Τρίτη 17 Απριλίου 2018

Τ Ο Π Ε Π Λ Ο Τ Η Σ Ι Σ Ι Δ Α Σ (22)

ΔΟΚΙΜΙΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΙΔΕΑΣ ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΦΥΣΕΩΣ
Pierre Hadot
                                                          V
Η ΠΡΟΜΗΘΕΪΚΗ ΑΝΤΙΛΗΨΗ. ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ ΤΩΝ ΜΥΣΤΙΚΩΝ ΜΕΣΩ ΤΗΣ ΤΕΧΝΙΚΗΣ

 12. Η ΚΡΙΤΙΚΗ ΤΗΣ ΠΡΟΜΗΘΕΪΚΗΣ ΑΝΤΊΛΗΨΗΣ

4. Οι ανησυχίες στούς νεώτερους χρόνους: Ρουσσώ και Γκαίτε
    
Οι διαμαρτυρίες αυτές θα συνεχιστούν στους επόμενους αιώνες και θα διευρύνονται, στον βαθμό που αναπτύσσονται οι επιστήμες και οι τεχνικές. Θα παραθέσουμε ορισμένα παραδείγματα: Το 1530, ο Agrippa von Nettesheim, παρότι υπήρξε ένθερμος υποστηρικτής της φυσικής μαγείας, ασκεί δριμεία κριτική στα τεχνάσματα του πολιτισμού και τη χειραγώγηση της φύσεως μέσα από τις διάφορες τέχνες και τις επιστημονικές δραστηριότητες, όπως η αναζήτηση πολύτιμων μετάλλων στα ορυχεία ή ο εγκλεισμός των ζώων στην κτηνοτροφία.
     Τον 18ον αιώνα διαφαίνεται κάποια αμφιβολία ως προς την εξέλιξη των επιστημονικών γνώσεων. Πρώτα ο Ντιντερό υιοθετεί μιαν αποθαρρυντική αντιμετώπιση, και παρότι δεν απαρνείται κατά κανέναν τρόπο αυτό που αποκαλεί πειραματική φιλοσοφία, αμφιβάλλει ως προς την κατάληξη των προσπαθειών τών επιστημόνων και την οικοδόμηση αυτού του νέου πύργου της Βαβέλ.
     «Συγκρίνοντας την άπειρη πολλαπλότητα των φυσικών φαινομένων με την περιορισμένη κατανόησή μας και την ανεπάρκεια των μέσων μας, μπορούμε ποτέ να ελπίζουμε ότι η βραδύτητα υλοποίησης των έργων μας, οι μακροχρόνιες και συχνές διακοπές στην εφαρμογή τους, καθώς και η σπανιότητα εμφάνισης προικισμένων ατόμων, μπορούν να προφέρουν κάτι περισσότερο από μερικά θρυμματισμένα εξαρτήματα, αποσπασμένα από τη μεγάλη αλυσίδα που συνδέει όλα τα υπάρχοντα πράγματα;».
     Στον Ζαν-Ζακ Ρουσσώ ξαναβρίσκουμε έναν εντυπωσιακό αντίλαλο της αρχαίας αμφιβολίας και κριτικής, που εξέφραζαν ο Οβίδιος, ο Σενέκας και ο Πλίνιος. Σε ομιλία του το 1750 απαντά με ένα απροκάλυπτο «όχι» στο ερώτημα που είχε θέσει η Ακαδημία της Ντιζόν: «Αν η αποκατάσταση των επιστημών και της τέχνης συνετέλεσε στην κάθαρση των ηθών». Αντίθετα, τόσο η επιστήμη όσο και η τέχνη διέφθειραν τα ήθη, διότι οι άνθρωποι αρνήθηκαν να ακούσουν την προειδοποίηση της φύσεως.
