Δευτέρα 21 Απριλίου 2014

ΚΑΛΛΙΣΤΟΣ ΑΓΓΕΛΙΚΟΥΔΗΣ, Β ΜΕΡΟΣ (28) - ΕΠΑΝΑΛΗΨΗ


Συνέχεια από:Παρασκευή, 18 Απριλίου 2014


O Doctor Angelicus συναντά τον Κάλλιστο Αγγελικούδη

Ο Κάλλιστος Αγγελικούδης αναλύει και σχολιάζει 
  το κατά των Ελλήνων βιβλίο του Θωμά Ακινάτη
Περί θείας απλότητος και διαφοράς ουσίας και ενέργειας

461. «Δεν παίρνει ο άνθρωπος ως μισθό των πράξεών του τη θεία βοήθεια». Λεγόμενο αυτό έτσι απλά, είναι ψέμμα, και μάρτυρας γι’ αυτό ο ιερός Παύλος˙ γιατί θέλοντας να μιλήση εκείνος για τη χάρι δεν λέει έτσι απλά, αυτό που λέει ακριβώς ο Θωμάς, αλλά παίρνει το σχήμα κάποιου που ρωτά και λέει˙ «θέλω μαθείν, εξ έργων νόμου το πνεύμα ελάβετε ή εξ ακοής πίστεως;»(Γαλ. Γ΄2). Είναι δε η πίστη, με την οποία γεννιέται η χάρις στην ψυχή, το κράτιστο έργο απ’ τις πράξεις της ψυχής. Γι’ αυτό λέει ο Παύλος˙ «εν ώ και πιστεύσαντες εσφραγίσθητε τω Πνεύματι της επαγγελίας τω αγίω» (Εφες. α΄13). Και πριν δε απ’ αυτόν υπόσχεται ο Χριστός ως δώρο της πίστεως το Πνεύμα το άγιο (Ιωάν. Κ΄22). [Ας ακούσουν λοιπόν τόν Κύριο οι διάφοροι αποτειχισμένοι οι οποίοι παρασύρουν τόσες ψυχές στήν κακοδοξία]. Κι αυτό που λέει ο Θωμάς, συμπεραίνει πως είναι άδικος, αλλίμονο, ο Θεός. Γιατί αν δεν είναι καθόλου μισθός πράξης η χορηγία της θείας βοήθειας, πρέπει να παίρνουν εξίσου όλοι οι άνθρωποι τη θεία βοήθεια. Κι αν δεν ανήκη σε όλους το να παίρνουν τη θεία βοήθεια, αλλά μόνο στους πιστούς, είναι μάταιος λέγοντας ο Θωμάς, ότι «ο άνθρωπος δεν παίρνει ως μισθό των πράξεών του τη θεία βοήθεια».

462. «Δεν κινεί ο άνθρωπος τον εαυτό του προς το να επιτύχη τη θεία βοήθεια, που είναι πάνω απ’ αυτόν, αλλά κινείται μάλλον απ’ τον Θεό προς το να την επιτύχη»˙ «δεν γεννιέται άρα σε μας η θεία βοήθεια, επειδή βαδίζουμε εμείς προς αυτήν με τα αγαθά έργα», αφού καταλαμβανόμαστε μάλλον εμείς απ’ αυτήν. Νά που αθετεί φανερά τις ιερές Γραφές, που προέρχονται μάλιστα απ’ το πανίερο στόμα του Σωτήρα, της αυτοαλήθειας. Γιατί έχει πη εκείνος˙ «αιτείτε και δοθήσεται υμίν, ζητείτε και ευρήσετε, κρούετε και ανοιγήσεται υμίν, πας γαρ ο αιτών λαμβάνει και ο ζητών ευρίσκει και τω κρούοντι ανοιγήσεται» (Ματθ. ζ΄7-8). Δεν είναι άρα έργα πίστης και ταπείνωσης και παράκλησης και υπομονής αυτά; Είναι ψέμμα άρα και ανταρσία κατά των λόγων του Χριστού αυτό που λέει ακριβώς ο Θωμάς, ότι «δεν κινεί ο άνθρωπος τον εαυτό του προς το να επιτύχη τη θεία βοήθεια». Και λέει ακόμα ο Κύριος˙ «ο ποιών τας εντολάς μου, εκείνος εστιν ο αγαπών με˙ ο δε αγαπών με, εκείνος αγαπηθήσεται υπό του Πατρός μου και εγώ και ο Πατήρ ελευσόμεθα και μονήν παρ’ αυτώ ποιήσωμεν» (Ιωάν. ιδ΄21 – 23). Δεν αληθεύει άρα λέγοντας ο Θωμάς, ότι «δεν κινεί ο άνθρωπος τον εαυτό του προς το να επιτύχη τη θεία βοήθεια», γιατί οι εντολές του Σωτήρα γίνονται (πραγματοποιούνται…) με πολλή και έντεχνη κίνηση.

