Παρασκευή, 19 Μαΐου 2017

H A N S K R Ä M E R (6)- Η ΝΕΑ ΕΙΚΟΝΑ ΤΟΥ ΠΛΑΤΩΝΟΣ

Συνέχεια από Σάββατο, 6Μαΐου 2017

Ο ΦΙΧΤΕ, Ο ΣΛΕΓΚΕΛ ΚΑΙ ΤΟ «ΑΠΕΙΡΟ» ΣΤΗΝ ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΟΥ ΠΛΑΤΩΝΑ
                 
 4.  Οι κατηγορίες τής εξέλιξης, του ‘ανέτοιμου’ και ‘ασυστηματοποίητου’, της ειρωνίας και του αρρήτου στην ερμηνεία  τού Πλάτωνα τον 19ον και 20ον αιώνα.            
Image result for plato      Όπως με τις λογοτεχνικές και ερμηνευτικές του κατηγορίες, δημιούργησε και με την αντίληψή του για τον Πλάτωνα σχολή ο Σλέγκελ, και επέδρασε ευρέως. Εκτός απ’ τις πρωιμότερες ‘εξωτερικεύσεις’ για τον Σωκράτη και τον Πλάτωνα στο “Lyzeum”, το “Athenäum” ή και το δοκίμιο για τον Λέσσινγκ, κυκλοφόρησαν σχετικά αποσπάσματα των παραδόσεων της Κολωνίας ευθύς αμέσως σε αντίγραφα, έστω κι αν πραγματοποιήθηκε μετά θάνατον κατ’ αρχάς (το 1836) η έκδοση σε βιβλίο απ’ τον Windischmann. Η επίδραση αυτή παρατηρείται άμεσα στις παραδόσεις π.χ. του Adam Műller στη Δρέσδη για τη γερμανική επιστήμη και λογοτεχνία (τον χειμώνα τού 1806), και προπαντός – καθοδηγητικά για την πλατωνική φιλολογία – στον μαθητή τού Σλέγκελ και πλατωνικόν ερευνητή Friedrich Ast. Η εκπονηθείσα από τον Ast, κατά μίμηση του Σλέγκελ, (προσχεδιασμένη ήδη το 1807, και σε περαιτέρω ανάπτυξη το 1816) ‘απειροτική’, αντι-συστηματική και ‘εφοδιασμένη’ με το ανέκφραστο του υψίστου και την έννοια της ειρωνίας εικόνα τού Πλάτωνα, συνενώνει τούς ουσιαστικούς προσδιορισμούς τής ατελεύτητης σκέψης στη συνάφειά της (της εικόνας…), παρουσιάζοντας έτσι το πρώτο παράδειγμα των τάσεων που ξεκινούν απ’ τον Σλέγκελ στη νεώτερη πλατωνική έρευνα, παράδειγμα που κατέστη ‘υποδειγματικό’ στη μετέπειτα εξέλιξη. Και γίνεται εδώ, σε συμφωνία με την προγραμματική παράδοση του Σλέγκελ για τη μεταφυσική φιλοσοφία και με την ανάπτυξη ‘προτάσεων’ απ’ τις παραδόσεις του στην Κολωνία (όπως για παράδειγμα η ‘πρόταση’ για «τη μορφή κάθε γενικά φιλοσοφίας»), σαφές, ότι θα προβάλη αυτή η ‘ανάκληση’ του ‘συστηματικού’ στην «εσωτερική ζωή τού ίδιου του φιλοσοφούντος πνεύματος», εμβαθυμένη την αντιδογματική και κριτικιστική στροφή τού Καντ και του Φίχτε στον Πλάτωνα – μια ακόμα ένδειξη για την ιδεαλιστική προέλευση της ρομαντικής εικόνας τού Πλάτωνα. Από τον Ast εισήλθε προπαντός και ο γενετικο-εξελικτικός τρόπος παρατήρησης στην πλατωνική φιλολογία, που οδήγησε – με μιαν αυξάνουσα συγκεκριμενοποίηση του ιστορικο-βιογραφικού στοιχείου, χωρίς όμως κάποια πρόοδο στις κατηγορίες - , μέσα απ’ τους Joseph Socher και Gottfried Stallbaum, στην καθοριστική για τη συνέχεια παρουσίαση του Karl Friedrich Hermann (“Geschichte und System der platonischen Philosophie, 1839), που αναγνωρίζει σαφώς τον καθοδηγητικό ρόλο τού Ast και αποδέχεται μιαν ανερχόμενη, όπως ο Ast και ο Σλέγκελ, και ‘απειροτική’ εξέλιξη του Πλάτωνα. Η ιστορικο-βιογραφική επεξεργασία έχει βέβαια συμπληρωματική κατ’ αρχάς θέση στη μεταφυσική θεμελίωση και στην απόδειξη μιας διαλεκτικής, διαλογιστικής κίνησης. Τα ‘αξιώματα’ του Σλέγκελ (και του Ast) μεθερμηνεύονται στον Hermann και τους διαδόχους του (μέχρι τον Wilamowitz, τον Ryle ή τον H. Schmitz) προς την κατεύθυνση ‘βιογραφικών’ και ‘ψυχολογικών’ «αποσπασμάτων μιας μεγάλης ομολογίας (ενός μεγάλου δόγματος…)» (Γκαίτε, “Dichtung und Wahrheit” – «Ποίηση και αλήθεια»…), με ελλειπή ωστόσο, ακόμα και σ’ αυτό το λιγότερο απαιτητικό επίπεδο, επιχειρηματολογία. Η βασική τάση, να δοθή μια βαθύτερη σημασία σύμφωνα με τη διάταξη και τη χρονολογική σειρά τών κειμένων στο «πλατωνικό ερώτημα», και να συμπεράνουμε έτσι απ’ το λογοτεχνικό υλικό τη ‘γένεση’ (Genesis) των σκέψεων, αποκτά μόνον εκεί ξανά μια φιλοσοφική βαρύτητα, όπου ανυψώνουν και εμπλουτίζουν πρακτικο-φιλοσοφικές (Dilthey), νεο-καντιανές (η φιλοσοφία ως ατελεύτητη εργασία: Natorp) ή υπαρκτικο-φιλοσοφικές (Heidegger) υπερ-δομές το φιλολογικο-βιογραφικό υπόστρωμα. Kατά τα άλλα, παρέχει η προερχόμενη απ’ τον Σλέγκελ ‘εξελικτιστική’ πτέρυγα του ρομαντικού παραδείγματος (Paradigma) την καθοριστική επίσης λύση για τα προβλήματα που προκύπτουν απ’ την έμμεση παράδοση. Κι ενώ είχαν ‘παραμερίσει’ αμήχανοι προηγουμένως οι πρωταγωνιστές (Protagonisten) Σλαїερμάχερ και Σλέγκελ, προσέφερε η Summa του Hermann το 1839, υποβοηθούμενη αμέσως απ’ τον E. Zeller, την υποβαλλόμενη απ’ τις ‘αποτιμήσεις’ τού Σλέγκελ πρόταση της όψιμης χρονολόγησης στην τελευταία φάση τής ζωής τού Πλάτωνα. Και συνυπολογίσθηκε έτσι, τόσο ο εξελικτισμός τού Σλέγκελ όσο και η θεωρία τού λογοτεχνικού διαλόγου τού Σλαїερμάχερ, η οποία και φάνηκε να δικαιολογείται μέσα απ’ τη χρονολογική ‘εξουδετέρωση’ της αποκλίνουσας παράδοσης στο ‘μονοπωλιακό’ αίτημά της. Γι’ αυτό και δεν είναι εκπληκτικό, το ότι χαίρει μέχρι και σήμερα μιας ευρύτατης υπόληψης αυτή η λύση, που μπορούσε να μείνη ελεύθερη από όλες τις αμφισβητήσεις εντός τού ρομαντικού παραδείγματος. Φανερώνεται δε με ιδιαίτερη οξύτητα στον επαναλαμβανόμενον ισχυρισμό, ότι δεν παρουσίασε πλέον λογοτεχνικά, λόγω τής «ανετοιμότητάς» της (δεν ήταν ‘έτοιμη’…), τη θεωρία τών αρχών ο Πλάτων, μια ‘δήλωση’ που ανάγεται κατά λέξιν σε διατυπώσεις τού Σλέγκελ και συνδέεται με την πρωτοκαθεδρία τού λογοτεχνικού στοιχείου στον Πλάτωνα κατά τον Σλαїερμάχερ, χωρίς να μπορή ωστόσο κατά κανέναν τρόπο να στηριχθή σε παλαιά κείμενα του Πλάτωνα ή τού πλατωνισμού, αντιτιθέμενη αναμφίβολα και στις διαφορετικά θεμελιώδεις αυτο-μαρτυρίες τού Πλάτωνα.

      Aν ‘μετρηθή’ στην κοινή βάση (Basis) τού πλατωνικού λογοτεχνικού και ‘καλλιτεχνικού’ διαλόγου, εκπροσωπούσε ο Σλέγκελ απέναντι στον Σλαїερμάχερ, ακόμα και με την κατηγορία τού μη-συστηματικού (ασυστηματοποίητου…) μιαν πιο ριζοσπαστική και περαιτέρω θέση. Η οποία και επενέργησε έμμεσα μόνον κατά τον 19ον αιώνα, σύμφωνα με τον F. Ast, στη συνέπεια του εξελικτισμού, άμεσα δε και με όλη της τη βαρύτητα στην πλατωνική κατ’ αρχάς ερμηνεία τού 20ου. Εδώ έπαιξε η κριτική τού S. Kierkegaard στην έννοια του συστήματος περισσότερο από εκείνην τού Νίτσε τον ρόλο ενός καταλύτη και επανεμψυχωτή, που μπορεί μάλιστα να ‘καταταγή’ και προς τα εμπρός και προς τα πίσω (και προς όσα προηγήθηκαν και προς όσα ακολούθησαν…) μέσα στην ιστορία τής έρευνας: Η άπειρη σκέψη παίρνει στον Kierkegaard μιαν παρόμοια με τον Σλέγκελ αξία, συνδεόμενη βέβαια περισσότερο με τον Φίχτε και τους γερμανούς και δανούς ‘διαδόχους’ του παρά με τους ρομαντικούς. O Kierkegaard αντιπαραθέτει στα βασικά του κείμενα, προπάντων στο «Ανεπιστημονικό υστερόγραφο» (“Unwissenschaftliche Nachschrift”) και την «Προς θάνατον ασθένεια» (“Krankheit zum Tode”), τον άπειρο (ατελεύτητο…) (αυτο-)διαλογισμό, προσεγγισιμότητα και γένεση (Genesis) του υπάρχοντος, υποκειμενικού ‘καθενός’ στο «έτοιμο», αντικειμενοποιητικό και δογματικό Είναι και σύστημα,  συνδέοντας μ’ αυτό τον τρόπο τής έμμεσης έκφρασης, επειδή δεν επιτρέπει τις γενικώς ‘υποχρεωτικές’ εκφράσεις ο υπαρκτικός υποκειμενισμός. Ο ‘απειροτισμός’ ανήκει εδώ αναπόδραστα και ουσιαστικά στην ύπαρξη, ‘σημαδεύοντας’ τις κατηγορίες (Kategorien) τής ελευθερίας και της απόφασης. Στρέφεται βέβαια έτσι πρωταρχικά ενάντια στη συστηματοποίηση του Χέγκελ και τη θεωρητική φιλοσοφία τής νέας εποχής ο Kierkegaard, αναζητώντας όμως επίσης να ξεπεράση συγκεκριμενοποιώντας την τη μεταφυσική φιλοσοφία τού Καντ και του Φίχτε. Αντίθετα προς αυτά, εμφανίζεται ανάμεσα στους αρχαίους ως εγγυητής τής ‘μεμονωμένης’ ύπαρξης, της έμμεσης έκφρασης και μιας υψηλά αποτιμημένης ειρωνίας ο Σωκράτης (προσπαθεί να διασώση στο ‘διδακτικό (του…) έργο’ αυτήν την έννοια της ειρωνίας απ’ την ‘απόφανση’ του Χέγκελ ενάντια στη ρομαντική ειρωνία ο Kierkegaard, ανήκοντας όμως ο ίδιος στη γνήσια παράδοσή της). Ενώ μπορεί να ισχύη ωστόσο έτσι ως προπομπός τού διακηρυγμένου απ’ τον Kierkeggaard αληθινού χριστιανισμού ο Σωκράτης, βλέπει ωστόσο ο ίδιος ως προετοιμαστή μάλλον τής οδού τού Χέγκελ, ως έναν συστηματικόν άρα φιλόσοφο τον Πλάτωνα. Μόνο μια φορά ‘εξήγησε’ – στο ‘διδακτικό (του…) έργο’ - , υπό την επίδραση της γνωστής του πλατωνικής φιλολογίας (κυρίως τού Hermann, μαζί με τους Ast και Stallbaum), άρα τού Σλέγκελ τελικά, και τον Πλάτωνα εν σχέσει προς μιαν «ουδέποτε πλήρως συντελεσμένη διαλεκτική κίνηση» και εξέλιξη ο Kierkegaard, διακρίνοντας ωστόσο κατά τα άλλα μόνιμα τον Σωκράτη απ’ τον Πλάτωνα. Είναι σημαντικό να γνωρίζουμε, πως η πραγματοποιημένη στον 20ον αιώνα, κατά την ‘αναγέννηση’ του Kierkegaard, και ανανεωτική τής πλατωνικής εικόνας τού Σλέγκελ ‘μεταφορά’ μη-συστηματικών χαρακτηριστικών απ’ τον Σωκράτη στον Πλάτωνα – στη σχολή κυρίως τού Χάιντεγγερ - , δεν αντιστοιχεί στη θεώρηση του όψιμου Kierkegaard. Αλλά μπορούμε να αμφισβητήσουμε και πέρα απ’ αυτό, το ότι παραπέμπει σε μιαν άπειρη δομή τής ανθρώπινης ύπαρξης η σωκρατική μορφή τής έμμεσης έκφρασης, όπως και αντίστροφα, ότι μπορεί να χρησιμοποιή ως συστηματικός φιλόσοφος με εντελώς άλλον σκοπό την έμμεση έκφραση ο Πλάτων – όπως το ερμηνεύει π.χ. ο Σλαїερμάχερ. Αν αποδεικνύονται δε κατ’ αυτόν τον τρόπο ακόμα και οι συστηματικές προϋποθέσεις τού Kierkegaard όσον αφορά στον Σωκράτη και τον Πλάτωνα ελάχιστα επαρκείς, ‘αληθεύει’ αυτό πλήρως, όπως στον Σλέγκελ, και για ολόκληρη την προερχόμενη απ’ τον σύγχρονο Ιδεαλισμό (Idealismus) κατηγοριοποίηση του απείρου, της ελευθερίας, της σκέψης και του διαλογισμού και τα παρόμοια. Εννοείται όμως, ότι σχήματα σκέψης τού παρόντος εντός αυτής τής παραδόσεως, όπως τα άχρονα προβλήματα, τα απείρως ανοιχτά και ουσιαστικώς αναπάντητα ερωτήματα, κι οι ατελεύτητες ή μόνον κατόπιν αποφάσεως κρινόμενες συζητήσεις, πρέπει να μείνουν μακριά, ως αναχρονιστικοί μοντερνισμοί, από μιαν ιστορικά και υπεύθυνα συνειδητοποιημένη πλατωνική έρευνα. Και δεν έχει γι’ αυτό τόση σημασία, το να εγκαταλείπεται μεν η διαλογική θεωρία τού Σλαїερμάχερ, αλλά να παρεκκλίνουμε σ’ έναν αναφερόμενον πέρα απ’ τους διαλόγους α-συστηματικό ‘απειροτισμό’ κατά τον τρόπο τού Σλέγκελ, για να μπορούμε να επιμένουμε στην ουσία τής σύγχρονης περί Πλάτωνος εικόνας, καθώς είναι αμφότερα εξίσου απροσφυή.

    Αντίστοιχα ισχύουν περαιτέρω και για τις ιδέες τής ουσιαστικής μη-μεταδοτικότητας – και κατά συνέπεια μη-οριστικότητας (δεν μπορούν να οριστούν…) – των υψίστων ‘αντικειμένων’ τής πλατωνικής φιλοσοφίας, όπως τού ίδιου του Αγαθού, ή τής δυνατότητας να εκφρασθούν μόνο – θετικά ειδωμένο – εικονικά και μεταφορικά, σε συνδυασμό με μια μεθοδική αυτο-σχετικοποίηση τέτοιων εκφράσεων με την έννοια της ρομαντικής ειρωνίας. Υπήρξε κι εδώ στον 20ον αιώνα, ένας ρητός εν μέρει συνδυασμός προς τον Σλέγκελ (Friedländer κ.α.), ή μια αναζωογόνηση και επιβεβαίωση των απόψεών του μέσα από θέσεις τής αναλυτικής φιλοσοφίας (G.E. Moore, Wittgenstein) ή τής φιλοσοφικής ερμηνευτικής (Ebert, Wieland κ.ά.). Μας βοηθά έτσι η ‘αναπαράσταση’ τής εποχιακής (epochal) εξάρτησης του ρομαντικού παραδείγματος, στο να είμαστε προσεχτικοί απέναντι στην απλοїκότητα και αυτών τών σύγχρονων επαναπροβολών, αλλά και στο να επιμείνουμε σε μιαν πιο διαφοροποιημένη γνώση τής παράδοσης  (σ.σ.: Ο Geοrge Edward Moore προϋποθέτει, όπως κι ο Hume, τη σύγχρονη, προερχόμενη απ’ την ‘καταστροφή’ τής παλαιάς τελεολογίας και οντολογίας διάκριση Είναι και Πρέπειν, γεγονότων και εκτιμήσεων, που δεν ισχύει, δεν ‘αληθεύει’ όμως ακόμα για τον Πλάτωνα και δεν διαθέτει άρα και καμμιάν ιστορική, ερμηνευτική δύναμη για τα κείμενά του – ως προς την προέλευση της διάκρισης απ’ τον όψιμο μεσαιωνικό νομιναλισμό πρβλ. τις εργασίες τών Alasdair MacIntyre και Charles Taylor).
   
     ( συνεχίζεται )


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...