     «Το πυκνό πέπλο με το οποίο (η αιώνια σοφία…) έχει καλύψει όλες τις ενέργειές της, μοιάζει να μας προειδοποιεί ότι δεν μας προόρισε για μάταιες αναζητήσεις. Υπάρχει άραγες κάποιο δίδαγμά της που να μας ωφέλησε, ή κάποιο που να παραβήκαμε ατιμώρητα; Άνθρωποι, παραδεχθείτε επιτέλους ότι η φύση θέλησε να μας προστατέψει από την επιστήμη, όπως ακριβώς μια μητέρα αρπάζει από τα χέρια του παιδιού της ένα επικίνδυνο όπλο· ότι όλα τα μυστικά που σας κρύβει αντιπροσωπεύουν αντίστοιχες οδύνες, τις οποίες σας εγγυάται και ότι η δυσχέρεια που αντιμετωπίζετε στο να τα ανακαλύψετε δεν είναι το μικρότερο ευεργέτημά της».
     Όμως ο Ρουσσώ δεν πιστεύει ότι η ανθρωπότητα μπορεί να επιστρέψει σε μια φυσική κατάσταση όπως τη χρυσή εποχή. Διότι οι πρωτόγονοι άνθρωποι ζούσαν σε μια κατάσταση ασυνειδησίας και απάθειας, χωρίς επικοινωνία. Και εξ άλλου, κατά την άποψή του η χρυσή εποχή ουδέποτε υπήρξε, διότι ενώ οι μεν «ανόητοι άνθρωποι των πρώιμων χρόνων δεν επωφεληθήκαν», οι δε «φωτισμένοι άνθρωποι των μετέπειτα χρόνων έχασαν την ευκαιρία». Δεν υπάρχει επιστροφή στον χρόνο, και η πρόοδος τής τέχνης και των επιστημών, παρότι οδήγησε στη χαλάρωση των ηθών, τη διαφθορά και την υποκρισία, δεν μπορεί να διαγραφεί. Πρέπει εντούτοις να αποκτήσουμε συνείδηση των δεινών που προκάλεσε η αποκάλυψη των μυστικών τής φύσης. «Για να θεραπεύσουμε τα δεινά που η τέχνη προκάλεσε στη φύση», θα πρέπει να τελειοποιήσουμε την «τέχνη».
     Για τον Ρουσσώ η ύπαρξη των μυστικών τής φύσης αποτελούσε μια προειδοποίηση της Φύσης προς την ανθρωπότητα για τους κινδύνους που εγκυμονούν οι επιστήμες, οι τεχνικές και ο πολιτισμός. Αποδέχονταν όμως την απογύμνωση τής Φύσης δια της εμπειρικής επιστήμης και της προόδου του πολιτισμού, προειδοποιώντας τον άνθρωπο για τους κινδύνους που διέτρεχε. Στην Ανθρωπολογία του ο Καντ συνοψίζει πολύ εύστοχα τη σκέψη τού Ρουσσώ σχετικά με αυτό το ζήτημα:
     «Σε ό,τι αφορά στην απαισιόδοξη [με σκοτεινά χρώματα] περιγραφή του Ρουσσώ τού ανθρώπινου είδους που κινδυνεύει να παραβεί τη φύση του, δεν θα πρέπει να την ερμηνεύσουμε σαν μια πρόσκληση επιστροφής σε μια ζωή στα δάση· δεν είναι αυτή πραγματικά η άποψή του· πρόθεσή του ήταν να περιγράψει τη δυσχέρεια που έχει ο άνθρωπος να ολοκληρώσει τον προορισμό του, ακολουθώντας έναν δρόμο συνεχούς προσαρμογής· δεν πρόκειται για μιαν άποψη χωρίς περιεχόμενο: η εμπειρία των αρχαίων και νεώτερων χρόνων θα πρέπει να προβληματίσει κάθε σκεπτόμενο άτομο και να του γεννήσει αμφιβολίες σχετικά με την πρόοδο του είδους μας […]. Ο Ρουσσώ δεν πιστεύει ότι ο άνθρωπος θα πρέπει να επιστρέψει στη φυσική κατάσταση, αλλά να είναι σε θέση να την προσλάβει από το ύψος τού επιπέδου που βρίσκεται σήμερα».