463. «Δεν μπορεί να ετοιμάση η ψυχή τον εαυτό της για να υποδεχθή το αποτέλεσμα της θείας βοήθειας, παρά μόνον καθόσον το κάνει (ποιεί) με τη θεία δύναμη». Έχει εγκατασταθή δεινός δαίμονας του ψεύδους και της οίησης στην καρδιά σου και σκοτίζοντάς την δεν σε αφήνει να εννοήσης, όπως φαίνεται, αυτά που λες. Αποδημώντας σωματικά ο Κύριος προς τον Πατέρα στους ουρανούς, έλεγε στους μαθητές˙ «λήψεσθε δύναμιν επελθόντος του αγίου Πνεύματος εφ’ υμάς» (Πράξ. α΄8). Αυτός που δέχτηκε λοιπόν τη θεία δύναμη κατά την υπόσχεση του Σωτήρα και πράττει (ποιεί) μ’ αυτήν τη θεία δύναμη, είναι φανερό, ότι υποδέχθηκε το αποτέλεσμα της θείας βοήθειας... Γιατί εσύ λες αλλού πως είναι αποτέλεσμα της ουσίας η δύναμη, όπως είναι ακριβώς αποτέλεσμα του πυρός η θέρμη. Και είναι διαφορετικό μεν η θεία σοφία και άλλο η γνώση και διαφορετικό η αποκάλυψη και η προφητεία και τα πολλά διαφορετικά που χορηγούνται απ’ τον Θεό στους ανθρώπους είναι άλλα και άλλα κατά κάτι, και δεν λείπει από καμμιά θεία ενέργεια και δωρεά η θεία δύναμη.

464. Γιατί αυτός που έλαβε πνεύμα σοφίας, λέγεται πως έχει λάβει δύναμη σοφίας˙ κι αυτός που δέχτηκε πνεύμα γνώσης, δέχτηκε δύναμη γνώσης και άλλος δύναμη προφητείας και απλώς συνυπάρχει σε όλες τις δωρεές η δύναμη. Αυτό που ποιεί λοιπόν με τη θεία δύναμη ποιεί με το θείο αποτέλεσμα και υποδέχτηκε το αποτέλεσμα της θείας βοήθειας. Δεν τα διακηρύττει (αποφαίνεται) άρα αυτά με την προσήκουσα πείρα ο Θωμάς. Αν είχε δε την προσήκουσα πείρα, θα έλεγε μάλλον, ποια είναι η αιτία, για την οποία ποιεί ο άνθρωπος με τη θεία δύναμη. Γιατί είναι ελάχιστοι αυτοί, και εξαιρετικά ωφέλιμο το να μιλήσης γι’ αυτό˙ αλλά δεν τα γνωρίζει αυτά ούτε εκείνος ούτε ο φιλόσοφός του ούτε βέβαια ολόκληρη η Εκκλησία των Λατίνων, ούτε και κάποιος άλλος, για να το πω συνολικά, απ’ αυτούς που δεν έχουν την ορθή πίστη.

