευή: ο τεχνίτης και ο γιατρός αποδεικνύουν ενεργώντας, ότι δεν εκπληρώνει την ουσία τής πράξης τους μια αυθαίρετη συνεχής ‘μεταπήδηση’ ως προς την πράξη, το αντικείμενο ή το εργαλείο. Και μόνον όταν την προσέχη κανείς αυτήν την ουσία, «καταφέρνει και κάτι» (πλέον τι ημίν έσται). Αυτό που προκύπτει ως σωστό από ’δώ, μας δίνει και το κριτήριο (Kriterium) στην περιοχή τής «τεχνικής» (technisch) ‘συμπεριφοράς’ ή ‘στάσης’. Θα κοιτάξουμε όμως τώρα και το ονομάζειν σύμφωνα μ’ αυτό το αιώνιο σωκρατικό πρότυπο της ‘εξειδικευμένης’ εργασίας. Γιατί θα πρέπη να υπάρχη και ’κεί ένας τρόπος, που να αντιστοιχή, πέρα από κάθε αυθαιρεσία (ελεύθερη βούληση και εκλογή…), στην ουσία τού ‘ονομάζειν’ και του προς ονομασίαν αντικειμένου και του ‘εργαλείου’ ή τού ‘οργάνου’. Γιατί μόνον έτσι θα ΄καταφέρουμε’ κι εδώ κάτι   (( Σημ. τ. μετ.: Είναι φανερό, ότι η ‘άνοδος’ του υποκειμένου συμβαδίζει απόλυτα, αν δεν ταυτίζεται κιόλας, με την υπερηφάνειά μας, και μας καταστρέφει ως παρά φύσιν… )) . Και θεωρείται τώρα και η «λέξη» (το «όνομα»…) ως ένα «εργαλείο», κατά το πρότυπο του ‘τεχνικού’ εργαλείου. Κάνει κανείς κάτι το εντελώς συγκεκριμένο με το τρυπάνι και τη σατα (υφαίνοντας…). Με τις δε λέξεις (τα ονόματα…) διδάσκουμε ο ένας τον άλλον (διδάσκομεν, διδασκαλικόν όργανον) και ξεχωρίζουμε τα πράγματα κατά την ουσία τους αναμεταξύ τους (διακρίνομεν ως έχει, διακριτικόν τής ουσίας).
    Ακολουθώντας περαιτέρω αυτήν την αναλογία (Analogie), βλέπουμε έναν δεύτερον τεχνίτη, που είναι σε θέση (είναι έμπειρος…) να κατασκευάση ένα τέτοιο εργαλείο, ενώ μπορεί με τη σειρά του να το χρησιμοποιήση σωστά εκείνος ο πρώτος. Και ‘στοχαζόμαστε’ (‘νοούμε’…) αναλογικά έναν «νομοθέτη» ή «ονοματουργό», που μπορούμε να τον αποκαλέσουμε ‘έθιμο’ ή ‘νόμο’, που έχει φτιάξει αυτό το εργαλείο τών λέξεων ή ονομάτων, και είναι «ο πιο πολύτιμος τεχνίτης ανάμεσα στους ανθρώπους» (389 Α 2), απ’ όπου και προκύπτει ήδη, ότι δεν πρόκειται βέβαια, όπως μπορούμε να τον ‘φανταστούμε’, ή αν μπορούμε καν να τον ‘φανταστούμε’, για τον Ερμογένη ή έναν οποιονδήποτε άλλον, που θα είχε (για τον εαυτό του…) αυτήν την απαίτηση. Και αφαιρέθηκε έτσι ο κίνδυνος απ’ τη ‘θέση’ τού Ερμογένη. Άρχισε δε να χάνη εκείνον τον ‘τόνο’ τής αυθαιρεσίας ο νόμος (Nomos), που του τον είχε προσδώσει στην αρχή ο συνδυασμός με τη «σύμβαση» και τη «συμφωνία», και ‘αντηχεί’ πλέον αντί γι’ αυτό το σεβαστά νόμιμο μιας αρχαιότατης παράδοσης σ’ αυτόν   (( Σημ. τ. μετ.: Νομίζω πως καταρρέει εδώ και το ‘προσωπείο’ μιας αυθαίρετης και στηριγμένης μόνον πάνω στις ανθρώπινες γνώμες και ‘απόψεις’, δήθεν ‘δημοκρατίας’… )) . Και γίνεται πλατωνικός ο σοφιστικός νόμος, ‘αγγίζοντας’ πλέον τον Λόγο (Logos) και τον Νου (Nus). Συνδέεται δε ιδιαιτέρως και με τη Φύση (Physis) εδώ ο Νόμος, ενώ αρχίζουμε να διαισθανόμαστε, πόσο λίγο εμβαθύνει στο πραγματικό πρόβλημα η ‘συνηθισμένη’ (δήθεν…) αντίθεση (Antithese) Νόμου και Φύσης.


    ( συνεχίζεται )

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...