     Πιθανότατα ο Ρουσσώ να είχε επηρεαστεί από την επικούρεια αναφορά στην εξέλιξη τής ανθρωπότητας, όπως περιγράφεται στο ποίημα του Λουκρήτιου. Ο Ρωμαίος ποιητής αφ’ ενός θεωρεί ότι οι πρωτόγονοι άνθρωποι δεν αποδέχονταν το απρόσμενο και αγνοούσαν το κοινό καλό. Αφ’ ετέρου υποστηρίζει ότι η πολιτιστική εξέλιξη ακολούθησε δύο στάδια. Σ’ ένα πρώτο στάδιο οι άνθρωποι υποχρεώθηκαν να αναζητήσουν τα απαραίτητων για τη ζωή τους εφόδια, δηλαδή τα φυσικά και αναγκαία πράγματα, παρακινούμενοι από την αναγκαιότητα και όχι από την επιθυμία της γνώσης. Στο δεύτερο στάδιο οι μη αναγκαίες επιθυμίες, των οποίων η αμετροέπεια γεννά τη χλιδή και τους πολέμους, τους οδήγησαν σε τεχνικές εφευρέσεις, όπως η ναυσιπλοΐα, η υφαντική και η μεταλλευτική.
    «Το ανθρώπινο γένος δραστηριοποιείται αδιαλείπτως χωρίς σκοπό, χωρίς όφελος, χωρίς κέρδος, και δαπανάται σε μάταιες φροντίδες. Διότι δεν γνωρίζει πού σταματάει η απόκτηση αγαθών και ποια είναι τα όρια της ευδαιμονίας».
     Για τον Ρουσσώ πηγή των τεχνών είναι τα ανθρώπινα πάθη, η φιλοδοξία, η φιλαργυρία, και η ανώφελη περιέργεια. Στον Λουκρήτιο, όπως και στον Ρουσσώ, η λογική είναι αυτή που διδάσκει τον έλεγχο των επιθυμιών και «τη θεραπεία των δεινών, που η εφαρμοσμένη τεχνική προκάλεσε στη φύση». Η ευδαιμονία δεν έχει θέση στην υπερβολή της ευημερίας αλλά στον απλό και κατά φύση βίο. Ο Ρουσσώ αμφιβάλλει τελικά, κατά πόσον ο άνθρωπος μπορεί να προσλάβει την αλήθεια: «Είμαστε λοιπόν προορισμένοι να πεθάνουμε προσκολλημένοι στο χείλος του φρέατος μέσα στο οποίο έχει αποσυρθεί η αλήθεια;».
     Μερικά χρόνια αργότερα ο Γκαίτε θα επικρίνει την πειραματική επιστήμη μέσα από μιαν εντελώς διαφορετική προοπτική. Οι εκτιμήσεις του προέρχονται από μια διαφορετική παράδοση. Αυτή τών εμπειρικών γιατρών, στους οποίους αναφέρεται ο Κικέρων, και οι οποίοι απέκλεισαν την ανατομή, επειδή προκαλούσε τη διαταραχή των φαινομένων που επεδίωκε να ερμηνεύσει. Ο Γκαίτε πίστευε ότι η Φύση δεν αποκαλύπτεται με τεχνητά μέσα, για τον απλούστατο λόγο ότι παραδόξως είναι «φανερά μυστηριώδης», ότι, όπως θα χρειαστεί να το επαναλάβουμε, το πραγματικό της πέπλο είναι ακριβώς η απουσία πέπλου, ότι δηλαδή κρύβεται επειδή δεν κατέχουμε τον τρόπο να τη γνωρίσουμε, και δεν έχουμε μάτια να τη δούμε:
     «Τόσα εργαλεία μαζεμένα εδώ,  με χλευάζετε με τις ρόδες, τα γρανάζια, τις λαβές και τους κυλίνδρους σας! Βρίσκομαι μπροστά στην πόρτα και χρειάζομαι ένα κλειδί. Είσαστε στ’ αλήθεια πιο σκληρά από ένα κλειδί, αλλά δεν ανασηκώνετε τους σύρτες.