465. «Το έσχατο τέλος, στο οποίο οδηγείται με τη βοήθεια της θείας χάριτος ο άνθρωπος, είναι η κατ’ ουσίαν θεωρία του Θεού, η οποία ανήκει ιδιαιτέρως στον ίδιον τον Θεό». Και ανήκει ιδιαιτέρως στον ίδιον τον Θεό και ανήκει μόνο σ’ αυτόν. Γιατί τίποτα απ’ όσα είναι μετά τον Θεό, και είναι κτιστά (υπό την κτίσιν εστί), και τα νοερά και τα λογικά, δεν θεωρεί κατ’ ουσίαν τον Θεό, παρά μόνον αν συνεργή σ’ αυτό η πλάνη και βοηθά στην απώλεια με τη διαβολική απάτη, νομίζοντάς το χάρι του Θεού αυτό από οίηση, όπως διεξήλθαμε και προηγουμένως για το κρυμμένο και μη διαδιδόμενο (ανεκφοίτητο) της θείας ουσίας με όλες απολύτως τις ρήσεις των αγίων. Δεν αληθεύει άρα λέγοντάς τα αυτά για τη θεία ουσία ο Θωμάς, αλλά βλασφημεί μάλλον τα μέγιστα στον Θεό.

466. «Είναι τέλειο αγαθό του ανθρώπου το να γνωρίζη οπωσδήποτε τον Θεό». Αποκαλύπτει τώρα και φανερώνει την κακοδοξία του γύρω απ’ αυτό. Γιατί αν είναι τέλειο αγαθό του ανθρώπου το να γνωρίζη καθ’ οιονδήποτε τρόπο τον Θεό, κατέχουν οι σοφοί των Ελλήνων κι οι Πέρσες κι οι Ινδοί και όσοι ασχολούνται με τα όντα και οι ίδιοι ακόμα οι Χαλδαίοι, που διανοούνται από την αρμονία των όντων τον ποιητή των όντων και έχουν ανέλθει στη γνώση του Θεού, στους εαυτούς τους το τέλειο αγαθό.

467. Κι αν ήταν αυτό αληθινό, απορώ (θαυμάζω), τί ωφελεί άραγες το ιερό Ευαγγέλιο κι η σύμφωνα μ’ αυτό πίστη και το άγιο βάπτισμα. Γιατί επείγονται αυτά τα θεόχρηστα και θεοπαράδοτα πράγματα να οδηγήσουν μεν στο τέλειο αγαθό τον άνθρωπο, δεν το μπορεί δε αυτό ως κτίσμα ο άνθρωπος, γι’ αυτό και έχει πη ο Κύριος, πως «ουδείς αγαθός, ει μη είς ο Θεός» (Ματθ. ιθ΄17). [Ας ακούσουν λοιπόν καί οι θρησκειολόγοι τόν λόγο τού Κυρίου καί άς μήν νομίζουν ότι κρύβονται. Ας δούν καί τόν πατέρα πού τούς γέννησε]. Δεν αληθεύει άρα λέγοντας ο Θωμάς, ότι είναι τέλειο αγαθό του ανθρώπου το να γνωρίζη καθ’ οιονδήποτε τρόπο τον Θεό. Γιατί αν ήταν αυτό και ήταν τόσο μεγάλο (σπουδαίο…) το να γνωρίζη κανείς καθ’ οιονδήποτε τρόπο τον Θεό, δεν θα αποφαινόταν για τους έξω σοφούς ο ιερός Παύλος, ότι «αποκαλύπτεται οργή Θεού απ’ ουρανού επί πάσαν ασέβειαν και αδικίαν ανθρώπων των την αλήθειαν εν αδικία κατεχόντων, διότι το γνωστόν του Θεού φανερόν εστιν εν αυτοίς˙ ο γαρ Θεός αυτοίς εφανέρωσε. Τα γαρ αόρατα αυτού από κτίσεως κόσμου τοις ποιήμασι νοούμενα καθοράται, ή τε αΐδιος αυτού δύναμις και θιεότης, εις το είναι αυτούς αναπολογήτους, διότι και γνόντες τον Θεόν ουχ ως Θεόν εδόξασαν ή ηυχαρίστησαν, αλλ’ εματαιώθησαν εν τοις διαλογισμοίς αυτών, και εσκοτίσθη η ασύνετος αυτών καρδία» και «φάσκοντες είναι σοφοί εμωράνθησαν» (Ρωμ. α΄18 – 23). Αν εμωράνθησαν όμως έστω κι αν γνώρισαν τον Θεό, είναι μωρός και μάταιος ο Θωμάς, που διακηρύσσει αυτά τα αντίθετα στον απόστολο.

468. Έχει πάντοτε ο Θωμάς, απ’ την αρχή αυτού του βιβλίου που βρίσκεται μπροστά του, πρόθεση το να λέη ψέμματα, γι’ αυτό και επιγράφει το βιβλίο κατά των Ελλήνων, παρ’ όλο που δεν έχει πη κανένας απ’ του Έλληνες τόσα πολλά και τέτοια υπέρ των Ελλήνων, όπως αυτός εδώ ο Θωμάς. Γι’ αυτό και ανήκει αυτό που λέει, πως είναι τέλειο αγαθό του ανθρώπου το να γνωρίζη καθ’ οιονδήποτε τρόπο τον Θεό, φανερά στην ελληνική αίρεση και είναι κακοδοξία της σοφίας του κόσμου (της κοσμικής σοφίας…). Γιατί δεν είναι τέλειο αγαθό του ανθρώπου το να γνωρίζη καθ’ οιονδήποτε τρόπο τον Θεό, αλλ’ είναι τέλειο αγαθό το να ενωθή με τον Θεό με την ενέργεια του αγίου ζωοποιού και φωτιστικού Πνεύματος, όπως έχουμε ήδη πη.

469. «Και έχει πληρωθή ανάμεσα στους αγίους ο ένας με μεγαλύτερη χάρι απ’ τον άλλον». Ας δούμε λοιπόν, τί νομίζοντας πως είναι τέλος πάντων η χάρι, τα λέει αυτά ο Θωμάς. Λέει λοιπόν˙ «αν πρέπη να οράται η ουσία του Θεού, είναι ανάγκη να ορά μέσα απ’ τον εαυτό της την ίδια τη θεία ουσία ο νούς». Κι ακόμα˙ «λέγεται για μας, πως φθάνουμε στη θεωρία της θείας ουσίας με μόνη τη χάρι του Θεού». Ώστε νομίζει άρα τη θεία χάρι ουσία του Θεού, όπως ακριβώς και τη θεία δωρεά, γιατί αυτός είναι που ονομάζει όλα όσα υπάρχουν στον Θεό ουσία. Αν δέχεται λοιπόν το περισσότερο και λιγότερο η χάρι, θα το δεχθή αυτό και η θεία ουσία. Κι αν είναι απ’ τα εξαιρετικά άτοπα να το πης αυτό για την ουσία, που είναι άτμητη και απλή, είναι διαφορετικό η χάρι, που πληρώνει τους αγίους και δέχεται το περισσότερο και λιγότερο, απ’ τη θεία ουσία. Ψεύδεται άρα όταν λέη ο Θωμάς, πως «δεν υπάρχει τίποτα στον Θεό εκτός απ’ την ουσία του».

470. Παρασαλευόμενος πάλι απ’ τη δεινή του οίηση, με την οποία συνυπάρχει κι η θρασύτητα, λέει πως είναι κατά συμβεβηκός τελειότητα του νου, που δωρήθηκε σε μας απ’ τον Θεό, η σοφία λόγου χάριν ή η αγάπη ή κάτι απ’ τα παρόμοια, που μετέχονται από μας, όπως ακριβώς κάποια συμβεβηκότα (που συμβαίνουν κατά τύχη…) κτιστά. Νά που «χείλη άνομα ελάλησαν ψευδή και μωρά καρδία ασέβειαν εμελέτησεν» (Ιώβ κβ΄Ησ. νθ΄3). [Ας ακούσουν λοιπόν καί οι διάφοροι νεωτεριστές πού κραυγάζουν εδώ καί καιρό ότι η αλήθεια τών πατέρων εξαρτάται από τίς ιστορικές συνθήκες, ότι διδάσκουν τήν κτιστή χάρη τόσα χρόνια. Οπως καί οι αποτεισμένοι]. Γιατί αυτά που μετέχονται εκ μέρους μας απ’ τον Θεό, όπως η σοφία λόγου χάριν ή η αγάπη ή τα παρόμοια, είναι φυσικά μεν του Θεού, σε μας δε όπως ακριβώς κάποια συμβεβηκότα, και κατά κανέναν τρόπο κτιστά˙ είναι αβελτηρία (διανοητική νωθρότητα…) και κάκιστη αφροσύνη του νου αυτό. Γιατί λέει αλλού ο ίδιος ο Θωμάς, πως «μιά απ’ τις ενέργειες του Πνεύματος στους άγιους άνδρες είναι το να λαλής (να καθοδηγής με λόγους…), και το να λαλής απ’ την ενέργεια του Πνεύματος συμβαίνει προφανώς εν σοφία. Γιατί δεν λαλεί κι ούτε βέβαια ενεργεί χωρίς σοφία το Πνεύμα».

471. Αν είναι λοιπόν κτιστή η σοφία, στην οποία μετέχει απ’ τον Θεό (παρά Θεού) ο άνθρωπος, είναι προφανές, ότι είναι κτιστή και η προς το λαλείν ενέργεια του Πνεύματος στους άγιους άνδρες. Αλλ’ όπως λέει ακριβώς ο Μέγας Βασίλειος, «η κτίση δεν αγιάζει την κτίση» (κατά Ευνομίου Ε΄), και δεν θα κατασκεύαζε έτσι ποτέ ούτε κι η σοφία ή η αγάπη ή κάτι παρόμοιο, που είναι κτιστό, ή σοφία ή αγάπη ή κάτι άλλο απ’ τα πνευματικά στην ψυχή. [Οπως ισχυρίζονται σήμερα οι αγαπολόγοι, κηρύσσοντας τήν αγάπη ουσία τού θεού]. Δεν θα είχε επιχειρήση κανείς, ούτε κι απ’ τους αιρετικούς, να ονομάση την εκ του Θεού σοφία, που μας δωρίζεται απ’ τον Θεό, ή την αγάπη, τη σύνεση, τη γνώση, τα άλλα τα διάφορα, τα οποία και συνηθίζει να αποκαλή πνεύματα η Θεία Γραφή, κτιστά. Και το λένε αυτό κι οι πατέρες, φανερώνοντας πως είναι άκτιστες οι εκ του Θεού δωρεές. Λέει λοιπόν ο άγιος Μάξιμος˙ «έχει καταγραφή ως απάτωρ, αμήτωρ (χωρίς πατέρα, χωρίς μητέρα…) και αγενεαλόγητος, χωρίς να έχη ούτε αρχή ημερών ούτε ζωής τέλος, ο μέγας Μελχισεδέκ (Εβρ. Ζ΄3), όπως διευκρίνησε τα περί αυτού ο αληθινός των θεοφόρων ανδρών λόγος, όχι λόγω της κτιστής και εξ ουκ όντων φύσης του, σύμφωνα με την οποία άρχισε και έπαυσε να υπάρχη (είναι), αλλά λόγω της θείας και ακτίστου χάριτος που υπάρχει πάντοτε πάνω από κάθε φύση και κάθε χρόνο, απ’ τον Θεό που υπάρχει παντοτινά» (Περί διαφόρων αποριών των αγίων Διονυσίου και Γρηγορίου). Κι ο Μέγας Βασίλειος˙ «αυτό το Πνεύμα το Άγιο “εξέχεεν εφ’ ημάς πλουσίως ο Θεός διά Ιησού Χριστού” (Τίτ. Γ΄6)˙ εξέχεε, δεν έκτισε˙ έδωσε, δεν δημιούργησε˙ χάρισε, δεν εποίησε. Τα λέω αυτά εκ παραλλήλου, επειδή πρέπει να είσαι εδραιωμένος απ’ όλες τις πλευρές» (Κατά Ευνομίου Ε΄). Κι ο θείος Χρυσόστομος˙ «εκχύθηκε όλη η χάρις στον ναόν εκείνο. Γιατί δεν δίνει με μέτρο σε κείνον το Πνεύμα, αλλ’ έλαβε ολόκληρη τη χάρι ο ναός˙ αποκτήσαμε (έσχομεν) δε εμείς ένα μικρό μέρος και μια ρανίδα (σταγόνα…) απ’ τη χάρι εκείνη˙ γιατί λέει πως “εκ του πληρώματος αυτού ημείς πάντες ελάβομεν”
» (Υπόμνημα εις τον μδ΄ Ψαλμόν και Ιωάν.α΄16), σαν νά ’ λεγε κανείς, απ’ αυτό που ξεχειλίζει, απ’ αυτό που περισσεύει. Και πάλι˙ «δεν είπε “δίδωμι το πνεύμα”, αλλ’ “εκχεώ από του πνεύματός μου επί πάσαν σάρκα” (Πράξ. β΄17). Αυτό λοιπόν και εξήλθε (συνέβη…). Γιατί ενέπλησε (χόρτασε…) όλην την οικουμένη με γνώση η σταγόνα αυτή και η ρανίδα του Πνεύματος. Μ’ αυτήν γίνονταν τα σημεία, και λύνονταν τα αμαρτήματα. Η σε τόσο μεγάλες κλίμακες παρεχόμενη χάρις είναι όμως ένα μέρος της δωρεάς και αρραβώνας˙ “δους τον αρραβώνα του πνεύματος εν ταις καρδίαις ημών” λέει (Β΄Κορινθ.α΄22)˙ και εννοεί το μέρος της ενέργειας, γιατί δεν μερίζεται βέβαια ο Παράκλητος».
472. Αν είναι λοιπόν απ’ το πλήρωμα του Χριστού αυτό που λαμβάνουμε και ένα μέρος της συνολικής δωρεάς και αρραβώνας, πώς ενδέχεται να είναι κτίσμα; Και λέει κι ο επίσκοπος των Νυσσαέων Γρηγόριος˙ «είναι μιά ως προς τη φύση της η καθαρότητα, και αυτή που θεωρείται στον Χριστό και αυτή που θεωρείται σε κείνον που μετέχει, αλλ’ ο μεν την πηγάζει, ο δε την λαμβάνει ως από πηγή μετέχοντας» (προς Ολύμπιον, Περί τελειότητος). Πώς θα είναι λοιπόν κτιστό αυτό ακριβώς που πηγάζει και μεταδίδει ο Χριστός; Αν είναι μια ως προς τη φύση της και η καθαρότητα στον Χριστό και η καθαρότητα σε κείνον που μετέχει, είναι φανερό, πως είναι άκτιστη. Γιατί δεν υπάρχει τίποτα που να είναι κτιστό στη θεότητα, όπως λέει κι ο Θωμάς˙ «είναι αιώνιο κάθε τι, το οποίο υπάρχει στον Θεό».
473. Λέει λοιπόν κι ο άγιος Μάξιμος˙ η βασιλεία του Θεού είναι η κατά χάριν μετάδοση των αγαθών που προσυπάρχουν εκ φύσεως (φυσικώς) στον Θεό. Πώς θα είναι λοιπόν αυτά που υπάρχουν εκ φύσεως στον Θεό και μεταδίδονται κατά χάριν στους πιστούς κτιστά; Κατά κανέναν τρόπο. Είναι ασεβής ο λόγος, και ασεβέστερη η διάνοια που τον προφέρει, αν και λέη, ερχόμενος κάποια στιγμή στον εαυτό του, κι ο Θωμάς˙ «όταν γίνη κάποιος με το Πνεύμα το άγιο εραστής του Θεού, κατοικεί το Πνεύμα το άγιο σ’ αυτόν και υπάρχει κατά έναν καινούργιο τρόπο, ενοικώντας στον άνθρωπο σύμφωνα με κάποιαν ιδιαίτερη και καινούργια (καινή) ενέργειά του. Και το να ποιή αυτήν την ενέργεια στον άνθρωπο το Πνεύμα το άγιο προέρχεται απ’ τον Πατέρα και τον Υιό (παρά του Πατρός εστι και του Υιού αυτώ). Και γι’ αυτό λέγεται πως αποστέλλεται αόρατα απ’ τον Πατέρα και τον Υιό».

474. Αν εγκαθιστά λοιπόν σύμφωνα με κάποιαν ιδιαίτερη και καινούργια (καινήν) ενέργεια έναν καινούργιο τρόπο το Πνεύμα στον άνθρωπο, και είναι ενέργεια του Πνεύματος η σοφία, η σύνεση, η γνώση, η αγάπη, τα άλλα, όσα λαμβάνει εκ φύσεως η ψυχή απ’ τον Θεό, ψεύδεται και πολύ άσχημα ο Θωμάς, όταν αποκαλή κατά συμβεβηκός τελειότητα του νου που δωρήθηκε σε μας απ’ τον Θεό, τη σοφία λόγου χάριν ή την αγάπη ή κάτι παρόμοιο, τα οποία μετέχονται από μας, όπως ακριβώς κάποια συμβεβηκότα (παρεπόμενα, που απλώς συμβαίνουν…) κτιστά.
Συνεχίζεται

Δεν υπάρχουν σχόλια: