Κυριακή, 13 Μαΐου 2018

Ὁ «διάλογος μὲ τὶς μὴ χριστιανικὲς θρησκεῖες»

Τοῦ Ἱερομονάχου Σεραφεὶμ Ρόουζ
Ἡ ἐποχὴ μας εἶναι μία πνευματικὰ ἀνισόρροπη ἐποχή, στὴν ὁποία πολλοὶ Ὀρθόδοξοι Χριστιανοὶ βρίσκονται «κυμαινόμενοι καὶ παρασυρόμενοι ἀπὸ κάθε ἄνεμο τῆς διδασκαλίας, μέσα στὴ δολιότητα τῶν ἀνθρώπων, μέσα στὴν πανουργία τους πρὸς τὸ σκοπὸ τῆς μεθοδικῆς παραπλάνησης» (Ἐφεσ. 4:14). 
Φαίνεται πραγματικὰ νὰ ἔχει ἔρθει ὁ καιρὸς ὅπου οἱ ἄνθρωποι «δὲν θὰ ἀνέχονται τὴν ὑγιῆ διδασκαλία, ἀλλὰ θὰ συσσωρεύσουν δασκάλους σύμφωνα μὲ τὶς δικές τους ἐπιθυμίες, ἐπειδὴ θὰ αἰσθάνονται γαργαλισμὸ στ’ αὐτιά τους, καὶ ἀπὸ μὲν τὴν ἀλήθεια θὰ ἀποστρέψουν τὴν ἀκοή τους, θὰ τραποῦν δὲ πρὸς τοὺς μύθους.» (Β’ Τιμοθ. 4:3-4). 
Διαβάζει κανεὶς μὲ κατάπληξη γιὰ τὶς τελευταῖες πράξεις καὶ διακηρύξεις τοῦ... Οἰκουμενιστικοῦ κινήματος. Στὸ πιὸ λεπτὸ ἐπίπεδο, Ὀρθόδοξοι θεολόγοι ποὺ ἀντιπροσωπεύουν τὴν ἀμερικανικὴ διαρκῆ Συνδιάσκεψη Ὀρθοδόξων Ἐπισκόπων καὶ ἄλλα ἐπίσημα Ὀρθόδοξα Σώματα διεξάγουν «διαλόγους» μὲ Ρωμαιοκαθολικοὺς καὶ Προτεστάντες κι ἐκδίδουν «κοινὰ ἀνακοινωθέντα» μὲ θέματα ὅπως ἡ Θεία Εὐχαριστία, ἡ πνευματικότητα, καὶ τὰ παρόμοια – χωρὶς καν νὰ πληροφοροῦν τοὺς ἑτεροδόξους ὅτι ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία εἶναι ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ στὴν ὁποία ὅλοι εἶναι προσκεκλημένοι, ὅτι μόνο τὰ δικά της Μυστήρια εἶναι χορηγοὶ χάριτος, ὅτι ἡ Ὀρθόδοξη πνευματικότητα μπορεῖ νὰ γίνει κατανοητὴ μόνο ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ τὴν ξέρουν ἐμπειρικὰ μέσα στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ὅτι ὅλοι αὐτοὶ οἱ «διάλογοι» εἶναι μία συμβατικὴ καρικατούρα τῆς γνήσιας χριστιανικῆς συνομιλίας – μίας συνομιλίας ποὺ ἔχει σκοπὸ τὴ σωτηρία ψυχῶν. Πράγματι, πολλοὶ ἀπὸ τοὺς Ὀρθοδόξους ποὺ συμμετέχουν σ’ αὐτοὺς τοὺς «διαλόγους» ξέρουν ἢ ὑποπτεύονται ὅτι δὲν ὑπάρχει χῶρος γιὰ Ὀρθόδοξη μαρτυρία, ὅτι ἡ ἴδια ἡ ἀτμόσφαιρα τοῦ οἰκουμενιστικοῦ «φιλελευθερισμοῦ» ἀκυρώνει ὁποιαδήποτε ἀλήθεια μπορεῖ νὰ εἰπωθεῖ σ’ αὐτούς· ἀλλὰ σωπαίνουν, γιατί τὸ «πνεῦμα τῶν καιρῶν» σήμερα εἶναι συχνὰ δυνατότερο ἀπὸ τὴ φωνὴ τῆς Ὀρθόδοξης συνείδησης. (Βλ. «Diakonia», 1970, Νὸ 1, π. 72· Θεολογικὴ τριμηνιαία ἔκδοση τοῦ ἁγίου Βλαδιμήρου, 1969, νὸ 4, σ. 225, κτλ.). 

Σὲ πιὸ ἐκλαϊκευμένο ἐπίπεδο, ὀργανώνονται οἰκουμενιστικὲς «συνδιασκέψεις» καὶ «συζήτηση», συχνὰ μὲ ἕναν «Ὀρθόδοξο ὁμιλητὴ» ἢ ἀκόμα μὲ τὴν τέλεση μίας «Ὀρθόδοξης Λειτουργίας». Ἡ προσέγγιση σ’ αὐτὲς τὶς «συνδιασκέψεις» εἶναι συχνὰ τόσο ἐρασιτεχνική, καὶ ἡ γενικὴ στάση σὲ αὐτὰ ἔχει τέτοια ἔλλειψη σοβαρότητας, ποὺ ἀντὶ νὰ προάγουν τὴν «ἑνότητα» ποὺ ἐπιθυμοῦν αὐτοὶ ποὺ τὶς προωθοῦν, οὐσιαστικὰ χρησιμεύουν στὸ νὰ ἀποδεικνύουν τὴν ὕπαρξη μίας ἀδιάβατης ἀβύσσου μεταξύ τῆς ἀληθινῆς Ὀρθοδοξίας καὶ τῆς οἰκουμενιστικῆς νοοτροπίας. (Βλ. Sobornost, Χειμώνας 1978, σέλ. 494-8 κ.λπ.) 

Στὸ ἐπίπεδό της δράσης, οἱ οἰκουμενιστὲς ἀκτιβιστὲς ἐπωφελοῦνται ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι διανοούμενοι καὶ θεολόγοι εἶναι διστακτικοὶ καὶ δίχως ρίζες στὴν Ὀρθόδοξη θεολογία, καὶ χρησιμοποιοῦν τὰ ἴδια τοὺς τὰ λόγια σχετικὰ μὲ τὴ «θεμελιώδη συμφωνία» πάνω σὲ μυστηριακὰ καὶ δογματικὰ σημεῖα ὡς δικαιολογία γιὰ ἐπιδεικτικὰ οἰκουμενιστικὲς πράξεις, μὴ ἑξαιρουμένης τῆς μετάδοσης τῆς Θείας Κοινωνίας σὲ αἱρετικούς. 

Καὶ αὐτὴ ἡ κατάσταση σύγχυσης δίνει μὲ τὴ σειρὰ της μία εὐκαιρία γιὰ οἰκουμενιστὲς ἰδεολόγους στὸ πιὸ ἐκλαϊκευμένο πεδίο, νὰ ἐκφέρουν κενὲς διακηρύξεις ποῦ ὑποβιβάζουν βασικὰ θεολογικὰ θέματα στὸ ἐπίπεδο φτηνῆς κωμωδίας, ὅπως ὅταν ὁ Πατριάρχης Ἀθηναγόρας ἐπιτρέπει στὸν ἑαυτό του νὰ πεῖ: «Σᾶς ρωτᾶ ποτὲ ἡ γυναίκα σᾶς πόσο ἁλάτι πρέπει νὰ βάλει στὸ φαγητό; Ἀσφαλῶς ὄχι. Ἔχει τὸ ἀλάθητο. Ἀφῆστε τὸν Πάπα νὰ τὸ ἔχει ἐπίσης, ἂν θέλει» (Hellenic Chronicle, 9 Ἀπριλίου 1970). 

Ὁ πληροφορημένος καὶ συνειδητὸς Ὀρθόδοξος Χριστιανὸς μπορεῖ νὰ ρωτήσει: Ποῦ θὰ τελειώσουν ὅλα αὐτά; Δὲν ὑπάρχει ὅριο στὴν προδοσία, τὴ νόθευση καὶ τὴν αὐτοκαταστροφὴ τῆς Ὀρθοδοξίας; 

Δὲν ἔχει ἀκόμα παρατηρηθεῖ πολὺ προσεκτικὰ ποὺ ὁδηγοῦν ὅλα αὐτά, ἀλλὰ λογικὰ τὸ μονοπάτι εἶναι ξεκάθαρο. Ἡ ἰδεολογία πίσω ἀπὸ τὸν οἰκουμενισμό, ἡ ὁποία ἔχει ἐμπνεύσει οἰκουμενιστικὲς πράξεις καὶ διακηρύξεις ὅπως οἱ παραπάνω, εἶναι ἤδη μία καλὰ προσδιορισμένη αἵρεση: Ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ δὲν ὑπάρχει, κανεὶς δὲν κατέχει τὴν ἀλήθεια, ἡ Ἐκκλησία οἰκοδομεῖται μόλις τώρα. 

Ἀλλὰ δὲν χρειάζεται πολλὴ σκέψη γιὰ νὰ δοῦμε ὅτι ἡ αὐτοκαταστροφὴ τῆς Ὀρθοδοξίας, τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ, εἶναι ταυτόχρονα ἡ αὐτοκαταστροφὴ τοῦ ἴδιου τοῦ Χριστιανισμοῦ· ὅτι ἂν καμμιὰ ἐκκλησία δὲν εἶναι ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, τότε οὔτε ὁ συνδυασμὸς ὅλων τῶν αἱρέσεων θὰ εἶναι ἡ Ἐκκλησία, ὄχι μὲ τὴν ἔννοια μὲ τὴν ὁποία τὴν ἵδρυσε ὁ Χριστός. Καὶ ἂν ὅλα τὰ «χριστιανικὰ» σώματα εἶναι συνδεδεμένα μεταξύ τους, τότε ὅλα μαζὶ εἶναι σχετικὰ μὲ ἄλλα «θρησκευτικὰ» σώματα, καὶ ὁ «χριστιανικὸς» οἰκουμενισμὸς μπορεῖ νὰ ἔχει ὡς ἀποτέλεσμα μόνο μία συγκρητιστικὴ παγκόσμια θρησκεία. 

Αὐτὸς εἶναι πραγματικὰ ὁ ἀνυπόκριτος σκοπὸς τῆς μασονικῆς ἰδεολογίας, ἡ ὁποία ἔχει ἐμπνεύσει τὸ οἰκουμενιστικὸ κίνημα, καὶ αὐτὴ ἡ ἰδεολογία διακατέχει τώρα τόσο πολὺ αὐτοὺς ποὺ συμμετέχουν στὸ οἰκουμενιστικὸ κίνημα ὥστε ὁ «διάλογος» καὶ ἡ τελικὴ ἕνωση μὲ τὶς μὴ χριστιανικὲς θρησκεῖες ἔχουν φτάσει νὰ εἶναι τὸ λογικὸ ἑπόμενο βῆμα γιὰ τὸ νοθευμένο Χριστιανισμὸ τοῦ σήμερα. Τὰ ἀκόλουθα εἶναι λίγα ἀπὸ τὰ πολλὰ πρόσφατα παραδείγματα ποὺ θὰ μποροῦσαν νὰ δοθοῦν, καὶ δείχνουν τὸ δρόμο γιὰ ἕνα οἰκουμενιστικὸ μέλλον ἔξω ἀπὸ τὸ Χριστιανισμό. 

1. Στὶς 27 Ἰουνίου τοῦ 1965 ἔγινε στὸ San Francisco μία «Συνέλευση θρησκειῶν γιὰ τὴν Παγκόσμια εἰρήνη», σὲ σχέση μὲ τὴν 20ή ἐπέτειο ἀπὸ τὴν ἵδρυση τοῦ Ὀργανισμοῦ Ἡνωμένων Ἐθνῶν σὲ αὐτὴ τὴν πόλη. Ἐνώπιον 10.000 θεατῶν, Ἰνδουϊστές, Βουδιστές, Μουσουλμάνοι, Ἑβραῖοι, Προτεστάντες, Καθολικοὶ καὶ Ὀρθόδοξοι ἀντιπρόσωποι ἀναφέρθηκαν στὸν «θρησκευτικὸ» ἵδρυμα γιὰ τὴν παγκόσμια εἰρήνη, καὶ ὕμνοι ὅλων τῶν πίστεων ἑρμηνεύθηκαν ἀπὸ μία χορωδία μὲ 2000 μέλη «ἀπὸ κάθε πίστη». 

2. Ἡ Ἑλληνικὴ Ἀρχιεπισκοπὴ Βορείου καὶ Νοτίου Ἀμερικῆς, σὲ ἐπίσημη δήλωση τῆς 19ης συνέλευσης Κλήρου καὶ Λαοῦ (Ἰούλιος 1968, Ἀθήνα) δήλωσε: «Πιστεύουμε ὅτι τὸ Οἰκουμενικὸ κίνημα, παρ’ ὅτι ἔχει χριστιανικὴ προέλευση, πρέπει νὰ γίνει μία κίνηση ὅλων τῶν θρησκειῶν ποὺ νὰ πλησιάζουν ἡ μία τὴν ἄλλη». 

3. Τὸ «Temple of Understanding, Inc» («Ναὸς τῆς Κατανόησης, Inc.»), ἕνα ἀμερικανικὸ ἵδρυμα ποὺ συστήθηκε τὸ 1960 ὡς ἕνα εἶδος «Συνδέσμου τῶν ἑνωμένων θρησκειῶν», μὲ σκοπὸ νὰ «χτίσει τὸ συμβολικὸ ναὸ σὲ πολλὰ μέρη τοῦ κόσμου» (ἀκριβῶς σύμφωνα μὲ τὸ σκοπὸ τῆς Μασονίας), ἔχει συγκαλέσει πολλὲς «διασκέψεις κορυφῆς». Στὴν πρώτη, στὴν Καλκούτα τοῦ 1968, ὁ Λατίνος Τραππιστὴς Thomas Merton (ὁ ὁποῖος κατὰ τύχην σκοτώθηκε ἀπὸ ἠλεκτροπληξία στὴ Μπανγκὸγκ καθὼς ἐπέστρεφε ἀπὸ αὐτὴ τὴ συνδιάσκεψη) δήλωσε: «Εἴμαστε ἤδη μία νέα ἑνότητα. Αὐτὸ ποὺ πρέπει νὰ κερδίσουμε εἶναι ἡ ἀρχική μας ἑνότητα». Στὴ δεύτερη διάσκεψη κορυφῆς, στὴ Γενεύη τὸν Ἀπρίλιο τοῦ 1970, ὀγδόντα ἀντιπρόσωποι ἀπὸ δέκα θρησκεῖες συναντήθηκαν γιὰ νὰ συζητήσουν θέματα ὅπως «Τὸ σχέδιο τῆς δημιουργίας μιᾶς παγκόσμιας κοινότητας θρησκειῶν». Ὁ Γενικὸς Γραμματέας τοῦ Παγκοσμίου Συμβουλίου Ἐκκλησιῶν (ΠΣΕ), Δρ Eugene Carson Blake, ἐκφώνησε λόγο καλώντας τοὺς ἡγέτες ὅλων τῶν θρησκειῶν σὲ ἑνότητα· καὶ στὶς 2 Ἀπριλίου μία «ἄνευ προηγουμένου» ὑπερομολογιακὴ λειτουργία καὶ προσευχὴ ἔλαβε χώρα στὸν καθεδρικὸ ναὸ τοῦ ἁγίου Πέτρου. Ὁ Προτεστάντης πάστορας Babel τὴν περιγράφει ὡς «μία πολὺ μεγάλη μέρα στὴν ἱστορία τῶν θρησκειῶν», κατὰ τὴν ὁποία «ὁ καθένας προσευχήθηκε στὴ δική του γλώσσα καὶ σύμφωνα μὲ τὸ τυπικό τῆς θρησκείας ποὺ ἐκπροσωποῦσε», καὶ κατὰ τὴν ὁποία «οἱ πιστοὶ ὅλων τῶν θρησκειῶν κλήθηκαν νὰ συνυπάρξουν στὴ λατρεία τοῦ ἴδιου Θεοῦ». Ἡ λειτουργία τελείωσε μὲ τὸ «Πάτερ ἠμῶν» (La Suisse, 3 Ἀπριλίου 1970). Διαφημιστικὸ ὑλικὸ ποὺ στάλθηκε ἀπὸ τὸ «Ναὸ τῆς Κατανόησης» ἀποκαλύπτει ὅτι στὴ δεύτερη συνδιάσκεψη, στὶς Ἡνωμένες Πολιτεῖες τὸ φθινόπωρο τοῦ 1971, ἦταν παρόντες Ὀρθόδοξοι ἀντιπρόσωποι, καὶ ὅτι ὁ μητροπολίτης Αἰμιλιανός, τοῦ Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως, εἶναι μέλος τῆς «Διεθνοῦς Ἐπιτροπῆς» τοῦ Ναοῦ. Οἱ «διασκέψεις κορυφῆς» δίνουν στοὺς Ὀρθοδόξους ἀντιπροσώπους τὴν εὐκαιρία νὰ συμμετάσχουν σὲ συζητήσεις μὲ σκοπὸ «τὴ δημιουργία μίας παγκόσμιας κοινότητας θρησκειῶν», νὰ «ἐπισπεύσουν τὴν πραγματοποίηση τοῦ ὀνείρου τῆς ἀνθρωπότητας γιὰ εἰρήνη καὶ κατανόηση», σύμφωνα μὲ τὴ φιλοσοφία τῶν «Vivecananda, Ramakrishna, Ghandi, Schweitzer», καὶ τῶν ἱδρυτῶν τῶν διαφόρων θρησκειῶν· ὁμοίως οἱ ἀντιπρόσωποι συμμετέχουν σὲ «χωρὶς προηγούμενο» ὑπὲρ-ὁμολογιακὲς λειτουργίες καὶ προσευχές, ὅπου «καθένας προσεύχεται σύμφωνα μὲ τὸ τυπικό τῆς θρησκείας ποὺ ἐκπροσωπεῖ». Εἶναι νὰ ἀναρωτιέται κανεὶς τί βρίσκεται στὴν ψυχὴ ἑνὸς Ὀρθοδόξου Χριστιανοῦ ποὺ συμμετέχει σὲ τέτοιες συνδιασκέψεις καὶ προσεύχεται μαζὶ μὲ Μουσουλμάνους, Ἑβραίους καὶ εἰδωλολάτρες. 

4. Στὴν ἀρχὴ τοῦ 1970 τὸ ΠΣΕ ἦταν χορηγὸς σὲ μία συνδιάσκεψη στὸ Ajaltoun τοῦ Λιβάνου, μεταξὺ Ἰνδουϊστῶν, Βουδιστῶν, Χριστιανῶν καὶ Μουσουλμάνων, καὶ μία συνδιάσκεψη ποὺ ἀκολούθησε στὴ Ζυρίχη μὲ εἰκοσιτρεῖς «θεολόγους» τοῦ ΠΣΕ διακήρυξε τὴ ἀνάγκη γιὰ «διάλογο» μὲ τὶς μὴ χριστιανικὲς θρησκεῖες. Στὴ συνάντηση τῆς Κεντρικῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ ΠΣΕ στὴν Addis Ababa τὸν Ἰανουάριο αὐτοῦ τοῦ χρόνου, ὁ μητροπολίτης Βηρυττοὺ George Khodre (Ἀντιοχειανὴ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία) σοκάρισε ἀκόμα καὶ πολλοὺς Προτεστάντες ἀντιπροσώπους, ὅταν ὄχι ἁπλῶς κάλεσε γιὰ «διάλογο» μὲ αὐτὲς τὶς θρησκεῖες, ἀλλὰ ἄφησε πολὺ πίσω τὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ καὶ ποδοπάτησε δεκαεννιὰ αἰῶνες χριστιανικῆς παράδοσης, καλώντας τοὺς Χριστιανοὺς νὰ «ἐρευνήσουν τὴν αὐθεντικὴ πνευματικὴ ζωὴ τῶν ἀβάπτιστων» καὶ νὰ ἐμπλουτίσουν τὴν ἐμπειρία τους μὲ «τὸν πλοῦτο μίας διεθνοῦς θρησκευτικῆς κοινότητας» (Religious News Service), γιατί «εἶναι μονάχα ὁ Χριστός, ποὺ ἐκλαμβάνεται ὡς φῶς ὅταν ἡ χάρη ἐπισκέπτεται ἕναν Βραχμάνο, ἕνα Βουδιστή, ἢ ἕνα Μουσουλμάνο ποὺ διαβάζει τὶς δικές του Γραφὲς» (Christian Century, 10 Φεβρουαρίου 1971). 

5. Ἡ Κεντρικὴ Ἐπιτροπὴ τοῦ ΠΣΕ στὴ συνάντησή της στὴν Addis Ababa τὸν Ἰανουάριο τοῦ 1971, ἀποδέχθηκε καὶ ἐνθάρρυνε τὴν πραγματοποίηση συναντήσεων μεταξὺ ἐκπροσώπων ἄλλων θρησκειῶν ὅσο συχνὰ γίνεται, καθορίζοντας ὅτι «στὸ παρὸν στάδιο μπορεῖ νὰ δοθεῖ προτεραιότητα στοὺς διμερεῖς διαλόγους συγκεκριμένης φύσης». Σὲ συμφωνία μὲ αὐτὴ τὴν κατευθυντήρια γραμμή, ἕνας σημαντικὸς «διάλογος» μεταξὺ Χριστιανῶν καὶ Μουσουλμάνων προγραμματίστηκε γιὰ τὸ μέσον τοῦ 1972, μὲ τὴν ἀνάμειξη 40 περίπου ἀντιπροσώπων καὶ ἀπὸ τὶς δύο πλευρές, ὅπου περιλαμβάνεται καὶ ἀριθμὸς Ὀρθοδόξων ἀντιπροσώπων (Al Montada, Ἰαν – φεβρ. 1972, σέλ. 18). 

6. Τὸ Φεβρουάριο τοῦ 1972, ἄλλο ἕνα οἰκουμενιστικὸ γεγονὸς «χωρὶς προηγούμενο» συνέβη στὴ Νέα Ὑόρκη ὅπου, σύμφωνα μὲ τὸν ἀρχιεπίσκοπο τῆς Νέας Ὑόρκης Ἰάκωβο, γιὰ πρώτη φορὰ στὴν ἱστορία, ἡ Ἑλληνορθόδοξη Ἐκκλησία (Ἑλληνικὴ Ὀρθόδοξος Ἀρχιεπισκοπὴ Βορείου καὶ Νοτίου Ἀμερικῆς) συγκάλεσε ἐπίσημο θεολογικὸ «διάλογο» μὲ τοὺς Ἑβραίους. Σὲ δύο μέρες συζητήσεων ἐπιτεύχθηκαν συγκεκριμένα ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα μποροῦν νὰ θεωρηθοῦν σχετικὰ μὲ τὰ συμπτώματα τῶν μελλοντικῶν «διαλόγων μὲ τὶς μὴ χριστιανικὲς θρησκεῖες»: οἱ Ἕλληνες «θεολόγοι» συμφώνησαν «νὰ ἐπαναθεωρήσουν τὰ λειτουργικά τους κείμενα, ὥστε νὰ βελτιώσουν ἀναφορὲς στοὺς Ἑβραίους καὶ τὸν Ἰουδαϊσμό, ὅταν αὐτὲς εἶναι ἀρνητικὲς ἢ ἐπιθετικὲς» (Religious News Service). Δὲν γίνεται ἀκόμα προφανέστερος ὁ σκοπὸς τοῦ «διαλόγου»; νὰ «ἀναμορφωθεῖ» ἡ Ὀρθοδοξία, μὲ σκοπὸ νὰ γίνει προσαρμόσιμη στὶς θρησκεῖες αὐτοῦ τοῦ κόσμου. 

Αὐτὰ τὰ γεγονότα εἶναι ἡ ἀρχὴ τοῦ «διαλόγου μὲ τὶς μὴ χριστιανικὲς θρησκεῖες» στὰ τέλη τῆς δεκαετίας τοῦ 1960 καὶ τὶς ἀρχὲς τῆς δεκαετίας τοῦ 1970. Στὰ χρόνια ποὺ ἀκολούθησαν, τέτοια γεγονότα πολλαπλασιάστηκαν, καὶ «χριστιανικὲς» (ἀκόμα καὶ «Ὀρθόδοξες») συζητήσεις καὶ λατρεία μὲ ἐκπροσώπους μὴ χριστιανικῶν θρησκειῶν ἔφτασαν νὰ γίνονται δεκτὲς ὡς ἕνα κανονικὸ μέρος τῆς σύγχρονης ζωῆς. 

Ὁ «διάλογος μὲ τὶς μὴ χριστιανικὲς θρησκεῖες» ἔχει γίνει μέρος τῆς διανοουμενίστικης κουλτούρας τῆς ἐποχῆς· ἀντιπροσωπεύει τὸ παρὸν στάδιο τοῦ οἰκουμενισμοῦ στὴν πρόοδό του πρὸς ἕνα παγκόσμιο θρησκευτικὸ συγκρητισμό. 

Ἂς κοιτάξουμε τώρα στὴ «θεολογία» καὶ τὸ σκοπὸ αὐτοῦ του ἐπιταχυνόμενου «διαλόγου» καὶ ἂς δοῦμε πόσο διαφέρει ἀπὸ τὸν «χριστιανικὸ» οἰκουμενισμὸ ποὺ ἔχει ἐπικρατήσει μέχρι τώρα


* Από τὸ βιβλίο "Ἡ Ὀρθοδοξία καὶ ἡ θρησκεία τοῦ μέλλοντος"

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...