     Μυστηριώδης στο φως της μέρας η Φύση, δεν αποχωρίζεται το πέπλο της, και ό,τι δεν επιθυμεί να αποκαλύψει, δεν θα μπορέσεις να την υποχρεώσεις, χρησιμοποιώντας μοχλούς και έλικες».
     Έτσι ο Γκαίτε διαψεύδει τον Francis Bacon, που επιχειρεί να ανακρίνει τη Φύση δια της βασάνου των πειραμάτων. Για τον Γκαίτε, αντί να ομολογήσει, «η Φύση ενώπιον τού μαρτυρίου σιωπά». Αλλά όπως μας υποδεικνύει το Ευαγγέλιο, απαντά ρητά στα ερωτήματα που της τίθενται, χωρίς περιστροφές: «Η απάντησή σε μιαν έντιμη ερώτηση είναι: Ναι! Ναι! και  Ου! Ου! Όλα τα υπόλοιπα είναι εκ του Πονηρού».
     Η παρατήρηση που γίνεται με τεχνητά μέσα διαταράσσει την καθαρή όψη των φυσικών φαινομένων:
     «Μικροσκόπια και τηλεσκόπια, μόνο να θολώσουν τον καθαρό λόγο μπορούν.
     Ο καθαυτό άνθρωπος, στον βαθμό που κάνει χρήση του καθαρού λόγου του, είναι το πιο μεγαλειώδες και το ακριβέστερο εργαλείο. Η μεγαλύτερη διαταραχή που προκάλεσε η νέα φυσική συνίσταται ακριβώς στο ότι διαχώρισε τα πειράματα από τους ανθρώπους και αναγνώρισε στη φύση τις ιδιότητες μόνον που ανέδειξαν τα τεχνητά εργαλεία, και επιπλέον προδιέγραψε και περιόρισε τις αληθινές της δυνατότητες»
     Για τον Γκαίτε, τα μόνα αληθινά μέσα για την αποκάλυψη των μυστικών τής φύσης είναι η αντίληψη και η αισθητή περιγραφή τής αντίληψης. Μόνο δια της φύσεως, δηλαδή των αισθήσεων του ανθρώπου, απαλλαγμένων από κάθε παρέμβαση, γίνεται ορατή η φύση. Ακόμα και η παρατήρηση διαταράσσει και ακινητοποιεί το φαινόμενο, εμποδίζοντας τη φυσική,  ζωντανή του εκδήλωση. Ο Γκαίτε έγραψε ένα σχετικό με αυτό το θέμα ποίημα για τη λιβελούλα:   
      Φτερουγίζει γύρω στην πηγή
      Η ευμετάβλητη λιβελούλα
      Χαροποιώντας για κάμποσο το βλέμμα μου
      (χαρίζοντάς μου στιγμές ανάπαυλας)
    Άλλοτε είναι σκοτεινή, άλλοτε διαυγής, άλλοτε κόκκινη, άλλοτε γαλάζια. Όταν όμως σταθεί και την πάρουμε στο χέρι μας, βλέπουμε μόνο ένα θανατερό γαλάζιο.
5. Οι σύγχρονοι φόβοι
     Αντίστοιχους φόβους εκφράζουν και οι ποιητές, οι επιστήμονες και οι φιλόσοφοι σε σχέση με τη μηχανοποίηση της φύσης κατά τον 20ον αιώνα. Αναφέρονται σε «απομάγευση του κόσμου» και στον «θάνατο της φύσης». Δεν θα ήταν δυνατόν να αναφερθούμε λεπτομερώς στην πλούσια συγγραφική έρευνα του θέματος. Περιλαμβάνει τους Ζωρζ Ντυαμέλ, Άλντους Χάξκλεϋ, Ράινερ Μαρία Ρίλκε και αρκετούς ακόμη. Θα περιοριστούμε στην αναφορά σε δύο χαρακτηριστικές διαλέξεις που έγιναν στις 17 και 18 Νοεμβρίου του 1953, η πρώτη του Μάρτιν Χάιντεγκερ και η δεύτερη του επιστήμονα Βέρνερ Χάιζενμπεργκ. Ο Χάιντεγκερ τονίζει με έμφαση στο κείμενό του τον χαρακτήρα, που αποκάλεσα προμηθεϊκό, της σύγχρονης τεχνολογίας. Αποτελεί κατά τη γνώμη του μια βίαιη μέθοδο απογύμνωσης της φύσης: «Η σύγχρονη τεχνική τής αποκάλυψης αποτελεί μια πρό-κληση (herausfordern), η οποία προειδοποιεί τη φύση να παραχωρήσει την απαιτούμενη προς συσσώρευση ενέργεια». Η Catherine Chevalley συνοψίζει επιτυχώς την άποψη του Χάιντεγκερ γι’ αυτό το φαινόμενο. «Ο άνθρωπος στη σύγχρονη εποχή θεωρεί ότι τα πάντα είναι διαθέσιμα και αποτελούν πηγές εκμετάλλευσης, συμπεριλαμβανομένου και αυτού του ίδιου, απαλείφοντας ταυτόχρονα το καθαυτό Είναι του». Για τον Χάιντεγκερ ο άνθρωπος θα πρέπει να επανέλθει στην ελληνική ποίηση, η οποία αποτελεί επίσης μια μορφή αποκάλυψης, με την έννοια τού φέρνω-στο-φως. Έτσι η τέχνη θα μπορούσε να αποτελέσει για τον σύγχρονο άνθρωπο ένα μέσο επανάκτησης τής πραγματικής του σχέσης με τον εαυτό του και το Είναι. - Στη διάλεξή του με τον τίτλο Η εικόνα της φύσης στη σύγχρονη φυσική, ο Χάιζενμπεργκ προειδοποιεί γι αυτόν τον κίνδυνο: «Ο κόσμος που ζούμε έχει υποστεί τόσο ριζική μεταμόρφωση από τον άνθρωπο, ώστε όλα να υπόκεινται στις δικές του δομές: η χρήση εργαλείων στην καθημερινή ζωή, η παρασκευή  τής τροφής από μηχανήματα, η μεταμόρφωση του περιβάλλοντος από τον άνθρωπο, δημιούργησαν έναν κόσμο στον οποίον ο άνθρωπος δεν έρχεται σε επαφή παρά μόνο με τον εαυτό του»   (( !!! )) . Σε αντίθεση με τον Χάιντεγκερ, δεν πιστεύει ότι ο κίνδυνος πηγάζει από την τεχνική, αλλά από το γεγονός ότι η ανθρωπότητα δεν έχει ακόμη κατορθώσει να προσαρμοστεί στις νέες συνθήκες ζωής.
     Σχεδόν πενήντα χρόνια μετά από αυτές τις επισημάνσεις, διαπιστώνουμε ότι οι ανθρωπότητα όχι μόνο δεν ελέγχει την κατάσταση, αλλά βρίσκεται αντιμέτωπη με ακόμη μεγαλύτερους κινδύνους. Η τεχνική δημιουργεί έναν τρόπο ζωής και τρόπους σκέψης που οδηγούν στη διαρκώς αυξανόμενη μηχανοποίηση του ίδιου τού ανθρώπου, ενώ είναι εξ άλλου αδύνατο να σταματήσουμε τα αδυσώπητα  γρανάζια αυτού του είδους εξέλιξης τού πολιτισμού. Η ανθρωπότητα κινδυνεύει να χάσει την ψυχή της και το σώμα της.

(συνεχίζεται)

Δεν υπάρχουν σχόλια: