Παρασκευή, 29 Νοεμβρίου 2019

HANS URS VON BALTHASAR--ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ (THEO-LOGIK) (45)

Συνέχεια απόΤρίτη, 5 Νοεμβρίου 2019
  
                                                  HANS URS VON BALTHASAR
                                                    ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ  (THEOLOGIK)
                                                                 Τρίτος Τόμος
                  ΤΟ ΠΝΕΥΜΑ ΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ  (DER GEIST DER WAHRHEIT)
(Οι δύο προηγούμενοι τόμοι: 1) Αλήθεια τού κόσμου (Wahrheit der Welt), 2) Αλήθεια τού Θεού (Wahrheit Gottes) )
                                             Johannes Verlag, 1987
                                        4. ΓΙΑ ΤΟ ΦΙΛΙΟΚΒΕ
                   ΙV. O ΡΟΛΟΣ ΤΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ ΣΤΟ ΕΡΓΟ ΤΗΣ ΣΩΤΗΡΙΑΣ
                    2. ΤΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΟΝΟΜΑΤΑ ΤΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ
β) Ελευθερία ( συνέχεια )

Εφ’ όσον ο Χριστός υπακούει ως Θεός και ως Άνθρωπος apriori (εκ των προτέρων) εν Πνεύματι τον Πατέρα, δεν υφίσταται σ’ Αυτόν κανένα πρόβλημα, για το πώς ενοποιεί αναμφίβολα το Πνεύμα σ’ Αυτόν και πάνω απ’ Αυτόν το πατρικό θέλημα και τη θεανθρώπινη ετοιμότητα (μέχρι και τη θλίψη στο Όρος τών Ελαιών). Εμφανίζεται κατ’ αρχάς στον αμαρτωλό άνθρωπο το περιγεγραμμένο πολλαπλώς απ’ τον (Απόστολο) Παύλο πρόβλημα της ανθρώπινης επιλογής ανάμεσα στη «σάρκα» και το «πνεύμα», όπου και επικαιροποιούνται εκ νέου τα ήδη εκτεθέντα ερωτήματα της διδασκαλίας τής χάριτος. Όσο αληθές μπορεί να είναι, ότι υπάρχει σε μιαν «άσπιλη Εκκλησία» (“ecclesia immaculata”) (Εφεσ. 5, 27), που την αποκαλεί «περιστερά» (“columba”) ο Αυγουστίνος, μια εξίσου αναμφίβολη υπακοή αγάπης όπως και στον Χριστό, είναι εξίσου αληθές απ’ την άλλη, ότι δεν μπορεί να αποδοθή απλώς στην παροχή μιας τέτοιας αγάπης το ερώτημα για την απόφαση του καθενός (( Γράφει ο απόστολος Παύλος στους Εφεσίους: «… οι άνδρες αγαπάτε τας γυναίκας εαυτών, καθώς και ο Χριστός ηγάπησε την εκκλησίαν και εαυτόν παρέδωκεν υπέρ αυτής, ίνα αυτήν αγιάση καθαρίσας τώ λουτρώ τού ύδατος εν ρήματι, ίνα παραστήση αυτήν εαυτώ ένδοξον την εκκλησίαν, μη έχουσαν σπίλον ή ρυτίδα ή τι των τοιούτων, αλλ’ ίνα ή αγία και άμωμος …» - Πάλι και πάλι ‘θυσιάζεται’ οποιοδήποτε «πνεύμα» τής Καινής Διαθήκης προς χάριν ενός δικού μας (των Λατίνων…), επινοημένου «γράμματος»… Και μάλιστα σε μια ‘πραγματεία’ για το Άγιο Πνεύμα… Η άβυσσος μεταφέρθηκε πια κι αυτή στο μυαλό τών ανθρώπων… )) . Δεν μπορεί να καταστρατηγηθή η συνάντηση της ελευθερίας τού θεϊκού πνεύματος και της ελευθερίας τού ανθρώπου, ούτε με τη διδασκαλία τής χάριτος, όπως την αναπτύσσει μέσα από αυγουστίνειες προϋποθέσεις η σύνοδος του Orange (τοπική σύνοδος, το 529): γιατί κι εδώ μιλούν συνεχώς οι πρώτοι μεγάλοι κανόνες (Canones), για το Άγιο Πνεύμα που παρέχει πρωτίστως, με τo δώρο τής χάριτός του (donum gratiae), τη δυνατότητα μιας ελεύθερης εκλογής υπέρ ή ενάντια στον Θεό, χωρίς να μας εξαναγκάζη ωστόσο κατά κανέναν τρόπο να την ακολουθήσουμε, ανελεύθερα, αυτή η χάρη τού Πνεύματος, όπως θα «γελοιογραφήση» αργότερα ο Jansenius τη σκέψη τού Αυγουστίνου, σαν να έπρεπε να επικρατήση αυτόματα η μεγαλύτερη ευχαρίστηση και ηδονή (delectatio), που μας συστήνει το Άγιο Πνεύμα, στα ‘πράγματα’ του Θεού. Η σύνοδος του Orange το διατυπώνει καθαρά, κι ακόμα πιο καθαρά ο Αυγουστίνος: η πεπτωκυία (ανθρώπινη) φύση δεν μπορεί να επιλέξη ελεύθερα, χωρίς τον φωτισμό και την έμπνευση του Αγίου Πνεύματος, που δωρίζει σε όλους, “suavitatem in cosentiendo et credendo veritatis” («με τη γλυκύτητα της συγκαταθέσης και της πίστεως στην αλήθεια»), το Θεϊκό. Η χάρη τού Πνεύματος ελευθερώνει τον άνθρωπο στην ίδια του την ελευθερία εκλογής, και ο άνθρωπος «γίνεται τόσο περισσότερο ελεύθερος, όσο τον θεραπεύει το Πνεύμα, για να τον παραδώση στο θεϊκό και πλήρες χάριτος έλεος» (Αυγ.). «Προηγείται πάντα το έλεός του, η ευσπλαγχνία του, αλλά το να ακολουθήσουμε ή να αρνηθούμε το θεϊκό κάλεσμα, αυτό είναι υπόθεση της δικής μας θελήσεως» (Αυγ.). Δεν βρίσκεται άρα τόσο ‘μακριά’ η «ελκυστική» ενέργεια του Πνεύματος στον Αυγουστίνο από αυτό, που περιέγραψαν ως ‘συμβουλή’, ‘ενθάρρυνση και προτροπή’, αλλά και ‘υποβολή’, απ’ τον Ειρηναίο μέχρι τον Ωριγένη οι Έλληνες: «Το φως δεν εξαναγκάζει κανέναν δια της βίας να του υποταγή, και ο Θεός δεν εξαναγκάζει κανέναν, που ανορθώνεται (που μετανοεί), να επιτρέψη να ενεργήση επάνω του η ‘τέχνη’ Του» (άγιος Ειρηναίος). ‘Ετσι μιλά ο Αυγουστίνος για suasio (πειθώ, παραίνεση)· potesta datur, non necessitas (δύναμη που δίδεται, και δεν είναι υποχρεωτική)· για inspirata gratiae suavitas per Spiritum Sanctum (έμπνευση, πνοή ηδείας χάριτος εκ του Αγίου Πνεύματος)· consencio autem utique volentis est (ομοφροσύνη δε ή συμφωνία, που είναι άρα εκούσια). Μπορούμε έτσι να προσλάβουμε απ’ τον κλασσικό Αυγουστίνο (παραβλέποντας ορισμένες ‘σκληρύνσεις’ τών τελευταίων του γραπτών) μόνον τη διευθετημένη διδασκαλία, ότι το Πνεύμα ελευθερώνει με τη χάρι Του στην αληθινή ανθρώπινη ελευθερία του τον άνθρωπο, που την αποκτά, εννοείται, μόνο συμφωνώντας προς την ελευθερία τής θεϊκής αγάπης που εγκατοικεί μέσα του. Πρέπει δε να ξαναθυμηθούμε εδώ, ότι η ελευθερία τού Θεού δεν μπορεί να αντίκειται ως η «Άλλη» (ελευθερία) απέναντι στη δημιουργημένη ή κτιστή ελευθερία, αλλά ότι η επιτευγμένη (sich geshaffene) ελευθερία μπορεί να τελειωθή μόνο στην απόλυτη ελευθερία, που ταυτίζεται με την αγάπη. Εδώ είναι και τα όρια της Θεο-λογικής (Theologik), που δεν μπορούμε να τα υπερβούμε, δίχως τον κίνδυνο να τα προδώσουμε· κι εδώ αποδεικνύεται οριστικά, ότι η χριστολογική υπακοή τής αγάπης είναι σοφώτερη από κάθε σοφία χωρίς υπακοή (σ.σ.: «Στον Θεό δεν υπερέχει η γνώση πάνω απ’ την αγάπη, δεν υπάρχει καμμιά δυνατότητα να ανυψωθή τόσο η κρίση, ώστε να μην ανταποκρίνεται πια στην αγάπη, καμμιά δυνατότητα για τον Πατέρα, να μη γνωρίζη πια στον Υιό τον Υιό, αλλά τον εαυτό του. Η απόπειρα μιας τέτοιας υποκατάστασης (Substitution) του προσώπου είναι μια κατάχρηση της αγάπης. Γιατί ακριβώς σ’ αυτό το σημείο έχει τη θέση της η λατρεία ή η προσκύνηση. Κι ένα ουσιαστικό χαρακτηριστικό τής προσκύνησης είναι ο σεβασμός» A. v. Speyr…) (( O σεβασμός τού προσώπου! Του κάθε «προσώπου» ή τής «ετερότητας», έστω κι αν παραβιάζεται η ανθρώπινη φύση, όπως την έφτιαξε και την προόρισε ο ίδιος ο Δημιουργός! Άνοιξαν οι πύλες τής κολάσεως, «θεο-λογικά», αλίμονο, συγκεκαλυμμένες… )) .
Αυτό μπορεί να μας αποκαλύψη, επαναφέροντάς μας στην αρχή αυτής τής περιγραφής τής ελευθερίας τού Πνεύματος, ένα βαθύ μυστικό τής ελευθερίας, θεμελιωμένο στην ίδια την τριαδική ουσία τού Θεού. Η πλήρης και τέλεια ελευθερία τού Πνεύματος, να πνέη όπου θέλει, και να διανέμη χαρίσματα όπως αυτό θέλει, ‘ανυψούται’ στην ‘παραίτηση’ του Πατρός όσο και του Υιού απ’ το να κατανοούνται με οποιονδήποτε άλλον τρόπο, παρά κενούμενοι. O προικισμός με ελευθερία προϋποθέτει αυτήν την κένωση (exinanitio). Κι αν φοβάται κάποιος να εισάγη αυτές τις έννοιες στον Θεό (αρκούμενος στην εξίσωση πρόσωπο = σχέση, persona = relation), μπορεί να προσλάβη τις ατελείς απεικονίσεις (τους) απ’ τον κόσμο. Ο Χέγκελ επέμενε στην εσωτερική σχέση γέννησης και θανάτου· αν λάβουμε σοβαρά υπ’ όψιν τη γέννηση και τον (τόσο κοντά, συχνά, στον θάνατο) τοκετό, μπορούμε να το κατανοήσουμε. Ο Φόϋερμπαχ ανέπτυξε ευρέως στο πρώτο του έργο («Σκέψεις για τον θάνατο» ή «Σκέψεις θανάτου»- “Todesgedanke”, 1830) αυτήν την άποψη: ο άνθρωπος πρέπει να αγαπά, το απλώς και μόνον «εγώ είμαι», η απλή και μόνον εγωτική του ύπαρξη είναι θάνατος δια πνιγμού, η έξοδός του όμως προς το Εσύ είναι ο αληθινός του θάνατος, «η αγάπη δεν θα ήταν (αλλιώς) τέλεια, δεν θα ήταν ένας θάνατος»· γιατί αυτός που αγαπά «γνωρίζει, πως δεν αρχίζει κατ’ αρχάς στον φυσικό θάνατο ο θάνατος, αλλά (τότε) περατούται και τελειώνει, και πως δεν είναι παρά μια απόπνοια, μια εκπνοή τού εσωτερικού και κρυμμένου θανάτου… Από πού μπορεί να προέρχεται εξάλλου ο θάνατος, αν όχι απ’ τα εσώτατά σου; Δεν φανερώνει παρά την πράξη τού εσωτερικού αποχωρισμού, της επαλήθευσης της αγάπης σου, της αναγγελίας, ότι Εσύ συμμετείχες κατά τη διάρκεια όλης τής ζωής σου σιωπηλά, ότι Εσύ δεν είσαι, χωρίς και έξω απ’ το αγαπώμενο αντικείμενο, παρά ένα Τίποτα… Το Ανώτερο είναι πάντα αιτία τού Κατώτερου, απ’ το Ανώτατο ‘κατεβάζει’ ο άνθρωπος τον θάνατο και τον εκχέει στη Δημιουργία·… δεν θά ’πρεπε να έχη και ο θάνατος το αρχέτυπο και την αιτία του στην τελική αιτία τών πραγμάτων και των όντων;» (WW I, 20 κ.ε.). (( Γράφει ο απόστολος Παύλος: «Έσχατος εχθρός καταργείται ο θάνατος…», με την Ανάσταση του Χριστού. Ο σαρκικός θάνατος, που μας εδόθη μετά την Παρακοή, «ίνα μή το κακόν αθάνατον γένηται…»… Και όμως, χρησιμοποιούν οι Λατίνοι κι αυτές ακόμα τις παραπάνω «σκέψεις περί θανάτου» και τις εντάσσουν στους αγαπολογικούς παραλογισμούς τους… Και πού είναι εδώ, και παντού αλλού, ο Νικητής τού Θανάτου, του οποίου το Όνομα τόσο βίαια και αντί-χριστα επιχειρούν να παραχαράξουν; Μ’ αυτούς τούς «Δυτικούς χριστιανούς» συνομιλούν και συνεργάζονται και αδελφοποιούνται οι «δικοί» μας «Δεσποτάδες» και «Καθηγητάδες»; )) .
Ένα παιδί ‘αφυπνίζεται’ στη γνήσια ελευθερία μόνο μέσα απ’ την αφανή αυθυποταγή και αφοσίωση των γονιών του. Χριστιανικά επιβεβαιώνεται αυτό στον θάνατο του Χριστού ως βασική πράξη τής ζωής του, που ‘αφανίζοντάς’ την αγαπητικά, εξασφαλίζει στον κόσμο την ελευθερία (( Που μας την έχει δώσει, στο πλάσμα Του , εκ της Δημιουργίας, δημιουργώντας μας ο Θεός… Ο οποίος δεν πήρε ποτέ τα δώρα Του πίσω… )) · και επιβεβαιώνεται στη συνέχεια σε κάθε γνήσια, αφοσιωμένη προσευχή για την απελευθέρωση ενός αδελφού, μιας αδελφής, στους οποίος και δωρίζεται, μέσα απ’ τη θυσιαζόμενη ελευθερία αυτού που προσεύχεται στον Θεό, η δική τους ελευθερία. (Όποιος μπορεί να αποκωδικοποιήση τα ‘ιερογλυφικά’Hieroglyphen – της κεκρυμμένης χριστιανικής ύπαρξης, θα βρη πάντοτε να επιβεβαιώνεται αυτό το θαύμα τής γέννησης της ελευθερίας.) Η γεγεννημένη απ’ τον Σταυρό τέλεια ελευθερία τής Μαρίας πρέπει να συν-εξασφαλίζη απ’ την πλευρά της κάτω απ’ τον Σταυρό, την ‘ανατολή’ προς χάριν τής Εκκλησίας τού Πνεύματος της ελευθερίας. Και όλη τελικά η ελευθερία τής Δημιουργίας στηρίζεται στη σφαγή τού Αμνού: «Δεν έχετε απελευθερωθή με κάτι που φθείρεται, ασήμι ή χρυσό… αλλά με το πολύτιμο αίμα ενός Αμνού χωρίς στίγμα και ελάττωμα: τον Χριστό, προορισμένον πριν θεμελιωθή ο κόσμος» (Α’ Πέτρου 1, 19) ((Γράφει στην 1η του Επιστολή ο Απόστολος Πέτρος: «…καί ει πατέρα επικαλείσθε τόν απροσωλήπτως κρίνοντα κατά τό εκάστου έργον, εν φόβω τόν τής παροικίας υμών χρόνον αναστράφητε, ειδότες ότι ου φθαρτοίς, αργυρίω ή χρυσίω, ελυτρώθητε εκ τής ματαίας υμών αναστροφής, αλλά τιμίω αίματι ως αμνού αμώμου καί ασπίλου Χριστού, προεγνωσμένου μέν πρό καταβολής κόσμου, φανερωθέντος δέ επ’ εσχάτων τών χρόνων δι’ υμάς τούς δι’ αυτού πιστεύοντας εις Θεόν τόν εγείραντα αυτόν εκ νεκρών καί δόξαν αυτώ δόντα, ώστε τήν πίστιν υμών καί ελπίδα είναι εις Θεόν» - Είναι τόσο γλυκύς και άμεσος ο Λόγος τού Θεού και των Αγίων του, και τόσο παραμορφωμένος αυτός που χρησιμοποιούν οι διανοούμενοι που συνεχώς Τον πολεμούν, βάζοντας τον εαυτό τους πάνω κι απ’ τον ίδιον τον Χριστό, «ερμηνεύοντάς» Τον κατά το δοκούν… )) . «Βασισμένος στο ίδιο του το αίμα εισήλθε ο Χριστός μια για πάντα στο ιερό και μας εξαγόρασε» (Εβρ. 9, 12) (( Όλη η φράση έχει ως εξής: «Χριστός δέ παραγενόμενος αρχιερεύς τών μελλόντων αγαθών διά τής μείζονος καί τελειοτέρας σκηνής, ου χειροποιήτου, τουτ’ έστιν ου ταύτης τής κτίσεως, ουδέ δι’ αίματος τράγων καί μόσχων, διά δέ τού ιδίου αίματος εισήλθεν εφάπαξ εις τά Άγια, αιωνίαν λύτρωσιν ευράμενος» … )) , «γιατί εκεί όπου υπάρχει μια Διαθήκη, εκεί πρέπει και να αποδειχθή και ο θάνατος αυτού που τη συνέταξε» (ό.π., 16) (( Όλη η φράση: «Καί διά τούτο διαθήκης καινής μεσίτης εστίν, όπως, θανάτου γενομένου εις απολύτρωσιν τών επί τή πρώτη διαθήκη παραβάσεων, τήν επαγγελίαν λάβωσιν οι κεκλημένοι τής αιωνίου κληρονομίας. όπου γάρ διαθήκη, θάνατον ανάγκη φέρεσθαι τού διαθεμένου· διαθήκη γάρ επί νεκροίς βεβαία, επεί μήποτε ισχύει ότε ζή ο διαθέμενος» … )) .
( συνεχίζεται )

Δεν υπάρχουν σχόλια: